Supreme Court dismisses two appeals for non-joinder and vague contradiction grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals challenging a Third Instance Court decision. The appellants argued for joinder of proceedings and alleged contradictions in the lower court's ruling, but failed to specify which contradictions existed or how they affected the judgment's enforceability. The court ruled that without precise identification of the contradictions and their impact on the decision's clarity or enforceability, the legal grounds for appeal were insufficient and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(17) of the Code of Civil Procedure: Appeals based on vague allegations of contradictory provisions without specifying the exact contradictions and their effect on enforceability or legal certainty are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 181 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 181/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Γιαννούλα, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ζ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Μπέκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Λ. Ζ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Μπέκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Γιαννούλα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2009 αγωγή του Λ. Ζ. του Η., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν, ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 13-5-2021 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 14-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις α) από 13-5-2021 του Χ. Τ. του Π. και β) από 14-5-2021 του Λ. Ζ. του Η. ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι ως άνω αιτήσεις, που στρέφονται κατά της αυτής πιο πάνω αποφάσεως, είναι συναφείς και, επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, έχει κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής: Με την από 11-9-2009 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 14-5-2021 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητος στην από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης, Λ. Ζ., ιστορούσε ότι η αποβιώσασα στις 27-2-1997 Α.
χήρα Χ. Ν., με την από 29-9-1996 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία είχε νομίμως δημοσιευθεί και κηρυχθεί κύρια, κατέστησε αυτόν μοναδικό κληρονόμο της. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί, λόγω πλαστότητας, η ακυρότητα της από 31-12-1996 ιδιόγραφης διαθήκης της ως άνω διαθέτιδας, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια, και δυνάμει της οποίας φέρετο, ότι η θανούσα κατέλειπε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα της από 13-05-2021 αίτησης αναίρεσης και αναιρεσίβλητο της από 14-05-2021 αίτησης αναίρεσης, Χ.
Τ. κληρονόμο στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της. Επί της παραπάνω αγωγής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την 6/2016 απόφασή του, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31-12-1996 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. χήρας Χ. Ν.. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον εναγόμενο η από 05-05-2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 23/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση αυτή, εξαφάνισε την 6/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι η από 29-09-1996 ιδιόγραφη διαθήκη της Α.
χήρας Χ.. Ν., με την οποία αυτή φέρεται να εγκαθιστά αποκλειστικό κληρονόμο της τον ενάγοντα, δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από την ίδια και επομένως ο ενάγων δεν ήταν τετιμημένος κληρονόμος της με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη και κατά συνέπεια δεν είχε άμεσο έννομο συμφέρον για την έγερση της υπό κρίση αναγνωριστικής αγωγής, αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της από 31-12-1996 διαθήκης, με την οποία η ως άνω διαθέτης φερόταν ότι εγκαθιστούσε αποκλειστικό κληρονόμο της τον εναγόμενο.
Επί της από 13-05-2021 αίτησης αναίρεσης του νικήσαντος εναγομένου διαδίκου Χ. Τ..
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε ενώπιον του Εφετείου, λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη. Το συμφέρον τούτο είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (Α.Π 60/2011, ΑΠ 1663/2010).
Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα αποτροπής δεδικασμένου από τις πλεοναστικές αιτιολογίες, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2013, ΑΠ 77/2009).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου -στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της-, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 5/1994, 686/2020).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021).
Ο αναιρεσείων Χ. Τ., της από 13-05-2021 αίτησης αναίρεσης της 23/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, νικήσας εναγόμενος, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κακώς προέβη σε κρίση ως προς την εγκυρότητα της από 31-12-1996 διαθήκης της Α.
Ν., την οποία θεώρησε ότι είναι πλαστή, χωρίς αιτιολογία δημιουργώντας έτσι καταφατικό σε βάρος του δεδικασμένο προβαίνοντας στην αιτιολογία ότι: "...Και αυτό γιατί, αν και το παρόν Δικαστήριο ερευνά το στηριζόμενο στην εγκυρότητα της από 29-9-1996 διαθήκης έννομο συμφέρον του ενάγοντος, εκ του περισσού αναφέρεται ότι ορισμένες από τις άνω γραφολογικές εκθέσεις και πραγματογνωμοσύνες χαρακτηρίζουν ως γνήσια την από 31-12-1996 διαθήκη, ενώ πέραν πάσης αμφιβολίας προέκυψε ότι η θανούσα δεν διατηρούσε στενή φιλική σχέση με τη γιαγιά του εναγομένου και ουδέποτε φιλοξενήθηκε απ'αυτήν στους ….Κιλκίς, στο τέλος του έτους 1996 και επομένως καθίσταται πρόδηλο ότι η θανούσα ουδέποτε έγραψε και υπέγραψε την από 31-12-1996 διαθήκη....", και ζητεί την αναίρεση της εν λόγω απόφασης, ως προς την παραπάνω αιτιολογία της, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, εκτός του ότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτή τις ως άνω αιτιολογίες ως πλεοναστικές, δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς.
Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα αποτροπής δεδικασμένου από τις πλεοναστικές αιτιολογίες, και δεν υπάρχει, έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την εν λόγω αιτιολογία της ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία αυτή ήταν, ενδεχομένως, εσφαλμένη, εφόσον στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν δημιουργείται δεδικασμένο και συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 13/05/2021 αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης. Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολ.Δ).
Επί της από 14-05-2021 αίτησης αναίρεσης, του αναιρεσείοντος Λ. Ζ.. Η αίτηση αυτή, αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.,1 § 1Β α.α. 4 της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 17698/19.03.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων (Φ.Ε.Κ. Β' 1076), 1 § 1Β α.α. 4 της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 18877/26.03.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών (Φ.Ε.Κ. Β' 1194), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11.03.2020 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID - 19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του", που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020, και 83 § 1α του ν. 4790/2021), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν. Από τη χρονολογία, πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανένα άλλο τύπο. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν συστατικούς όρους εγκυρότητας της διαθήκης.
Συνεπώς, η αναγνώριση ή η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δεν αρκεί για να ισχύσει το τεκμήριο της γνησιότητας του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης. Απαιτείται και η αναγνώριση ή απόδειξη της γνησιότητας του περιεχομένου και της χρονολογίας της. Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα.
Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1721 Α.Κ, αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος. (A.Π 1293/2020, ΑΠ 708/2015). Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 1719 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Εξάλλου, η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν παράγει τεκμήριο γνησιότητας υπέρ εκείνων που την επικαλούνται. Τότε μόνο αποτελεί τεκμήριο, μέχρι αποδείξεως, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ κάποιου που αντλεί δικαιώματα απ' αυτή και κάποιου από των βλαπτομένων (1777 ΑΚ).
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλομένου από τη διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης (Α.Π 707/2015).
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση.
Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι (Α.Π 1337/2021, 726/2016, 708/2015). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Έτι, περαιτέρω, η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αιτήσεως δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.
Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης (ΑΠ 772/2014, ΑΠ 137/2008).
Συγχρόνως όμως πρέπει να δικαιολογεί ότι υπάρχει και ανάγκη παροχής έννομης δικαστικής προστασίας δηλαδή να επικαλείται και να αποδεικνύει άμεσο έννομο συμφέρον. Η απόκρουση δε της νομιμοποιήσεως ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση (ΑΠ 772/2014, ΑΠ 137/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, ως προς την αποδιδόμενη με αυτόν αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι ο εναγόμενος δεν προέβαλε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ενάγοντα προς άσκηση της αγωγής, ούτε ότι ο ενάγων επικαλέσθηκε με την αγωγή του, ως προς το έννομο συμφέρον του, την εγκυρότητα της διαθήκης με την οποία η διαθέτης τον εγκατέστησε κληρονόμο της κληρονομιαίας περιουσίας της, τα οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κρίνεται απαράδεκτος.
Τούτο, δε, διότι, εξαιτίας της φύσεως του εννόμου συμφέροντος, ως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η από τον εναγόμενο αμφισβήτηση αυτής, αφενός μεν δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, και αφετέρου δεν συνιστά ένσταση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος και φέρει προς τούτο το βάρος αποδείξεως, και συνακολούθα, ενόψει της φύσεως του ισχυρισμού αυτού, ως αρνήσεως της βάσεως της αγωγής, δεν αποτελεί αυτός (ισχυρισμός) "πράγμα", που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., ενώ, η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ήταν ερευνητέα αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και δεν αποτελεί "πράγμα", κατά τα ως άνω αναφερόμενα, ώστε να ιδρύει, σε περίπτωση λήψεως υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να προταθεί, το στηριζόμενο στη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (πρβλ.
Α.Π 936/2002).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π 8/2018,Ολ. Α Π. 1/1999). Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Α.Π.1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 59/2020, Α.Π. 326/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός είναι ως προς την αιτίαση αυτή απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν περιέχονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε προσδιορίζονται οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (Α.Π 667/2023, Α.Π 1020/2019, Α.Π 1226/2017).
Για το ορισμένο του λόγου απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ποια πράγματα δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχτηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π 573/2021, Α.Π 1020/2019, Α.Π 449/2019, Α.Π 1226/2017, Α.Π 1163/2011, Α.Π 96/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση στο αναιρετήριο αποδίδεται, ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να διαλαμβάνεται κανένα από τα στοιχεία που απαιτούνται για το παραδεκτό της πλημμέλειας από τον αριθμό 10 του άρθρου 559, όπως αμέσως παραπάνω αναφέρονται.
Συνεπώς, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και ως προς την αιτίαση αυτή.
Επίσης, αναίρεση επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ. Πολ.Δ. "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (Α.Π 978/2020).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 284/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ίδιο αναιρετικό λόγο προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα επικαλούμενα δύο αμετάκλητα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό της πόρισμα, περί εγκυρότητας της από 29-9-1996 ιδιόγραφης διαθήκης της Α.
χήρας Χ.. Ν.. Ο λόγος αυτός ως προς την αιτίαση αυτή είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και την περιεχόμενη σ' αυτήν αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως " σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά στην σελ. 23 της προσβαλλόμενης απόφασης των ως άνω εγγράφων δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο είναι αντίθετο προς εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Η πλημμέλεια δε που αποδίδει ο αναιρεσείων για μεγαλύτερη βαρύτητα που απέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση στις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες των Τ. Τ., από εκείνη που το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών απέδωσε και που ο ίδιος θεωρεί ότι έχουν και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, αφορούν την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Επίσης, σε περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (Α.Π 1964/2022, Α.Π 619/2020, Α.Π 619/2020, Α.Π579/2007).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (Α.Π 258/2023,ΑΠ 462/2019, 126/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (Α.Π 258/2023,ΑΠ 1038/2019).
Επίσης, απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, είναι ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το σχετικό μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Τούτο, δε, διότι, δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια τα αποδεικτικά μέσα, ως προς τα οποία το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική τους δύναμη και δεν αναφέρεται η αποδεικτική τους, κατά νόμο, δύναμη, ενώ περαιτέρω, είναι απαράδεκτος και λόγω της αντιφατικότητας του με την αμέσως προηγούμενη αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ως προς τα έγγραφα στα οποία αποδίδεται η πλημμέλεια ότι δεν ελήφθησαν υπόψη αν και προσκομίσθηκαν από τον ως άνω αναιρεσείοντα, ενώ κατά το σκέλος αυτό προϋποθέτει ότι (τα ίδια έγγραφα) ελήφθησαν υπόψη και το Δικαστήριο παραβίασε τον νόμο σχετικά με την αποδεικτική τους δύναμη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 957/2021). Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 87/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης (Α.Π 294/2023, ΑΠ 1453/2021, ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016).
Συνεπώς, ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το σχετικό του μέρος, με τον οποίο, πλην της επικαλούμενης αριθμητικής αναφοράς στην παραπάνω διάταξη (559 αρ. 17 ΚΠΟλΔ), δεν προσδιορίζεται ποίες είναι αυτές οι αντιφάσεις και αν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπουμένης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, όπως απαιτείται για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 14-05-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.23/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: τις από 13-05-2021 και 14-05-2021 αιτήσεις των Χ. Τ. και Λ. Ζ., αντίστοιχα, για αναίρεση της 23/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των παραβόλων που έχουν κατατεθεί για την άσκηση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου της από 13-05-2021 αίτησης ανρεσης εις βάρος του αναιρεσείοντα και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου της από 14-05-2021 αίτησης αναίρεσης εις βάρος του αναιρεσείοντα τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, αντίστοιχα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ