Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of proper service and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's property ownership decision. The appellant argued the lower court accepted claims without evidence, but the court found this ground inadmissible for being dependent on the lower court's evidentiary assessment. The decision was also rendered inadmissible because the respondent's lawyer was not properly summoned for the appeal hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a party expedited the appeal hearing; if not properly notified or if no valid expediter is found, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1817 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1817/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2012 μη οριστική, 64/2017 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1- 3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διάδικους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 976/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμ 1009Γ/01-03-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ..... Ν.Β., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την από 14-12-2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ` Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, και την από 14-12-2022 πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον δικηγόρο του αναιρεσίβλητου Νικόλαο Πετάκο, ο οποίος εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά τη συζήτηση της έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και θεωρείται αντίκλητος διότι δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου (άρθρ. 6Α του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014", ΑΠ 103/2024, ΑΠ 74/2023).
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
[2] Με την κρινόμενη από 31-03-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 54/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 31-07-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 64/2017, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 14-01-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και (το Εφετείο) εξαφάνισε την εκκαλούμενη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ).
Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. 'Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημόσιων - γαζιών σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 31/2016), ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί - ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 832/2020, ΑΠ 1354/2014). [2] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ.
της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ιδίου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε, ως άρθρο 57, στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§ 1, 2, 3 του ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας". Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων 3§§1, 2 και 3 του ν. 998/1979 "1.
Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).", "2.
Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά." και "3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών.
Οι εκτάσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις.". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασόβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).
Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 1373/2023, ΑΠ 111/2023, ΑΠ 809/2021). [3] Επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον, πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν άσκησης νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο ειδικός διάδοχος αυτού, που επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, σύμφωνα με το ν.
της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 1289/2016) ή καθολικός διάδοχος, που επερχόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2), προκειμένου περί εκούσιων ή εξωτικών κληρονόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος και οι ενήλικοι κατιόντες, ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16) προκειμένου περί οικείων, δηλαδή για τα ανήλικα τέκνα του κληρονομούμενου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1357/2014).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 1187/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 του ν. 4042/2012, ΦΕΚ Α 24/13.2.2012, το κατά την §1 εδ.
α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης ".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985) ερμηνευτική άποψη για την νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 984/2017). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση ουσιαστικού κανόνα κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μίας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 2079/2022), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 14/2012, ΑΠ 1631/2022, ΑΠ 12/2021) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 2079/2022).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ".....", εντός των εγκεκριμένων ορίων του οικισμού ... (προϋφιστάμενου του Ν.Δ. 17/7/1923), όπως αυτά καθορίστηκαν με την υπ' αριθμ. 4.430/1939 απόφαση του τότε αρμόδιου Υπουργού Συγκοινωνιών και όπως η τελευταία τροποποιήθηκε εν συνεχεία με την υπ' αριθμ.
Ε 22314/29.07.1964 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων και εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου ..... και ήδη Ανατολικής Μάνης Λακωνίας. Κατά τη διαδικασία καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του ....., το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε με φερόμενο δικαιούχο το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας, το οποίο δήλωσε ότι το επίδικο τυγχάνει δημόσια δασική έκταση, σύμφωνα δε με τον θεωρημένο προσωρινό δασικό χάρτη της περιοχής του ..., έλαβε ΚΑΕΚ 300482126001/0/0, και κατά την καταμέτρηση από τα αρμόδια όργανα αυτού βρέθηκε να έχει έκταση 1.195 τ.μ..
Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. ...../04.09.2001 συμβολαιογραφικής πράξης πώλησης της συμβολαιογράφου ....., Γ. Α. - Δ., με αγορά από τον Η.Κ. του Γ. Στο ανωτέρω συμβόλαιο το επίδικο περιγράφεται ως οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο βρίσκεται σε διασταύρωση ανωνύμων δημοτικών οδών, έχει έκταση 1.560 τ.μ., εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα της περιμέτρου του Α-Β-Γ-Δ-Α στο από 15ης Αυγούστου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Έ.
Γ. Α. - Π., που έχει προσαρτηθεί σ' αυτό και συνορεύει βόρεια με ανώνυμη δημοτική οδό, στην οποία έχει πρόσοψη επί πλευράς Δ-Α μήκους μέτρων είκοσι έξι (26), ανατολικά με ιδιοκτησία ......, επί πλευράς Α-Β μήκους μέτρων εξήντα (60), νότια με ανώνυμη δημοτική οδό, στην οποία έχει πρόσοψη επί πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων είκοσι έξι (26) και δυτικά με ανώνυμη δημοτική οδό (γερμανική οδό) πλάτους οκτώ μέτρων (8), στην οποία έχει πρόσοψη επί πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων εξήντα (60).
Το ως άνω ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στον προαναφερόμενο άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Η.Κ., δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. ..../19.07.1990 συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ....., Π. Α. - Π., από τον Γ. Δ. του Π. και της Μ. και περιγράφεται στον τίτλο αυτό ως ένα οικόπεδο, κείμενο εντός των ορίων του οικισμού ..., στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ....., συνολικού εμβαδού - κατά νεωτέρα και ακριβή καταμέτρηση - 1.560 τ.μ., ακριβώς εμφαινόμενο κατά θέση, έκταση και όρια κατά μεν σε μείζονα έκταση στο από Ιουλίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.Π., το οποίο είναι προσαρτημένο στο κάτωθι αναφερόμενο υπ' αριθμ. 1....../1973 συμβόλαιο διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου ......
Φ.Α., κατά δε κατά τις διαστάσεις του κατά την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης α) στο από Μαΐου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου υπομηχανικού Ν. Π. Σ. και β) στο από 8 Ιουνίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Έ. Γ. Α.-Π., που προσαρτώνται στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη, υπό τον αριθμόν πέντε (5) και υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α συνορευόμενο γύρωθεν κατά τα άνω διαγράμματα βορείως με ανώνυμη αγροτική οδό (μη διανοιχθείσα εισέτι) πλάτους έξι (6) μέτρων επί της οποίας έχει πρόσοψη επί πλευράς του άνω διαγράμματος Δ-Α μέτρων είκοσι έξι (26), ανατολικός με το υπ' αριθμόν τέσσερα (4) περιγραφόμενο ακίνητο στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίας Π.Π.Δ., επί πλευράς του ως άνω διαγράμματος Α-Β μέτρων εξήντα (60), νοτίως με ανώνυμη αγροτική οδό (μη διανοιχθείσα εισέτι), πλάτους έξι (6) μέτρων επί της οποίας έχει πρόσοψη επί πλευράς του άνω διαγράμματος Β-Γ μέτρων είκοσι έξι (26) και δυτικώς με ανώνυμη δημοτική οδό (Γερμανικό δρόμο) επί της οποίας έχει πρόσοψη επί πλευράς του άνω διαγράμματος Γ-Δ μέτρων εξήντα (60).
Στο ως άνω συμβόλαιο αναφέρεται, επίσης, ότι το ως άνω περιγραφέν οικόπεδο αποτελεί τμήμα του μείζονος υπό τον αριθμόν δέκα εννέα (19) περιγραφόμενου αγροτεμαχίου στο μνημονευόμενο από Ιουλίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.Π.. Ο δε Γ. Δ. του Π. και της Μ. απέκτησε την κυριότητα του επίδικου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ....../27.09.1973 συμβολαίου διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου .....
Φ. Α.. Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο το επίδικο περιγράφεται ως τμήμα του υπ' αριθμ. 19 αγροτεμαχίου, που εμφαίνεται υπό το κεφαλαίο αλφαβητικό στοιχείο Έψιλον (Ε) στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., εκτάσεως 1.580 τ.μ. Το γεγονός δε ότι οι ως άνω
αγοραπωλησίες των ετών 1990 και 2001, αφορούσαν το ακίνητο που έλαβε ο Γ.Δ. του Π.
και της Μ., δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. ...../27.09.1973 συμβολαίου διανομής, προκύπτει και από την από 15.02.2016 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ε. Σ.. Το επίδικο, ως διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμ. 19 αγροτεμαχίου (εκτάσεως 7.900 τμ.), αποτελούσε τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης εμβαδού 195 στρεμμάτων, και μετά νεώτερη καταμέτρηση, η οποία έλαβε χώρα το έτος 1973 από τον τοπογράφο - μηχανικό Δ.
Π., 231 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του τέως Δήμου ...., ήδη Ανατολικής Μάνης, εμφαινόμενης με τα στοιχεία ...... στο άνω σχεδιάγραμμα του παραπάνω τοπογράφου μηχανικού, η οποία ανήκε αρχικά από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως προ του 1821 στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Τ.Ν.
Δ. (κτήμα Δ.), δηλαδή βρισκόταν στη νομή των δικαιοπαρόχων (άμεσων, απώτερων και απώτατων) του ενάγοντος και στη συνέχεια στη νομή του ιδίου, την οποία ασκούσαν αυτοί, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, συνεχώς και αδιαλείπτως όλα αυτά τα χρόνια με καλή πίστη. Συγκεκριμένα, απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ήταν ο Τ.
Ν. Δ., ο οποίος είχε λάβει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821 και η ύπαρξη της οικογένειας του οποίου προκύπτει τουλάχιστον από το έτος 1809 και μάλιστα από σωζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους αυτού που είχε συνταχθεί αναφορικά με τον έκτοτε υφιστάμενο εντός της έκτασης αυτής ανεμόμυλο, ο οποίος ανήκε στην οικογένεια Δ..
Επίσης, η ύπαρξη της οικογένειας αυτής προκύπτει και από αφιερωματική επιγραφή του έτους 1835 επί παλαιάς εικόνας του Αγίου Γ., η οποία είναι τοποθετημένη εντός του κειμένου παραπλεύρως του νεκροταφείου του ... Ιερού Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο Τ. Ν. Δ. κληρονομήθηκε από το μοναδικό τέκνο του, τον Γ. Ν. Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομία του πατέρα του με πρόθεση κληρονόμου ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων πριν το έτος 1880 και με την υπ' αριθμ. ...../22.05.1878 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου ....
Γ.Π., εγκατέστησε κληρονόμους του κατ' ισομοιρία τα δύο τέκνα του, Τ. Δ. και Σ. Δ., με την παραγγελία να διανείμουν όλη την περιουσία του σε δύο ίσα μερίδια και να λάβει ο καθένας από ένα. Ο ως άνω διαθέτης δεν μνημονεύει ρητά στη διαθήκη του την κληρονομιαία περιουσία του, πλην όμως κάνει ρητή αναφορά σε αυτήν για την τύχη ενός ανεμόμυλου, που βρίσκεται στο άκρο του χωριού ..., πλησίον του ναού Αγίου Σπυρίδωνος, ορίζοντας ότι "....ούτος δε ο υιός του να κρατήση προς συντήρησίν του τον ανεμόμυλον όστις κείται εις το άκρον του χωρίου ...
πλησίον του Ναού Αγίου Σπυρίδωνος...", ο οποίος υπήρχε τουλάχιστον από το έτος 1809 μέχρι το έτος 1972, οπότε κατεδαφίστηκε από την S. M. και περιλαμβανόταν σε τμήμα της ως άνω μείζονος εκτάσεως, δίπλα στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα και το νεκροταφείο του ..., και συγκεκριμένα μεταξύ των υπ' αριθμ. ... και .... γεωτεμαχίων του από Ιουλίου 1973 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Δ.Π., πλησίον δηλαδή του οικισμού του ..., το οποίο πωλήθηκε από τους κληρονόμους του Δ.Δ.
στην S. M. το έτος 1972, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ..../14.08.1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..... Θ. Λ., στο οποίο αναφέρεται ότι η πωληθείσα έκταση είναι αγρός (βοσκότοπος), κείμενος στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου Γυθείου, ειδικώς ονομαζόμενη ".....", εκτάσεως 1 στρέμματος περίπου "μετά του εν αυτώ ερειπίου ανεμομύλου".
Οι κληρονόμοι του Γ. Δ., γιοι του Τ. Δ. και Σ. Δ., υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους, ασκώντας τις αναφερόμενες κατωτέρω εμφανείς πράξεις νομής σε ολόκληρη την εδαφική έκταση των 231 στρεμμάτων, με πρόθεση κληρονόμου και με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ..../11.05.1880 συμβόλαιο εξώδικης διανομής του τότε συμβολαιογράφου ....
Γ.Π. αποδέχτηκαν τη διαθήκη του πατέρα τους καθ' όλες τις διατάξεις της και διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβανόταν και η ανωτέρω μείζων έκταση, που κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αυτό αποτελείτο από δύο "αγρούς", που αναφέρονται σε αυτό με τους αριθμούς 5 και 6, κείμενους στη θέση "..." του ορίου ...
και συγκεκριμένα εκ του με αριθμό 5 αγρού και συγκεκριμένα: "5) έτερον αγρόν εις θέσιν ... του ανωτέρω ορίου, εκ στρεμμάτων εκατόν πεντήκοντα (150), συνορευόμενου γύρωθεν με ομοίους του Α.Δ., Π.Δ. και άμμον θαλάσσης" και εκ του με αριθμού 6 αγρού "6) έναν αγρόν εις την αυτήν θέσιν και όριον (...) τοιχογυρισμένου, εκ στρεμμάτων τεσσαράκοντα (40), συνορευόμενου γύρωθεν με ομοίους των ...., .....
και κήπους της επόμενης οικίας..". Σύμφωνα δε με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διανομής όλη η ως άνω έκταση στη θέση "..." (υπ' αριθμ. 5 και 6 αγροί) περιήλθε στη μερίδα του ενός αδερφού, δηλαδή του Τ.Δ., πλην όμως στην πράξη ουδέποτε τηρήθηκε η ανωτέρω συμφωνία με αποτέλεσμα τόσο τα δύο αδέρφια όσο και οι δικοί τους διάδοχοι να νέμονται την έκταση των 231 στρεμμάτων από κοινού, κατά το αναλογούν εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο έκαστος, θεωρώντας ότι είναι συγκύριοι αυτής κατά το αντίστοιχο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο έκαστος.
Οι Τ. και Σ.Δ. απεβίωσαν τα έτη 1884 και 1893, αντίστοιχα, και κληρονομήθηκαν ο μεν πρώτος από το γιο του, Δ. Δ., ο οποίος υπεισήλθε σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως στην κληρονομιά του πατέρα του με πρόθεση κληρονόμου, ασκώντας επ' αυτής τις κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις νομής, ο δε δεύτερος κληρονομήθηκε από τους δύο γιους του, Π.
Δ. και Γ. Δ., έκαστος των οποίων υπεισήλθε στο 1/4 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης με πρόθεση κληρονόμων, ασκώντας επ' αυτής τις κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις νομής. Ακολούθως, ο Γ. Δ. του Σ. μεταβίβασε το ως άνω κληρονομικό του μερίδιο στο αδερφό του, Π.Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. 1.589/06.04.1931 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου .....
Δ.Σ. και έτσι ο τελευταίος κατέστη συγκύριος της ως άνω έκτασης κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του λοιπού 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντας στον Δ. Δ. του Τ. . Επισημαίνεται δε ότι και στο ανωτέρω συμβόλαιο γίνεται μνεία περί υπάρξεως ανεμόμυλου στην ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων. Ακολούθως στις 09.03.1953 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Π.
Δ. του Σ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του, Μ. χα Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή κατά 2/16 ή 30/240 (1/4 των 2/4) εξ αδιαιρέτου και από τα δέκα παιδιά του κατά το λοιπό ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή από τους Π. Δ., Ε. σύζυγο Κ.Π., Σ. Δ., Ε. σύζυγο Σ. Π., Ι.-Ι.Ο., Β. Δ., Α.
Δ., Σ. σύζυγο Δ. Γ., Δ. Δ. και Γ. Δ. (απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος), κατά ποσοστό 9/240 εξ αδιαιρέτου από καθένα εξ αυτών, ενώ ο έτερος των συγκυριών Δ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1967, κληρονομήθηκε από τους γιούς του, Θ., Η. και Κ.. Οι ως άνω συγκληρονόμοι των Π. και Δ.Δ. αποδέχθηκαν τις σε αυτούς επαχθείσες κληρονομιές με τις νομίμως μεταγραφείσες υπ' αριθμ. ..../09.11.1970 και ..../17.09.1973 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ....
Θ. Λ.. Περαιτέρω, οι ως άνω συγκληρονόμοι, επιθυμούντες να ενεργήσουν μερική διανομή με τέτοιο τρόπο, ώστε οι κληρονόμοι του Π.Δ. να παραμείνουν μόνοι αυτοί σε μερικότερη κοινωνία στο ήμισυ της εκτάσεως των 231 στρεμμάτων και οι κληρονόμοι του Δ.Δ. να παραμείνουν μόνοι αυτοί σε μερικότερη κοινωνία στο έτερο ήμισυ της ανωτέρω έκτασης, ανέθεσαν στον τοπογράφο μηχανικό Δ.
Π. να εκπονήσει τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της όλης έκτασης, με το οποίο η έκταση αυτή των 231 στρεμμάτων να κατατμηθεί σε μερικότερα ακίνητα. Πράγματι, ο τελευταίος συνέταξε το ως άνω από Ιουλίου 1973 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, προσυπογραφέν από όλους τους ανωτέρω συγκληρονόμους, με το οποίο η ανωτέρω μείζων εδαφική έκταση κατατμήθηκε σε 29 μερικότερα ακίνητα με τα αριθμητικά στοιχεία 1 έως 29.
Εν συνεχεία, οι κληρονόμοι του Π. και Δ.Δ. προέβησαν στην κατάρτιση του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...../17.09.1973 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου .... Θ.Λ. και το οποίο κατά την επισκόπησή του ταυτίζεται πλήρως κατά θέση, έκταση και όρια με την προπεριγραφείσα έκταση, την οποία νέμονταν αδιαλείπτως ο Τ.Ν.
Δ. και οι εξ αυτού κληρονόμοι (κτήμα Δ.), στο οποίο διανεμητήριο συμβόλαιο επισυνάφθηκε και το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, δυνάμει της ανωτέρω πράξης διανομής οι κληρονόμοι του Π.Δ., δηλαδή η σύζυγός του και τα δέκα τέκνα της έλαβαν στη συγκυριότητά τους, ως μερίδιο από το διανεμόμενο ακίνητο, η μεν πρώτη εξ αυτών ποσοστό 30/120 εξ αδιαιρέτου, οι δε λοιποί κατά 9/120 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τα ακίνητα με τους αριθμούς 2, 4, 6, 8, 10, 17, 19, 20, 22, 24, 26, 28 και 14, συνολικής εκτάσεως, κατά το ως άνω συμβόλαιο, 88.955 τ.μ, οι δε υπόλοιποι έλαβαν τα λοιπά αγροτεμάχια.
Έτσι, ένα από τα κατατμηθέντα αγροτεμάχια που έλαβαν οι κληρονόμοι του Π.Δ. είναι και το υπ' αριθμ. 19, εκτάσεως 7.900 τμ., τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Τέλος, οι συγκληρονόμοι του Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, και ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Γ.
Δ. του Π. και της Μ., με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ..../27.09.1973 συμβόλαιο διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου ..... Φ.Α., προέβησαν σε περαιτέρω διανομή των αντιστοιχούντων στο μερίδιό τους ανωτέρω αγροτεμαχίων, τα οποία κατατμήθηκαν ακόμη περαιτέρω, από την οποία διανομή έλαβε ο Γ.Δ. του Π. το περιγραφόμενο ως άνω ακίνητο, εκτάσεως 1.580 τ.μ., το οποίο ακολούθως πώλησε το έτος 1990, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Η.
Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθ' όλη τη χρονική περίοδο τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα και πάντως από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης και εντεύθεν μέχρι την 11.09.1915, αλλά και μετά το έτος αυτό μέχρι και την προς τον ενάγοντα μεταβίβαση το έτος 2001, όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και ο απώτερος αυτών Τ.
Ν. Δ., ο καθένας κατά το αναφερόμενο ανωτέρω χρονικό διάστημα, ασκούσαν επί της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων, κειμένης στη θέση "...", γνωστή και ως "κτήμα Δ.", οριοθετούμενη ανατολικά και νότια με θάλασσα, βόρεια και βορειοδυτικά με υφιστάμενο οικισμό ... και δυτικά με μαντρότοιχο, συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της διακατοχικές πράξεις με διάνοια αληθινών συγκυριών, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι τόσο κατά την κτήση της νομής όσο και καθ' όλο το χρονικό διάστημα ενάσκησης αυτής από τους ίδιους, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αντίθετα η από αυτούς διακατεχόμενη έκταση αποτελούσε ιδιοκτησία τους.
Ειδικότερα, τα ανωτέρω μέλη της οικογένειας του Τ. Ν. Δ., του οποίου η ύπαρξη αποτελεί αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, τοπικό πασίδηλο στην περιοχή του Γυθείου και όλης της Μάνης και ο οποίος κατά την Ελληνική Επανάσταση, ων οπλαρχηγός στρατιωτικού σώματος Μανιατών με το γιο του Γ. Ν. Δ., χρησιμοποιούσε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων για τη συντήρηση των στρατιωτών του, καλλιεργούσαν κυρίως με κριθάρι και λούπινα τα τμήματα της ως άνω έκτασης, που ήταν επιδεκτικά καλλιέργειας με αξίνες και εν μέρει με μικρό άροτρο, παραδεδεγμένο τρόπο καλλιέργειας σε όλη την περιοχή της Μάνης, εξαιτίας του κατά κύριο λόγο πετρώδους εδάφους αυτής, εκμίσθωναν τα μη καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής ως βοσκότοπους σε βοσκούς με αντάλλαγμα κυρίως τυρί και τυροκομικά προϊόντα, εντός της μείζονος έκτασης είχαν ανεγείρει πέτρινα μαντριά για να παραχειμάζουν οι βοσκοί τα κοπάδια τους αρχικά στο βόρειο τμήμα της και στη συνέχεια και στο νότιο, πέτρινα αλώνια και πέτρινους οικίσκους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων που παράγονταν από την ευρύτερη περιοχή και ως οικίες όσων εργάζονταν στην ανωτέρω εδαφική έκταση, εκμεταλλεύονταν τον αναφερόμενο στην ως άνω δημόσια διαθήκη του Γ.Ν.
ανεμόμυλο, ο οποίος κατασκευάστηκε το έτος 1809 εντός της μείζονος εκτάσεως και λειτουργούσε συνεχώς έκτοτε προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, προέβαιναν σε οριοθετήσεις της ευρύτερης έκτασης και επόπτευαν αυτήν, αποτρέποντας επεμβάσεις τρίτων. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι ίχνη καλλιέργειας και γενικά εκμετάλλευσης, όπως αναβαθμίδες, που χρησίμευαν για τη στήριξη του καλλιεργήσιμου εδάφους της έκτασης αυτής καθώς και θεμέλια παλαιών οικίσκων, αποθηκευτικών χώρων, αλωνιών, διαχωριστικών μαντρότοιχων, ορνιθοτροφείου και μαντριών διαπιστώθηκαν σε όλη την ευρύτερη έκταση, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την υπ' αριθμ. 55/2010 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας όσο και από την υπ' αριθμ. 86/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έχουν ήδη καταστεί αμετάκλητες (βλ.
τις υπ' αριθμ. 1182/2013 και 1018/2018, αντίστοιχα, αποφάσεις του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου), και έκριναν, η μεν πρώτη αυτών, επί τμήματος της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης ανήκουσας στο υπ' αριθμ. 2 αγροτεμάχιο - η οποία διανεμήθηκε από τους κληρονόμους του Π.Δ. με το ίδιο ως άνω υπ' αριθμ. ....../27.09.1973 συμβόλαιο διανομής- η δε δεύτερη επί τμήματος της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης ανήκουσας στο υπ' αριθμ. 7 αγροτεμάχιο μείζονος εκτάσεως 14.490 τ.μ. - η οποία διανεμήθηκε από τους κληρονόμους του Δ.Δ. -, βασιζόμενες για την κρίση αυτή στις καταθέσεις των δασικών υπαλλήλων, οι οποίοι είχαν εξεταστεί ως μάρτυρες κατά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου .....
εκδίκαση της από 17.10.1978 ανακοπής των κληρονόμων των Δ. και Π. Δ. κατά του υπ' αριθμ. 1.663/1/1978 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του τότε Δασάρχη ...... Α.Κ., το οποίο αφορούσε έκταση 194,57 στρεμμάτων στη θέση "...", η οποία περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ευρύτερης εκτάσεως των 231 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο και το οποίο (πρωτόκολλο) ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 19/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1/1979 απόφασης του Ειρηνοδικείου Γυθείου, η οποία είχε εκδοθεί επί σχετικής ανακοπής των ως άνω αναφερομένων στο πρωτόκολλο ως κληρονόμων των Π.
και Δ.Δ.. Το ως άνω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ακυρώθηκε με την αιτιολογία ότι η επίδικη εδαφική έκταση αποτελούσε ιδιωτική έκταση, η οποία ανήκε πολύ πριν το 1821 στην οικογένεια του Τ. Ν. Δ., τα μέλη της οποίας ανέκαθεν τη νέμονταν με τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, με καλή πίστη και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών προ της 11.09.1915, συνυπολογιζομένου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθιστάμενοι έτσι κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του β.ρ.δ..
Την ύπαρξη των ιχνών καλλιέργειας και εν γένει εκμετάλλευσης της έκτασης αυτής επιβεβαιώνει και ο τότε Επιθεωρητής Δασών Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με το υπ' αριθμ. ...../02.09.1978 έγγραφό του αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της περιοχής, που αφορούσε το ως άνω εκδοθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και ειδικότερα αναφέρει ότι μέρος της όλης έκτασης, 40 με 50 στρεμμάτων, παλαιότερα πιθανώς να καλλιεργείτο.
Πέραν των ανωτέρω, τα μέλη της οικογένειας Δ. προέβησαν σε δωρεές τμημάτων της μείζονος εκτάσεως των 231 στρεμμάτων προς το Δήμο ..... και συγκεκριμένα το έτος 1916 έκταση 3 στρεμμάτων δωρήθηκε από τον Δ. Δ. του Τ. στην τότε Κοινότητα ......, δυνάμει του νομίμως μεταγράφεντος υπ' αριθμ. ..../16.01.1916 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου .....
Π. Μ., δωρεά την οποία αποδέχτηκε ο Πρόεδρος της Κοινότητας ..., Ν. Π., με την υπ' αριθμ. ... /15.01.1916 πράξη του κοινοτικού συμβουλίου, γεγονός το οποίο υποδηλώνει αφενός μεν ότι οι κληρονόμοι του Τ. και Σ. Δ. και, συνεπώς, και ο Π. Δ. του Σ., απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, είχαν υπεισέλθει στην κληρονομιά του πατέρα τους, στην οποία περιλαμβανόταν και η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων με πράξεις που εκδήλωναν την πρόθεσή τους να νέμονται αυτήν ως κληρονόμοι του, αφετέρου δε ότι η Κοινότητα ...
αναγνώριζε την οικογένεια Δ. ως ιδιοκτήτη της μείζονος αυτής εκτάσεως, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι εντός της έκτασης που δωρήθηκε υπήρχε το νεκροταφείο του οικισμού .... Παράλληλα οι κληρονόμοι του Τ. και Σ. Δ. και συγκεκριμένα οι Δ. Δ. και Π. Δ. προέβαιναν σε πωλήσεις τμημάτων της ευρύτερης έκτασης είτε σε μέλη της οικογένειας Δ.
είτε σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία ανοικοδόμησαν οικίες στην έκταση αυτή, ενώ το έτος 1973 οι κληρονόμοι των αμέσως αναφερομένων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος προέβησαν σε κατάτμηση της ευρύτερης έκτασης σε περισσότερα διαιρετά τμήματα, τα οποία στη συνέχεια πώλησαν σε τρίτα άτομα. Έτσι όλοι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, ο καθένας από αυτούς κατά το ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα από τουλάχιστον το έτος 1821 μέχρι και την 11.09.1915 οι εξ αυτών, Γ.
Δ., γιος του Τ. Ν. Δ., τα τέκνα αυτού, Τ. και Σ. Δ. του Γ. και τα δικά τους τέκνα, Δ. Δ. του Τ. και Γ. και Π. Δ. του Σ. είχαν υπεισέλθει στην κληρονομιά των αποβιωσάντων πατέρων τους στην οποία περιλαμβανόταν και η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο ακίνητο και ασκούσαν επ' αυτής συνεχώς και αδιαλείπτως τις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις, με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους να νέμονται αυτή ως κληρονόμοι, έκαστος κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, αφετέρου δε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1915 έως το έτος 1990 τόσο οι κληρονόμοι του Τ.
και του Σ. Δ. όσο και οι δικοί τους εν συνεχεία κληρονόμοι, Δ. και Γ. και Π. Δ., αντίστοιχα, καθώς και οι κληρονόμοι του τελευταίου, μεταξύ των οποίων και ο Γ. Δ. του Π. (απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος), ασκούσαν επί της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια αληθινών συγκυριών, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του και με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου.
Το γεγονός δε ότι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του Π. Δ. νέμονταν την ως άνω έκταση με καλή πίστη συνάγεται από το ότι οι Τ. και Σ. Δ. στηρίζονταν στη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Γ. Ν. ή Δ., συνταχθείσα το έτος 1878, που αφορούσε την μείζονα έκταση για να προβούν στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. ..../1880 διανεμητηρίου συμβολαίου, όπου και χαρακτήρισαν την έκταση αυτή ως αγρό και όχι ως αγρίωμα ή χέρσο, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια Δ., δεδομένου δε ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι ανιόντες αυτών νέμονταν ακώλυτα την ευρύτερη έκταση, αφετέρου δε οι ίδιοι αλλά και οι διάδοχοι αυτών Δ., Γ.
και Π. Δ. συνέχισαν την άσκηση της νομής επί της ως άνω έκτασης, χωρίς ποτέ να παρεμποδιστούν από κάποιον τρίτο βασιζόμενοι στους προαναφερθέντες τίτλους, έχοντας και αυτοί την πεποίθηση ότι η έκταση αυτή ανήκει στην οικογένεια τους και ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των ανωτέρω αδιάλειπτης νομής με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 30ετίας από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την 11.09.1915, με την προσμέτρηση στο χρόνο σύννομής τους και εκείνου των δικαιοπαρόχων τους, αυτοί απέκτησαν, σε κάθε περίπτωση, με έκτακτη χρησικτησία κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.ρ.δ την κυριότητα ολόκληρης της έκτασης των 231 στρεμμάτων στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
και επομένως και του επίδικου ακινήτου, ως μικρότερου εδαφικού τμήματος αυτής, το οποίο έκτοτε ως ιδιωτική ιδιοκτησία κατέστη δεκτικό μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο και συνέχισε να είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά την ανωτέρω ημερομηνία, μη εφαρμοζομένων επομένως των διατάξεων των άρθρων 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τον Α.Ν 1539/1938 και του άρθρου 16 του Ν.Δ 86/1969 και 2 και 4 του Α.Ν 1539/1938, υπό την παραδοχή ότι το επίδικο κατά την έναρξη ισχύος των ανωτέρω νόμων ήταν δάσος ή δασική έκταση ή χορτολιβαδική έκταση, περί αποκλειστικής νομής του Ελληνικού Δημοσίου και κατ' ακολουθίαν τούτου της αδυναμίας κτήσεως και ασκήσεως νομής, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Περαιτέρω, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι κατά την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους από τον τουρκικό ζυγό η μείζων έκταση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, περιήλθε στο Ελληνικό κράτος υπό την ιδιότητα αυτού ως διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1832 και τα από 3 Φεβρουάριου, 4-16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου-1 Ιουλίου του 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή ότι περιήλθε στο Ελληνικό κράτος ως κτήμα ανήκον σε Οθωμανούς, το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε και δήμευσε κατά τη διάρκεια του αγώνα ή ως κτήμα εγκαταλελειμμένο κατά την υπογραφή των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν από τις χώρες, οι οποίες προσδιορίστηκε να αποτελέσουν το Ελληνικό Κράτος και επομένως δεν δεσποζόταν πλέον από αυτούς, λαμβανομένου δε υπόψη ότι και ο ενάγων δεν επικαλείται ότι ο Τ.
Ν. Δ. είχε παρουσιάσει τους τυχόν υπάρχοντες νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους στη Γραμματεία Οικονομικών εντός της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας, και πάλι σε αυτή την περίπτωση η τυχόν υπάρξασα κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου απωλέσθη, εφόσον τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας Δ. με τις πράξεις νομής και τους αναφερθέντες τρόπους διαδοχής κατείχαν και νέμονταν τη μείζονα έκταση για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι και την 11.09.1915, καθιστάμενοι κύριοι της έκτασης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το β.ρ.δ, αδιάφορα από τη μορφολογία που εμφάνιζε η έκταση αυτή (δάσος, δασική ή χορτολιβαδική) και συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, περί περιελεύσεως του επιδίκου στην κυριότητά του πρέπει να απορριφθούν.
Άλλωστε, το τελευταίο, από πλευράς του Υπουργείου Οικονομικών, ουδέποτε διεκδίκησε στο παρελθόν δικαιώματα επί του επιδίκου ακινήτου, όπως συνάγεται από το υπ' αριθμ. πρωτ. Γ. 3692/2181/12.11.1964 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας του ως άνω Υπουργείου, σύμφωνα με το οποίο "το Δημόσιο ουδέν δικαίωμα κυριότητας κέκτηται επί του ακινήτου του Δ.Δ.
κειμένου στη θέση "..." του χωρίου ... του Δήμου ....". Αλλά και μετά το έτος 1915, οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, Δ. Δ., Π. Δ. και οι καθολικοί διάδοχοί τους, μεταξύ των οποίων και ο Γ. Δ. του Π., όσο και ο αναφερόμενος ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Η. Κ. μέχρι το έτος 2001, που το πώλησε στον ενάγοντα, ασκούσαν συνεχώς και αδιατάρακτα τις ίδιες πράξεις νομής και γενικότερα επέβλεπαν και επιτηρούσαν την ευρύτερη έκταση και στη συνέχεια τα τμήματα στα οποία διαιρέθηκε αυτή, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, εκδηλώνοντας τη βούλησή τους να νέμονται αυτό σαν αληθινοί συγκύριοι και με καλή πίστη, βασιζόμενοι για την καλή πίστη τους στην ύπαρξη τίτλων και δη διαθηκών, συμβολαίων διανομής και πώλησης, καταστάντες έτσι κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο σύννομής του και αυτού των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι νέμονταν την αυτή μείζονα έκταση και στη συνέχεια τα επιμέρους τμήματα αυτής, με τα ίδια με αυτούς προσόντα.
Ο δε ενάγων από το έτος 2001 που αγόρασε το επίδικο, ως τμήμα της ως άνω ευρύτερης έκτασης, και μέχρι την άσκηση της αγωγής, το νεμόταν με διάνοια κυρίου, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και ειδικότερα το επέβλεπε, το οριοθετούσε και το προστάτευε από καταπατήσεις τρίτων, προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και κείνο των δικαιοπαρόχων του.
Συνεπώς, ο ενάγων έχει αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του επιδίκου, το οποίο είχε καταστεί ιδιωτικό κατά την 11.09.1915, πέραν του παράγωγου τρόπου, αφού νόμιμα το απέκτησε με αγορά από τον αληθινό κύριο αυτού και με πρωτότυπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 283/2/2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου, ενώ με την υπ' αριθμ. ..../2/2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ιδίου ως άνω οργανισμού ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του Γυθείου η 17η.03.2005.
Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Γυθείου, όμως, το ως άνω επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με αρχική εγγραφή κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, λαμβάνοντας ΚΑΕΚ 300482126001/0/0, με έκταση 1.195 τ.μ και με φερόμενο δικαιούχο πλήρους κυριότητας το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν της υποβολής από το τελευταίο της από 11.02.2003 ένστασής του, με λόγο ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, η οποία (ένσταση) έγινε δεκτή.
Όμως από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος ή ότι έφερε το χαρακτήρα δασικής έκτασης πριν το έτος 1915 ή ότι είχε τη μορφή ιδιωτικού δάσους ή ότι χρησιμοποιείτο ως βοσκότοπος ή ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια των β.δ. 3/15.12.1833 και 17/29.11.1836. Αντίθετα σε όλα τα συμβόλαια ή έγγραφα που υπάρχουν πριν το έτος 1915, η μείζονα έκταση αρχικά των 195 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, αναφέρεται ως "αγρός", τα δε προσκομιζόμενα από το εναγόμενο στοιχεία αφορούν το χρονικό διάστημα μετά το έτος 1945.
Ωστόσο, κι αν ακόμη η έκταση των 231 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο, έφερε χαρακτήρα δασικής έκτασης (δημόσιας ή ιδιωτικής) ή βοσκότοπου ή χορτολιβαδικής έκτασης πριν το έτος 1915 γεγονός, το οποίο δεν αποδείχθηκε, ή αν απέκτησε εκ των υστέρων θαμνώδη βλάστηση, λόγω της μη καλλιέργειας για κάποια έτη των καλλιεργήσιμων τμημάτων της, κυρίως μετά το έτος 1945, αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα κι αν είχε το εναγόμενο, το δικαίωμα αυτό απωλέσθηκε με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος αδιάλειπτης καλόπιστης νομής για χρονικό διάστημα πλέον των 30 ετών μέχρι την 11.9.1915.
Περαιτέρω δε δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε μετά το έτος 1915 κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία επί της μείζονος εκτάσεως των 231 στρεμμάτων και δη στο επίδικο, το οποίο αποτελεί ιδιωτική έκταση, καθόσον δεν απέδειξε την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού δια των οργάνων του για το απαιτούμενο εκ του νόμου διάστημα έως την άσκηση της αγωγής.
Το γεγονός ότι σε βάρος των κληρονόμων των Δ. και Π. Δ. εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του τότε Δασάρχη Γυθείου για έκταση 194,578 στρεμμάτων δεν αναιρεί τα προηγούμενα, καθόσον το εν λόγω πρωτόκολλο ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 19/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
Η δε λήψη αεροφωτογραφιών τα έτη 1945 και 1998 δεν μπορεί να αναιρέσει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο, καθόσον είναι αποσπασματικές στη διαδρομή του χρόνου και ως εκ τούτου δεν καταδεικνύουν συνεχή και αδιάλειπτη άσκηση εκ μέρους του εναγομένου διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου.
Ενόψει των ανωτέρω και επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η μείζονα έκταση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, περιήλθε στο εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία μετά το έτος 1915, καθόσον όπως αποδείχθηκε, οι εκάστοτε κύριοι και νομείς αυτού και δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως επί της μείζονος εκτάσεως, ήδη πολύ πριν το έτος 1915 τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής με καλή πίστη, τυγχάνει απορριπτέος ο προτεινόμενος από το εναγόμενο ισχυρισμός περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία μετά το έτος 1915.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η αρχική εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως δικαιούχου δικαιώματος πλήρους κυριότητας είναι ανακριβής, αφού ο ενάγων, ήταν κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή του Γυθείου, αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ένσταση του αναιρεσείοντος - εναγόμενου - εφεσίβλητου, περί ιδίας αυτού κυριότητας, είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή αυτού, (ήδη αναιρεσίβλητου) εξαφάνισε (το Εφετείο) την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα κύριο του επίδικου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου ....
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων κατέστη κύριος ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", εντός των εγκεκριμένων ορίων του οικισμού ... (προϋφιστάμενου του Ν.Δ. 17/7/1923), όπως αυτά καθορίστηκαν με την υπ' αριθμ. 4.430/1939 απόφαση του τότε αρμόδιου Υπουργού Συγκοινωνιών και όπως η τελευταία τροποποιήθηκε εν συνεχεία με την υπ' αριθμ.
Ε 22314/29.07.1964 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων και εντός του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Γυθείου και ήδη Ανατολικής Μάνης Λακωνίας, σε διασταύρωση ανωνύμων δημοτικών οδών, έκτασης 1.560 τ.μ. κατά τον τίτλο, και κατά το ΚΑΕΚ 300482126001/0/0, έκτασης 1.195 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, και δη με τη με αριθμ. ...../04-09-2001 συμβ/φική πράξη πώλησης της συμβ/φου ....., Γ.Α.-Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον αληθή κύριο Η.
Κ. του Γ., στην κυριότητα του οποίου είχε περιέλθει με τη νομίμως μεταγραφείσα με αριθμ. ..../19-07-1990 συμβ/φική πράξη της συμβ/φου ..., Π.Α.-Π., λόγω αγοράς από τον αληθή κύριο Γ. Δ. του Π. και της Μ., στην κυριότητα του οποίου είχε περιέλθει με το νομίμως μεταγραφέν με αριθμ. ...../27-09-1973 συμβόλαιο διανομής ακινήτων της συμβ/φου Αθηνών Φ.Α., μεταξύ των (συγ)κυρίων - (συγ)κληρονόμων του, αποβιώσαντος στις 09-03-1953, αδιάθετου Π.
Δ. (Μ. χας Π. Δ., το γένος Π. και Ε. Λ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή κατά 2/16 ή 30/240 (1/4 των 2/4) εξ αδιαιρέτου και τα δέκα παιδιά του κατά το λοιπό ποσοστό των 3/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή από τους Π. Δ., Ε. σύζυγο Κ. Π., Σ. Δ.., Ε. σύζ. Σ. Π., Ι.- Ι.Ο., Β.Δ., Σ. σύζ. Δ.Γ., Δ.Δ. και Γ.Δ.), οι οποίοι κατέτμησαν την έκταση των 88.955 τ.μ., που έλαβαν από τη διανομή, με το νομίμως μεταγραφέν με αριθμ. ..../17-09-1973 συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου ....
Θ.Λ., της έκτασης των 231 στρεμμάτων, σε 29 επιμέρους ακίνητα, στην οποία διανομή προέβησαν οι (συγ)κύριοι - (συγ)κληρονόμοι του, αποβιώσαντος το έτος 1967, αδιάθετου Δ.Δ. [(τέκνων του] Θ., Η., Κ.), 2) ότι οι ως άνω αποδέχθηκαν τις κληρονομίες με τις νομίμως μεταγραφείσες με αριθμ. ..../09.11.1970 και ...../17.09.1973 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ....
Θ.Λ., με τους (συγ)κυρίους - (συγ)κληρονόμους του αποβιώσαντος, το έτος 1953, Π.Δ. (Μ. χας Π. Δ. και ανωτέρω δέκα τέκνων τους), μεταξύ των οποίων το παραπάνω με αριθμ. 19, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, περιήλθε στους (συγ)κληρονόμους - (συγ)κυρίους Π. Δ., και τα 231 στρέμματα είχαν περιέλθει στους κληρονομούμενους Δ.Δ., κατά 1/2, ως αναμειχθέντα στην εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1884 Τ.
Δ., και στον Π. Δ., κατά 1/4, περιήλθε ως αναμειχθέντα στην εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1893 Σ.Δ., και κατά 1/4 με το νομίμως μεταγραφέν με αριθμ. ..../06-04-1931 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου .... Δ.Σ., στον οποίο είχε περιέλθει ως αναμειχθέντας στην εξ αδαθέτου κληρονομία του ανωτέρω Σ.Δ., και στους κληρονομούμενους Τ.
και Σ. Δ., είχε περιέλθει η (συγ)κυριότητα, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στο κτήμα των 231 στρεμμάτων, με ανάμειξη στην εκ διαθήκης κληρονομία (3183/22-05-1878 δημόσια διαθήκη, δημοσιευθείσα νομίμως) του αποβιώσαντος πριν το έτος 1880 πατέρα τους Γ.Ν. ή Δ., μη εφαρμόσαντες τη μεταξύ τους γενόμενη με την νομίμως μεταγραφείσα με αριθμ. 4575/1880 διανομή, στην οποία εμπεριέχονταν και αποδοχή κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους (Γ.
Ν. Δ.). 3)ότι στον τελευταίο (Γ. Ν. Δ.) είχε περιέλθει η κυριότητα του μείζοντος ακινήτου με ανάμειξη ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου στην κληρονομία του Τ. Ν. Δ., ο οποίος από αμνημονεύτων και πάντως πριν από την επανάσταση του έτους 1821 καλλιεργούσε και κατείχε ως ιδιωτικό το κτήμα των 231 στρεμμάτων και εξακολούθησε και μετά την καλλιέργεια και κατοχή, με διάνοια κυρίου, και στη συνέχεια ο υιός αυτού (Γ.
Ν. Δ.), με ανάμειξη στην κληρονομία του πατέρα του, και ακολούθως τα τέκνα αυτού (Τ., Σ.), με ανάμειξη στην εκ διαθήκης κληρονομία του πατέρα τους, και στη συνέχεια τα τέκνα αυτών (Δ., Π. και Γ.), με ανάμειξη στην εξ αδιαθέτου κληρονομία του πατέρα τους και, έτσι, το επίδικο ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με τις διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, και την από 3.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, διότι κατέχονταν, διανοία κυρίου, από τον Έλληνα ιδιώτη, από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως πριν το 1821, και εξακολούθησε να κατέχεται διανοία κυρίου, μετά την απελευθέρωση κατά τα ανωτέρω, ως τμήμα της μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο, και ότι ήταν δεκτικό χρησικτησίας και μετά την 11-09-1915, και μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο. 4) Ότι ο αναιρεσίβλητος, με προσμέτρηση και της νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του κατέστη κύριος και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας τις αντίστοιχες παρακάτω προσιδιάζουσες στη φύση και προορισμό του ακινήτου πράξεις νομής διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και πριν την εισαγωγή του ΑΚ είχαν καταστεί κύριοι με έκτακτη χρησικτησίας οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτού, με 30ετή πριν την 11-09-1915, άσκηση των παρακάτω αντίστοιχων προσιδιαζόντων στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου, και με καλή πίστη, δηλαδή με την άδολη πεποίθηση ότι δεν θίγονται δικαιώματα τρίτων, και δη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επί του επίδικου ακινήτου, που αποτελούσε μέρος της μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων που κατείχετο από τους προαναφερθέντες πριν το έτος 1821 και εξακολούθησε να κατέχεται απ' αυτούς και μετά την απελευθέρωση. 5) Ότι, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα, με οποιαδήποτε μορφή, που περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχου του Οθωμανικού Δημοσίου, το επίδικο ακίνητο εξέφυγε από την κυριότητα αυτού, επειδή ο απώτατος και απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου άσκησαν τις παρακάτω προσιδιάζουσες πράξεις νομής, με συμπλήρωση τριακονταετίας πριν την 11-09-1915, με καλή πίστη. 6) Ότι, συγκεκριμένα, καθ' όλη τη χρονική περίοδο τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα και πάντως από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης και εντεύθεν μέχρι την 11.09.1915, αλλά και μετά το έτος αυτό μέχρι και την προς τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα μεταβίβαση το έτος 2001, όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου [ο απώτατος αυτού Τ.
Ν. Δ. και οι απώτεροι και άμεσοι], ο καθένας κατά το αναφερόμενο αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ασκούσαν επί της ευρύτερης έκτασης των 231 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...", γνωστή και ως "κτήμα Δ.", οριοθετούμενη ανατολικά και νότια με θάλασσα, βόρεια και βορειοδυτικά με υφιστάμενο οικισμό ... και δυτικά με μαντρότοιχο, και στην οποία έκταση ανήκει και το επίδικο ακίνητο, συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις με διάνοια αληθών κυρίου (απώτατος) (συγ)κυρίων (απώτεροι) καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, και άπαντες με καλή πίστη πριν από τον ΑΚ, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι τόσο κατά την κτήση της νομής όσο και καθ' όλο το χρονικό διάστημα ενάσκησης αυτής από τους ίδιους, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι ο Τ.
Ν. Δ., ων οπλαρχηγός στρατιωτικού σώματος Μανιατών με το γιο του Γ. Ν. Δ., και στη συνέχεια ο τελευταίος χρησιμοποιούσε ολόκληρη την έκταση των 231 στρεμμάτων για τη συντήρηση των στρατιωτών του, και μετέπειτα και λοιποί απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου καλλιεργούσαν κυρίως με κριθάρι και λούπινα τα τμήματα της ως άνω έκτασης, που ήταν επιδεκτικά καλλιέργειας με αξίνες και εν μέρει με μικρό άροτρο, παραδεδεγμένο τρόπο καλλιέργειας σε όλη την περιοχή της Μάνης, εξαιτίας του κατά κύριο λόγο πετρώδους εδάφους αυτής, εκμίσθωναν τα μη καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής ως βοσκότοπους σε βοσκούς με αντάλλαγμα κυρίως τυρί και τυροκομικά προϊόντα, εντός της μείζονος έκτασης είχαν ανεγείρει πέτρινα μαντριά για να παραχειμάζουν οι βοσκοί τα κοπάδια τους αρχικά στο βόρειο τμήμα της και, στη συνέχεια, και στο νότιο, πέτρινα αλώνια και πέτρινους οικίσκους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων που παράγονταν από την ευρύτερη περιοχή και ως οικίες όσων εργάζονταν στην ανωτέρω εδαφική έκταση, εκμεταλλεύονταν τον αναφερόμενο στην ως άνω δημόσια διαθήκη του Γ.
Ν. ανεμόμυλο, προέβαιναν σε οριοθετήσεις της ευρύτερης έκτασης, και έτσι οι Δ., Π. και Γ. Δ. κατέστησαν (συγ)κύριοι του κτήματος των 231 στρεμμάτων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του βρδ, με 30ετή διανοία (συγ)κυρίου νομή και με καλή πίστη, βασιζόμενοι για την καλή πίστη τους στην ύπαρξη τίτλου κληρονομικής διαδοχής με ανάμειξη στην εκ διαθήκης (..../22-05-1878) κληρονομία και συμβόλαιο διανομής (..../1880), και εντεύθεν η μείζων αυτή έκταση ήταν δεκτή χρησικτησίας και μεταβίβασης με παράγωγο τρόπο, και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τον Α.Ν 1539/1938 και του άρθρου 16 του Ν.Δ 86/1969 και 2 και 4 του Α.Ν 1539/1938, και ότι η νομή της ως άνω έκτασης συνεχίσθηκε με δωρεές το 1916 στην Κοινότητα, ενώ ακολούθως οι κληρονόμοι των προαναφερομένων συγκυρίων προέβαιναν σε κατατμήσεις και πωλήσεις τμημάτων της ευρύτερης έκτασης, την επέβλεπαν και την επιτηρούσαν και στη συνέχεια στα διηρημένα τμήματα αυτής, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, εκδηλώνοντας τη βούλησή τους να νέμονται αυτά σαν αληθινοί (συγ)κύριοι και με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, βασιζόμενοι για την καλή πίστη τους στην ύπαρξη της ανωτέρω διαθήκης, στις κατατμήσεις, πωλήσεις, και μετά την εισαγωγή του ΑΚ ασκώντας καθένας τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής διανοία κυρίου, με προσμέτρηση στο χρόνο (συν)νομής τους και αυτού των δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι νέμονταν την αυτή μείζονα έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, με επίβλεψη, εποπτεία, προστασία από καταπατήσεις τρίτων, κατατμήσεις σε μικρότερα οικόπεδα και πωλήσεις αυτών, και από το έτος 1973, 1990, 2001, αντίστοιχα, ο Γ.
Δ., Η. Κ. και αναιρεσίβλητος, με τις αυτές παραπάνω πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, με προσμέτρηση της νομής και του αντίστοιχου δικαιοπάροχου τους, καθώς και ότι το αναιρεσείον δεν απέκτησε μετά το έτος 1915 και μέχρι την άσκηση της αγωγής κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο, με άσκηση πράξεων νομής επ' αυτού δια των οργάνων του.
[2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, με παράγωγο (λόγω ειδικής διαδοχής) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτης χρησικτησίας) και της μη κτήσης κυριότητας από το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1-3 της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων της 4/16.1830 και της 19.6/1.7.1830 και της από 26.6/9.7.1832 Συνθήκης Κωνσταντινουπόλεως, του νόμου της 21.6/10.7.1836 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), 51 και 53 του ΕισΝΑΚ, 1033, 1192, 1045, 1051, 974 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με τον παραπάνω παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, το οποίο κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν δεκτικό συναλλαγής και χρησικτησίας.
Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα και ότι η εγγραφή στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Γυθείου, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρίστηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής, ενώ δεν είναι αναγκαία άλλα στοιχεία προς προσδιορισμό του επίδικου ακινήτου, όπως η θέση και η έκταση των κατά τις παραδοχές δεκτών γενόμενων συμπερίληψης στα 231 στρέμματα καλλιεργούμενων και μη καλλιεργούμενων τμημάτων, και προσδιορισμού των προς τρίτους εκμισθώσεων των μη καλλιεργήσιμων τμημάτων και των θέσεων των ιχνών καλλιέργειας και εκμετάλλευσης.
Επομένως, ο από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, και ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο ότι αρκέστηκε σε λιγότερα και στέρησε νόμιμης βάσης αυτή, αντίστοιχα, διότι δέχθηκε ότι επρόκειτο για ιδιωτικό ακίνητο πριν από την έναρξη της επανάστασης, κατεχόμενο διανοία κυρίου από Έλληνα ιδιώτη χωρίς χωρίς να αποφανθεί και να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος διέθετε δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) ή αν το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε στην κατηγορία των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς κατά τα δεκτά γενόμενα κατείχετο, διανοία κυρίου, πριν από την έναρξη της επανάστασης από Έλληνα ιδιώτη και εξακολούθησε μετά την ανεξαρτησία να κατέχεται, με διαδοχική ανάμειξη στην κληρονομία, από τον κληρονόμο αυτού (Γ.
Ν. Δ.), από τους καθολικούς διαδόχους αυτού (Τ., Σ.), από τους καθολικούς διαδόχους αυτού (Δ., Π. και Γ.) με διάνοια κυρίου και αντίστοιχα (συγ)κυρίων. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθώς δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης η επάλληλη ισοδύναμη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι μέχρι την 11-09-1915, είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου η 30ετής έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του β.ρ.δ., και, συνεπώς, εξέφυγε της κυριότητας του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, το αναιρεσείον μέμφεται, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, την προσβαλλόμενη απόφαση, με την από την αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο : 1) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ευρύτερη έκταση των 231 στρεμμάτων υπήρξε από τις αρχές του 19ου αιώνα εν μέρει καλλιεργήσιμη και εν μέρει μη καλλιεργήσιμη, που εκμισθωνόταν ως βοσκότοπος στη συνέχεια διαλαμβάνεται ότι "δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος ή ότι έφερε το χαρακτήρα δασικής έκτασης πριν το έτος 1915 ή ότι είχε τη μορφή ιδιωτικού δάσους ή ότι χρησιμοποιείτο ως βοσκότοπος ή ως χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια των β.δ. 3/15.12.1833 και 17/29.11.1836" στη συνέχεια αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "σε όλα τα συμβόλαια ή έγγραφα που υπάρχουν πριν το έτος 1915 η μείζονα έκταση αρχικά των 195 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση των 231 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο αναφέρεται ως αγρός", στη συνέχεια γίνεται μνεία στο ένα και μόνο 4575/1880 διανεμητήριο, στο οποίο κατά τις παραδοχές της, δεν αναφέρεται ενιαίο αγρόκτημα, εμβαδού 231 στρεμμάτων, αλλά δύο αγροί (αριθμ. 5 και 6), μη όμοροι, κατά τα περιγραφόμενα όρια αυτών, 150 και 40 στρεμμάτων, διαλαμβάνοντας, έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη μορφή και την έκταση της μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων και του επίδικου ακινήτου, ως τμήματος αυτής, και χωρίς να γίνεται αναφορά ποια είναι τα έγγραφα πριν το έτος 1915, αφού κατά τις παραδοχές, στην 3183/22-05-1878 δημόσια διαθήκη δεν μνημονεύεται ρητά η κληρονομιαία περιουσία και δεν μνημονεύεται προγενέστερο του 1915 έγγραφο στο οποίο να γίνεται αναφορά σε "αγρό" ή "αγρούς" του Τ.
ή Γ.Ν. ή Δ. στη συγκεκριμένη θέση, και 2) ότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή ότι στην ..../22.5.1878 δημόσια διαθήκη του Γ. Ν. ή Δ. δεν μνημονεύεται ρητά η κληρονομιαία περιουσία αυτού, στη συνέχεια, με ασαφή αιτιολογία δέχθηκε ότι στο πρόσωπο των κληρονόμων αυτού - υιών του, Τ. και Σ. Δ., και μετέπειτα των κληρονόμων αυτών (Δ., Π.
και Γ.) υπήρχε το στοιχείο της καλής πίστης, κατά την κτήση της νομής, διότι : α) "στηρίζονταν στη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Γ. Ν. ή Δ., συνταχθείσα το έτος 1878, που αφορούσε την μείζονα έκταση για να προβούν στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. ...../1880 διανεμητηρίου συμβολαίου, όπου την χαρακτήρισαν ως αγρό και όχι ως αγρίωμα ή χέρσο, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια Δ.", δηλαδή σε παραδοχή που με προηγούμενη κρίση δεν ισχύει, εφόσον δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η διαθήκη δεν περιείχε μνεία των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας και β) ότι συνέχισαν ακώλυτα τη νομή στην ευρύτερη έκταση, χωρίς να παρεμποδιστούν από τρίτο.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων προς υποστήριξη των αντίθετων, προς το με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα, απόψεών του (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1891/2022). Το αναιρεσείον, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από την αυτή παραπάνω πλημμέλεια, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενο ότι σε άλλη δίκη, μεταξύ έτερου ιδιώτη και του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που αφορούσε ακίνητο της αυτής μείζονος έκτασης των 231 στρεμμάτων, κρίθηκε ότι οι αυτοί απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου, Τ.
και Σ. Τ.ς, το πρώτον, ενέταξαν τις εκτάσεις στη θέση "..." ..., ως δήθεν περιελθούσες σ' αυτούς, κατ' ισομοιρίαν, με ανάμειξη στην κληρονομία του, αποβιώσαντος πριν το 1880, δικαιοπαρόχου αυτών Γ. Ν. Δ., και ότι επί της μείζονος έκτασης, ως άγονης και βραχώδους, δεν ασκούνταν πράξεις νομής από το αναιρεσείον, όπως κρίθηκε με τις με αριθμ. 68, 69 αποφάσεις του Εφετείου Καλαμάτας και την 30/2018 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, και η αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας απορρίφθηκε με την 24/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1036/2023). [3] Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 1324/2022). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους (ΑΠ 1038/202, ΑΠ 1342/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενο ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι το επίδικο ακίνητο ως τμήμα του μείζονος ακινήτου των 231 στρεμμάτων πριν από την έναρξη της επανάστασης του 1821 και πάντως κατά την έναρξη αυτής κατέχονταν από τον Έλληνα ιδιώτη, Τ.
Ν. Δ., με διάνοια κυρίου, και από τον, αποβιώσαντα προ του 1880, υιό αυτού Γ. Ν. με άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου επί της ανωτέρω μείζονος έκτασης, διότι 1) στη με αριθμ. ..../22-05-1878 δημόσια διαθήκη δεν μνημονεύεται ως κληρονομιαία περιουσία του πλην ενός ανεμόμυλου που βρίσκεται στην άκρη του χωριού ..., 2) στο μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το έτος 1809, ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται μόνο ο ..., από το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αποδεικνύεται η ύπαρξη της οικογένειας Δ., 3) από την μνημονευόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αφιερωματική επιγραφή του έτους 1835, επί παλαιάς εικόνας του Αγίου Γ., αποδεικνύεται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ύπαρξη της οικογένειας Δ., 4) ότι η ύπαρξη του Τ.
Ν. Δ. αποτελεί, κατά τις παραδοχές, αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, τοπικό πασίδηλο στην περιοχή του Γυθείου και όλης της Μάνης, και 5) αναφορά σε δύο αγρούς 150 και 140 στρεμμάτων, με αριθμ. 5 και 6, αντίστοιχα, οι οποίοι, κατά τις παραδοχές αποτελούν την ενιαία έκταση των 231 στρεμμάτων, όπως καταμετρήθηκαν επακριβώς το έτος 1973, υπήρξε για πρώτη φορά στο ...../11-05-1880 συμβόλαιο διανομής μεταξύ των υιών του Γ.
Δ. (Τ. και Σ.), η οποία διανομή δεν τηρήθηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αλυσιτέλειας, διότι δεν ιδρύεται καθώς με τα εκτιθέμενα αφορά τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την ανωτέρω παραδεκτή (κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, και από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται, στην προσβαλλόμενη απόφαση και μερικά, και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου και έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-03-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 54/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ