Legislator Case Law & Legislation
1813/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against appellate court's property ownership ruling in favor of private company.

Case Number 1813/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision recognizing a private company's ownership of a property. The State argued the land was state-owned waste land, but the appellate court found the company had acquired title through a continuous chain of legal documents dating back to 1877. The Supreme Court upheld the lower court's finding that the State failed to prove its claims and rejected the appeal as legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a final judgment when the appellant fails to prove the property is state-owned waste land and the lower court's reasoning is clear and consistent.

Keywords

AI generated
property ownership state waste land appellate review chain of title civil procedure appeal legal burden of proof judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Article 5 para. 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the Circular of the Ministers of Finance and Justice dated 28.12.1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1813 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1813/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ν. Πρίτσινα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 19-3-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "FOUR PRESENTS ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "FOUR PRESENTS Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής (...) κι εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ... και αριθμό ΓΕΜΗ ... [πρώην Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "FOUR PRESENTS ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "FOUR PRESENTS ΕΠΕ", έπειτα από μετατροπή της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2166/1993 και του Κ.Ν. 2190/20, με έδρα στο Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη (...) και ΑΦΜ ...], που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπανό, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1341/2014, 1498/2017 μη οριστικές, 1763/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3448/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3448/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Η αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 18-11-2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ακίνητο εμβαδού 5.704 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Φυτώρια ή Φυταριά της κτηματικής περιφέρειας Μαραθώνα Αττικής. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1341/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής διότι η ενάγουσα δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό υποβολής της σχετικής δήλωσης του ακινήτου στο Εθνικό Κτηματολόγιο.

Στη συνέχεια κατόπιν της από 01-09-2014 κλήσης της ενάγουσας η αγωγή επαναπροσδιορίστηκε και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθμό 1498/2017 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας και επί πλέον, ενόψει των ισχυρισμών του εναγομένου, αν αποτελεί έλος και αν το έδαφος αυτού ήταν πρόσφορο προς καλλιέργεια και από πότε.

Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αριθμό 1763/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 08-10-2021 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 3448/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠοΛΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 1597/2018).

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν, δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562 ΚΠοΛΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ791/2018).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι η νομική, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθμ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.

Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) αγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, ως και ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος.

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1214/2020).

Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ο ενάγων επικαλείται την κτήση κυριότητας του δικαιοπαρόχου του και των απώτατων δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου ακινήτου (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 949/2018).

Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στη μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 982/2021, 358/2016,).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου δε, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενού αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1597/2018).

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020). Περαιτέρω, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτες σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) β.ρ.δ., με έκτακτη χρησικτησία [βλ.

ν. 8 παρ. 8 κωδ.(7-39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ (50-4) ν. 9 παρ. 20 Πανδ. (41-4) ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44-3) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ.(23-3)], προϋποθέσεις της οποίας ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα (30) τουλάχιστον έτη, με καλή πίστη, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως καλή πίστη νοείται η ειλικρινής πεποίθηση ότι, με την άσκηση της νομής πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού [βλ. ν. 27 Παν.(18.1), ν. 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ.(51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ.(50.16)]. Την ύπαρξη δε της καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα.

Η ύπαρξη "ταπί", "χοτζέτι" ή άλλου οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών στη διαδικασία του άρθρου 3 του β.δ. της 17-11/29-11-1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη, κατά την συνείδηση του νομέα (Α.Π. 102/2010, Α.Π. 178/2004, Α.Π. 546/2003).

Ο τριακονταετής χρόνος χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και τις 11-9-1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης" και 60 του ν. ΣΟΖ/1855 (Α.Π. 1359/2002 ΑΠ 1281/2002). Ειδικότερα δε επί δημοσίων κτημάτων, όταν ενάγεται το Ελληνικό Δημόσιο από ιδιώτη, ο τελευταίος, εφόσον αμφισβητηθεί η κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, πρέπει να συμπληρώσει την αγωγή του καθορίζοντας τον τρόπο κτήσης κυριότητας από το δικαιοπάροχό του με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα με συνεχή τριακονταετή νομή μέχρι και την 11.9.1915 (ΑΠ 2192/2013, ΑΠ 1203/2012).

Το τελευταίο, όμως, δεν είναι απαραίτητο, όταν ο ενάγων καθ' υποφοράν με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του, συμπληρώνοντας επιτρεπτώς αυτήν, εκθέτει ότι ο ίδιος ή οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του έχουν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο, με τρόπο που νόμιμα θεμελιώνει κτήση κυριότητας (ΑΠ 482/2014).

Τα αυτά ισχύουν και επί ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το ΒΔ 18 της 30.11.1933 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών", ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν όμως πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και σ`αυτά η κτήση της κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 2191/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 18-11-2011 (201607/10834/21-11-2011) αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ` αριθ. .../2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστη κυρία του περιγραφόμενου στην αγωγή αγροτεμαχίου, επιφάνειας 11.838,67 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Φυτώρια ή Φυταρά της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μαραθώνα Αττικής.

Ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού, με τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο. Ότι ειδικότερα, το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα στην άμεση δικαιοπάροχό της εταιρία με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΙ ΑΕ-Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία", από αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους: 1) Ι. Κ. - Α., 2) Χ. Κ. του Δ., 3) Δ. Κ. του Χ. 4) Λ. Κ. του Δ. και 5) Κ. Κ. του Χ. Ότι στους ως άνω δικαιοπαρόχους της εταιρίας "ΡΙΖΑΡΙ ΑΕ- Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία", περιήλθε το επίδικο ως εξής: Στην Ι. Κ. - Α. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, από γονική παροχή, που συνέστησε προς αυτήν η μητέρα της Ε.

χήρα Χ. Κ. δυνάμει του υπ` αριθμ. ...-1985 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στην οποία (μητέρα της), το ως άνω ποσοστό περιήλθε από κληρονομιά του συζύγου της Χ. Κ. του Κ., που απεβίωσε την 10.5.1982 χωρίς να αφήσει διαθήκη, την κληρονομιά του οποίου αποδέχτηκε αυτή και οι λοιποί συγκληρονόμοι με την υπ αριθ. ....1982 πράξη της συμβολαιογράφου Αθήνας Ι.

Π., όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ`αριθ. ....1983 πράξη της οι οποίες έχουν νόμιμα μεταγραφεί. Στους Χ. και Λ. Κ. του Δ., περιήλθε η ψιλή κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και σε καθένα κατ' ισομοιρία (ήτοι 6/16 στον καθένα), από γονική παροχή που συνέστησε προς αυτούς ο πατέρας τους δυνάμει του υπ` αριθμ. ...-1984 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο οποίος πατέρας τους παρακράτησε την επικαρπία των 3/8 εξ αδιαιρέτου του άνω αγροτεμαχίου και για όλη τη διάρκεια της ζωής του, την οποία επικαρπία με το υπ`αριθ. .../7.6.1984 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, δώρισε με δωρεά αιτία θανάτου στη σύζυγο του Μ.

Ότι στον ως άνω Δ. Κ. είχαν περιέλθει τα ως άνω 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του κατά τα άνω αποβιώσαντος πατέρα του Χ. Κ. του Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχτηκε και αυτός με τις ως άνω πράξεις που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ότι στον Κ. Κ. του Χ. περιήλθαν τα 3/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου από κληρονομιά του κατά τα άνω αποβιώσαντος πατέρα του Χ.

Κ. του Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχτηκε και αυτός με τις ως άνω πράξεις που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ότι ο Δ. Κ., πατέρας του Λ. και του Χ. Κ., δυνάμει του υπ` αριθμ. ...-1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Γ., ανακάλεσε τη δωρεά αιτία θανάτου της επικαρπίας 3/8 εξ αδιαιρέτου επί του αγροτεμαχίου, η οποία είχε συσταθεί το 1984 υπέρ της Μ.

συζ. Δ. Κ., η οποία και αποδέχτηκε την ανάκληση. Ότι στον ως άνω Χ. Κ. του Κ., δικαιοπάροχο των τέκνων του Δ. και Κ. και της συζύγου του, Ε., η οποία συνέστησε γονική παροχή υπέρ της Ι. Κ. - Α., περιήλθε το, εκ του μεγαλύτερου αρχικού αγροτεμαχίου, αγροτεμάχιο έκτασης 11.838,67 τμ δυνάμει του υπ` αριθμ. ...-1976 διανεμητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι ειδικότερα, το εν λόγω αγροτεμάχιο, περιήλθε στον ως άνω αποβιώσαντα Χ. Κ. και τους αδελφούς του Ν. και Δ. Κ. κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από αυτούς κατόπιν αγοράς από τον Ι. Β., δυνάμει του υπ` αριθμ. ...1935 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα, Β.

Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ όταν απεβίωσε ο εξ αυτών Δ. Κ. το 1945, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου από τη μητέρα του Α. Κ. και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από καθέναν από τους αδελφούς του Ν., Χ., Ρ. και Κ. ή Τ. Κ., η δε μητέρα αυτών, όταν απεβίωσε το 1960, κληρονομήθηκε από τα τέκνα της, τα οποία αποδέχθηκαν την κληρονομιά της δυνάμει της υπ` αριθμ. .../1963 πράξης του Συμβολαιογράφου Πειραιά Λ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι περαιτέρω, ο πωλητής στο υπ` αριθμ. ...1935 συμβόλαιο αγοραπωλησίας κατέστη κύριος του εν λόγω πωληθέντος και μεταβιβασθέντος αγροτεμαχίου δυνάμει του υπ` αριθμ. .../1917 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ι. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα, που αφορούσε μεγαλύτερης έκτασης αγροτεμάχιο, έκτασης 500 στρεμμάτων, κατόπιν αγοράς από την Ι.

Σ., ενώ στην άνω πωλήτρια το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε από τον Π. Σ., δυνάμει της υπ` αριθμ. ...-1913 πράξης συμβιβασμού του αυτού Συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου τα μέλη της οικογένειας Σ. εκκαθάρισαν την οικογενειακή τους περιουσία. Ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος Π. Σ. κατέστη κύριος του ως άνω αγροτικού ακινήτου ("σταφιδαμπέλου") δυνάμει του υπ`αριθμ. .../1877 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Α. Ότι περαιτέρω, από το έτος 1877 οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της ενάγουσας ασκούσαν επ` αυτού τις αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής, από το έτος δε 2010, η ίδια ασκεί τις αναφερόμενες στο δικόγραφο υλικές πράξεις νομής. Ότι ειδικότερα, από το έτος 1877 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εκδήλωσαν τη βούληση εξουσίασης του επίδικου αγρού, αφού ενεργούσαν αμπελοκαλλιέργεια για την παραγωγή σταφίδας έως το 1959, οπότε η φυλλοξήρα κατέστρεψε τις αμπελοκαλλιέργειες του Μαραθώνα και έκτοτε ο αγρός καλλιεργήθηκε από τους Ι.

Κ. - Α., Χ., Δ., Λ. και Κ. Κ. δι' αμειψισποράς, με αροτριαίες καλλιέργειες και κηπευτικά για τη διατήρηση της γονιμότητας του αγρού και για τη συνεχή φυσική λίπανση του με άζωτο, ενώ η εταιρία "ΡΙΖΑΡΙ ΑΕ" περιέφραξε το αγροτεμάχιο, προέβη σε τακτικούς καθαρισμούς του από αγριόχορτα και από οβίδες, παρομοίως δε και η ενάγουσα προέβη σε καθαρισμούς του εν λόγω ακινήτου από οβίδες.

Ότι επομένως η ίδια έχει αποκτήσει το εν λόγω αγροτεμάχιο με παράγωγο τρόπο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της. Ότι το εναγόμενο, μέσω της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, αμφισβήτησε την κυριότητα της σε τμήμα του αγροτεμαχίου εκτάσεως 5.704 τ.μ., που εμφαίνεται από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Σ., με στοιχεία ΙΚΛΜΔΕΕΙ, συνάμα δε εμφαίνεται ως δημόσιο κτήμα με αριθμό 115 και με στοιχεία 89-90-91-9Γ- 159-160-161 με τις πλευρικές διαστάσεις 89-90= 51,90 μέτρα, 90-91=3 μέτρα, 91-91-15 μέτρα, 91-159=97,71 μέτρα, 159-160=32,96 μέτρα, 160-161-34,10 μέτρα και 161`-89=67 μέτρα, στο από Ιανουάριου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής.

Ότι, ειδικότερα, η ανωτέρω υπηρεσία του εναγομένου με την υπ` αριθμ. 1521/13.03.2001 πράξη της και τη συνοδευόμενη αυτήν πινακίδα, ζήτησε από την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και το Πρακτορείο Δ.Ε.Η. της Νέας Μάκρης να απέχουν από την έκδοση οικοδομικών αδειών, ηλεκτροδοτήσεων ή άλλων εγκρίσεων της αρμοδιότητας τους, καθόσον το παραπάνω τμήμα του ακινήτου της αποτελούσε πρώην ελώδη και ήδη δημόσια έκταση.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περαστικά, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του παραπάνω επιδίκου τμήματος του αγροτεμαχίου. Υπό τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, τόσο ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας, αφού ρητά εκτίθενται οι νομίμως μεταγραφείσες συμβολαιογραφικές πράξεις, δυνάμει των οποίων απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου τόσον η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της, όσο και ως τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας.

Ειδικότερα εκτίθενται οι ασκούμενες στην ευρύτερη έκταση και συνεκδοχικά και στο επίδικο ακίνητο συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, οι οποίες μάλιστα, ανάγονται χρονικά πλέον των τριάντα ετών πριν την 11.9.1915, ενόψει του ότι ο αναφερόμενος στην αγωγή απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π.

Σ. νεμόταν το επίδικο από το έτος 1877.

Εξάλλου, εφόσον η αγωγή αφορά ακίνητο που αποτελούσε, πριν την περιέλευσή του, κατά κυριότητα στην ενάγουσα, τμήμα μείζονος έκτασης, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, νομείς του μείζονος ακινήτου, αφού επρόκειτο για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) των δικαιοπαρόχων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου ενέπιπτε και το επίδικο τμήμα.

Περαιτέρω στην αγωγή περιέχεται η περιγραφή της ευρύτερης έκτασης που φέρεται ότι ανήκε εξ ολοκλήρου στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, καθώς και του τμήματος του ακινήτου, που φέρεται ότι αποκτήθηκε από τους άμεσους δικαιοπάροχους αυτής και περαιτέρω προσδιορίζεται το επίδικο, κατά θέση έκταση και όρια, ενώ ενσωματώνεται στην αγωγή τόσο το από Ιανουάριο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, όσο και το από Μάρτιο 2010 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Π.

Σ., στο οποίο απεικονίζεται το επίδικο και συνεπώς καμία αμφιβολία δεν γεννάται ως προς την ταυτότητά του. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και απέρριψε τον προβαλλόμενο ενώπιόν του με λόγο έφεσης σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος περί αοριστίας αυτής λόγω μη επίκλησης των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με την αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας αναιρεσίβλητης επί τριάντα έτη μέχρι 11.9.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1α και 14 ΚΠολΔ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της για την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου:"...Δυνάμει του υπ`αριθ ....2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 276 και με αριθμό 371, η ενάγουσα, απέκτησε λόγω πώλησης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΙ Α.Ε.- Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία" την κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "Κλο ή Πήλιουρο" (Φυτώρια) της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνα Αττικής, εκτάσεως 11.770,66 τ.μ.

και σύμφωνα με το από Φεβρουάριου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Ν., το οποίο προσαρτήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο, εκτάσεως 11.838,67 τ.μ., το εν λόγω δε αγροτεμάχιο εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία (Θ-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ) στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ρ.

επί πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων 191,70, νοτιοανατολικά με αμμουδιά επί πλευράς Ε-Δ μήκους μέτρων 66,90, νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Η. Γ. (CLUB NEUF) επί πλευράς Ε-Ζ μήκους μέτρων 159, εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Η. Γ. (CLUB NEUF) επί πλευράς Η-Ζ μήκους μέτρων 11,75 και εν μέρει με κοινοτική οδό πλάτους μέτρων 6 επί προσώπου Η-Θ μήκους μέτρων 3 και επί πλευράς Θ-Α μήκους μέτρων 70 και βορειοδυτικά με το αγροτεμάχιο, που απέκτησε η ενάγουσα κατά κυριότητα με το ίδιο ως άνω, συμβόλαιο αγοραπωλησίας, επί πλευράς Γ-Θ μήκους μέτρων 65,10.

Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΙ Α.Ε.-Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία" απέκτησε κατά κυριότητα το παραπάνω αγροτεμάχιο λόγω πώλησης από τους Ι. Κ. (C.) Α. του Δ. και της Ε., Χ. Κ. του Δ. και της Μ., Δ. Κ. του Χ. και της Ε., Λ. Κ. του Δ. και της Μ. και Κ. Κ. του Χ. και της Ε.

καταρτισθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. .../1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 209 και με αριθμό 762. Οι παραπάνω δικαιοπάροχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΙ ΑΕ-Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία" είχαν αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου ως εξής:

α) η Ι. Κ.- Α. απέκτησε την κυριότητα αυτού κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από τη μητέρα της, Ε. χήρα Χ. Κ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 163 και με αριθμό 455, υπ' αριθμ. .../1985 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π. -Κ.-Τ., 2) οι Χ.

Κ. και Λ. Κ. του Δ. απέκτησαν την ψιλή κυριότητα αυτού κατά ποσοστό 3/8 κατ' ισομοιρία (δηλαδή 6/16 στον καθένα) από τον πατέρα τους, Δ. Κ., δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1984 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π. -Κ. Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 159 και με αριθμό 19, ενώ ο ως άνω πατέρας τους με το ίδιο συμβόλαιο παρακράτησε την επικαρπία των 3/8 εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγροτεμαχίου και για όλη τη διάρκεια της ζωής του, 3) ο Κ.

Κ. απέκτησε την κυριότητα του ως άνω αγροτεμαχίου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου του πατέρα του, Χ. Κ., την επαχθείσα δε σ' αυτόν κληρονομιά αποδέχθηκε νόμιμα δυνάμει της νομίμως υπ' αριθμ. .../1982 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π.- Κ.-Τ., όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. .../1983 πράξη διόρθωσης και συμπλήρωσης της ιδίας συμβολαιογράφου, οι οποίες πράξεις μεταγράφηκαν νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 153 και με αριθμό 727 η πρώτη και στον τόμο 156 και με αριθμό 58 η δεύτερη.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η Ε. χήρα Χ. Κ. και Δ. Κ. είχαν αποκτήσει τα αναλογούντα σ'αυτούς ως άνω ιδανικά μερίδια, τα οποία εν συνεχεία η μεν πρώτη μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην κόρη της, ο δε δεύτερος κατά ψιλή κυριότητα στους υιούς του όπως προαναφέρθηκε, λόγω κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν θανάτου του συζύγου και πατέρα αντιστοίχως, Χ.

Κ., την επαχθείσα δε σ' αυτούς κληρονομιά αποδέχθηκαν νόμιμα δυνάμει της προαναφερόμενης υπ'αριθμ. .../1982 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π.-Κ.-Τ., όπως αυτή διορθώθηκε και μεταγράφηκαν νομίμως κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου, ο Δ. Κ. είχε δωρίσει την παρακρατηθείσα υπέρ του επικαρπία του ιδανικού του μεριδίου των 3/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου με το υπ'αριθ. .../1984 συμβόλαιο της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου με δωρεά αιτία θανάτου προς τη σύζυγο του Μ.

Δ. Κ. και για όλη της διάρκεια της ζωής της, η οποία όμως δωρεά ανακλήθηκε με το ως άνω υπ' αριθ. .../1996 συμβόλαιο και εν συνεχεία με το ίδιο συμβόλαιο, ο Δ. Κ. παραιτήθηκε από την επικαρπία αυτή, υπέρ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΙ ΑΕ- Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία".

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο Χ. Κ. του Κ., κοινός δικαιοπάροχος των δικαιοπαρόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΙ ΑΕ- Ανώνυμος Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία", είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίμαχου ακινήτου, μαζί με άλλα ακίνητα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1976 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ.

Π., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 128 και με αριθμό 36. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο Χ. Κ. μετά των αδελφών του, Ρ. Κ., Ν. Κ. και Κ. ή Τ. συζύγου Ε. Κ., ήταν συγκύριοι μείζονος έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, και δη ενός αγροκτήματος κειμένου στην κτηματική περιφέρεια της τότε Κοινότητας Μαραθώνος, γνωστού υπό το όνομα "Κλο", το οποίο τεμνόταν από κοινοτικούς δρόμους και συνόρευε ανατολικώς με κτήματα διαφόρων Μαραθωνιτών, αρκτικώς με κορυφή βουνού Σταυροκοράκη, δυτικώς με κτήματα διαφόρων Μαραθωνιτών και μεσημβρινώς με θάλασσα.

Το παραπάνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει αρχικώς στον Ν. Κ. και Χ. Κ. καθώς και στον αδελφό τους, Δ. Κ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών, κατόπιν αγοράς από τον Ι. Β., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1935 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνος, Β. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 50 και με αριθμό 238.

σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1940 πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 55 και με αριθμό 9. Το έτος 1945 ο Δ. Κ. απεβίωσε άγαμος και άτεκνος και κληρονομήθηκε κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου από τη μητέρα του, Α. χήρα Κ. Κ., κατά το δε έτερον 1/2 εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρίαν από τα αδέλφια του Ν., Χ.

και Ρ. Κ., καθώς και από την αδελφή του, Κ. ή Τ. σύζυγο Ε. Κ.

Περαιτέρω, την ....1960 απεβίωσε η Α. χήρα Κ. Κ., αφήνοντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της Ν., Χ. και Ρ. Κ. και Κ. ή Τ. σύζυγο Ε. Κ. οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ αυτούς κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../1963 πράξη αποδοχής κληρονομιάς συμβολαιογράφου Πειραιώς, Λ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 78 και με αριθμό 758 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα. Με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του παραπάνω μείζονος ακινήτου α) ο Ν. Κ. κατά 10/24 εξ αδιαιρέτου (8/24 εξ αγοράς, 1/24 εκ κληρονομιάς του Δ. Κ. και 1/24 εκ κληρονομιάς της Α. χήρας Κ. Κ.), β) ο Χ. Κ. κατά 10/24 εξ αδιαιρέτου (8/24 εξ αγοράς, 1/24 εκ κληρονομιάς του Δ. Κ. και 1/24 εκ κληρονομιάς της Α. χήρας Κ. Κ.), γ) καθένας εκ των Ρ. Κ. και Κ. ή Τ. συζύγου Ε. Κ. κατά 2/24 εξ αδιαιρέτου (1/24 εκ κληρονομιάς του Δ. Κ. και 1/24 εκ κληρονομιάς της Α. χήρας Κ. Κ.).

Περαιτέρω, με το από 01.12.1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ρ. Κ., που προσαρτήθηκε στην προαναφερόμενη υπ' αριθ. .../1963 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Λ. Κ., το μείζον ακίνητο διαχωρίσθηκε σε δώδεκα τμήματα, κάθε δε τμήμα υποδιαιρέθηκε σε μικρότερα αγροτεμάχια, τα οποία διανεμήθηκαν μεταξύ των συγκυρίων δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. .../1976 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π., ο δε Χ. Κ., απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε, μεταξύ άλλων, το υπ' αριθμ. 42 αγροτεμάχιο (επίδικο), έκτασης μέτρων τετραγωνικών έντεκα χιλιάδων επτακοσίων (11.700), συνορευόμενο βορειοανατολικώς με ιδιοκτησίας κληρονόμων και επί πλευράς μέτρων 191,70, νοτίως με θάλασσα επί πλευράς 67, νοτιοδυτικώς εν μέρει με το υπ'αριθμ. 45 αγροτεμάχιο, επί πλευράς μέτρων 158,50 και εν μέρει με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 6 μέτρων επί προσώπου μέτρων 14,73 και βορειοδυτικώς με το υπ' αριθμ. 41 αγροτεμάχιο.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το όλο αγρόκτημα με το όνομα "Κλο", περίπου πεντακοσίων στρεμμάτων, το οποίο περιείχε σταφιδάμπελο, αγρούς και οικοδομές, περιήλθε στο δικαιοπάροχο των Ν., Χ. και Δ. Κ., Ι. Β., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1917 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Ο., το οποίο μεταγράφηκε στον τόμο 43 και με αριθμό 5 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, κατόπιν αγοράς από την Ι. Σ., στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει κατόπιν μεταβίβασης από τις Ε. Μ. και Α. Σ. δυνάμει του υπ'αριθμ. ....1913 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 40 και με αριθμό 125 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, οπότε και εκκαθαρίσθηκε η περιουσία της οικογένειας Σ. σε συνδυασμό με τις υπ'αριθμ. .../1913 και .../1915 πράξεις του ιδίου συμβολαιογράφου, υπό την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων του πατρός τους, Π. Σ.

Περαιτέρω, ο Π. Σ. είχε αποκτήσει τον εν λόγω αγρόκτημα κατόπιν πώλησης του από τον πατέρα του, Γ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1877 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο Ζ και με αριθμό 148 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το έτος 2001 η Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, με το υπ' αριθμ. 1521/13.03.2001 έγγραφό της, ζήτησε από την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και το Πρακτορείο Δ.Ε.Η. της Νέας Μάκρης να απέχουν από την έκδοση οικοδομικών αδειών, ηλεκτροδοτήσεων ή άλλων εγκρίσεων της αρμοδιότητάς τους, σε σχέση με έκταση που είναι πρώην ελώδης και νυν δημόσιο κτήμα, η οποία απεικονιζόταν με κίτρινο χρώμα στη συνημμένη στο έγγραφο πινακίδα.

Κατά τους ισχυρισμούς της ως άνω υπηρεσίας, στην έκταση αυτή που αποτελεί πρώην έλος και νυν δημόσιο κτήμα περιλαμβάνεται και τμήμα του αγροτεμαχίου που απέκτησε η ενάγουσα εταιρεία, επιφάνειας 5.704 τ.μ, όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία 89-90-91-9119-160-161 και με τις πλευρικές διαστάσεις 89-90=51,90 μέτρα, 90-91=3 μέτρα, 91-91-15 μέτρα, 91- 159=97,71 μέτρα, 159-160=32,96 μέτρα, 160- 161-34/10 μέτρα και 16Γ-89=67 μέτρα στο από Ιανουάριου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής.

Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ως άνω έκταση των 5.704 τ.μ. που περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 128, συνολικού εμβαδού 98.516 ήταν ελώδης. Ειδικότερα, στην υπ'αριθ. 223/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος δυνάμει της υπ'αριθ. 1498/2017 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τοπογράφου μηχανικού Π.

Α. ρητά και κατηγορηματικά αναφέρεται ότι το επιδικό τμήμα δεν αποτελεί έλος σε κανένα τμήμα του. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης αυτής: α) μετά από εξέταση των αεροφωτογραφιών των ετών λήψης 1938, 1939, 1945, 1960.1972 και 1988,1997, 2005 του επιδίκου ακινήτου έγινε εφαρμογή επ' αυτών όλων των ως άνω τίτλων ιδιοκτησίας - πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και συμβολαίων καθώς και το υπ'αριθ. ....1976 ως άνω διανεμητήριου συμβολαίου και εξακριβώθηκε ότι το αναφερόμενο στους τίτλους ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση εμβαδού 5.704 τ.μ., ταυτίζεται πλήρως με το εμφαινόμενο στο από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Σ. με στοιχεία Θ-Γ-Δ-Ε'-Ε-Ζ-Η-Ι-Κ-Λ-Μ-Θ επιφάνειας 11.838,67 τμ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο. Εντοπίστηκε η αναφερόμενη στα συμβόλαια έκταση καθώς και ο τρόπος που αυτή δημιουργήθηκε και τεκμηριώθηκε η αλληλουχία και διαδοχή των τίτλων ιδιοκτησίας με ταυτόχρονη ταύτιση και εντοπισμό της έκτασης που περιγράφεται σε όλους τους τίτλους μέχρι το έτος 1877.

Έγινε χρήση και του τοπογραφικού χάρτη του K. D. του έτους 1855 επί του οποίου εμφαίνεται το μεγαλύτερο μέρος των φυσικών ορίων της αρχικής έκτασης. Το επίδικο τμήμα βάσει της μελέτης φωτοερμηνειών δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί έλος σε κανένα τμήμα του. Υφίσταται υψομετρική διαφορά μεταξύ της στάθμης της θάλασσας και του ορίου που καθορίζει το κτήμα ΑΒΚ 128 περίπου 1μ (διακριτική ικανότητα 0,50 μ), κατά τα έτη 1939, 1945, 1960, 1972, 1988 και. 1,5 μ κατά τα έτη 1997 και 2005 η οποία συνηγορεί στο ότι η περιοχή δεν αποτελεί έλος.

Σημειώνεται ότι κατά το έτος 1939, φωτοερμηνεύεται κατά μήκος της θάλασσας φυσικό αμμώδες ανάχωμα το οποίο είναι χαμηλού ύψους. Επισημαίνεται ότι μόνο τοπικά σε σημεία εκτός του υπό εξέταση ακινήτου παρουσιάζεται συγκέντρωση λιμναζόντων υδάτων η οποία οφείλεται εν μέρει στην κλίση του αναγλύφου της περιοχής από το εσωτερικό προς την ακτή και εν μέρει στο γεγονός ότι το σύνολο των γεωτεμαχίων της περιοχής καλλιεργούνταν και αρδεύονταν κατά το έτος 1939 και είχαν δημιουργηθεί αρδευτικά κανάλια.

Από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1939 και 1945 προκύπτει ότι τμήμα της επίδικης έκτασης αποτελείται από αμμώδες έδαφος. Τα αμμώδη εδάφη δεν είναι μη δεκτικά καλλιέργειας και δύνανται με κατάλληλες μεθόδους (επεξεργασία, κατάλληλη σπορά κτλ) να καλλιεργηθούν. Από τις αεροφωτογραφίες 1960-1972 προκύπτει ότι εντός του επιδίκου έχει αναπτυχθεί χαμηλή βλάστηση σε όλη την έκταση του.

Η σύσταση του εδάφους παραμένει αμμώδης (ελαφρύ έδαφος) που δύναται με κατάλληλες μεθόδους (επεξεργασία, κατάλληλη σπορά κτλ) να καλλιεργηθεί. Από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1988-1997 -2005 προκύπτει ότι το σύνολο του επιδίκου είναι δυνατό με κατάλληλες μεθόδους να καλλιεργηθεί. Η υπόλοιπη έκταση του ακινήτου εκτός του επίδικου τμήματος φαίνεται να καλλιεργείται από το έτος 1939 έως το έτος 1960.

Όπως προκύπτει από την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας εξέτασε επιπλέον και τις αεροφωτογραφίες των πραγματικών ελών της Μπρέξιζας και Σχινιά στις οποίες παρατήρησε λιμνάζοντα ύδατα σε αντίθεση με το επίδικο τμήμα του ακινήτου. Μάλιστα παρατήρησε ότι υφίστανται στις δύο περιοχές των ελών Μπρέξιζας και Σχινιά διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την περιοχή που βρίσκεται το επίδικο, η οποία δεν ταυτίζεται με έλος καθώς δεν παρατηρήθηκαν ποτέ σ'συτήν λιμνάζοντα ύδατα, ενόψει του ότι η ύπαρξη έλους προϋποθέτει μόνιμα λιμνάζοντα ύδατα..

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια έκθεση επισημάνθηκε ότι το έδαφος του επιδίκου ήταν ελαφρό- αμμώδες κατάλληλο να καλλιεργηθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή στην ως άνω κρίση το τυχόν υψηλό κόστος των μεθόδων καλλιέργειας που θα έπρεπε να ακολουθηθούν. Στο ίδιο συμπέρασμα ήτοι ότι το επίδικο δεν αποτελεί έλος ή ελώδη έκταση καταλήγει και ο αγρονόμος- τοπογράφος μηχανικός I.

Σπαντιδέας στην τεχνική έκθεση του, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της ενάγουσας εταιρείας. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από την από 13.08.2020 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Χ., που προσκομίζει το εκκαλούν -εναγόμενο, στην οποία αναφέρεται ότι το επίδικο εμπίπτει εντός των ευρύτερων εκτάσεων του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 128 το οποίο περιλαμβάνει έλη και αμμώδη έκταση-παραλία.

Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι το επιφανειακό έδαφος της ζώνης, στην οποία βρίσκεται το επίδικο χαρακτηρίζεται ως "παράκτιοι σχηματισμοί από άμμους, χαλίκια και κροκάλες (θίνες και άμμοι ακτών και - συνεκτικούς ψαμμίτες (beach rocks)", στοιχείο που υποδηλώνει έκταση που περιοδικά κατακλυζόταν ή και κατακλύζεται από επιφανειακά νερά", πλην όμως όπως προεκτέθηκε τα επιφανειακά νερά δεν δύνανται να προσδώσουν το χαρακτήρα του έλους στο επίδικο, ενόψει του ότι αυτά δεν αναφέρονται ως μόνιμα λιμνάζοντα, λαμβανομένης υπόψη και της ύπαρξης της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της στάθμης της θάλασσας και του ορίου που καθορίζει το κτήμα ΑΒΚ 128 περίπου ενός μέτρου, η οποία συνηγορεί στο ότι η εν λόγω περιοχή δεν αποτελεί έλος.

Επίσης στην ίδια τεχνική έκθεση αναφέρεται το έδαφος του επιδίκου ως αμμώδες, πλην όμως όπως προεκτέθηκε και στην πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας παρατήρησε ότι τμήμα της επίδικης έκτασης αποτελείται από αμμώδες έδαφος, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν δύνσται με κατάλληλες μεθόδους ( επεξεργασία, κατάλληλη σπορά κτλ) να καλλιεργηθεί.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί ύπαρξης παλαιού αιγιαλού λόγω του αμμώδους εδάφους του επιδίκου δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να θεμελιώσει κυριότητα βάσει του άρθρου 6 παρ. 4 ν. 2971/2001 δεδομένου ότι ως παλαιός αιγιαλός θεωρείται η ζώνη της ξηράς προέκυψε από τη μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει ότι η στεριά υποχωρεί σε σχέση με τη θάλασσα και όχι το αντίστροφο.

Επομένως, εφόσον στο επίδικο τμήμα δεν υπήρξε έλος, ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου περί ότι το επίδικο τμήμα ως πρώην ελώδης έκταση και επομένως δημόσιο κτήμα, τμήμα του δημόσιου κτήματος με ΑΒΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου ο ελώδης χαρακτήρας του ακινήτου δεν αποκλείει την κτήση επ' αυτού κυριότητας εκ μέρους ιδιωτών με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι την 11.9.1915 παρά τα όσα - αλυσιτελώς- επικαλείται το εκκαλούν. Επίσης αποδείχτηκε ότι από το έτος 1877 και εφεξής, υπάρχει αδιάκοπη σειρά νόμιμων τίτλων κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας όσο και της τελευταίας, χωρίς ποτέ να υπάρξει κάποια όχληση ή αμφισβήτηση αυτής από τρίτο πρόσωπο ή το εναγόμενο χωρίς από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο να αποδειχθεί ότι το εναγόμενο άσκησε οιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου, ενόψει του ότι το επίδικο νεμόταν η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της, με αποτέλεσμα και ο ισχυρισμός περί απόκτησης ιδίας κυριότητας εκ μέρους του εκκαλούντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας να είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρόμοιες αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και έκανε δεκτή την αγωγής απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας ως προς τη βάση αυτής ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 128 ως πρώην ελώδης έκταση και ως προς τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε με αποτέλεσμα, ο δεύτερος λόγος της ένδικης έφεσης κατά το μέρος αυτού με το οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δεν δέχτηκε ότι το επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ενόψει του ότι η κυριότητα των ελωδών εκτάσεων ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο από καταβολής του Ελληνικού Κράτους και αντιστοίχως δέχτηκε ότι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί αυτής κατέστησαν κύριοι του επιδίκου το οποίο ανήκει στην αδιαμφισβήτητη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης ο ίδιος λόγος της έφεσης κατά το μέρος αυτού που το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η ένστασή του περί ιδίας κυριότητας κατά το μέρος της που θεμελιωνόταν στην κτήση κυριότητας του ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου είναι επίσης αβάσιμος. Ειδικότερα, το εκκαλούν πρωτοδίκως προέβαλλε αυτολεξεί τον ακόλουθο ισχυρισμό: " σε κάθε περίπτωση η προαναφερθείσα επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με διαδοχή από το τουρκικό δημόσιο δυνάμει της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδας και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου δια των οποίων η Ελλάδα απέκτησε δικαιώματι πολέμου τις γαίες του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων ιδιωτών".

Ο ισχυρισμός αυτός, περί περιέλευσης της κυριότητας του επιδίκου στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, με δεδομένο ότι η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών ώστε δεν περιήλθε σ`αυτό "δια δημεύσεως πολεμικώ δικαιώματι" (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 73/2018, ΑΠ 222/2017, ΑΠ 638/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 121/2021, ΕφΠειρ 161/2020, δημοσιευμένες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ομοίως ως μη νόμιμη την ένσταση, παρά τα όσα αβασίμως επικαλείται το εκκαλούν στον δεύτερο λόγο έφεσης του κατά το προαναφερόμενο τμήμα του. Σημειωτέον δε ότι το εκκαλούν δεν παραπονείται με συγκεκριμένο λόγο έφεσης για την απόρριψη ως αόριστης της ένστασης ιδίας κυριότητας κατά το μέρος που αυτή θεμελιωνόταν στην κτήση εκ μέρους του της κυριότητας του επιδίκου ως αδέσποτου - κατ` άρθρο 16 του ν. 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" και των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938 και 972 ΑΚ, ο δε περιεχόμενος στον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμός του ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτη όπως προκύπτει από αεροφωτογραφίες, αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Μετά ταύτα, και επειδή, δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση, να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη....". Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε αυτήν κυρία του επιδίκου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που δέχθηκε ότι το επίδικο ουδέποτε υπήρξε έλος και ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει αδιάκοπης σειράς νομίμων τίτλων, νόμιμα μεταγεγραμμένων, από το έτος 1877 και εφεξής και ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους καταλυτικούς της αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς - ενστάσεις του, ιδίας κυριότητας του επιδίκου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, απορριπτομένου του δευτέρου λόγου αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3446/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3448/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ