Legislator Case Law & Legislation
1813/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding court costs allocation under Article 176 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 1813/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on court costs. The appellant argued that the First Instance Court erred in applying Article 176 of the Code of Civil Procedure by imposing costs on both parties despite the appellant's claim of personal insult. The court ruled that the First Instance Court's substantive decision on costs is not subject to appellate review under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 559 of the Code of Civil Procedure; The substantive decision on court costs by the court of first instance is not subject to appellate review and constitutes a non-reviewable matter.

Keywords

AI generated
appellate review court costs allocation substantive law inadmissibility principle of loss

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1813 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1813/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Μ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Θεοδωράτο. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Φ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κιούπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3983/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2005/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1230/2014 ).

Κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:

α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά τον χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει, γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 129/2020).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Ειδικότερα, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Με την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ εισάγονται εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.

Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων (ΑΠ 488/2010). Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμισης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 450/2019, ΑΠ 712/2016, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 1652/2013).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005,7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (496/2021 ΑΠ, ΑΠ 366/2011).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που όμως δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1800/2014, ΑΠ 1758/2009).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), κατά τον ένδικο χρόνο, ήταν ... του Τμήματος ... του Πανεπιστημίου ..., με γνωστικό αντικείμενο "...", ενώ ο εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν καθηγητής του Τμήματος ....

Με τη με αριθμό ... Πράξη του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιά, προκηρύχθηκε η θέση ΔΕΠ στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή ή του Επίκουρου Καθηγητή, στο γνωστικό αντικείμενο, "...", στο Τμήμα .... Για τη θέση αυτή, η ενάγουσα υπέβαλε στη Γραμματεία του Πανεπιστημίου, την από 27-11-2009 αίτηση υποψηφιότητάς της, συνοδευόμενη από βιογραφικό σημείωμα, υπόμνημα έργου, αντίγραφα του συγγραφικού της έργου, καθώς και τα σχετικά δικαιολογητικά.

Ακολούθως, στις 21-1-2010, συστάθηκε το σχετικό εκλεκτορικό σώμα, αποτελούμενο από έντεκα μέλη, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος, με ισάριθμους αναπληρωτές, από όλα τα ιδρύματα της χώρας, με γνωστικό αντικείμενο συναφές με εκείνο της προκηρυχθείσας θέσης και στις 11-2-2010, ορίστηκε τριμελής Εισηγητική Επιτροπή.

Πριν από τη διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης της Επιτροπής αυτής, ο εναγόμενος, ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό, απέστειλε υπόμνημα, που έλαβε με αριθμό πρωτοκ. ..., αναφερόμενο στην υποψηφιότητά της, το οποίο διαβιβάστηκε προς όλα τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος, τον Πρόεδρο του Τμήματος και την ίδια.

Στο υπόμνημα αυτό, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, για την ενάγουσα τα ακόλουθα: α) " Όσον αφορά το έργο αυτής, Α) "η υποψήφια έχει επίσης καταθέσει, έντεκα περιγραφικές παρουσιάσεις/διαλέξεις, τύπου power point και ένα "επιμορφωτικό φυλλάδιο για την ΕΕ". Αυτά κατά τη γνώμη μου δεν έπρεπε να κατατεθούν καθόλου, διότι προσβάλουν όχι μόνο τη νοημοσύνη του εκλεκτορικού, αλλά και την ίδια την ικανότητα/κρίση της υποψήφιας να αξιολογήσει τι είναι επιστημονικό και τι όχι.

Β) δύο άρθρα στο θέμα του ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύτηκαν σε διαφορετικά μεν περιοδικά, αλλά είναι αρκετά πανομοιότυπα - δεν γνωρίζω αν τίθεται ζήτημα copy right. Σίγουρα το ένα άρθρο οικοδομεί πάνω στο άλλο, αλλά αυτό ενδέχεται να μη νομιμοποιεί ή δικαιολογεί την αντιγραφή ολόκληρων προτάσεων και νοημάτων, β) όσον αφορά το σχολιασμό του έργου της ενάγουσας ότι: "η προσέγγιση αυτή έχει ιδεολογικές αφετηρίες και πολιτικά κίνητρα:

ο βασικός λόγος για τη βουλησιαρχική ενωτική απεικόνιση των θεσμών σε περιφερειακό / Ευρωπαϊκό επίπεδο γίνεται για την επιτυχία εφαρμογής σθεναρών νεο-φιλελεύθερων, συντηρητικών οικονομικών πολιτικών σε κρατικό επίπεδο, κάτι που με τη σειρά του αποδυναμώνει την όποια κοινωνική πολιτική τόσο σε περιφερειακό/ Ευρωπαϊκό, όσο και σε επίπεδο έθνους - κράτους.

Κοντολογής, η όποια εμβριθής και συνθετική ανάλυση και προβληματική είναι παντελώς απούσα από τις αναλύσεις της θεσμικής κοινωνιολογίας, του νεολειτουργισμού και της υποψηφίας που τις ασπάζεται. Η βουλησιαρχιακή αυτή επιστημονική προσπάθεια..." γ) όσον αφορά τη σχετικότητα του έργου της ενάγουσας, με το αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης και την ικανότητά της να διακρίνει το αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης, ότι, "Δεν θα σχολιάσω καθόλου τα κείμενα Α και Β, εφόσον τα μεν πρώτα εκπίπτουν εντελώς του αντικειμένου της προκηρυχθείσας θέσης, τα δε δεύτερα δεν θα έπρεπε καν να κατατεθούν ...

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η πραγματολογική διάκριση μεταξύ Ευρωπαϊκής Πολιτικής (ανίσχυρη, μη ενοποιημένη) και Ευρωπαϊκής Οικονομίας (πανίσχυρη και σχετικά ολοκληρωμένη - άρα και πολύ ευάλωτη κι αυτό το αποδεικνύει η σημερινή κρίση- με την εισαγωγή του ευρώ από το 1999) στο διακρατικό επίπεδο της ΕΕ σηματοδοτεί και το αντικείμενο της Ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας και ολοκλήρωσης, ως ιδιαίτερου επιστημονικού κλάδου της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας (ΙΡΕ).

Έτσι, για παράδειγμα, στην LSE του Λονδίνου λειτουργεί μεταπτυχιακό επιπέδου Μάστερς με τίτλο, "...", του οποίου οι μεθοδολογικές βάσεις αντλούνται από αυτή ακριβώς τη διάκριση. Η υποψήφια αυτό δεν το κάνει, δεν συζητά καν αυτή τη μεθοδολογική διάκριση, άρα υπάρχει μεθοδολογικό και, κατά προέκταση επιστημονικό πρόβλημα στην όλη της ανάλυση από την άποψη της Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας.

Με αυτή την έννοια επίσης, δεν θεωρώ ότι η ανάλυσή της εμπίπτει στο αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης, το οποίο και είναι σαφής (...).... Στην ουσία από το 1999 και δώθε, τότε δηλαδή που συνυπέγραψε μια μελέτη για θεσμικά ζητήματα της ΕΕ, η υποψήφια δεν έχει να επιδείξει έργο που να συμβάλει στην επιστημονική προώθηση του αντικειμένου της Ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας" και δ) όσον αφορά την προσωπικότητα και τον επαγγελματισμό της ενάγουσας, ότι, "Επίσης, και επειδή ο νόμος το προβλέπει, όπως ήδη ανέφερα, ότι κατά την εκλογή κρίνεται και η συνολική προσωπικότητα της υποψήφιας, αλλά και διότι δεν υφίσταται ο θεσμός των συστατικών επιστολών από τους εργοδότες, όπως στο εξωτερικό, θα ζητούσα από τον Πρόεδρο του ΔΕΣ να διερευνήσει τις διάφορες φήμες για την προσωπικότητα και τον επαγγελματισμό της κ.

Μ. (ενάγουσας), οι οποίες έχουν περιπέσει στην αντίληψή μου. Ούτε προς στιγμή πίστεψα ότι αυτές οι φήμες αληθεύουν, αλλά μια τέτοια διερεύνηση από το Τμήμα και ενημέρωση τόσο του εκλεκτορικού, όσο και της ΓΕΣ του ΔΕΣ, κρίνεται κατά τη γνώμη μου αναγκαία και επιτακτική, προκειμένου "να διασφαλιστεί με ενιαία αξιοκρατικά κριτήρια η αξιολόγηση" της υποψήφιας (άρθρο 4 ν. 1268/ 1982)".

Το παραπάνω υπόμνημα υπέβαλε ο εναγόμενος, ως μέλος του εκλεκτορικού σώματος, με σκοπό να γνωστοποιήσει την άποψη που είχε σχηματίσει ύστερα από μελέτη του υποβληθέντος φακέλου της ενάγουσας, στα λοιπά μέλη του εκλεκτορικού σώματος. Ο τελευταίος, κατά το χρόνο υποβολής του άνω υπομνήματος, στις 9-5-2010, τελούσε σε άδεια, που του είχε χορηγηθεί για το χρονικό διάστημα, από 1-5-2010 μέχρι 20- 6-2010, κατόπιν της με αριθμό ...

απόφασης του ..., προκειμένου να μεταβεί στο ... , για να δώσει σειρά σεμιναρίων. Στις 17-5-2010, η τριμελής επιτροπή υπέβαλε την εισήγησή της, με την οποία πρότεινε ομόφωνα την επιλογή της ενάγουσας για την προκηρυχθείσα θέση, ενώ στις 8-6-2010 πραγματοποιήθηκε κοινή συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης του Τμήματος ...

και του ως άνω εκλεκτορικού σώματος, μετά το πέρας της οποίας και τα δέκα παρόντα μέλη του εκλεκτορικού σώματος, ψήφισαν ομόφωνα υπέρ της εκλογής της ενάγουσας στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή για τη συγκεκριμένη θέση. Κατά τη συνεδρίαση που προηγήθηκε της ψηφοφορίας των μελών του εκλεκτορικού σώματος, παρά την ομόφωνη απόφαση όσον αφορά την επιλογή της ενάγουσας, ορισμένα μέλη εξέφρασαν επιφυλάξεις για την επιλογή της.

Μεταξύ αυτών ήταν ο καθηγητής Ν. Κ.ς, ο οποίος στην τοποθέτησή του ανέφερε μεταξύ άλλων, για την ενάγουσα, ότι, "έχουμε μια επιστήμονα που την επόμενη δεκαετία (μετά το έτος 2000) δεν κάνει ουσιαστικό έργο, δεν κάνει δημοσιεύσεις, κάνει έργο όσον αφορά προγράμματα και άλλες επιστημονικές παρουσίες... δεν ανταποκρίνεται στην ποιότητα και τις απαιτήσεις του τμήματος για τη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή ....

Η υποψήφια δεν έχει τις προϋποθέσεις, δεν μπορώ να πω ότι θα βοηθήσει το τμήμα ... μεγάλο κομμάτι του έργου πρέπει να είναι την τελευταία πενταετία ... η ίδια η εισηγητική επιτροπή διαπιστώνει ότι η τελευταία της ουσιαστικά δημοσίευση είναι το 1999... Στη δεκαετία δεν δημοσίευσε έστω και μια μονογραφία ...η υποψήφια δεν πληροί τα τυπικά προσόντα και δεν ανταποκρίνεται στα ουσιαστικά κριτήρια που θα εφαρμόσει το Τμήμα μας και δεν θέλω εγώ να έχω ψηφίσει κάποιον για Λέκτορα με δύο μονογραφίες και να ψηφίσω για Αναπληρωτή καθηγητή κάποιον με μιάμιση μονογραφία που έγραψε πριν από πολύ καιρό ...

Δεν αντιστοιχεί στα κριτήριά μας. Δεν είμαι πεπεισμένος, αλλά δεν είμαι και κάθετος", ενώ επιφυλάξεις εξέφρασαν και οι καθηγητές ... και X. Π.. Από τις διαλαμβανόμενες στο υπόμνημα του εναγομένου περικοπές, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας από τις, προαναφερθείσες υπό στοιχ.

α Α περικοπές, κατά τις οποίες, οι έντεκα περιγραφικές παρουσιάσεις/ διαλέξεις, τύπου power point και το "επιμορφωτικό φυλλάδιο για την ΕΕ", που έχει καταθέσει, κατά τη γνώμη του δεν έπρεπε να κατατεθούν καθόλου, διότι προσβάλουν όχι μόνο τη νοημοσύνη του εκλεκτορικού, αλλά και την ίδια την ικανότητα/ κρίση της υποψήφιας να αξιολογήσει τι είναι επιστημονικό και τι όχι" και τις υπό στοιχ.

δ περικοπές, που αναφέρονται στην προσωπικότητα της ενάγουσας, κατά τις οποίες, καλείται ο Πρόεδρος του ΔΕΣ να διερευνήσει τις διάφορες φήμες για την προσωπικότητα και τον επαγγελματισμό της, που έχουν περιπέσει στην αντίληψή του, παραδοχές ως προς τις οποίες πλήττεται η εκκαλουμένη με την ένδικη έφεση.

Όσον δε αφορά τα αναφερόμενα στις λοιπές περικοπές του άνω υπομνήματος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη, καθόσον αποτελούν μεν δυσμενείς κρίσεις για το έργο της ενάγουσας, πλην, όμως, έγιναν στα πλαίσια άσκησης νόμιμων καθηκόντων του εναγομένου, ως μέλους του εκλεκτορικού σώματος, που είχε κάθε δικαίωμα να γνωστοποιήσει τις δικές του απόψεις και στα λοιπά μέλη του εκλεκτορικού σώματος, χωρίς να αποδεικνύεται ότι οι κρίσεις αυτές περιέχουν διάδοση αναληθών γεγονότων και μάλιστα εν γνώσει της αναλήθειάς τους ή σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας, παραδοχές ως προς τις οποίες δεν πλήττεται η εκκαλουμένη.

Περαιτέρω, σχετικά με τις πιο πάνω υπό στοιχ. αΑ και δ περικοπές, που ενδιαφέρουν εδώ, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με τις πρώτες περικοπές, ο εναγόμενος αναφέρθηκε στο έργο της ενάγουσας, όπως αυτό είχε κατατεθεί και συγκεκριμένα στις έντεκα περιγραφικές παρουσιάσεις/διαλέξεις, τύπου power point και το "επιμορφωτικό φυλλάδιο για την ΕΕ", υποστηρίζοντας ότι κατά τη γνώμη του δεν έπρεπε να κατατεθούν καθόλου, διότι προσβάλουν όχι μόνο τη νοημοσύνη του εκλεκτορικού, αλλά και την ίδια την ικανότητα/ κρίση της υποψήφιας να αξιολογήσει τι είναι επιστημονικό και τι όχι".

Με τους ισχυρισμούς αυτούς ο εναγόμενος, μέλος του εκλεκτορικού σώματος, στα πλαίσια της άσκησης νόμιμων καθηκόντων του, αποτύπωσε κρίσεις, όσον αφορά το έργο της ενάγουσας, το οποίο κατά την άποψή του δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την επιλογή της τελευταίας για την προκηρυχθείσα θέση, θεωρώντας ότι τα κατατεθέντα (περιγραφικές παρουσιάσεις/ διαλέξεις, τύπου power point και "επιμορφωτικό φυλλάδιο για την ΕΕ"), δεν αποτελούν επιστημονικά συγγράμματα, ικανά να οδηγήσουν στην επιλογή της για τη συγκεκριμένη θέση, σχολιάζοντας δε περαιτέρω την κατάθεσή τους από την ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι το γεγονός της κατάθεσης αυτών, προσβάλλει την ίδια όσον αφορά την ικανότητα να αξιολογήσει τι είναι επιστημονικό και τι όχι, χωρίς πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης της και της εν γένει προσωπικότητάς της.

Αντίστοιχες, άλλωστε, παρατηρήσεις όσον αφορά την επιστημοσύνη του έργου της ενάγουσας, είχαν εκφρασθεί και από τον καθηγητή Ν. Κ., ο οποίος κατά την τοποθέτησή του, αποσπάσματα της οποίας αναφέρθηκαν παραπάνω, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι το έργο της, δεν ανταποκρίνεται στην ποιότητα και τις απαιτήσεις του τμήματος για τη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή και ότι η υποψήφια δεν έχει τις προϋποθέσεις, δεν πληροί τα τυπικά προσόντα και δεν ανταποκρίνεται στα ουσιαστικά κριτήρια που θα εφαρμόσει το Τμήμα.

Επίσης, ο εναγόμενος στο άνω υπόμνημά του, αναφέρθηκε σε διάφορες "φήμες", που κυκλοφορούσαν για την ενάγουσα, οι οποίες κατά τη γνώμη του, έπρεπε να διερευνηθούν στα πλαίσια της κρίσης και αξιολόγησης της συνολικής προσωπικότητας της υποψήφιας, χωρίς να αναφερθεί συγκεκριμένα στις φήμες αυτές. Οι εν λόγω φήμες, σχετίζονταν με την υπόθεση του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο ..., Σ.

Α., ο οποίος είχε καταγγείλει παράνομες συμπεριφορές καθηγητών του Πανεπιστημίου ..., μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, κατά τη διαδικασία επιλογής υποψηφίων, για μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου, τον Ιούλιο του έτους 2005. Για την υπόθεση αυτή υπήρξαν δημοσιεύματα στον τύπο και το διαδίκτυο, σε διάφορες ιστοσελίδες, μεταξύ των οποίων η ιστοσελίδα tvxs gr, με δημιουργό και υπεύθυνο του υλικού που αναρτάται σ' αυτή, το δημοσιογράφο, Σ.

Κ.. Σε βάρος του πιο πάνω καθηγητή, δρομολογήθηκε πειθαρχική δίωξη, για απάδουσα στην αξιοπρέπεια πανεπιστημιακού λειτουργού συμπεριφορά, συνιστάμενη σε αβάσιμη και δημόσια κριτική μελών και οργάνων του Πανεπιστημίου σχετικά με την επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών, χωρίς τελικά να υπάρξει απόφαση επί της δίωξης, καθώς ο τελευταίος, στις 3-5-2006, μετά την ανακοίνωση από τον ίδιο, στη Γενική Συνέλευση του Πανεπιστημίου της πειθαρχικής του δίωξης, αποβίωσε.

Μετά το θάνατό του, τα τέκνα του κατέθεσαν την από 16-6-2006 μηνυτήρια αναφορά, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μεταξύ άλλων και κατά της ενάγουσας, ως ενεχόμενων στο θάνατο του πατέρα τους, ζητώντας να διερευνηθούν τόσο οι αιτίες θανάτου του, όσο και οι καταγγελίες του, σε βάρος άλλων καθηγητών, για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος.

Ωστόσο, η σχετική έγκληση, κατά το μέρος που αφορούσε την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας, απορρίφθηκε με τη με αριθμό 35/2007 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνης, ενώ απορρίφθηκε και η προσφυγή κατά της Διάταξης αυτής, με τη με αριθμό 2/2009 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών .... Παράλληλα δε, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά καθηγητών του Πανεπιστημίου ..., μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, φερόμενο ως τελεσθέν, κατά την επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών, αδίκημα, όμως, για το οποίο αθωώθηκαν αρχικά με τη με αριθμό 1454/ 2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης και μετά από άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα κατά της απόφασης αυτής, με τη με αριθμό 512/2013 απόφαση του Εφετείου ....

Επίσης, η ενάγουσα και άλλοι καθηγητές άσκησαν αγωγή, κατά της καθηγήτριας του Τμήματος Μαθηματικών και πρώην Κοσμήτορα της Σχολής ... Επιστημών του Πανεπιστημίου ..., Σ. Π., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ... με την οποία ζήτησαν την επιδίκαση ποσού 200.000 ευρώ καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την προσβολή της προσωπικότητάς τους, που φερόταν ότι έλαβε χώρα με πόρισμα που είχε καταθέσει η τελευταία, ως μέλος Επιτροπής, την οποία είχε ορίσει η Σύγκλητος για τη διερεύνηση της άνω υπόθεσης.

Η συζήτηση της αγωγής αυτής είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 21-2-2014, πλην, όμως, ματαιώθηκε, ενώ στη συνέχεια οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής τους. Οι ίδιοι δε όπως παραπάνω ενάγοντες, άσκησαν αγωγή και κατά του δημοσιογράφου, Σ. Κ. για προσβολή της προσωπικότητάς τους, με αναρτήσεις του για το ίδιο όπως παραπάνω ζήτημα, στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα.

Επί της εν λόγω αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 201/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 7.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ήδη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας από τον εκεί εναγόμενο έφεσης, με την 3289/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας δε απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εναγόμενο, χωρίς να προκύπτει έκδοση απόφασης επ' αυτής. Επιπλέον, αμφισβήτηση του επαγγελματισμού και της δεοντολογίας της ενάγουσας, είχε διατυπωθεί σε προσωρινή γενική συνέλευση του Τμήματος ... του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στις 13-3- 2001, μετά την παραίτησή της από το τμήμα ..., κατά την έναρξη του εαρινού εξαμήνου, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τα αρμόδια όργανα του τμήματος, χωρίς, όμως, η αμφισβήτηση αυτής να εμποδίσει την επιλογή της για τη θέση του Επίκουρου Καθηγητή στο άνω Τμήμα του τελευταίου Πανεπιστημίου.

Ο εναγόμενος αναφέρθηκε στις φήμες που κυκλοφορούσαν, υπονοώντας τις πιο πάνω υποθέσεις, η εξέλιξη των οποίων όσον αφορά το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος σε βάρος της ενάγουσας και τις αγωγές, δεν είχαν γίνει γνωστά κατά τον επίδικο χρόνο, ζητώντας να διερευνηθούν στα πλαίσια της αξιολόγησης της συνολικής προσωπικότητας της ενάγουσας, δηλώνοντας, όμως, ότι ούτε προς στιγμή πίστεψε ότι αυτές οι φήμες αληθεύουν, αλλά μια τέτοια διερεύνηση από το Τμήμα και ενημέρωση τόσο του εκλεκτορικού, όσο και της ΓΕΣ του ΔΕΣ, κρίνεται κατά τη γνώμη του αναγκαία και επιτακτική, προκειμένου "να διασφαλιστεί με ενιαία αξιοκρατικά κριτήρια η αξιολόγηση" της υποψήφιας.

Με βάση όσα εκτέθηκαν, τα αναφερόμενα στις άνω υπό στοιχ. αΑ και δ περικοπές του υπομνήματος του εναγομένου, που αποτελούν δυσμενείς κρίσεις στην πρώτη περίπτωση για το έργο της ενάγουσας και την άποψη του εναγομένου ότι οι φήμες που πράγματι κυκλοφορούσαν τότε για την ενάγουσα, έπρεπε να διερευνηθούν, στα πλαίσια της αξιολόγησης της συνολικής προσωπικότητας της ενάγουσας, στη δεύτερη περίπτωση, διατυπώθηκαν στα πλαίσια άσκησης νόμιμων καθηκόντων του, ως μέλους του εκλεκτορικού σώματος, που είχε κάθε δικαίωμα να γνωστοποιήσει τις δικές του απόψεις και στα λοιπά μέλη του εκλεκτορικού σώματος, χωρίς να αποδεικνύεται σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας.

Ειδικότερα, από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διατυπώθηκαν οι άνω ισχυρισμοί του εναγομένου, δεν προκύπτει σκοπός του τελευταίου, δηλαδή πρόθεση αυτού, που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσας, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου της, της τιμής, της υπόληψης και της επαγγελματικής της δραστηριότητας ή καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτής, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της τελευταίας.

Κατ' ακολουθία, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ο συναφής ισχυρισμός του τελευταίου, ότι ενήργησε στα πλαίσια των νόμιμων καθηκόντων του, χωρίς πρόθεση να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, ο οποίος συνιστά ένσταση, διότι γίνεται επίκληση λόγου που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, το άδικο από ποινική άποψη της δυσφήμησης και της εξύβρισης, συνακόλουθα δε και το παράνομο της ένδικης αδικοπραξίας και της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος.

Ενόψει αυτών, αφού δεν αποδεικνύεται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας, δεν δικαιολογείται η επιδίκαση υπέρ αυτής της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που αφορά προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, με τις άνω περικοπές του υπομνήματος του εναγομένου, που ερευνήθηκαν εδώ, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας αντίθετα, απέρριψε την παραπάνω ένσταση του εναγομένου, κατά το μέρος που αφορούσε τους ισχυρισμούς του εναγομένου με τις πιο πάνω υπό στοιχ. αΑ και δ περικοπές, ακολούθως δε, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα εντόκως, το ποσό των 4.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησε λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος με το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του ΠΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της δυσφήμησης, συκοφαντικής ή απλής, αλλά, περαιτέρω, ούτε και αυτό της εξύβρισης, καθόσον οι επίμαχες δύο περικοπές του υπομνήματος του αναιρεσιβλήτου αποτελούν, πράγματι, δυσμενείς κρίσεις για το έργο της αναιρεσείουσας, στην πρώτη περίπτωση, το οποίο κατά την άποψή του δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την επιλογή της στην προκηρυχθείσα θέση, και απλή έκφραση γνώμης, στη δεύτερη περίπτωση, προκειμένου να διερευνηθούν, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συνολικής προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, οι πράγματι κυκλοφορούσες για το πρόσωπό της φήμες, χωρίς ωστόσο η ανωτέρω έκφραση γνώμης και οι επικαλαλούμενες φήμες να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός, πέραν του ότι η γνώμη αυτή του αναιρεσείοντος διατυπώθηκε με αμφιβολία, με τη δήλωση του ότι "ούτε προς στιγμή πίστεψα ότι αυτές οι φήμες αληθεύουν", με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής και της απλής δυσφήμησης, ενώ, περαιτέρω, κατά τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ο αναιρεσείων περιέλαβε τις επίμαχες κρίσεις και προσωπικές απόψεις στο υπόμνημά του, όχι με πρόθεση να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσείουσας αλλά αποκλειστικώς και μόνο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, στο πλαίσιο άσκησης νόμιμου καθήκοντος αυτού, ως μέλους του εκλεκτορικού σώματος, που είχε δικαίωμα να γνωστοποιήσει τις δικές του απόψεις και στα λοιπά μέλη του εκλεκτορικού σώματος, που θα έκρινε την υποψηφιότητα της αναιρεσείουσας, χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισης αυτής.

Το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που ορίσθηκε η σχετική κρίση από το εκλεκτορικό σώμα, ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε νόμιμη άδεια και έτσι δεν μπορούσε να μετέχει σ' αυτό, οπότε αντικαταστάθηκε, δεν συνεπάγεται ότι αυτός δεν ενήργησε στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του και των καθηκόντων του, όταν συνέταξε το υπόμνημά του, καθόσον, στην περίπτωση που η κρίση αυτής οριζόταν σε χρόνο μεταγενέστερο, όταν θα έληγε η άδεια αυτού, θα μετείχε κανονικά στο εκλεκτορικό σώμα.

Συνεπώς, τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ανταποκρινόμενα στο πραγματικό του κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της δεκτής γενομένης, ως άνω, ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως του αναιρεσιβλήτου και την αβασιμότητα της, προς κατάλυση της παραπάνω ενστάσεως, προταθείσας αντενστάσεως της αναιρεσείουσας από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση, και υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων εκ μέρους τη αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ` ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996, ΑΠ 50/2020). Με έτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την αντένστασή της στην ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί εφαρμογής εν προκειμένω της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, ότι δηλαδή οι κρίσεις που περιέλαβε στο υπόμνημά του ο αναιρεσίβλητος περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, άλλως από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι, από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διατυπώθηκαν οι άνω ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, δεν προκύπτει σκοπός αυτού "που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης της αναιρεσείουσας, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου της, της τιμής, της υπόληψης και της επαγγελματικής της δραστηριότητας ή καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτής, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της τελευταίας".

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ` αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1356/2017).

Όταν το εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση " νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση", αποκρούει από τα πράγματα την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική προς τούτο αιτιολογία.

Η κρίση του δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 85/2021, ΑΠ 175/2017). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αρ.11 περ. α` ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 315/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη ότι απαραδέκτως αυτή έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα για πρώτη φορά στο Εφετείο υπ' αριθ. 8617/17-9-2919 ένορκη βεβαίωση του Καθηγητή Ι. Κ., που λήφθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο έλαβε πράγματι υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση ως νέο αποδεικτικό μέσο.

Από το γεγονός δε ότι το Εφετείο έκρινε ότι αυτή παραδεκτώς προσκομίστηκε ενώπιόν του ως νέο αποδεικτικό μέσο, σημαίνει ότι δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απαραδέκτου προσκομίσεως αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 1), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ανεξαρτήτως του ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμό περί απαραδέκτου του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου ενώπιον του Εφετείου, η κρίση του Εφετείου ότι ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 461/2017, ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου, που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Επομένως, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης, ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010) η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ` άρθρο 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1515/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, της επέβαλε τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας στο ποσό των 800 ευρώ, ενώ δεν ευθύνονταν αυτή που προσέφυγε στο Δικαστήριο ένεκα της προσβολής της προσωπικότητάς της από τον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 176 ΚΠολΔ, καθόσον υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται n αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου ουσίας, αφού, όπως αναφέρθηκε, η επιβολή δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία επίσης δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 461/2017).

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-6-2020 αίτηση της Μ.Μ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 2005/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ