Legislator Case Law & Legislation
1810/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper summons of absent defendant.

Case Number 1810/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Regional Court of Western Greece regarding compensation for expropriation. The defendant, P.F., failed to appear at the hearing, and the court found the summons served to her was legally defective. Consequently, the court ruled the hearing inadmissible and ordered the case to be retried with a new summons.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 1-2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine whether an absent defendant was legally and timely summoned; if the summons was defective, the hearing is declared inadmissible and the case remitted for a new summons.

Keywords

AI generated
improper summons inadmissible hearing absence of defendant legal summons expropriation compensation procedural defect remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1-2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1810 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1810/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Φ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2013 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 96/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις (σύνολο 15) φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και η από 8-3-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 3/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι εκεί αναιρεσείοντες ομού με την ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 28-1-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1424/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-8-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1733/2022, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 685/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αρ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, Κ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 16-8-2022 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που επισπεύδει τη συζήτηση, προς την δικηγόρο Πατρών Μαρία Αντώνογλου, που παραστάθηκε στην κατ έφεση δίκη ως πληρεξουσία δικηγόρος και αντίκλητος (143 παρ. 1 ΚΠολΔ) της αναιρεσίβλητης και εξακολουθεί να είναι αντίκλητος αυτής, καθόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί, με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο διορισμός νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ. 2). Με την από 16-8-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 1/11-1-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 "Περί αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων" και καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της με ΑΚΠ 908 ιδιοκτησίας, ήρε το τεκμήριο ωφελείας και διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης.

Η αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός του έτους από την έκδοση της απόφασης (άρθρο 22 του ν. 2882/2001). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82 τ. Α'/10.4.2012) και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 § 9 του εν λόγω νόμου και στην προκειμένη απαλλοτρίωση, η οποία ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του, "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη, μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005). Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν:

α) δεν ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των απομενόντων τμημάτων και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1004/2012, ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1290/ 2009).

Ακόμη, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δόμησης και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1290/2009).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 1941/2022, ΑΠ 975/2022, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/ 2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 801/2009).

Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και, επομένως, και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.

H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως του εφετείου (ΑΠ 305/2021, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 629/2010). Αν παρά ταύτα το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επιληφθεί και εξετάσει εκ νέου κεφαλαία της απόφασης, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, τότε παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου (ΑΠ 1941/2022, ΑΠ 739/2022, ΑΠ 707/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται ο κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει, κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ως λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη νόμιμης βάσεως "και ιδίως, αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "αιτιολογίες", όμως, στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.

Οι νομικές διατάξεις, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, που προσβάλλεται, να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 420/2022,ΑΠ 1099/2019, ΑΠ 951/2013, ΑΠ 282/2010).

3.-Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με αρ. 1/11-1-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: επί αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριουμένων ακινήτων με την κηρυχθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση με την με αρ. ...-2007 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, στην περιοχή των Δήμων Μεσολογγίου και Αιτωλικού, για την κατασκευή εθνικής οδού (...), μεταξύ των οποίων ήταν και το με αρ.

ΑΚΠ 908 ακίνητο ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης και της ανταίτησης της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η με αρ. 3/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης και απορρίφθηκε η (αντ)αίτηση ως απαράδεκτη, ως προς τα αιτήματα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας της, της άρσης του τεκμηρίου ωφελείας και της διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα .

Μετά από άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω αποφάσεως (Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος) από την αναιρεσίβλητη, εκδόθηκε η με αρ. 1424/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου, όσον αφορά την αναιρεσείουσα Π. Φ. και ήδη στην προκειμένη δίκη αναιρεσίβλητη, ως προς τα ανωτέρω αιτήματά που είχαν απορριφθεί ως απαράδεκτα και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Το δικάσαν μετά από παραπομπή Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 1111974/8398/Δ0010/9-1-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 16/24-1-2007), όπως διορθώθηκε δύο φορές με την επίσης νόμιμα δημοσιευθείσα υπ' αριθ. 1047664/3017/Δ0010/14-5-2008 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, και την με αριθ.

πρτ. Δ12/5919/22-11-2011 απόφαση της Δ/ντριας Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα σε βάρος του έργου ΣΑΕ 0-71/3/2006 ΣΕ 07130030 του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Οδικού Άξονα Β - Ν της Ιόνιας Οδού στο υποτμήμα από χ.θ 33+531 - χ.θ. 43+153", έκταση συνολικού εμβαδού 332.592,89 τ.μ. (βάσει του διορθωτικού κτηματολογικού πίνακα 446.062,11 τ.μ.), που βρίσκεται στην περιοχή των Δήμων Αιτωλικού και Μεσολογγίου.

Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1 : 1000 στα με αριθ. σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5, 6 από 1-8-2006, 25-5-2007 και 27-4-2011 διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της ΓΓΔΕ Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από την ανάδοχο μελέτης Κοινοπραξία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές Α.Ε.

και ΚΑΣΤΩΡ" και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ιωάννης Σαραντινός την 1-8-2006, στις 18-3-2008 και στις 21-9-2011 και εγκρίθηκαν δυνάμει των υπ' αριθ. πρτ. ...-2006 και ...-2008 αποφάσεων του Διευθυντή της ίδιας υπηρεσίας. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικό διαγράμματα μεταξύ των οποίων και η με ΑΚΠ 908 ιδιοκτησία, στην οποία προέβαλε δικαίωμα κυριότητας η αιτούσα.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στην περιοχή των Δήμων Μεσολογγίου και Αιτωλικού, εγγύς ή εφαπτόμενα του υφιστάμενου επαρχιακού και εθνικού οδικού δικτύου. Η ζώνη απαλλοτρίωσης που εντάσσονται τα επίδικα ακίνητα ακολουθεί σχεδόν κατά μήκος την υφιστάμενη Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων με μικρές παραλλαγές στο τμήμα αυτής από το 34ο έως το 44ο χιλιόμετρο περίπου.

Ειδικότερα αρχίζει βόρεια του οικιστικού ιστού της πόλης του Μεσολογγίου (στη διασταύρωση της ΕΟ προς Μεσολόγγι) και διέρχεται σε απόσταση 500- 2.000 μ. από την ακτογραμμή της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου, νότια του όρους Αρακύνθου και του ομώνυμου ρήγματος στη θέση "Τρύπες", μέχρι τον οικισμό του Κεφαλόβρυσου.

Η περιοχή των επιδίκων απέχει από 31 έως 44 χλμ. από το Αντίρριο (Γέφυρα Χαρίλαου Τρικούπη), από 1 έως 10 χλμ. από τον οργανωμένο οικιστικό ιστό της πόλης του Μεσολογγίου και αντίστοιχα από το Αιτωλικό και από 25 έως 35 χλμ. από την πόλη του Αγρίνιου. Η εγγύς περιοχή είναι οικιστική, παραθεριστική, αλλά και γεωργική, με εκτεταμένες και συστηματικές καλλιέργειες κυρίως ελαιόδεντρων και ελαφρά βιοτεχνική - βιομηχανική χρήση.

Η ειδικότερη περιοχή που βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα κείται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού. Πολεοδομικά δεν είναι χωροθετημένη και έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλεως χρήσεις. Διαθέτει ικανοποιητικές υποδομές για την εξυπηρέτηση της κύριας χρήσης της (γεωργικής) και συγκεκριμένα δίκτυο άρδευσης και τοπικό οδικό δίκτυο ικανοποιητικό προς την πλευρά της θάλασσας, κυρίως αγροτικό, με το οποίο συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την υφιστάμενη ΕΟ.

Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 96/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίστηκε μεταξύ άλλων και η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το ακίνητο της αιτούσας, με ΑΚΠ 908, σε 35 ευρώ /τ.μ., το οποίο χαρακτηρίστηκε ως αγρός με πρόσοψη στην ΕΟ και με οικοπεδική αξιοποίηση, ενώ καθορίστηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ίδιας ιδιοκτησίας σε ποσοστό 5% επί της καθορισθείσας προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.

Επίσης, με την με αριθμό 3/2015 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι στην κατηγορία Αα (αγροί με πρόσοψη στην ΕΟ με οικοπεδική αξιοποίηση) ανήκει και το ακίνητο της αιτούσας με ΑΚΠ 908, για το οποίο καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως σε 35 ευρώ /τ.μ.. Επιπλέον δε, με την ίδια απόφαση και σύμφωνα με τον οικείο διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα, κρίθηκε ότι, επί της ως άνω υπ' αριθ. 908 ιδιοκτησίας, από τα επικείμενα αυτής που απαλλοτριώνονται, υφίστανται μεταξύ άλλων μία μεσαία κερασιά και ένα επίχωμα 1.000 κ.

μ., και καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας και για τα επικείμενα αυτά και ειδικότερα προς 120 ευρώ για το δένδρο και προς 5 ευρώ το κ. μ. για το επίχωμα (βλ. αντίστοιχα 78 φύλλο 1η σελίδα 1η σειρά και φύλλο 84 σελίδα 2η αριθ. 52). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η με ΑΚΠ 908 ιδιοκτησία συνολικής έκτασης 6.846,18 τ.μ., βρίσκεται εντός ζώνης 500 μ.

της επέκτασης του ορίου πόλης του Κεφαλόβρυσου, είναι άρτια και οικοδομήσιμη και από αυτήν απαλλοτριώθηκε αρχικά έκταση 1.401,58 τ.μ., και απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα εμβαδού 5.444,60 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικία, ανεγερθείσα το έτος 1972, εμβαδού 117,58 τ.μ. ανά όροφο, προσθήκη - επέκταση της οικίας εμβαδού 40,43 τ.μ., ανεγερθείσα το έτος 1979 με εξωτερικό κλιμακοστάσιο, καθώς και ισόγεια αγροτική αποθήκη ανεγερθείσα το έτος 1987.

Με την ίδια ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κρίθηκε μεταξύ άλλων, ότι, με την απαλλοτρίωση μειώνεται η αξία της διώροφης οικίας και της προσθήκης της, ανερχόμενης σε 300 ευρώ/τ.μ. κατά ποσοστό 70%, και καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση γι' αυτά, ενώ αποφασίστηκε ότι ουδεμία μείωση της αξίας τους υφίστανται η εξωτερική κλίμακα και η ισόγεια αποθήκη της οικίας, για τους ειδικότερα αναφερόμενους στην απόφαση λόγους.

Επομένως, αφενός ως προς επικείμενα εντός του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αφετέρου ως προς τα κτίσματα εντός του εναπομείναντος τμήματος αυτού, υπήρξε τελεσίδικη δικαστική κρίση με την υπ' αριθ. 3/2015 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι στα απαλλοτριούμενα επικείμενα της εν λόγω ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται μία αυλή σκυροδετημένη, επιφάνειας 60 τ.μ.

και ένας βόθρος πλακοσκεπή, επιφάνειας 3,4μ., διότι δεν προσκομίστηκαν από την αιτούσα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη και θέση αυτών, πάρα μόνο σε μία μαρτυρική κατάθεση στη δίκη για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, αναφέρθηκε γενικά η ύπαρξη κάποιου βόθρου, ενώ προέκυψε ότι και μετά την απαλλοτρίωση, στην εν λόγω ιδιοκτησία παραμένει η διώροφη οικία με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτής και με τον αύλειο χώρο της, ο οποίος αποτελεί συνέχεια αυτής και όχι χωριστό τμήμα της.

Επομένως δε συντρέχει περίπτωση συμπλήρωσης του σχετικού κτηματολογικού πίνακα και καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας για τα ανωτέρω επικείμενα και το σχετικό αίτημα της καλούσας, καθώς και αυτό για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω απομειώσεως της αξίας της αποθήκης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. ...-2014 απόφαση του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, η οποία δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ 202/ 25-6- 2014), κηρύχθηκε συμπληρωματική απαλλοτρίωση για το έργο "Κατασκευή στον αυτοκινητόδρομο της Ιονίας Οδού", έκτασης εμβαδού 77.291,29 τ.μ. και από την παραπάνω ιδιοκτησία της αιτούσας απαλλοτριώθηκε επιπλέον τμήμα εμβαδού 95,90 τ.μ. με κτηματολογικά αριθμό ΑΚΠ 021057 και απέμεινε έκταση 5.348,70 τ.μ. εκτός απαλλοτριώσεως. Επίσης, με την υπ' αριθ. 77/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, αφού απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν τμήμα των 95,90 τ.μ. σε 18,81 ευρώ /τ.μ.

Εξάλλου, σύμφωνα με την από Μάιο 2014 έκθεση εκτίμησης των εναπομενόντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών, της πιστοποιημένης ορκωτού εκτιμητή Α. Μ., το εναπομένον τμήμα της ΚΑ 908 ιδιοκτησίας παραμένει αμετάβλητο, ως προς τη θέση, το μέγεθος, την πολεοδομική του κατάσταση, τα ειδικά χαρακτηριστικά του διότι δεν θίγεται η έκταση του αγρού, την πρόσβαση σε οδό που παραμένει ως είχε, διότι η απόσταση από τον άξονα της ΝΕΟ παραμένει η ίδια με αυτήν από τον άξονα της ΠΕΟ, ενώ μειονεκτεί σε ποσοστό 5% ως προς την ρύπανση και σε ποσοστό 10% ως προς τις χρήσεις του, διότι δυσχεραίνεται η χρήση της οικίας από τον περιορισμό του έμπροσθεν αυτής χώρου, η δε αξία του εναπομένοντος τμήματος προσδιορίζεται σε 19,80 ευρώ/τ.μ.

με βάση την αρχική αξία της ιδιοκτησίας. Επίσης, στην από 9-5-2014 τεχνική έκθεση μηχανικών που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, σχετικά με την οικονομική αξία των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών, αναφέρεται ότι, στο συγκεκριμένο ακίνητο δικαιολογείται ένα ποσοστό μέχρι 14% μείωσης της αξίας για την απομένουσα εδαφική έκταση.

Αντιθέτως, σύμφωνα με την από 7-9-2011 τεχνική έκθεση του Ε. Κ. ιδιώτη μηχανικού-πολεοδόμου στην Πάτρα, μετά την απαλλοτρίωση, το ακίνητο αχρηστεύεται και καθίσταται ανεκμετάλλευτο, λόγω της υψομετρικής διαφοράς του εναπομένοντος τμήματος με το οδόστρωμα της ΝΕΟ σε 5 μ. , της μη προσβασιμότητας σε οδικό δίκτυο, της συγκέντρωσης όμβριων υδάτων και της ηχητικής και χημικής ρύπανσης, με μείωση της αξίας του σε ποσοστό 100%.

Εξάλλου, από την από Οκτώβριο του 2017 έκθεση εκτίμησης εναπομενόντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών των πιστοποιημένων εκτιμητών Α. Λ., Φ. Σ. και Μ. Φ., προκύπτει ότι, μετά την συμπληρωματική απαλλοτρίωση για την επίδικη ιδιοκτησία, το απομένον τμήμα δεν επηρεάζεται και η αξία του παραμένει αμετάβλητη, σύμφωνα δε με το υπ' αριθ.

πρωτ. 6594/2017 έγγραφο της Δ/νσης Απαλλοτριωτέων του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών το επίδικο ακίνητο δε χρήζει καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης. Μετά τη συνεκτίμηση όλων των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι εν προκειμένω, ενόψει της προβλεπόμενης δημιουργίας κόμβου διασταύρωσης δύο κεντρικών υπερυψωμένων οδικών αρτηριών, ακριβώς στη θέση της εν λόγω ιδιοκτησίας, της υψομετρικής διαφοράς 3 μ.

του ακινήτου σε σχέση με την νέα οδό και της μη προβλεπόμενης πρόσβασης προς αυτήν, καθώς το ακίνητο, μέσω της απαλλοτριούμενης ζώνης της ίδιας ιδιοκτησίας αποκτά πρόσωπο σε αγροτική οδό, κατά μήκος και παράλληλα του αυτοκινητόδρομου, ενώ μέσω της παρακείμενης δυσχεραίνεται η χρήση και απομειώνεται η αξία του απομένοντος τμήματος του ακινήτου κατά ποσοστό 30% επί της οριστικώς προσδιορισθείσας αξίας του, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού αιτήματος της καλούσας.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι το ακίνητο αυτό, το οποίο πριν την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο 100 μέτρων περίπου στην υφιστάμενη ΕΟ Αντιρρίου-Ιωαννίνων στη συμβολή της επαρχιακής οδού προς Αιτωλικό με την Εθνική οδό και μετέπειτα χαρακτηρίστηκε ως προβληματική περίπτωση, ωφελήθηκε από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, αλλά αντίθετα ζημιώθηκε, για τους ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους που απομειώνεται η αξία του και επιπλέον λόγω της κοντινής απόστασης της ιδιοκτησίας από τη Νέα Οδό, καθώς ο άξονας του αυτοκινητόδρομου θα απέχει 26 μέτρα και τη συνεπεία αυτής ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης και γι' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί η αιτούσα ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αποζημίωση.

Συνεπώς για το επίδικο με Α.Κ.Π 908 απαλλοτριωθέν ακίνητο δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφελείας και η ιδιοκτήτρια αυτού δεν έχει υποχρέωση να αυτοαποζημιωθεί ούτε να αποζημιώσει τρίτους. Ειδικότερα αυτοαποζημιώνεται τμήμα 753,60 τ.μ. και για τμήμα 16,81 τ.μ. υφίσταται υποχρέωση στην Α.Κ.Π. 909 ιδιοκτησία, δηλαδή υπάρχει συνολική επιβάρυνση στο ακίνητο αυτό 770,41 τ.μ.

Επομένως, η αξίωση της απούσας έναντι του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, διαμορφώνεται, σύμφωνα με την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των 35 ευρώ /τ.μ. σε 26.964,35 ευρώ (770,41 X τ.μ. X 35,00€/τ.μ.) και πρέπει να διορθωθεί ο οικείος κτηματολογικός πίνακας, λόγω άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, στην προαναφερόμενη ιδιοκτησία.

Συνεπώς πρέπει, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη αίτηση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.". Κατόπιν τούτων το Εφετείο δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αίτηση ως βάσιμη κατ ουσίαν, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του με ΑΚΠ 908 ακινήτου, έκτασης 5.348,70 τ.μ., ήρε το τεκμήριο ωφελείας ως προς την ΑΚΠ 908 ιδιοκτησία και έκρινε ότι αυτή δεν ενέχει υποχρέωση αυτοαποζημίωσης για έκταση 753,60 τ.μ. ούτε αποζημίωσης της με αρ. ΑΚΠ 909 ιδιοκτησίας για έκταση 16,81 τ.μ. και διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα ώστε η φερόμενη ως αυτοαποζημιούμενη και υπόχρεη σε αποζημίωση τρίτου με ΑΚΠ 908 ιδιοκτησία, να αποζημιωθεί με την καθορισθείσα για το απαλλοτριούμενο ακίνητο ποσό της οριστικής τιμής μονάδος, ήτοι με 26964,35 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς τις παραδοχές της για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης σε ποσοστό 30% επί της οριστικώς ορισθείσας, δυνάμει της με αρ. 3/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος , τιμής μονάδος και όχι με βάση την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της μετ αναίρεση συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο ήτοι αυτόν της 8ης-6-2021, αν και δέχεται ότι για την αίτηση καθορισμού αποζημίωσης, που επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της νέας συζήτησης μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης συζήτησης, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον i) όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατά την αίτηση αναίρεσης αντιφατικότητα αιτιολογιών, προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της μείζονος πρότασης και στις αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης και όχι μόνο από τις αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης, κατά τα ήδη εκτεθέντα και ii) το Εφετείο για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, επελήφθη μετά από παραπομπή με την με αρ. 1424/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης όλων των αναιρεσειόντων κατά της με αρ. 3/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς το κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και αναίρεσε την απόφαση όσον αφορά την τότε αναιρεσείουσα Π.

Φ. (αναιρεσίβλητη στην υπό κρίση αίτηση), κατά το μέρος που απέρριψε την ανταίτησή της, ως προς τα αιτήματα α) καθορισμού αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της υπ' αριθμ. 908 ιδιοκτησίας, β) ως προς το αίτημα διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα ώστε να περιληφθούν και τα επικείμενα και γ) ως προς το αίτημα άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας.

Επομένως μετά την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, η εξουσία του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκτεινόταν μόνο στα προσβληθέντα και αναιρεθέντα κεφάλαια και όχι στο προσβληθέν αλλά μη αναιρεθέν κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του ως άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για το οποίο διατηρείται το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 3/2015 αποφάσεως του Εφετείου, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η έρευνα και αιτιολόγηση του προσδιορισμού της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου, κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, καθόσον είχε ήδη οριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, με την ανωτέρω, μη αναιρεθείσα κατά το κεφάλαιο αυτό, απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, ως προς τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης σε ποσοστό 30% της αξίας της εναπομείνασας έκτασης των 5.348,70 τ.μ.

της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ 908, υπό τις αιτιάσεις ότι αν και χαρακτήρισε ως αγρό το απαλλοτριούμενο ακίνητο, παρά το νόμο καθόρισε το ποσοστό της ιδιαίτερης αποζημίωσης ερευνώντας την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του και ότι στερείται νόμιμης βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την παραδοχή της ότι η αξία του εναπομείναντος τμήματος μειώθηκε κατά 30%.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η κατηγορία στην οποία ανήκει το απαλλοτριούμενο ακίνητο δηλαδή η κατηγορία "Αα- αγρός με πρόσοψη στην εθνική οδό με οικοπεδική αξιοποίηση και ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο", κρίθηκε με την με αρ. 3/2015 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία σημειωτέον δεν αναιρέθηκε ως προς τον χαρακτήρα του απαλλοτριούμενου ακινήτου, χωρίς να προβεί το ίδιο με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε εκ νέου χαρακτηρισμό του απαλλοτριούμενου ακινήτου και μάλιστα ως αγρού.

Επομένως ο λόγος αυτός, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη και αναληθή προϋπόθεση του χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της παραπομπής του απαλλοτριούμενου ακινήτου ως αγρού, είναι αβάσιμος.

Επίσης το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε ότι λόγω, της υψομετρικής διαφοράς 3 μ. του ακινήτου σε σχέση με την νέα οδό και της μη προβλεπόμενης πρόσβασης προς αυτήν, καθώς το ακίνητο, μέσω της απαλλοτριούμενης ζώνης της ίδιας ιδιοκτησίας αποκτά πρόσωπο σε αγροτική οδό, κατά μήκος και παράλληλα του αυτοκινητόδρομου, το εναπομείναν ακίνητο της ήδη αναιρεσίβλητης υπέστη μείωση της αξίας του, την οποία και καθόρισε στο προαναφερόμενο ποσοστό και επομένως ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος ενώ κατά τα λοιπά, υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου περί των αποδείξεων.

Με τον τρίτο λόγο, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση (αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και 33 ν. 2971/2001 ως προς τις παραδοχές του περί της άρσης του τεκμηρίου ωφελείας, υπό τις αιτιάσεις α) όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού για την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωσε το Εφετείο την άρση του τεκμηρίου ωφελείας δεν είναι ικανά να ανατρέψουν αυτό, ισχυριζόμενο ότι αυτά συμβαίνουν σε κάθε περίπτωση απαλλοτρίωσης για διάνοιξη εθνικής οδού, ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις για την ανατροπή του τεκμηρίου, ότι τα περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή δεν συνιστούν εξαιρετικές περιστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν στην άρση του εν λόγω τεκμηρίου κατ' εξαίρεση ενώ τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνει την κρίση του το Εφετείο, είναι νομικά μη σημαντικά και β) όσον αφορά το δεύτερο σκέλος εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι τα περιστατικά στα οποία θεμελίωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, εκτίθενται ασαφώς και αντιφατικώς όπως ότι η εθνική οδός θα είναι υπερυψωμένη κατά 3 μέτρα σε σχέση με το φυσικό έδαφος ενώ στην από 9-5-2014 τεχνική έκθεση των μηχανικών του Δημοσίου αναφέρεται ότι η νέα εθνική οδός θα είναι στο ίδιο ύψος με την παλαιά, ότι δεν θα έχει πρόσβαση σε οδικό δίκτυο και ότι οι η ηχητική και ατμοσφαιρική ρύπανση που δέχεται το Εφετείο ως λόγο άρσης του τεκμηρίου ωφελείας, υπήρχε και στην υφισταμένη εθνική οδό.

Από την κατά τα ανωτέρω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης , προκύπτει ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι αφενός μεν μειώθηκε η αξία του εναπομείναντος τμήματος του απαλλοτριούμενου ακινήτου και αφετέρου ότι λόγω της κοντινής απόστασης της ιδιοκτησίας από τη Νέα Οδό, καθώς ο άξονας του αυτοκινητόδρομου θα απέχει 26 μέτρα και την συνεπεία αυτής ατμοσφαιρική και ηχητική ρύπανση που υφίσταται το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριούμενου ακινήτου, το ακίνητο ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης δεν ωφελείται από την εκτέλεση του έργου αλλά αντίθετα ζημιώνεται, παραθέτοντας τους παράγοντες, τις συνθήκες, τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου και τον τρόπο που επέδρασαν στην άρση του τεκμηρίου ωφελείας, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και 33 ν. 2971/2001 και παρέθεσε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τους λόγους ανατροπής αυτού.

Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, ο ανωτέρω λόγος και κατά τα δύο σκέλη του, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της άρσης του τεκμηρίου ωφελείας .

Εξάλλου οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που το αναιρεσείον θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν διότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της, δεν υποβλήθηκε σε δαπάνες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 16-8-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 1/11-1-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ