Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to absent defendants and vague grounds under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling it inadmissible for absent defendants and rejecting vague grounds. The appellant, a public legal entity, sought to overturn a judgment involving numerous individuals, but the court found the appeal procedurally flawed. The court held that the appeal was inadmissible for seven absent defendants and rejected the remaining grounds as lacking specific factual support.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 2, 576 para. 1-3 and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed by absent defendants without proper summons, and grounds must be specific rather than merely citing article numbers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1810 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1810/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του Γ. Κ., πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Β. του Ι., 2) Μ.-Χ. Ρ. του Μ., 3)Α. Κ. του Α., 4) Γ. Μ. του Χ., 5) Σ. Δ. του Δ., 6) Γ. Γ. του Κ., 7) Κ. Τ. του Σ., 8) Δ. Χ. του Ε., 9) Π. Τ. του Σ., 10) Β. Σ. του Δ., 11) Κ. Δ. του Ν., 12) Ε. Κ. του Ζ., 13) Π. Θ. του Γ.,14) Δ. Φ. του Σ., 15) Ι. Σ. του Ο., 16) Α. Α. του Γ., 17) Α. Κ. του Ν., 18) Ε. Μ. του Ν., 19) Ι. Λ. του Α.,20) Α. Ρ. του Κ., 21) Ν. Τ. του Α., 22) Β. Λ. του Π., 23) Κ. Β., κατοίκων όλων ..., 24) Α. Κ. του Σ., 25) Α. Μ. του Α., 26) Α. Σ. του Κ., 27) Θ. Ι. του Α., κατοίκων ..., 28) Κ. Ν. του Π., 29) Δ. Π.-Ι., 30) Χ. Κ. του Ι., 31) Ε. Τ. του Λ., 32) Α. Α. του Ι., 33)Γ. Η. του Δ., 34)Ι. Π. του Κ., 35) Γ. Π. του Χ., κατοίκων ...,36) Δ. Ν. του Β., κατοίκου ..., 37) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 38) Ε. Μ. του Δ., 39)Ι. Μ. του Η., κατοίκου .., 40) Α. Ξ. του Κ., 41) Κ. Β. του Κ., κατοίκων ... και 42) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 12η, 13ος, 25η, 28ης, 33ο, 39ο αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Χαϊκάλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 980/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2,498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Αν δε ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι, η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Α.Π. 954/2020, Α.Π. 676/2020, Α.Π. 535/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 711/2019, Α.Π. 356/2019). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 39/2005, Ολ. Α.Π. 9/2003, Ολ. Α.Π. 9/1992, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 446/2020, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 1374/2017, Α.Π. 526/2016). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ.
β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-03-2013) προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς, είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Ολ.
Α.Π. 14/2015, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 514/2020, Α.Π. 1036/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020 Α.Π. 42/2019, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 533/2018). Επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, η ομοδικία είναι απλή. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2018, Α.Π. 234/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της από 03-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, ..., και του παρόντος Δικαστηρίου 617/2022, αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." με την οποία ζητείται η αναίρεση της, με αριθμό ..., απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, φέρεται ότι έλαβε χώρα με την επιμέλεια απάντων των αναιρεσιβλήτων (...), από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Δικηγόρου Αθηνών Γ.
Α. Χ., όπως προκύπτει από τη, με αριθμό ..., έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε ο αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Π. Κ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι, κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι νομίμως και εμπροθέσμως επέδωσαν ακριβές αντίγραφο αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (...), στον αναιρεσείοντα Οργανισμό.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε,, νόμιμα από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δωδέκατη, δέκατος τρίτος, εικοστή πέμπτη, εικοστή όγδοη, τριακοστός τρίτος και τριακοστός ένατος των αναιρεσιβλήτων (δηλαδή οι Ε.
Κ. του Ζ., Π. Θ. του Γ., Α. Μ. του Α., Κ. Ν. του Π., Γ. Η. του Δ. και Ι. Μ. του Η.), ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπηθέντες από τον ως άνω Δικηγόρο Αθηνών Γ. Α. Χ., ο οποίος παραστάθηκε, ως πληρεξούσιος αυτών, με σχετική δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα (βλ. 35 εξουσιοδοτήσεις - ιδιωτικά έγγραφα, αντίστοιχα, προς τους παρασταθέντες αναιρεσίβλητους, με βεβαίωση, αρμοδίως, του γνησίου της υπογραφής τους).
Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για τη ανωτέρω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους προαναφερθέντες απολιπόμενους έξι (6) αναιρεσίβλητους, αφού δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των συγκεκριμένων διαδίκων προς τον ίδιο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα από τους απόντες αναιρεσίβλητους στον ως άνω Δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Επίσης, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, έδωσε την παραγγελία για την παραπάνω επίδοση και που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και να παραστεί κατ' αυτήν και από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Γ.
Β. του Ι., αφού δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση αυτού του διαδίκου προς τον ίδιο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, γεγονός που όπως προαναφέρθηκε ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, ακύρως παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, δεν προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κλήτευση των ως άνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης (...), οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο. Κατά συνέπεια, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δεν μετέχουν προσηκόντως της αναιρετικής δίκης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, θεωρούνται δικονομικά απόντες και αφού ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τον αντίδικο τους, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς, νομίμως παρισταμένους, αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους παριστάμενους προσηκόντως λοιπούς τριάντα πέντε (35) αναιρεσιβλήτους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων εις βάρος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και υπέρ του αναιρεσείοντος, δεν ορίζονται, διότι η απόφαση, ως προς αυτούς, δεν είναι οριστική (Ολ. Α.Π. 4/2013, Α.Π. 2091/2022).
Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (....)", προσβάλλεται η, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ) με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, το οποίο συνεκδίκασε:
α) την από 07-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... έφεση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με τις επωνυμίες "4η Υγειονομική Περιφέρεια ... και ..." και"3η Υγειονομική Περιφέρεια ...", η οποία στρεφόταν κατά των δέκα (10), εκ των αρχικώς σαράντα τριών (43) εναγόντων, β) την από 06-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...
έφεση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "5η Υγειονομική Περιφέρεια ...", η οποία στρεφόταν κατά των αρχικώς σαράντα τριών (43) εναγόντων και γ) την από 10-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... έφεση του δευτέρου των εναγομένων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." και ήδη αναιρεσείοντος, στρεφόμενη, ομοίως, κατά των αρχικώς σαράντα τριών (43) εναγόντων, κατά της εκδοθείσας, ερήμην του πρώτου των εναγομένων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 980/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 10- 07-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...
αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την επιδίκαση υπέρ αυτών μισθολογικών αξιώσεων και συγκεκριμένα την καταβολή του προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, για το από 01-01-2006 έως 30-09-2011 χρονικό διάστημα και επιδίκασε σε αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές και απέρριψε την από 07-11-2014 έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δέχθηκε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, τις από 06-11-2014 και 10-11-2014 εφέσεις, ως βάσιμες κατ' ουσίαν, ως προς τη δέκατη πέμπτη των εφεσιβλήτων Δ.
Π. του Σ. - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, απέρριψε ως προς αυτήν την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς εφεσίβλητους και νυν αναιρεσίβλητους, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της,κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 04-02-2022 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 04-02-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 -άρθρο 1, άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015-566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους προσηκόντως παριστάμενους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τον Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 31/02.03.2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθρα 72 παρ. 2 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 10 του Ν. 4052/2012 "Εφαρμογή μνημονίου 2, κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 41/01.03.2012), συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (....
ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έδρα το ..., με έναρξη χρόνου λειτουργίας του έξι (6) μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου (02- 03-2011), στον Οργανισμό δε, αυτόν ("....") μεταφέρονται και εντάσσονται, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών ("Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.") με τις μονάδες υγείας του [Νομαρχιακές, Τοπικές], το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α., με το σύνολο του εξοπλισμού του, κ.λ.π. (άρθρα 17 παράγραφοι 1 και 2 ν. 3918/2011, 72 παρ. 2 ν. 3984/2011 - ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011, 10 παρ.1 και 13 παρ. 1 του ν. 4052/2012 - ΦΕΚ Α' 41/01.03.2012 και άρθρο μόνο εδ. 1β', υποπαράγραφος 1Β.1 της παραγράφου IB' του ν. 4093/2012 - ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012) - (ΣτΕ 806/2015).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 Β α' και β' του ως άνω νόμου, τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του .... αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος, ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., που ασκούν αρμοδιότητες, σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, κ.λ.π., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον ...., σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 17 του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ, κατ' άρθρο 26 παρ. 1 και 9 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.06.2011), 1 του άρθρου 29 ιδίου Νόμου, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016 "Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 21/21 Φεβρουαρίου 2016) και 9 του άρθρου 33 του αυτού Νόμου, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 53 παρ. 2 περ. γ' του Ν. 4368/2016, ορίστηκε ότι το ιατρικό (...) και λοιπό προσωπικό, το οποίο υπηρετεί στις περιφερειακές υπηρεσίες, που εντάσσεται στον ...., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής τους σ' αυτόν, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής Υπουργικής Απόφασης.
Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό, που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., κ.λ.π., μεταφέρονται αυτοδικαίως, κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών, στον ...., με τους όρους του παρόντος άρθρου. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την Υ Α.
Φ.80000/οικ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011) από 01-01-2012 μεταφέρθηκαν στον .... από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (και) οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος, οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.), κ.λ.π., που αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Π.Δ. 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. 363/1992.), μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ως άνω Ν. 3918/2011, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του Ν. 4368/2016, ορίζεται ότι ο .... αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ, κατ' άρθρο 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 9 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της, με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
γ' του Ν. 4368/2016, ορίστηκε ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ...., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του .... (Α.Π. 464/2016, Α.Π. 696/2015) Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επί αγωγών που ασκούνται από 01-01-2012 και εντεύθεν, για αξιώσεις, μεταξύ άλλων, ιατρών από την παροχή των υπηρεσιών τους σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες μεταφέρθηκαν έκτοτε στον ...., μόνο παθητικά νομιμοποιούμενο είναι το τελευταίο αυτό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Κατέστη, δηλαδή, ο ...., ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (Α.Π. 2204/2014, Α.Π. 1165/2014). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών, που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον .... (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον ...., μετά τη σύσταση του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει, κατά τη σύσταση του Οργανισμού (Α.Π. 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α' 21), με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων, που ανέκυψαν, ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ., αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ' του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' του νόμου αυτού, προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, με την οποία ορίστηκε ότι: "1. Ο .... αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν, ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες, που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον ....", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου (4368/2016), αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του Ν. 3918/2011, ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του ...., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο .... συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις, που αφορούν προσωπικό, που δεν μεταφέρθηκε στον ...., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον ...., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο, πριν από την ένταξη στον ...., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για τον λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., πριν τη σύσταση του mo πάνω Οργανισμού (περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω), νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης, κατ' απόφασης, εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος, από 01.01.2012, αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β', είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 01.01.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α' 85). Περαιτέρω, με τον Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού ....
και λοιπές διατάξεις", που δημοσιεύθηκε στις 17-02-2014 (ΦΕΚ Α' 38) ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο, υποπαρ. 1.5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α' 85, ως προς τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 04-03-2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας, χρονικής διάρκειας ενός μηνός, μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του ...., σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με την ίδια εργασιακή σχέση, που συνιστώνται, για το/σκοπό αυτό, στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας των επτά (7) ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών, υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 4238/2014, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής της αντίστοιχης θέσης, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του καθοριζόμενου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β' και γ' του νόμου αυτού (4238/2014) ορίστηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, δικαστική και εξώδικη, ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται, ισχύουν έναντι των Δ.Υ,Πε.
και ότι εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων, που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται σης Δ.Υ,Πε., συνεχίζονται από τον ...., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του .... (Α.Π. 306/2020). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για το μεταφερόμενο προσωπικό από τις Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του ...., σε αποκεντρωμένες μονάδες Δ.Υ.Πε., οι εκκρεμείς δίκες του προσωπικού των εντασσομένων μονάδων συνεχίζονται από τις Δ.Υ.Πε.
Επομένως, αναφορικά με το, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, το οποίο μετά την αυτοδίκαιη ένταξη του στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. από τις μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπου προηγουμένως απασχολείτο, κατ' εφαρμογή του ν. 3918/2011, δεν μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε., αλλά απολύθηκε αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του χρόνου διαθεσιμότητας, κατ' εφαρμογή του ν. 4238/2014, μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά για αξιώσεις αυτού από την παροχή της εργασίας στις μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ο ....
και όχι οι, κατά τόπους, Δ.Υ.Πε., στις υπηρεσίες υγείας των οποίων ουδέποτε εντάχθηκε το πιο πάνω ιατρικό προσωπικό. Περαιτέρω, με τον N. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 40) ρυθμίστηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.).
Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργηση του από 01-01-2004, με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας -Ε.Σ.Υ. (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α.
ή σε Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από τον βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίστηκε ως "νοσοκομειακό επίδομα" στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β).
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων, που λάμβανε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής, κ.λ.π.), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα (Α.Π. 1124/2019).
Με την αριθμ. 2052670/5630/ 0022/1998 (ΦΕΚ Β' 944/02-09-1998) Κ.Υ.Α των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, αποφασίσθηκε η επέκταση, στο σύνολο του, του ν. 2470/1997 στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985 ν. 1057/1980 και ν.δ/μα 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς, με το ν. 2150/1993.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος, επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του.
Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων, εκδίδεται, κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθολογική κατάσταση. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., κ.λ.π." (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.
Α-5 αυτού, με το οποίο ορίστηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ., του Τομέα πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας.
Με την παρ. Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε, περαιτέρω, ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίστηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240,00 ευρώ μηνιαίως, για το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων Τ.Ε. Φυσικοθεραπευτών και Δ.Ε. Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 01-01-2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς, με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική Πολιτική έτους 2007, κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 80) και με τα αναφερόμενα, για κάθε κατηγορία προσωπικού, ποσά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 143/07.10.1983), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α' 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου νόμου, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34), μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α' 123 και διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α' 149) "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" ορίστηκε ότι, με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό Κέντρα Υγείας, ως αποκεντρωμένες μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία, ως αποκεντρωμένες μονάδες των Κέντρων Υγείας.
Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 34), μετά την αρχική κατάργησή του" με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή, β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η Ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους".
Ωσαύτως, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίστηκε ότι, στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας, που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.
Προς το σκοπό αυτό, μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες, ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ. ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίστηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα Κέντρα Υγείας, με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994), είναι:
α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη και ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς, ελεύθερους επαγγελματίες, της περιοχής, για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος, προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και, στη συνέχεια, με το Ν. 3205/2003, όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.
Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας, στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β.), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι, κατά νόμο, τα Κέντρα Υγείας (Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015, Α.Π. 1467/2014).
Σημειώνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην, όμως, η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (Ολ.
Α.Π. 524/1979 Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 458/2014, Α.Π. 933/2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 98) ορίστηκε ότι, οι υπηρετούντες στο Ι.Κ. Α. ιατροί, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.
Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 01-07-1997 κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15-07-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/ 0022 από 10-08-1998 Κ.Υ.Α.
των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/02-09-1998), επεκτάθηκαν από 01-01-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κ.λ.π.", αφενός στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους Ν. 1505/1984 και Ν. 1810/1988 και αφετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.
Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 01-01-2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-01/09-02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/09-02-2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο Ι.Κ.Α., ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993 (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019).
Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών Δ.Ε.Π., Α.Ε.Ι., Ε.Π. και Τ.Ε.Ι., γιατρών Ε.Σ.Υ., κ.λ.π." (ΦΕΚ Α' 72) ορίστηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α., που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος, εξαιρέθηκαν οι ιατροί του Ι.Κ.Α., οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ι.Κ.Α.", σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή όχι σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α.) (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 382/2018, ΑΠ 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015 Α.Π. 1467/2014).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω π.δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α' 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (ΦΕΚ Α' 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.
διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης (παρ. 3).
Επίσης, κατά το άρθρο 5 παρ. 1,2,3 και 9 του ίδιου Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος 9 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ. 363/1992 1. Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους.
Ειδικότερα, ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2.
Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας.
Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3. Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται.
Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά... 9. Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας (Σ.Α.Β.) Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου τμήματος, υποστηρίζονται λειτουργικά και εποπτεύονται από τις Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας της έδρας τους και ως έργο έχουν την παροχή άμεσης βοήθειας, σε έκτακτες περιπτώσεις και επείγουσας ιατρικής φροντίδας στους δικαιούχους περίθαλψης του Ιδρύματος.
Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου 5 του π.δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α' 184) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του π.δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α' 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α. είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.
Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α. Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας Γεώργιος Γεννηματάς, 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. ...ς). Επακολούθησε, όμως, ο ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α' 53/18-02-2004), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18-02-2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίστηκε ενιαία ρύθμιση παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (Α.Π. 1389/2019 Α.Π. 1312/2017).Έτσι, με το άρθρο 1 παρ. 1-5 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίστηκε ότι: "1.
Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής, σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο, δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β. Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων, για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.
Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος, με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση κοινωνικής συνοχής, εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5.
Το σύστημα παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αποσκοπεί στην ικανοποίηση των παρακάτω αρχών: α. της ισότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, για όλους τους κατοίκους της χώρας, β. της ισότητας στην φροντίδα, που επιτρέπει τη διαχείριση οξέων και χρόνιων προβλημάτων υγείας από τον ίδιο ιατρό ή ομάδα ιατρών στη διάρκεια του χρόνου, γ.
της ολοκληρωμένης φροντίδας, δηλαδή της διαχείρισης των πιο συχνών νοσημάτων και προβλημάτων υγείας, καθώς και των πιο σημαντικών παραγόντων κινδύνου της υγείας, στο ιδιαίτερο περιβάλλον του ενδιαφερομένου, δ. του προσανατολισμού του συστήματος στο άτομο και στην οικογένειά του, μέσω μιας συντονισμένης και ελεγχόμενης παροχής φροντίδων, ε.
της διαχείρισης ιατροασφαλιστικών δεδομένων και πληροφοριών, με τρόπο που εξασφαλίζει την άμεση διαθεσιμότητα των πληροφοριών, σε όλα τα σημεία του συστήματος υγείας, αλλά και την εμπιστευτικότητα τους, στ. της διαφύλαξης του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής οικογενειακού και προσωπικού ιατρού, στο πλαίσιο του προγραμματισμού πρόσβασης στο σύστημα υγείας".
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι: "Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Υγείας. 1. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από: α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.) [όπως είναι το Ι.Κ.Α.], που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., γ.
τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε. από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. 2. Τα Κέντρα Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτεύονται και ελέγχονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, δια μέσου των αρμοδίων ΠΕ.ΣΥ.Π, ως και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους και της ποιότητας τους, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τη διαδικασία της πιστοποίησης των άρθρων 12 έως 14 του παρόντος νόμου και, μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, οφείλουν να προσαρμοστούν στους όρους, προϋποθέσεις και λοιπές ρυθμίσεις της απόφασης αυτής.
Η πιο πάνω εποπτεία ασκείται και από τις μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης... 4) Για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, ιδρύεται σε κάθε ΠΕ.ΣΥ.Π Γραφείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που υπάγεται στον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και στελεχώνεται... 5) Στις αρμοδιότητες του Γραφείου αυτού ανήκει:
α. Ο σχεδιασμός και ο συντονισμός της Παροχής Πρωτοβάθμιας Υγείας στην περιοχή ευθύνης των ΠΕ.ΣΥ.Π. Ο έλεγχος της τήρησης του περιεχομένου και των προδιαγραφών λειτουργίας των κέντρων Υγείας (Α.Π. 702/2015). Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α., μετά την ως άνω ημερομηνία (18-02-2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας.
Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα, από 01-01-2004, Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ. Α-5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του Ι.Κ.Α., στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί, με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-01/09-02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018 Α.Π. 832/2015, Α.Π. 696/2015, Α.Π. 1467/2014, Α.Π. 967/2014, Α.Π. 438/2014).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί, σε κέντρα υγείας του Ι.Κ.Α., δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας, απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα, συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α. (άρθρο 5 παρ. 10 του π.δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ. 1 και 3 και 5 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών, που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.02.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν. 3235/2004 (Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 956/2018, Α.Π. 1675/2018, Α.Π. 832/2015, Α.Π. 696/2015, Α.Π. 1467/2014, Α.Π. 967/2014, Α.Π. 438/2014).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1, εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 01.01.2016) και εφαρμόζεται, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (04-02-2022) ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλαδή, κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο και καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1389/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 10/2007) δηλαδή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (τις ουσιαστικές παραδοχές), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 540/2017, Α.Π. 2077/2014, Α.Π. 60/2011).
Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού [νομικού] συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.
Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 10/2007, Ολ. Α.Π. 32/2002, Ολ. Α.Π. 30/1998, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019 Α.Π. 911/2008). Έτσι, σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως, το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (Ολ.
Α.Π. 8/1993, Α.Π. 1624/2008) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 30/1998). Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.
Α.Π. 27/1998, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 10-07-2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, οι συνολικά σαράντα τρεις (43) ενάγοντες, εκ των οποίων ήδη αναιρεσίβλητοι είναι οι σαράντα δύο (42) εξ' αυτών, εξέθεταν ότι προσελήφθησαν από το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." - μη διάδικο στην προκειμένη αναιρετική δίκη - καθολικός διάδοχος του οποίου, όσον αφορά τις υγειονομικές του υπηρεσίες, τυγχάνει το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", με ειδικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, ειδικότερα δε ότι υπηρετούν στις αναλυτικά αναφερόμενες Υπηρεσίες Υγείας (Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας) αυτού, ως ιατροί - Κλάδος Π.Ε.
Ιατρών, με τις αναφερόμενες ειδικότερα αντίστοιχα ειδικότητες, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Ότι, καθόλο το επίδικο από 01-01-2006 έως 30-09-2011 χρονικό διάστημα, δεν ελάμβαναν το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο χορηγείται στο σύνολο σχεδόν του προσωπικού, που υπηρετεί σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, μεταξύ των οποίων, κατά κύριο λόγο, το προσωπικό των μονάδων κοινωνικής φροντίδας, του Ε.Κ.Α.Β.
κ.λ.π., μολονότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους υπό δυσμενέστερες ή τουλάχιστον όμοιες συνθήκες με αυτό, από άποψη ανθυγιεινότητας, επικινδυνότητας και λοιπών περιστάσεων, οι δε αποδοχές τους, όπως και αυτές του προσωπικού των παραπάνω μονάδων, ρυθμίζονται από το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο και, επομένως, παρανόμως το εναγόμενο αρνείται να καταβάλλει και σε αυτούς το εν λόγω νοσοκομειακό επίδομα.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστο αυτών, κυρίως με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), άλλως, κατά την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου του 105 του Εισ.ΝΑ.Κ, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα (16.560,00) ευρώ, σε έκαστο αυτών (εναγόντων), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε έκαστο αυτών το ανωτέρω χρηματικό ποσό.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε ερήμην του πρώτου των εναγομένων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών, κατ' άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 980/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής περί αδικοπραξίας, με το σκεπτικό ότι η παράλειψη των οργάνων των εναγομένων να χορηγήσουν την ένδικη παροχή, δεν δημιουργεί ευθύνη για αποζημίωση, καθώς και κατά το επικουρικό αίτημα αυτής περί αναγνώρισης της ανωτέρω υποχρέωσης των εναγομένων, με το σκεπτικό ότι η αναγνώριση αυτή (καθόσον αφορά τα επίδικα ποσά) περιλαμβάνεται τελολογικώς στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια βάση της, που θεμελιώνεται στην παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και υποχρέωσε τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστο, το χρηματικό ποσό των ένδεκα χιλιάδων επακοσίων εξήντα (11.760,00) ευρώ, σε έκαστο των εναγόντων, που αφορά στο χρονικό διάστημα από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2007 έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ενώ για το χρονικό διάστημα από 01-01-2006 μέχρι τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007, η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ως παραγεγραμμένη, κατά μερική παραδοχή της ένστασης παραγραφής, που πρότεινε, παραδεκτώς, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "....".
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση των από 07-11-2014, 06-11-2014 και 10-11-2014 εφέσεων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό ... τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές και τη μεν υπό στοιχ. [Α] έφεση απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τις δε υπό στοιχ. [Β] και [Γ] εφέσεις δέχθηκε, ως βάσιμες κατ' ουσίαν, ως προς τη δέκατη πέμπτη των εφεσιβλήτων Δ.
Π. του Σ. - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, απέρριψε ως προς αυτήν την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ενώ όσον αφορά τους λοιπούς εφεσιβλήτους και νυν αναιρεσίβλητους απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανέφερε, ως μείζονα πρόταση, τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται και στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, καθώς και το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ακολούθως δε την, κατά τα ανωτέρω, απορριπτική της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κρίση του, αιτιολόγησε ως εξής: "Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο των υπό στοιχ. [Α] και [Γ] εφέσεων και πρώτο και τρίτο λόγους της υπό στοιχ. [Β] έφεσης, τα εκκαλούντα ν.π.δ.δ.
προβάλουν την αιτίαση ότι, όπως συνάγεται από τις σχετικές διατάξεις, το νοσοκομειακό επίδομα χορηγείται μόνο στους υπηρετούντες σε νοσοκομειακή μονάδα, σε χώρο δηλαδή όπου παρέχεται νοσηλεία όλο το εικοσιτετράωρο και στον οποίο παραμένουν οι ασθενείς, δηλαδή σε μονάδα κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (όπως είναι και τα νοσοκομεία του Ι.Κ.Α.), στις οποίες επικρατούν, ως προς τον χώρο, χρόνο και βαθμό ιατρικής φροντίδας ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, ενώ τίθενται περαιτέρω ζητήματα ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας.
Συνεπεία τούτων, όπως υποστηρίζουν, εσφαλμένα με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν το νοσοκομειακό επίδομα, καθόσον αυτοί εργάζονται σε Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α., στις οποίες παρέχεται πρωτοβάθμια περίθαλψη και οι ασθενείς δεν παραμένουν για νοσηλεία, ούτε υπάρχει δυνατότητα παραμονής τους για νοσηλεία στις μονάδες αυτές.
Ωστόσο, ο διαλαμβανόμενος στους ανωτέρω λόγους ισχυρισμός προβάλλεται αβασίμως και πρέπει να απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, όπως συνάγεται από τις σχετικές διατάξεις, το ένδικο επίδομα χορηγείται όχι μόνο στο προσωπικό των νοσοκομείων δηλαδή μονάδων παροχής δευτεροβάθμιας περίθαλψης, αλλά και σε όσους υπηρετούν σε μονάδες, που παρέχουν ανοικτή - πρωτοβάθμια περίθαλψη, όπως είναι και οι Τοπικές - Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.ΤΑ.Μ. (ήδη Κέντρα Υγείας) στις οποίες προσέφεραν την εργασία τους οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, ως προς την κυρία βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι η μη χορήγηση του προβλεπομένου από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ.
β' του Ν. 3235/2004 και 8 παρ. Α-5 του Ν. 3205/2003, νοσοκομειακού επιδόματος στους ενάγοντες, που υπηρετούν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." (ήδη Κέντρα Υγείας μετά το ν. 3235/2004), συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση εις βάρος τους, αντικείμενη στη συνταγματική αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού, μεταξύ των οποίων και στο προσωπικό των αντίστοιχων με αυτούς ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας, αλλά και των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α.
στο οποίο χορηγείται το επίδομα αυτό, μολονότι αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους, υπό όμοιες, δυσμενείς με το ανωτέρω προσωπικό, από άποψη ανθυγιεινότητας, επικινδυνότητας και λοιπών περιστάσεων, συνθήκες, οι δε αποδοχές τους, όπως και αυτές του προσωπικού των παραπάνω μονάδων, ρυθμίζονται από το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο, ενώ η μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και, κατόπιν αυτών, έκρινε ότι προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστούν και για τους ενάγοντες οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για τις κατηγορίες του προσωπικού, υπέρ των οποίων θεσπίστηκε το επίδομα αυτό.
Με την κρίση του αυτή και κατά το μέρος που αφορά τους προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητα των αναιρετικών λόγων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι, προκειμένου να επιδικάσει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.
Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, δεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β' του ν. 3235/2004, βάσει των οποίων οι ιατροί οι υπηρετούντες στις νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. εδικαιούντο, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας απόφασης, του νοσοκομειακού επιδόματος, καθόσον οι εν λόγω μονάδες έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί με τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα, ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής έκτοτε και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., στους οποίους, βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28-01/09-02-2004, έχει επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003, αλλά προσέφυγε στη συνταγματική αρχή της ισότητας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, παρόλο που η προσφυγή στην πιο πάνω συνταγματική ρύθμιση δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής της.
Ειδικότερα, το αιτιολογικό, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού [νομική αιτία] είναι εσφαλμένο, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου. Και τούτο διότι, οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σε αυτούς του, ως άνω, νοσοκομειακού επιδόματος, αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 01-01-2006 έως 30-09-2011, δηλαδή περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004 (18.02.2004), οπότε τα ισχύοντα, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του παραπάνω προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.
Α-5 του ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1-1-2004) νοσοκομειακού επιδόματος έχουν, πλέον, όπως ήδη αναφέρθηκε, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του Ι.Κ.Α., στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί, με τη με αριθμό Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28-01/09- 02-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.
Εξάλλου, το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον προς αποτροπή του δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως προς την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, ήτοι των πιο πάνω διατάξεων (άρθρα 8 παρ. Α-5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ.
β' του ν. 3235/2004), που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον (Α.Π. 2108/2022, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019). Κατόπιν των παραπάνω, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.
Α-5 του ν. 3205/2003,2 παρ. 1 περ. β' του ν. 3235/2004 και το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον το επίμαχο επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί του Ι.Κ.Α., που απασχολούνται σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) και όχι και οι ιατροί του Ι.Κ.Α., όπως οι αναιρεσίβλητοι, που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ύστερα από παράθεση των ορθών νομικών διατάξεων, ήτοι των άρθρων 8 παρ.
Α-5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3235/2004, είναι αβάσιμος και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας, με την επίκληση των περιστατικών που τις θεμελιώνουν, καθώς ποιες ακριβώς είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 2108/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 550/2017, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το/νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ) και αποτελεί, όπως και το έννομο συμφέρον, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα (Α.Π. 224/2021, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 112/2008). Κατά συνέπεια, η,από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, ελέγχεται από τον, με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και του άρθρου 560 ΚΠολΔ), προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 18/2005, Α.Π. 2108/2022, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 465/2019, Α.Π. 1243/2019, Α.Π. 269/2019, Α.Π. 3/2018 Α.Π. 1006/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190) και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β' του ως άνω νόμου, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (Α.Π. 502/2022, Α.Π. 707/2019, Α.Π. 216/2019), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία, από τις στην ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 663, 666, 670-676, 115 παρ. 3, 591 παρ. 1 στοιχ. β' και γ', 256 παρ. 1 στοιχ. δ', 238, 269 και 527 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής (πριν την 01.01.2016) πριν, δηλαδή, την τροποποίηση διατάξεων του ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη, υπό μορφή ένστασης ή αντένστασης, προφορικώς, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν.
Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ. Α.Π. 2/2005). Επομένως, αν προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο αυτοτελής ισχυρισμός που προβλήθηκε, υπό τη μορφή ένστασης ή αντένστασης και για τον οποίο προβάλλεται στην αναίρεση η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε νόμιμα ή αξιολογήθηκε ανεπαρκώς ή αντιφατικά με την προσβαλλομένη απόφαση, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά., κατά το άρθρο 527 του ίδιου Κώδικα, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του, τούτο δε πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 119/2017, Α.Π. 243/2015, Α.Π. 9/2014).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στη περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (Ολ.
Α.Π. 1/1987, Α.Π. 203/2022, Α.Π. 231/2020, Α.Π. 911/2019, Α.Π. 179/2019 Α.Π. 593/2015, Α.Π. 1521/2010). Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000 Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 173/2016), εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Α.Π. 911/2019, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 692/2017). Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και, κατά συνέπεια, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1207/2017, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 132/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, ως προς τους 4ο, 12η, 14ο, 16ο, 18η, 19η, 21η, 24ο, 23η, 27ο,28η, 31η, 34ο, 36η, 37ο, 38η, 41ο και 43ο των αναιρεσιβλήτων παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 του ΚΠολΔ, 17,26,29, 32 και 33 του Ν. 3918/2011, της με αριθμό Φ.80000/ΟΙΚ 32115/2009/28-12-2011 (ΦΕΚ 3010/Β' 29-12-2011) απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και των άρθρων 16 παρ. 1, 17 και 21 του Ν. 4238/2014 και απέρριψε τον ισχυρισμό του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, για το λόγο ότι, όπως διατείνεται οι ως άνω αναιρεσίβλητοι μεταφέρθηκαν στις αναφερόμενες Διοικήσεις Υγειονομικής Περιφέρειας (Δ.Υ.Πε.), οι οποίες νομιμοποιούνταν να συνεχίσουν τη δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον περιορίζεται στο να αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι τον σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, προέβαλε με τις νομίμως κατατεθειμένες, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προτάσεις του, χωρίς όμως να αναφέρει ότι τον ως άνω ισχυρισμό προέβαλε με προφορική δήλωση αυτού, κατά τη συζήτηση και καταχώρησή του στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο Αθηνών) και ότι, στη συνέχεια, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, νομίμως επανέφερε, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, την ένσταση αυτή, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου., ως εκκαλούν, με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι ναι μεν η συνδρομή ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων, η οποία συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως, τη δημόσια τάξη (Α.Π. 248/2021, Α.Π. 1793/2013), ώστε να μπορεί να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και, συνεπώς, ο ως άνω ισχυρισμός, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο από το άρθρο 560 αριθμό 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (Α.Π. 806/2021, Α.Π. 248/2021, Α.Π. 63/2020, Α.Π. 630/2019, Α.Π. 88/2018, Α.Π. 843/2013, Α.Π. 772/2014) Επομένως, δεν μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο - του οποίου δεν είναι δικονομικώς επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο - εάν ο ως άνω ισχυρισμός είχε παραδεκτά προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και συνακόλουθα εάν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τυχόν πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση, το αναιρεσείον δεν προσκομίζει το επικαλούμενο με αρ. πρωτ. ΔΒ1Γ/168/30-10-2018 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Οργάνωσης και Σχεδιασμού Αγοράς Υγείας και τον πίνακα υπηρεσιακής κατάστασης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, ώστε από την επισκοπήσή τους να διαπιστωθεί η ουσιαστική βασιμότητα του συγκεκριμένου ισχυρισμού του.
Συνεπώς, και εξ αυτού του λόγου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α' 134), σε συνδυασμό προς το άρθρο "μόνο" του π.δ/τος 305/1985 (ΦΕΚ Α' 113), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ/τος 496/1974 (ΦΕΚ Α' 204) "οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Μεταξύ αυτών των Ασφαλιστικών Οργανισμών είναι [και] το Ι.Κ.Α., το οποίο αποτελεί ν.π.δ.δ.
και τελεί "υπό την ανωτέραν εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην υπό του Υπουργού Εργασίας" (άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 "Περί κοινωνικών Ασφαλίσεων" - ΦΕΚ Α' 179/21.6.1951). Έτσι, για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και, ειδικότερα, δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 48 παρ. 3 και 49 αυτού, τα οποία ορίζουν, αντιστοίχως ότι: "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων αυτού, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" και "η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ό εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις".
Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α 179), όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4476/1965 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι: "... πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται) οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α.
απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται, επομένως, και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α. κατ' αυτού. Η παραγραφή αυτή δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 250 του ιδίου κώδικα, αλλά αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρο 251 του Α.Κ.), δηλαδή από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία έπρεπε να πληρωθούν ο μηνιαίος μισθός και τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 382/2018, Α.Π. 696/2015).
Εξάλλου, με το άρθρο 90 παράγραφος 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (Α' 247), το οποίο ίσχυσε από 1.1.1996 μέχρι 1.1.2015 (άρθρα 119 ν. 2362/1995, 177 παρ.1 (α) και 183 παρ.1 ν. 4270/2014 - ΦΕΚ Α' 143/28.06.2014), ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων, που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995.
Και τούτο διότι, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α., αφού όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α.
με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 25/2018, Α.Π. 121/2016, Α.Π. 296/2013, Α.Π. 1655/2010, ΣτΕ 1297/2011, ΣτΕ 199/2007 ΑΠ 382/2018). Ενώ, εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών, με το άρθρο 48 παρ. 3, του ν.δ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α., διότι με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977, το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός, υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω ν.δ/τος 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 369/1976 και μεταγενέστερα (Α.Π. 296/2013, Α.Π. 1655/2010).
Στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ν. 1846/1951, υπάγονται και οι απαιτήσεις των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α., σε εκτέλεση συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ή μη εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρών, οδοντιάτρων, υπαλλήλων, κ.λ.π., για μισθούς, επιδόματα, πρόσθετες αμοιβές, κ.λ.π. (Α.Π. 854/2003). Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.
α του Α.Ν. 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το Ι.Κ. Α. απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως να είναι το ίδιο το Δημόσιο, εφόσον, ως προς το άρθρο 90 παρ.3 ν. 2362/1995, υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (Α.Ν. 1846/1951), που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.
ή από τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α του Ν. 3210/1955 "Περί τροποποιήσεως της περί του Ι.Κ.Α. νομοθεσίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 115/6 Μαΐου 1955) με την οποία προβλέπεται ότι το Ι.Κ.Α. απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία, ως εκ του περιεχομένου της, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (Α.Π. 794/2022, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 233/2021, Α.Π. 18/2020, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 25/2018),, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 31/2 Μαρτίου 2011), κατά την οποία: "Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου", αφού έναντι των διατάξεων αυτών κατισχύει η προαναφερομένη ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθμοί 1 και 6 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά τον νόμο, δέχθηκε ότι οι ένδικες μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες αφορούν τη διεκδίκηση του προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ.
Α- 5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή κι έτσι, με παντελή, άλλως αντιφατική αιτιολογία, εσφαλμένως απέρριψε την σχετική ένσταση, την οποία πρόβαλε ενώπιον του Εφετείου, με σχετικό λόγο της έφεσής του, περί συμπλήρωσης της διετούς παραγραφής των αξιώσεών τους, για το από 01-01-2006 έως 31-12-2009 χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, με τον συγκεκριμένο^ αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται στην παραγραφή των άρθρων 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, σε συνδυασμό προς το άρθρο 33 παρ. 7 του ν. 3918/2011. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα εκτεθέντα στις αμέσως προηγούμενες νομικές σκέψεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α., όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α.
υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκρινε ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή, κατά τις διατάξεις του ν. 2362/1995, όπως ισχυρίσθηκε, αβασίμως, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και, συνακόλουθα, δέχθηκε μερικώς την ένσταση παραγραφής, μόνο για τις πέραν της πενταετίας αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή για τις αξιώσεις αυτών που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από 01-01-2006 μέχρι και τον μήνα Ιούλιο του έτους 2007, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 25-07-2012 και ότι, συνεπώς αυτοί δικαιούνται το αιτούμενο επίδομα μόνο για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2007 και εφεξής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.
Επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ομοίως ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που φέρεται να στηρίζεται στον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται η συγκεκριμένη πλημμέλεια, η οποία προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 6 της ως άνω διάταξης, χωρίς να γίνεται επίκληση των περιστατικών, που τη θεμελιώνουν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσίβλητους (πλην, δηλαδή, των πρώτου, δωδέκατης, δέκατου τρίτου, εικοστής πέμπτης, εικοστής όγδοης, τριακοστού τρίτου και τριακοστού ένατου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από μέλος του Νομικού Συμβούλιου του Κράτους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 του Ν. 4038/2012,4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (Α.Π. 331/2022 βλ. και Α.Π. 1065/2019, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, κατ' ίσο μέρος (άρθρα 180 παρ.1 του ΚΠολΔ και 480 του Α.Κ.) των προσηκόντως παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατά το μέτρο των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ (Α.Π. 400/2022), σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.01.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους πρώτο, δωδέκατη, δέκατο τρίτο εικοστή πέμπτη, εικοστή όγδοη, τριακοστό τρίτο και τριακοστό ένατο των αναιρεσιβλήτων Γ. Β. του Ι., Ε. Κ. του Ζ., Π. Θ. του Γ., Α. Μ. του Α., Κ. Ν. του Π., Γ. Η. του Δ. και Ι. Μ. του Η..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 03-02-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ... και του παρόντος Δικαστηρίου 617/2022 αίτησης αναίρεσης, ως προς τους ως άνω πρώτο, δωδέκατη, δέκατο τρίτο, εικοστή πέμπτη, εικοστή όγδοη, τριακοστό τρίτο και τριακοστό ένατο των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την ως άνω από 03-02-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τους λοιπούς, προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ