Legislator Case Law & Legislation
1805/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding creditor's claim on insolvency grounds.

Case Number 1805/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt collection fund against a debtor seeking debt restructuring and exemption from property liquidation. The debtor argued that economic crisis and income reduction prevented repayment, while the court found these facts sufficient to justify the lower court's application of the insolvency law. Consequently, the court ruled that the debtor's good faith reliance on past income levels validated the restructuring decision, leading to the rejection of the appeal on all grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 3869/2010: The court may grant debt restructuring and exempt the debtor from property liquidation if the debtor lacks insolvency capacity and cannot reasonably foresee future income reduction, provided the debtor acted in good faith regarding past income expectations.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency capacity good faith reliance property liquidation exemption economic crisis impact civil procedure appeal consumer debt protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3869/2010
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1805 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1805/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστιάνα Καββαδία με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 552/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-6-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.6.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6/28.6.2022) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αρ. 85/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 27.8.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 230/28.8.2013) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ζήτησε την ρύθμιση των χρεών της και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, με σκοπό την απαλλαγή της από τις οφειλές της.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 552/2017 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, που δέχθηκε την αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 27.12.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 121/2019) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Επ'αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 85/2022 απόφαση του άνω Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης υποβλήθηκε στις 27.8.2013, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015 ], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του, για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1164/2021, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019).

Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών...ορίζεται εκκαθαριστής". Ακολούθως με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013 που ισχύει από 14-6-2013 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη.

Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη".

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, όπως ίσχυε κατά την άνω 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 120/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30.06.2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 996/2023, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 85/2022 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη, ηλικίας 47 ετών σήμερα, είναι παντρεμένη με τον Β.

Τ., με τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης 18 και 17 ετών αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλούμενης πού δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης, η εφεσίβλητη εργάζεται ως ηλεκτρολόγος, με σύμβαση αορίστου χρόνου στο Δήμο Αλεξανδρούπολης και λαμβάνει μηνιαίως ως καθαρές αποδοχές το ποσό των 1.070 ευρώ ενώ ο σύζυγός της είναι ελεύθερος επαγγελματίας και διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων με το μηνιαίο του εισόδημα να ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ, ήτοι το συνολικό οικογενειακό της ανέρχεται στο ποσό των (1.070 +300) 1.370 ευρώ.

Επιπλέον, η αιτούσα έχει διαγνωστεί ότι πάσχει από κοιλιοκάκη, μία αυτοάνοση ασθένεια που απαιτεί ειδική διατροφή ελεύθερη γλουτένης με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα έξοδα των μηνιαίων δαπανών για τη διατροφή της οικογένειας, αφού για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της εφεσίβλητης απαιτείται εξειδικευμένη και δαπανηρή διατροφή.

Ο μεγαλύτερος υιός της, μαθητής της Γ' Λυκείου, λόγω του ότι έχει διαγνωστεί με δυσλεξία και προκειμένου να συμμετάσχει στις πανελλήνιες εξετάσεις, παρακολουθούσε ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών και έκθεσης, με μηνιαίο κόστος 300 ευρώ, ο δε μικρότερος υιός της, μαθητής Β' Λυκείου, παρακολουθούσε μαθήματα της θετικής κατεύθυνσης στο φροντιστήριο "ACTIVUM" με μηνιαίο κόστος 200 ευρώ.

Υπό τα δεδομένα αυτά το απαιτούμενο ποσό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας της αιτούσας, αποτελούμενη από δύο ενηλίκους και δύο τέκνα ηλικίας 17 και 18 ετών, τα οποία παρακολουθούν φροντιστηριακά μαθήματα, ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 1.264,00 ευρώ μηνιαίως, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλούμενη.

Το ποσό αυτό καθορίζεται με βάση τις συνήθεις συνθήκες ζωής της συγκεκριμένης οφειλέτριας με γνώμονα την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της, από τα οποία, ούτε αυτή μπορεί να παραιτηθεί. Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς της στο ανωτέρω ποσό λαμβάνονται υπόψη ιδία οι ανάγκες των ανωτέρω για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευές), για υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βάσει των συνθηκών και όρων διαβίωσής τους.

Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένως καθόρισε το ως άνω ποσό ως απαραίτητο για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών της αιτούσας διότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης μιας τριμελούς οικογένειας, ήτοι των δύο συζύγων και ενός ανηλίκου τέκνου, δεδομένου ότι το τέκνο ηλικίας 18 ετών δεν θεωρείται προστατευόμενο μέλος, αφενός λόγω της ενηλικότητάς του και αφετέρου διότι δεν δικαιολογείται η αδυναμία του ιδίου να ανταποκριθεί στα προσωπικά του έξοδα διαβίωσης από τα δικά του εισοδήματα, λόγω π.χ.

φοιτητική ιδιότητα και υποχρεωτικές παρακολουθήσεις μαθημάτων, ανέρχεται σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ορίζονται σε 1.000 ευρώ, άλλως σε 1.126 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι αφενός οι έρευνες των οικογενειακών προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.), που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δεν δύνανται να παράγουν νομοθετήματος για το Δικαστήριο, ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών και καταβολών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές και αφετέρου το τέκνο τους ηλικίας 18 ετών φοιτούσε στη Γ' Λυκείου και λόγω των σχολικών υποχρεώσεών του προφανώς αδυνατούσε να εργασθεί και συνεπώς θεωρείται προστατευόμενο μέλος.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ οι δαπάνες για μια τετραμελή οικογένεια (δύο ενήλικες και δύο τέκνα) διαμορφώνονται στο ποσό των 1.347,00 ευρώ (1η ομάδα) ευρώ έως 1.720,00 ευρώ (4Ί ομάδα), ενώ σε μια τριμελή οικογένεια (δύο ενήλικες και ένα τέκνο) διαμορφώνονται στο ποσό των 1126,00 ευρώ (1η ομάδα) ευρώ έως 1440,00 ευρώ (4η ομάδα), και εν προκειμένω δοθέντος ότι ο μικρότερος υιός παρακολουθεί επιπλέον φροντιστηριακά μαθήματα με μηνιαίο κόστος 200,00 ευρώ ο ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμός.

Η εφεσίβλητη διαμένει με την οικογένειά της, σε ένα διαμέρισμα 1ου ορόφου, πλήρους κυριότητας της, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της και βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη, στο υπ' αριθμ. 670 ΟΤ, στη θέση "ΕΞΩΠΟΛΗ", σε ιδιόκτητο οικόπεδο, επί της οδού ..., εμβαδού 82,02 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο τμήμα οικοπέδου 600,80%ο εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία- κουζίνα, λουτροκαμπινέ, WC και διάδρομο.

Επιπλέον, έχει στην πλήρη κυριότητά της το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα του 2ου ορόφου της οικοδομής στο ίδιο ως άνω οικόπεδο, το οποίο αποτελείται από ένα δωμάτιο, σαλοτραπεζαρία- κουζίνα, λουτροκαμπινέ και διάδρομο, εμβαδού 48,22 τμ, το οποίο είναι ημιτελές (δεν έχουν τοποθετηθεί κουφώματα, κουζίνα, είδη υγιεινής, κτλ) και μη ηλεκτροδοτούμενο.

Τέλος η εφεσίβλητη είναι κυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αυτοκινήτου μάρκας FIAT PUNTO, 1.400 κυβικών, παλαιότητας 10ετίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, και συγκεκριμένα το έτος 2007, είχε χορηγηθεί στην αιτούσα από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που αποτελεί και τον μοναδικό πιστωτή, ένα στεγαστικό δάνειο, από το οποίο όφειλε, έως την κατάθεση της αίτησης το ποσό των 132.991,21 ευρώ και το οποίο την 14-9-2021 ανέρχεται στο ποσό των 157.540,26, ήτοι μετά την δημοσίευση της εκκαλούμενης και τη ρύθμιση των οφειλών της.

Το ποσό της μηνιαίας δόσης που έπρεπε να καταβάλλει ανέρχεται στο ποσό των 741.13 ευρώ. Η αιτούσα, κατά τη συνομολόγηση του δανείου εκχώρησε (σύμφωνα με το Ν.2214/1994) ποσοστό μέχρι τα 6/10 από το μισθό του ή τη σύνταξή του, το οποίο σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2/19843/0094/7-3- 2012 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 677/7-3-2012) μειώθηκε στα 3/10.

Λόγω της εκχώρησης αυτής και της γενομένης παρακράτησης από το μισθό της, η οφειλή της αιτούσας δεν ήταν ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης. Ειδικότερα, από τα προμνησθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο, που έλαβε η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ικανοποιούνταν με την παρακράτηση του ποσού των 741,13 ευρώ μηνιαίως από τα εισοδήματά της.

Επομένως, δεδομένης της εκχώρησης ποσοστού του μισθού της αιτούσας προς το καθ' ου η αίτηση, είναι γεγονός ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του αιτούντος δεν μπόρεσε πρακτικώς να εξωτερικευθεί, δεδομένου ότι το καθ' ου η αίτηση, σε πάγια μηνιαία βάση ελάμβανε αυτομάτως τα προαναφερθέντα ποσά από της αιτούσα.

Πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση, εκ του λόγου αυτού και μόνο, περίπτωση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής της. Ήτοι, το γεγονός ότι ο πιστωτής του αιτούντος έχει δυνάμει ειδικής συμφωνίας το δικαίωμα να παρακρατεί ποσό του μισθού του οφειλέτη, δεν σημαίνει ότι για τον λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, καθώς εξεταζομένων των λοιπών στοιχείων και κυρίως των ευλογών δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, μπορεί τούτος να υπαχθεί στο ν. 3869/2010, εφόσον το ποσό, που του καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεών του σε σχέση με τα εισοδήματά του δεν του φθάνουν ώστε να καλύπτει τις βασικές δαπάνες διαβίωσής του.

Με δεδομένο ότι το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 1.370,00 ευρώ, το γεγονός της μόνιμης αδυναμίας της αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών της (ύψους τουλάχιστον 1.264,00 ευρώ), η υπολειπόμενη ρευστότητά της που λαμβάνει δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στην οφειλή της προς το εκκαλούν.

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εξυπηρέτηση του δανείου της πιστώτριας γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών της ιδίας της οφειλέτριας και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας της, συντρέχει αδυναμία πληρωμών. Άλλωστε το γεγονός ότι το εκκαλούν είναι ο μοναδικός πιστωτής της αιτούσας και δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη και άλλων ληξιπρόθεσμων χρεών δυνάμενων ή μη να υπαχθούν στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς την ανωτέρω αποδειχθείσα μόνιμη αδυναμία πληρωμής της εφεσίβλητης, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν προέβη σε ρύθμιση των οφειλών της, ουδόλως καθιστά την αίτησή της προσχηματική παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν. Τούτο διότι το γεγονός ότι υφίσταται και ειδικότερη νομοθεσία, με την οποία παρέχονται κίνητρα και δυνατότητες διευκόλυνσης στην αποπληρωμή των υφισταμένων προς το ΤΠΔ οφειλών, ως ιδία οι εμπεριεχόμενες στις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, την υπ' αριθμ. 3372/4/27-10-2010 απόφαση του ΔΣ του ΤΠΔ, το άρθρο 62 του ν. 2214/1994 και τις υπ' αριθμ. 3440/2012 και 3512/2014 αποφάσεις του ΔΣ του ΤΠΔ ρυθμίσεις, δεν θέτει εμπόδια στην εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010, εφόσον πληρούνται οι ειδικότερες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Με το ως άνω νομοθετικό πλέγμα, δηλαδή, παρεσχέθη η υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις δυνατότητα ρύθμισης των υφισταμένων προς το ΤΠΔ οφειλών από δανειολήπτες, που έχουν συνάψει δανειακές συμβάσεις και ιδίως στεγαστικά δάνεια με το ΤΠΔ. Ο δανειολήπτης, που πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων των εν λόγω νομοθετημάτων, χωρίς να ευρίσκεται, όμως, κατ' ανάγκη και σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, δύναται να προσφύγει σε αυτές, προκειμένου να επιτύχει ευνοϊκότερη ρύθμιση αποπληρωμής της οφειλής του έναντι του ΤΠΔ.

Αν, όμως, ο ίδιος δανειολήπτης ευρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του έναντι των πιστωτών του και εντεύθεν πληροί τις προϋποθέσεις των διατάξεων του ν. 3869/2010, τότε ουδόλως εμποδίζεται στην υποβολή σχετικής αιτήσεως ρύθμισης του συνόλου των οφειλών του σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νομοθετήματος.

Οι διατάξεις δεν συγκρούονται κανονιστικά ή αξιολογικά μεταξύ τους, ώστε να πρέπει ερμηνευτικά να κατισχύσει η μία της άλλης είτε επειδή είναι νεότερη, είτε επειδή αποτελεί ειδικότερη διάταξη. Εκάστη εξ αυτών θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίησή της, παρέχει διαφορετικά πλεονεκτήματα στον οφειλέτη, που επιθυμεί την ενεργοποίησή της, και επιβάλλει σε αυτόν διαφορετικής φύσης και έκτασης υποχρεώσεις.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση των εισοδημάτων της εφεσίβλητης από το χρόνο ανάληψης του δανείου με αυτά του χρόνου κατάθεσης της αίτησης από την οποία να συνάγεται απροσδόκητη και μεγάλη χειροτέρευση της εισοδηματικής της κατάστασης που να δικαιολογεί την ένταξή της στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού κατά το έτος 2007, έτος λήψης του δανείου, ο καθαρός μισθός της ανερχόταν τον Ιούνιο στο ποσό των 1.295,89 ευρώ και τον Νοέμβριο του ιδίου έτους στο ποσό των 1.295,89 ευρώ ενώ τον Ιούνιο του έτους 2013 στο ποσό των 1.026,05 ευρώ.

Τέλος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εκκαλούμενη αναιτιολόγητα αλλά και εσφαλμένα έκρινε ότι η αδυναμία πληρωμών θα υφίσταται τουλάχιστον σε βάθος πενταετίας ......... Στην προκειμένη υπόθεση, το εκκαλούν επικαλούμενο σφάλμα της εκκαλούμενης ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτει από την εκκαλούμενη αν και σε ποιο βαθμό μπορούσαν να υπάρξουν αποταμιεύσεις από τα διαθέσιμα εισοδήματά της εφεσίβλητης και του συζύγου της για την μελλοντική κάλυψη υποχρεώσεων όταν παρέστη ανάγκη λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης των μισθών και τα οποία ποσά αποταμιεύσεων δεν εμφανίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης.

Ο σχετικός ισχυρισμός, όπως προτείνεται από το εκκαλούν δεν δύναται να αξιολογηθεί ως αίτηση ή ένσταση, αφού στηρίζεται σε πιθανολογούμενες αποταμιεύσεις, τις οποίες δεν εμφάνισε η αιτούσα, το ίδιο δε, δεν συνεισφέρει με κάποιο μέσο συγκεκριμένη απόδειξη για την ύπαρξη αυτών, επαφίεται δε αποκλειστικά στη διατύπωση προβληματισμού περί υπονοιών για την ύπαρξη αποταμιεύσεων της αιτούσας.

Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που θεωρούνταν ένσταση, αυτή δεν είναι ορισμένη, αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ποιες αποταμιεύσεις παρέλειψε η αιτούσα να διαλάβει στην αίτησή της, αλλά η εύρεση και προσδιορισμός αυτών επαφίεται ολοκληρωτικά στην αποδεικτική διαδικασία.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η αιτούσα είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών δεν έσφαλλε και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο έφεσης παραπονείται για πλημμελή εκτίμηση αποδείξεων και ειδικότερα διότι εσφαλμένως απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η πρωτοδίκως προβαλλόμενη ένσταση δόλου.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά το 2007, έτος λήψης του δανείου τα έσοδα της αιτούσας ανέρχονταν καθαρά στο ποσό των 13.677,29 ευρώ και του συζύγου της καθαρά στο ποσό των 10.361,21 ευρώ, ήτοι το συνολικό οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης ανέρχονταν στο ποσό των 24.038,50 ευρώ, και το μηνιαίο εισόδημα του συζύγου της ανερχόταν περίπου στο ποσό των 860 ευρώ.

Eν συνεχεία τα έτη 2014 και 2015 η επιχείρηση του συζύγου της εμφανίζει ζημία και το ποσό που μπορούσε να συνεισφέρει ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 300,00 ευρώ. Με δεδομένη της υποχρέωση συνεισφοράς των συζύγων στις οικογενειακές ανάγκες ανάλογα με τα εισοδήματά τους η αιτούσα, μετά την επιγενόμενη μείωση των εισοδημάτων του συζύγου της προφανώς έπρεπε να συνεισφέρει πολύ μεγαλύτερο ποσό για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών.

Επιπλέον, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις πληρωμή εκκαθάρισης της αιτούσας προκύπτει ότι κατά το χρόνο λήψης του δανείου, η ίδια τον Ιούνιο του έτους 2007 λάμβανε καθαρά το ποσό των 1.295,89 ευρώ, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους το ποσό των 1.295,89 ευρώ τον Νοέμβριο του έτους 2008 το ποσό των 1.308,39 ευρώ, τον Νοέμβριο του έτους 2009 το ποσό των 1.350,96 ευρώ, τον Νοέμβριο του έτους 2010 το ποσό των 1.303,51 ευρώ, τον Ιούνιο του έτους 2011 το ποσό των 1.272,11 ευρώ, τον Οκτώβριο του έτους 2011 το ποσό των 1214, 29 ευρώ, τον Ιούνιο του έτους 2012 το ποσό των 770,33 ευρώ, τον Νοέμβριο του έτους 2012 το ποσό των 1.005,52 ευρώ, τον Ιούνιο του έτους 2013 το ποσό των 1.026,05 ευρώ, τον Ιούνιο του έτους 2014 το ποσό των 1.017,75 ευρώ ενώ τον Μάιο του 2017 το ποσό των 1.072,22 ευρώ.

Σημειώνεται ότι το δάνειο λήφθηκε το έτος 2007, ότε και η αιτούσα εύλογα ανέμενε την κατ' έτος αύξηση του μισθού της λόγω παλαιότητας, ενώ το έτος 2010 περικόπησαν τα επιδόματα εορτών και αδείας ενώ την 1-1-2013 καταργήθηκαν εντελώς με συνέπεια την μείωση των ετησίων εισοδημάτων της. Επιπλέον, η εφεσίβλητη λάμβανε και ποσό ως έξοδα κίνησης, ποσού περίπου 300 ευρώ μέχρι το έτος 2012, οπότε και καταργήθηκε.

Κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου μπορούσε να εξυπηρετεί τις δόσεις του δανείου της, όπως και πράγματι τις εξυπηρετούσε. Ακολούθως όμως, όπως εμφαίνεται από την προπαρατεθείσα ανάλυση εισοδημάτων, επήλθε μείωση του κατ' έτος εισοδήματος της, λόγω της γενικής μείωσης των μισθών ενώ επήλθε αύξηση των δαπανών του λόγω του γενικότερης αύξησης του κόστους ζωής και των ανελαστικών δαπανών όπως λ.χ.

της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας (ενδεικτικά επιβολή ΕΝΦΙΑ, αύξηση συντελεστών ΦΠΑ σε προϊόντα και υπηρεσίες), με αποτέλεσμα να περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του οφειλών. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εφεσίβλητη γνώριζε κατά την ανάληψη του επίδικου δανείου ότι είναι αδύνατη ή έστω αμφίβολη η εξυπηρέτησή του, ενόψει των αυξημένων κατά τον χρόνο εκείνο εισοδημάτων της, η δε αδυναμία της άρχισε να εμφανίζεται όταν τα έσοδά της άρχισαν να μειώνονται κάθε χρόνο.

Ούτε άλλωστε η εφεσίβλητη-αιτούσα ήταν σε θέση να προβλέψει τη μείωση των αποδοχών της και την αύξηση του κόστους ζωής. Επιπλέον δεν δημιουργούσε υποχρεώσεις, προκειμένου να επιτύχει βιοτικό επίπεδο, που δεν ανταποκρινόταν στην οικονομική της κατάσταση, αφού οι χρηματικές υποχρεώσεις που ανέλαβε μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με το τότε εισόδημα της ούτε αποδείχθηκε επιγενόμενος (ενδεχόμενος έστω) δόλος για την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εφεσίβλητη γνώριζε κατά τη συνομολόγηση του δανείου της με το ίδιο την παρακράτηση ποσών από το μισθό της και τις υποχρεώσεις που δημιουργούσε βάσει της οικογενειακής και οικονομικής της κατάστασης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, διότι κατά το χρόνο λήψης των εν λόγω δανείων τα μηνιαία εισοδήματα της επαρκούσαν για την κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων, η δε μεταγενέστερη μείωση τους οφείλεται εν πολλοίς στη μείωση του μηνιαίου εισοδήματος της σε συνδυασμό με την αύξηση των δαπανών του λόγω της αύξησης του κόστους ζωής.

Επομένως, η ανωτέρω δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή της, αφού οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή ελλείψει αρχικού ή μεταγενέστερου δόλου, καθώς δεν ενήργησε ούτε εκ των προτέρων ούτε εκ των υστέρων στρατηγικά, για να εκμεταλλευθεί την υπερχρέωσή της και δεν επιδίωξε ούτε προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμής αποδεχόμενη το αποτέλεσμα των πράξεών της, δεδομένου ότι τα εισοδήματα της ήταν επαρκή για την κάλυψη των αντίστοιχων υποχρεώσεων της, η δε μεταγενέστερη συρρίκνωση των εισοδημάτων της, κατά τα προαναφερόμενα, οφειλόταν σε αντικειμενικούς και απρόβλεπτους, λόγους, όπως αυτοί εξειδικεύθηκαν ανωτέρω, απορριπτομένης μετά ταύτα της σχετικής ένστασης που πρόβαλε το καθ' ου η αίτηση ως ουσία αβάσιμης.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει επίσης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος....Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν παραπονείται διότι με την εκκαλούμενη εσφαλμένως εξαιρέθηκε της εκποίησης το ημιτελές ακίνητο της εκκαλούσας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι το ως άνω υπό στοιχείο Β-1 ημιτελές διαμέρισμα του 2ου ορόφου της οικοδομής κρίνεται ότι δεν θα προκαλέσει το ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού, ενόψει του γεγονότος ότι για να καταστεί κατάλληλο προς εκμετάλλευση απαιτείται ποσό άνω των 20.000 ευρώ και σε κάθε περίπτωση δεν θα επέφερε σημαντικό ποσό για την ικανοποίηση του καθού ΝΠΔΔ πιστωτή της, αφού πρόκειται για ημιτελές ακίνητο και ως εκ τούτου δεν κρίνεται απαραίτητη η εκποίησή του, με δεδομένο το υψηλό κόστος της διαδικασίας ρευστοποίησης, οπότε, ακόμα κι αν εκποιηθεί, το όφελος υπέρ του καθ' ού Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, θα είναι αμελητέο και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από το τελευταίο τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι για το ακίνητο θα υπάρξει ενδιαφέρον διότι δύναται να αποκτηθεί με το ποσό των 35.000,00 ευρώ, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, το δε εκκαλούν ουδέν εισφέρει προς ενίσχυση του ισχυρισμού του...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του χρέους του αναιρεσιβλήτου στη ρύθμιση του Ν.3869/2010.

Ήδη το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, και δη αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι του δόλου της αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της για την πληρωμή των χρεών της, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση και ειδικότερα δεν διέλαβε αυτή:

α) τα καθαρά εισοδήματα της αιτούσας και του συζύγου της κατά τον χρόνο ανάληψης όλων των δανειακών της υποχρεώσεων, β) την εξέλιξη των εισοδημάτων της από την λήψη του δανείου μέχρι την συζήτηση της αίτησης στον πρώτο και δεύτερο βαθμό γ) τον ακριβή χρόνο περιέλευσης αυτής σε αδυναμία πληρωμών δ) την προσωπική και εισοδηματική κατάσταση των τέκνων της στον πρώτο και δεύτερο βαθμό ε) την απόδειξη και την αξιολόγηση των στοιχείων που καταδεικνύουν της διαβίωση της αναιρεσίβλητης και της οικογενείας της σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών της, λόγω παρακράτησης της δόσης του δανείου από τον μισθό της και στ) η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας της αναιρεσίβλητης σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της.

Σύμφωνα με τις άνω παρατιθέμενες παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αναιρεσιβλήτου στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων δεν επιδίωξε την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη περιέλευσης αυτής από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) το ύψος της δανειακής συμβάσεως που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 132.991,21 ευρώ, και μετά τη δημοσίευση της πρωτοβάθμιας απόφασης την 14.9.2021 στο ποσό των 157.540,26 ευρώ 2) την ηλικία , την κατάσταση της υγείας της και το εισόδημά αυτής και του συζύγου της από το έτος 2007 έως το έτος 2013, τα οποία μειώθηκαν σημαντικά (ενδεικτικά, σύμφωνα με τις παραδοχές, το έτος 2007 ανέρχονταν σε 1.295,89 και 860 ευρώ μηνιαίως αντίστοιχα και το έτος 2013 σε 1026,05 και 300 ευρώ, η δε αίτηση κατατέθηκε την 23.7.2013), 3) το ύψος των βιοτικών αναγκών αυτής και της οικογενείας της για αξιοπρεπή διαβίωση, που επαρκώς προσδιόρισε ρητά σε 1.264,00 ευρώ, 5) ότι η αιτούσα οφειλέτις δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων της λόγω της οικονομικής κρίσης, 6) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, τις οποίες τότε της επέτρεπαν οι οικονομικές της δυνατότητες, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά της, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει τις οφειλές της, όπως συνέβαινε έως το έτος 2012, δια της παρακρατήσεως από τον μισθό της, ποσού 741,13 ευρώ μηνιαίως, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο ανωτέρω εκάστοτε μηνιαίο εισόδημά του, οπότε και άρχισε η αδυναμία κάλυψης των βιοτικών της αναγκών, και τέλος 6) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει την μείωση των εισοδημάτων της από το έτος 2007 που έλαβε το δάνειο και εφεξής, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση των εισοδημάτων αυτής και του συζύγου της σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων του πιστωτή, λόγω της συνεχούς τοκοφορίας και του αυξανόμενου κόστους διαβίωσης.

Τα περιστατικά αυτά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος της αναιρεσιβλήτου δανειολήπτριας - αιτούσας δολιότητα κατά τη σύναψη των δανειακών της υποχρεώσεων.

Σημειώνεται ακόμη ότι οι δαπάνες διαβίωσης που αναλύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν την ίδια την αιτούσα και τα τέκνα της, ως προστατευόμενα μέλη, που συντηρούνται από το οικογενειακό εισόδημα, λόγω της ηλικίας τους και των σπουδών τους. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και αιτιολογούν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος που αποδίδει εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 Ν.2579/1998 (ΑΠ 897/2020, ΑΠ 1150/2019). Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.6.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6/28.6.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 85/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ