Supreme Court dismisses appeal and original claim due to statute of limitations and defendant's absence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal and the original claim because the statute of limitations had expired due to a two-year gap in procedural activity. The defendant's lawyer failed to appear at the hearing, leading the court to proceed ex officio. Consequently, the court ruled that the claims were time-barred and ordered the losing parties to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2 and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; The court may proceed ex officio if a summoned party fails to appear, and if the statute of limitations has expired due to inactivity, the claim must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1800 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1800/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως διάδοχο του καταργηθέντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης" (Ο.Τ.Ε.Κ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δήμητρα Τσεραβίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Δ. του Α., κατοίκου ... και 2)Α. Τ. κατοίκου .... Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1786/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6291/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 9/6/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. .../16-9-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα στην παρασταθείσα στη δευτεροβάθμια δίκη πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μαγδαληνή Τσίπρα, ως αντίκλητο αυτής (άρθρα 143 § 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 και 6α του κ.δ. 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" προστεθέν δια του άρθρου 46 § 3 του ν. 4305/2014). Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Με την από 9-6-2021 και με αριθ. καταθ. 4507/601/15-6- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6291/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3). Με τις προτάσεις της η δεύτερη αναιρεσίβλητη προβαίνει σε μεταβολή του επιθέτου της από Τ. σε Π. (πατρικό).
Με την από 24-4-2009 και με αριθ. καταθ. 67780/1983/2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία" Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΤΕΚ)", οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά εντόκως, ως δεδουλευμένες αποδοχές τους για την παρασχεθείσα εργασία τους προς τον ως άνω Οργανισμό (η πρώτη από 19-11-2007 έως 31-3-2009 και η δεύτερη από 9-5-2005 έως 31-3-2009) σε εκτέλεση προσωρινών διαταγών ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί υποχρεωτικής προσωρινής αποδοχής εκ μέρους του ΟΤΕΚ της εργασίας τους και καταβολής σ' αυτές των νομίμων αποδοχών τους έως τη συζήτηση των αιτήσεών τους περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 1786/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών), που την έκανε εν μέρει δεκτή. Εν τω μεταξύ, ο προαναφερθείς Οργανισμός καταργήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4109/2013, με την παράγραφο 4 δε του ως άνω άρθρου ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι οι πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις που υφίστανται κατά την κατάργηση του ΟΤΕΚ μεταφέρονται στο Υπουργείο Τουρισμού, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχισή τους.
Κατά της απόφασης αυτής το μόνο νομιμοποιούμενο πλέον, λόγω της ως άνω διαδοχής, Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 9-7-2015 με αρ. καταθ. 4252/10-7-2015 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αφενός υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 16.662,42 € και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 20.000 €, αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 35.137,6 € και όλα τα ανωτέρω ποσά με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που κάθε οφειλόμενη χρηματική οφειλή κατέστη απαιτητή μέχρι την εξόφληση.
Την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα την ένστασή του περί παραγραφής εν επιδικία του συνόλου των ενδίκων αξιώσεων, διότι από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης (16-11-2012) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης έφεσης (10-7-2015), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της διετίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48 § 3 ν.δ. 496/1974, την οποία προέβαλε με τον τρίτο λόγο της έφεσής του και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, προσβάλλει τώρα το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό (ένσταση παραγραφής εν επιδικία) ως απαραδέκτως προβληθέντα, με την αιτιολογία ότι "δεν αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση σφάλμα που να δικαιολογεί την εξαφάνιση αυτής και την εκ νέου εκδίκαση της αγωγής", καθώς σύμφωνα με το σκεπτικό της "οι λόγοι εφέσεως, συνιστάμενοι σε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του Δικαστηρίου είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, αφορούν την ουσία της υποθέσεως ή την μέχρι της εκδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως διαδικασία και την επ' αυτών κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την οποία δύναται να παραχθεί ουσιαστικό δεδικασμένο, υπό την έννοια των άρθρων 321 επ.
του ΚΠολΔ και όχι σφάλματα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαιτίας των οποίων ενδεχομένως επηρεάζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως αυτής, διότι, κατά το άρθρο 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αυτά μπορεί να προταθούν μόνο με ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως".
Με το ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των νπδδ" (ΦΕΚ Α 204) ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 48 § 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικών προσώπων αξιώσεων των υπαλλήλων αυτού των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών.
Άρθρο 49. Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους καθό γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη. Άρθρο 51. Διακοπή παραγραφής. Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνο: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών [...].
Άρθρο 52 εδ. τελ. Η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Παρόμοιου σχεδόν περιεχομένου είναι και οι διατάξεις του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού" που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον οποίο ορίζονται τα εξής: Άρθρο 90 § 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
Άρθρο 93. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών [...]. Άρθρο 94 εδ.
τελ. Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι η παραγραφή των κατά του Δημοσίου και των νπδδ αξιώσεων των υπαλλήλων τους, είναι διετής από της γενέσεώς τους (στο Δημόσιο) ή από το τέλος του οικονομικού έτους καθό γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη (στα ν.π.δ.δ.), ως υπάλληλοι νοούνται οι επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με έγκυρη σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας απασχολούμενοι, η παραγραφή αυτή διακόπτεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο (άσκηση αγωγής), οπότε η παραγραφή (ισόχρονη, βλ.
ΑΚ 270 εδ. α') αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και τέλος, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και ενώπιον του Εφετείου, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής, την πρόοδο και την συμπλήρωση του χρόνου αυτής και γίνεται επίκληση αυτών στο Δικαστήριο (ΑΠ 15/2020, 1241/2018).
Οι προβλεπόμενες από τις .προαναφερθείσες διατάξεις των ν. 2362/1995 και ν.δ. 496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νπδδ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών -επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΑΕΔ 1/2012, ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 11/2003) και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των νπδδ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (ΟλομΑΠ 38/2005) και, συνεπώς, οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται:
α) στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 9/2009) και β) στις διατάξεις του άρθρου 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρου 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των νπδδ (ΟλομΑΠ 2/2011, 31/2007, 38/2005).
Ακόμη, από τις ως άνω ειδικές διατάξεις δημοσίου συμφέροντος, καθίσταται σαφές ότι για την εκ νέου έναρξη παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και των νπδδ που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής απαιτείται διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και όχι η τελεσιδικία της απόφασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 261 § 1 ΑΚ [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 § 1 ν. 4139/2013, το οποίο κατά την § 3 αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του].
Εξάλλου, η ένσταση παραγραφής εν επιδικία αποτελεί δικονομικό προνομιακό ισχυρισμό, εξαιρούμενο του συστήματος συγκεντρώσεως του άρθρου 269 ΚΠολΔ κατά την § 1 αυτού [όπως το άρθρο ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο τρίτο ν. 4335/2015, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεδομένου ότι το ένδικο μέσο της εφέσεως κατατέθηκε πριν την 1-1-2016], σύμφωνα με το οποίο "1.
Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης", εφόσον εμπίπτει στο δεύτερο εδάφιο, ήτοι λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, αποτελεί δε κατ' εξαίρεση, και παραδεκτή προβολή στην κατ' έφεση δίκη νέου πραγματικού ισχυρισμού που δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη (οψιγενής ισχυρισμός), υπαγόμενος στις περιπτώσεις 2 και 3 του άρθρου 527 του ΚΠολΔ [όπως το άρθρο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο ν. 4335/23-7-2015], δεδομένου ότι: "(περιπτ. 2) γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και (περιπτ. 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269".
Συνεπώς, μπορεί να προταθεί και ενώπιον του Εφετείου είτε με λόγο εφέσεως είτε με τις προτάσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή.
Κατά δε τη διάταξη της § 4 του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παράγραφος 2 εδάφιο γ', αντίστοιχα. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το ουσιαστικό δεδικασμένο της εκτελούμενης τελεσίδικης απόφασης καλύπτει, με συνέπεια το απαράδεκτο της προβολής στη δίκη της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, τόσο τις καταχρηστικές όσο και τις μη στηριζόμενες σε αγώγιμο δικαίωμα γνήσιες ενστάσεις, που συνεπάγονται την κατάλυση ή τη διακώλυση της γενέσεως του επίδικου δικαιώματος, εφόσον οι όροι που τις θεμελιώνουν είχαν πληρωθεί κατά τον χρόνο της προηγούμενης δίκης.
Αρκεί προς τούτο, κατά το χρόνο της προηγούμενης δίκης να είχαν πληρωθεί οι όροι, που θεμελιώνουν αυτές τις ενστάσεις και δεν απαιτείται να είχαν προταθεί παραδεκτώς για να καταστεί απαράδεκτη η προβολή τους στη μεταγενέστερη δίκη, για την οποία ισχύει η από το δεδικασμένο δέσμευση (ΟλομΑΠ 10/1993). Επομένως, αν η ένσταση παραγραφής δεν προτάθηκε καθόλου ή προτάθηκε εκπροθέσμως, απόλλυται και δεν είναι δυνατή η πρότασή της σε μεταγενέστερη δίκη.
Έτσι, είναι απαράδεκτη τόσο η επανυποβολή της ένστασης σε μεταγενέστερη δίκη λ.χ. ως λόγου ανακοπής κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ) όσο και η άσκηση συναφούς αναγνωριστικής αγωγής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, κατά τον αριθ. 1, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, και κατά τον αριθ. 14 αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που με την ως άνω αιτιολογία απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής εν επιδικία του συνόλου των ένδικων αξιώσεων, η οποία όμως προβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του, ως οψιγενής ισχυρισμός, με λόγο εφέσεως και με τις ενώπιον αυτού προτάσεις, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα όποια συνάγεται αφενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου παραγραφής και αφετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης και καλύπτεται από το δεδικασμένο της απόφασης, με την εν λόγω κρίση του παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου και ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ των αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της. Μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης [2ου και 3ου που αφορούν τη δικαστική δαπάνη], καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων (ΑΠ 407/2021, ΑΠ 5/2018, ΑΠ 204/2017).
Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001, ΑΠ61/2022, 628/2020, 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται, αφού από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 16-11-2012 έως την άσκηση της έφεσης του Δημοσίου στις 10-7-2015 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, δίχως να έχει μεσολαβήσει κάποια διαδικαστική πράξη των διαδίκων (πρώην ΟΤΕΚ και ήδη Ελληνικού Δημοσίου και αναιρεσιβλήτων) διακοπτική του εν λόγω χρονικού διαστήματος της παραγραφής, όπως επίδοση της απόφασης.
Αλλά και από την επομένη της ημερομηνίας άσκησης της έφεσης του Δημοσίου (10-7-2015) έως τον προσδιορισμό ημερομηνίας συζήτησης αυτής με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Εφετείου στις 27-9-2019, με επιμέλεια των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παρήλθε εκ νέου χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών δίχως να έχει μεσολαβήσει καμία διακοπτική της παραγραφής διαδικαστική πράξη, με αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, οι ένδικες αξιώσεις να έχουν αναμφίβολα παραγραφεί εν επιδικία, όπως το αναιρεσείον (και ως εκκαλούν) παραπονείται και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, και το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι να απορρίψει την αγωγή.
Επομένως, ορθά κατ' αποτέλεσμα (ΚΠολΔ 578), το Εφετείο, δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, εσφαλμένα όμως, απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο εφέσεως περί παραγραφής εν επιδικία, αλλά και χωρίς να ερευνήσει την ύπαρξη αυτής αυτεπαγγέλτως, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και δεν την απέρριψε στο σύνολο της ως παραγραφείσα εν επιδικία.
Μετά ταύτα, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, μειωμένα κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6291/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλλει σε βάρος των εφεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της προκειμένης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ