Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court properly considered all evidence presented.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific documentary evidence, while the defendants contended the court had already considered all submitted proofs. The court ruled that the lower court's reasoning clearly demonstrated it had taken into account all evidence, thereby rejecting the procedural defect alleged in the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticle 11γ' of the Code of Civil Procedure; Article 240 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the decision explicitly states that all presented evidence was taken into account, provided the reference to the evidence is clear and specific enough to establish its identity without requiring individual evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1800 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1800/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ι. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Κ.-Π. του Ε. και 2. Μ. συζ. Ε. Κ.-Π., το γένος Κ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Γεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 7255/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 11γ' ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικό μέσο, το οποίο οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν, όλα γενικά τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Δηλαδή, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου και δη κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2004). Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και αναφοράς σε καθένα ξεχωριστά, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες να προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η λήψη υπ' όψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 126/2006, ΑΠ 1072-1073/2005, ΑΠ 918/2006, ΑΠ 694/2003).
Η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης, είτε με αναφορά από αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ειδική επίκληση του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 864/2003). Γενική αναφορά σε όλα γενικά, τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτόδικα, χωρίς συγκεκριμένη παραπομπή στα μέρη των επανυποβαλλόμενων προτάσεων του πρώτου βαθμού ή με ενσωμάτωση προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων δεν είναι νόμιμη (άρθρ. 240 ΚΠολΔ βλ.
και Ολ. ΑΠ 9/2000, Ολ. ΑΠ 14/2005, Ολ. ΑΠ 23/2008). Το έγγραφο δε, πρέπει να ασκεί ουσιώδη, άμεση ή έμμεση επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1021/2002). Η επίκληση πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, τούτο δε συμβαίνει, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ότι, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του στην ερευνώμενη υπόθεση, εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεις και ανταποδείξεις ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, οι οποίες περιέχονται στην με αριθμό 16/2004 Εισηγητική έκθεση, και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ενώ, όσα πραγματικά περιστατικά δέχτηκε, ανέλεγκτα, ως αποδειχθέντα απέρρευσαν "...
από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, που έχουν άμεση αντίληψη των γεγονότων, οι οποίες, εκτιμώμενες σε συνδυασμό και με το όλο αποδεικτικό υλικό και ιδίως τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, κρίνονται αληθή, δεν αναιρούνται δε από εκείνες των μαρτύρων αποδείξεως, οι οποίοι δεν έχουν άμεση αντίληψη για τη συμφωνία των διαδίκων, όπως οι ίδιοι καταθέτουν αλλά γνωρίζουν το γεγονός από τη διήγηση του ενάγοντος ...".
Από τη γενική αυτή αναφορά, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα των διαδίκων και, ειδικότερα και την τεχνική έκθεση (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό) που προσκόμισε ο αναιρεσείων. Και τούτο διότι έκρινε ανέλεγκτα πως η αμοιβή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος "...
συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των 15.000.000 δρχ. ...", η δε παραπάνω τεχνική έκθεση, κατά τον αναιρεσείοντα "... Ήταν ικανή να διαλευκάνει το ύψος της πραγματικής εργολαβικής αμοιβής ...". Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης ο οποίος αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την από το άρθρο 559 αρ.11γ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπ' όψιν της και τις προσκομισθείσες, από μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων, φωτογραφίες. Δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως αβάσιμα προβάλλει ο αναιρεσείων, να βεβαιωθεί, ειδικά, σ'αυτή, πως οι φωτογραφίες είχαν γίνει αντικείμενο νόμιμης επίκλησης, εν όψει και της, ήδη γενόμενης στην παραπάνω απόφαση μνείας, πως λήφτηκαν υπ' όψη τα έγγραφα που "... οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ...". Από τη νόμιμη δε επισκόπηση των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), πέραν των ενσωματωθέντων απαράδεκτα, σ' αυτές προτάσεων του πρώτου βαθμού, αναφέρεται ότι "... πάντα δε τ' ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως και από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους μας έγγραφα (... φωτογραφίες κλπ) ...". Άρα έλαβε χώρα νόμιμη επίκληση των προσαγομένων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να ανακύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων εκφράζει, ρητά, αμφιβολίες για την ταυτότητα των προσκομισθεισών φωτογραφιών, αλλ' απλά διατυπώνει σκέψεις και υποθέσεις για πιθανή προσαγωγή άλλων φωτογραφιών για να ενδυναμώσει τον σχετικό ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης που αναφέρεται, στην από το άρθρο 559 αρ. 11 πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα είναι εκείνα, από τα οποία απουσιάζει κάποια προϋπόθεση του υποστατού τους ή του παραδεκτού της χρήσης τους. Τέτοιο αποδεικτικό μέσο στην τακτική διαδικασία είναι εκείνο, το οποίο ελήφθη υπ' όψιν, αν και δεν επιτρέπονταν, όπως, όταν, αν και το εμμάρτυρο μέσο αποκλείονταν, παρά ταύτα, εξετάστηκαν μάρτυρες και λήφθηκε υπόψιν η κατάθεσή τους. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να αναφέρει στην αναίρεσή του το αποδεικτικό μέσο, το οποίο λήφθηκε παράνομα, τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και την επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Επιπρόσθετα, πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε, νόμιμα, στο δικαστήριο της ουσίας τα περιστατικά εκείνα, που υποχρέωναν το δικαστήριο αυτό να μη λάβει υπ' όψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562
ΙΙ ΚΠολΔ (ΑΠ 1047/1992, ΑΠ 427/1993). Είναι δε αυτονόητο, πως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 562§3 ΚΠολΔ κατά την οποία, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους οι οποίοι αφορούν τη δημόσια τάξη.
Ήδη, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει, πως, λανθασμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, σε καταθέσεις μαρτύρων, γιατί, είχε χωρήσει διεξαγωγή αποδείξεων με έκδοση μη οριστικής απόφασης (πρωτόδικης), η οποία έταξε αποδείξεις και με μάρτυρες, αν και τούτο δεν ήταν επιτρεπτό, εφ' όσον η αξία του αντικειμένου της επίδικης σύμβασης υπερέβαινε το απαγορευτικό όριο που ορίζεται στο άρθρο 393 παρ.1 ΚΠολΔ.
Όπως, όμως, εξάγεται, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της με αριθμό 12/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία, υπό το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν το νόμο 2915/2001, ο οποίος κατήργησε, με το άρθρο 14§1 αυτού, τη διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ, κρίνοντας την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος αυτή έταξε αποδείξεις και με μάρτυρες "...
ως εκ της φύσεως των αποδεικτέων ...". Το αν δεν έγινε, ειδικότερη μνεία της αδυναμίας κτήσεως έγγραφης απόδειξης, δεν αναιρεί, προφανώς τα παραπάνω, εφ' όσον υπερκαλύπτεται από την προαναφερθείσα παραδοχή. Άρα, αντιμετώπισε το θέμα της μαρτυρικής απόδειξης, στα πλαίσια των οριζόμενων στο άρθρο 393 εδ.δ' ΚΠολΔ.
Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση: α)τα προβαλλόμενα με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης είναι εντελώς αόριστα, εφ' όσον, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, ότι επικαλέστηκε νόμιμα τα παραπάνω στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αν συντρέχει ή όχι κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ, β)επιπλέον, στον λόγο αυτό γίνεται αναφορά και υπάρχει παράπονο για τους "...
μάρτυρες ανταπόδειξης ...", δηλαδή τους μάρτυρες των αναιρεσιβλήτων. Όμως, η προβαλλόμενη πλημμέλεια, αν θεωρηθεί βάσιμη, είναι πρόδηλο πως πλήττει και την μαρτυρική απόδειξη που διεξήγαγε ο ίδιος ο αναιρεσείων, πράγμα που, βέβαια, δεν είναι δυνατόν, κατά τα προαναφερθέντα, να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης.
Ούτε είναι παραδεκτό να προσβάλλεται η παραπάνω απόφαση, μόνο για τους μάρτυρες ανταπόδειξης, ενώ η εξέταση των μαρτύρων απόδειξης να μην κρίνεται, γιατί ο λόγος αναίρεσης είναι ενιαίος, και δεν εφαρμόζεται επιλεκτικά. Κατά ταύτα, ο πιο πάνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή, υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.
ΑΠ 4/2006, ΑΠ 1393/2010, ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/ 1989, ΑΠ 1549/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενό της, 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/ 2001).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψιν διάταξη, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ουδόλως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (ελλείψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν κάλυπταν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η προβαλλόμενη, ως αντίφαση, περιέχει, απλά, συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Περαιτέρω, το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε, εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση τω αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1986, ΑΠ 847/2009). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, τα οποία σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων επιχειρήματα, οπότε, ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Στη συνέχεια, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.
Ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, γιατί, πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 123/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ "με τη σύμβαση του έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή".
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την, ουσιαστικά ανέλεγκτη, κρίση του τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, ήταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου, επιφανείας 280 τμ περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Δεύτερα Δηλεσίου" της κτηματικής περιφέρειας Σχηματαρίου του τέως δήμου Τανάγρας και τον Ιούλιο του 1996 ανέθεσαν στον ενάγοντα, εργολάβο οικοδομών, να τους κατασκευάσει επ' αυτού και παραδώσει πλήρως αποπερατωμένη, μία τριώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο, Α' όροφο και Β' όροφο, επιφανείας 80 τ.μ.
περίπου ο καθένας. Η αμοιβή του ενάγοντος για την εκτέλεση του έργου συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των 15.000.000 δρχ., το οποίο συμπεριλαμβανόταν τόσο η αξία των απαιτούμενων υλικών που θα χορηγούσε ο ίδιος, όσο και η εργολαβική αμοιβή του, καθώς επίσης και ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), όπως ο ίδιος ο ενάγων διαβεβαίωνε τους εναγομένους, κατά την πρότασή του να αναλάβει το έργο και εκείνοι αποδέχθηκαν, κατά τον παραπάνω χρόνο που καταρτίσθηκε η μεταξύ τους συμφωνία.
Η μόνη κατασκευαστική εργασία που δεν περιλαμβανόταν στην μεταξύ τους αρχική ως άνω συμφωνία, ήταν η κατασκευή τζακιού στον Α' όροφο, την οποία μετέπειτα πρότεινε ο ενάγων να κατασκευάσει, ζητώντας ως επί πλέον αμοιβή γι' αυτήν το ποσό των 275.000 δρχ., το οποίο οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι έγινε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για αμοιβή του ενάγοντος κατά μονάδα εργασίας και δη για τις μερικότερες κατασκευαστικές εργασίες, όπως αυτές περιγράφονται στην αγωγή και όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του και επαναλαμβάνει με την έφεση.
Ο τρόπος πληρωμής εξάλλου της συμφωνηθείσας ως άνω εργολαβικής αμοιβής του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί να γίνει για μεν το ποσό των 9.075.000 δρχ. με την υπογραφή 55 μηνιαίων άτοκων συναλλαγματικών, ποσού 165.000 δρχ. η κάθε μία (55 Χ 165.000 ίσον 9.075.000), οι οποίες παραδόθηκαν στον ενάγοντα την 15-9-1996, για δε το υπόλοιπο των 5.925.000 δρχ. (15.000.000 μείον 9.075.000) και των 275.000 δρχ.
για το τζάκι, με τμηματικές καταβολές κατά την πρόοδο των εργασιών. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας ο ενάγων άρχισε την κατασκευή του έργου τον Σεπτέμβριο του 1996 χωρίς όμως να το ολοκληρώσει και να το παραδώσει στους εναγομένους, αλλά εγκατέλειψε αυτό ημιτελές. Ειδικότερα κατασκεύασε τα πέδιλα, τις κολώνες, δοκούς, πλάκες και γενικά τον από μπετόν αρμέ σκελετό της όλης (τριώροφης) οικοδομής, την τοιχοποιία (εσωτερική και εξωτερική) της όλης οικοδομής, τα στηθαία της ταράτσας, τη μόνωση της εξωτερικής τοιχοποιίας, τις ψευτόκασες, τα επιχρίσματα εξωτερικά όλων των ορόφων και από τα εσωτερικά, μόνον του ισογείου και του Α' ορόφου, τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις των ορόφων, πλην του ισογείου και τις σωληνώσεις για την παροχή νερού, εν μέρει το λεβητοστάσιο, χωρίς να τοποθετήσει το λέβητα του καλοριφέρ, τις ποδιές και τα μάρμαρα κάτω από τις πόρτες, τα κάγκελα των εξωστών, την εξωτερική σκάλα (8 βαθμίδων από μάρμαρα), το τζάκι του Α' ορόφου (ημιτελές) τις μετώπες των μπαλκονιών και τις επιστρώσεις των δαπέδων από άμμο θαλάσσης καθώς και την κύρια είσοδο.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει τοποθετήσει πλακίδια δαπέδου, κουφώματα από αλουμίνιο, όλα τα είδη υγιεινής, (εκτός από την μπανιέρα που την τοποθέτησε), ντουλάπες, γύψινα και τις λοιπές πόρτες και παράθυρα που επικαλείται με την αγωγή. Ούτε εξ άλλου αποδείχθηκε ότι το έργο παραδόθηκε αρχές Φεβρουαρίου 1998, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή, μέχρι δε και την άσκηση της αγωγής δεν είχε ολοκληρώσει και δεν παρέδωσε ποτέ το συμφωνηθέν έργο, για το οποίο είχε διαβεβαιώσει τους εναγομένους ότι θα το παρέδιδε με "το κλειδί στο χέρι" έναντι της προαναφερθείσης συνολικής αμοιβής, ενώ για τον χρόνο παραδόσεως του έργου κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλείται πότε είχε συμφωνηθεί.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής κατέβαλαν στον ενάγοντα τμηματικά στις 8-3-1997, 31-5-1997, 28-6-1997, 26-7-1997, 22-8-1997, 28-9-1997, 8-11-1997 και 24-12-1997 τα ποσά των 1.000.000 δρχ., 3.000.000 δρχ., 500.000 δρχ., 500.000 δρχ., 500.000 δρχ., 200.000 δρχ., 200.000 δρχ. και 300.000 δρχ. αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 6.200.000 δρχ.
σε μετρητά, ενώ παράλληλα εξοφλούσαν και τις 55 συναλλαγματικές των 165.000 δρχ. η κάθε μία και συνολικά κατέβαλαν το ποσό των 15.275.000 δρχ. (6.200.00 συν 9.075.000) που είχε συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να μην οφείλουν στον ενάγοντα κανένα ποσό. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, που έχουν άμεση αντίληψη των γεγονότων, οι οποίες, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με το όλο αποδεικτικό υλικό και ιδίως τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, κρίνονται αληθή, δεν αναιρούνται δε από εκείνες των μαρτύρων αποδείξεως, οι οποίο, δεν έχουν άμεση αντίληψη για τη συμφωνία των διαδίκων, όπως οι ίδιοι, καταθέτουν, αλλά γνωρίζουν το γεγονός από τη διήγηση του ενάγοντος.
Οι προαναφερθείσες εξάλλου καταβολές των εναγομένων αποδεικνύοντα, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτούς συναλλαγματικές (στα πρωτότυπα) και τις με αριθμούς 2372/97, 2417/97, 2434/97, 2447/97, 2253/97, 2273/97, 2292/97, 2457/97 αποδείξεις είσπραξης που φέρουν τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του ενάγοντος. Το επικαλούμενο εξάλλου και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα τιμολόγιο - δελτίο αποστολής με αριθμό 54/4-5-1998 για ποσό 21.240.000 δρχ.
επί πιστώσει, που εκδόθηκε από τον ίδιο, τέσσερις μήνες αφότου είχε εγκατάλειψε, το έργο, υπογεγραμμένο μόνον από τον ίδιο, ή οι λοιπές αποδείξεις λιανικής πωλήσεως και παροχής υπηρεσιών 18/97, 44/97, 43/97, 28/96, 22/96, 20/98 και 46/98 που εκδόθηκαν επίσης από τον ίδιο κατά το διάστημα από 22-12-1996 έως 12-1-1998 και προσκομίζονται μόνον από αυτόν, συνολικού ποσού 12.216.000 δρχ., ουδόλως αποδεικνύουν την επικαλούμενη από τον ενάγοντα συμφωνία περί συμφωνηθείσης αμοιβής του κατά μονάδα εργασίας, και ανερχόμενης στο επικαλούμενο με την αγωγή ποσό.
Οι εναγόμενοι, αρνούνται ότι τους χορήγησε ποτέ ο ενάγων τις εν λόγω αποδείξεις, ενώ σε καμία από αυτές δεν υπάρχει υπογραφή τους ως καταβαλλόντων τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά". Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν, χωρίς αμφιβολία, το διατακτικό της.
Τα αναφερόμενα στον σχετικό λόγο αναίρεσης, για συμφωνία ή μη για "... κατ' αποκοπήν ..." αμοιβή του αναιρεσείοντος και τια τις, επί μέρους, αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες ανάγονται στον τρόπο της αμοιβής αυτού, το είδος των εργασιών που εκτέλεσε, τον ειδικότερε προσδιορισμό των χρησιμοποιηθέντων υλικών, εξόφληση ή μη όλων ή μέρους των επίδικων συναλλαγματικών, δεν εστιάζουν σε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά, με την προβολή του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, πλήττονται πράγματι, οι, αναιρετικά ανέλεγκτες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Ούτε, επίσης, υφίσταται κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 681 ΑΚ, η οποία (πλημμέλεια), άλλωστε ουδόλως επαρκώς προσδιορίζεται και μάλιστα με τρόπο συγκεκριμένο. Συνακόλουθα, και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την πιο πάνω απόφαση, προσάπτοντας σ' αυτή τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.3.2009 αίτηση του Χ. Ι., για αναίρεση της με αριθμό 7255/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία καθορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ