Legislator Case Law & Legislation
1798/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and bad evidence assessment in expropriation compensation case.

Case Number 1798/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for three appellants and dismissed the appeal against the expropriation compensation decision for the remaining parties. The appellants argued that the court erred in assessing evidence and arbitrarily set tree values, but the court rejected these claims as vague and contrary to the principle that factual evaluations are not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were not imposed on the appellants because the State did not request them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96, 561(1), 559(19), 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review factual assessments of evidence or property valuation in expropriation cases, and vague grounds for appeal render the request inadmissible.

Keywords

AI generated
expropriation compensation bad evidence assessment inadmissible appeal factual evaluation review tree value determination Code of Civil Procedure State costs waiver

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1798 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1798/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χας Β. Λ., θυγ. Ι. Κ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 2. Ν. Χ. Λ. και β) Φ. συζ. Ν. Λ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 3. α) Ε. συζ. Ν. Μ., θυγ. Δ. Χ., κατοίκου ..., β) Μ. - Δ. Α. Χ., γ) Β. - Ε. Α. Χ. και δ) Α. Δ. Χ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 4. Μ. χας Θ. Π., θυγ. Ν. Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 5. Κ. θυγ. Σ. Π., συζ. Ι. Π., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...), 6. α) Σ. Ι. Ρ. και β) Β. θυγ. Ι. Ρ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 7. α) Μ. θυγ. Ν. Τ. και β) Γ. Ι. Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...), 8. Ν. Χ. Τ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ..., ..., ...), 9. α) Γ. Ι. Τ., β) Ε. θυγ. Ι. Τ., γ) Γ. Π. Τ., δ) Ε. θυγ. Π. Τ. και ε) Π. Γ. Μ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός του Α. χας Γ. Μ., θυγ. Γ. Τ., κατοίκων ... (ΑΚΠ ...) και 10. Ε. Δ. Σ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των υπό στοιχ. 3α, 6α και 6β των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 91/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 20-7-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ, ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ`αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση ή με ιδιωτικό έγγραφο , εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια , δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 9/2003,ΑΠ 1522/2023 ΑΠ 683/2021, ΑΠ 838/2017) και 2) σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 36/1007, ΟλΑΠ 4/1994, ΑΠ 182/2022, ΑΠ 1553/2021,ΑΠ2062/2017, ΑΠ 1863/2017).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104, 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος, που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού, που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά, σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, οπότε θεραπεύονται και οι προηγηθείσες άκυρες διαδικαστικές πράξεις ( ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013) .

Στη προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 15-10-2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 45/19-102021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 134/5-10-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών , η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης, δικάσιμος της οποίας, με πράξη της Προέδρου αυτού του Τμήματος , ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου , κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες Ε. σύζυγος Ν. Μ., Σ. Ι. Ρ. και Β. θυγατέρα Ι. Ρ. δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι`αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι την ένδικη αίτηση αναίρεσης, για τον προσδιορισμό δικασίμου (κατ`άρθρο 568 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προσήγαγε ο υπογράφων το δικόγραφο αυτής δικηγόρος Παναγιώτης Ανδρονόπουλος, ο οποίος και συνέταξε την κλήση προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες (για τους οποίους δεν προκύπτει ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα), έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (που επισπεύδουν εγκύρως τη συζήτηση) ή από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να είναι δικονομικά απόντες.

Συνεπώς, ενόψει του ότι - όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτά - οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει, κατ`εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β`του ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες ως προς τους οποίους πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Η κρινόμενη από 15-10-2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 45/19-102021 αίτηση, για αναίρεση της υπ`αριθμ.134/5-10-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001(Κ.Α.Α.Α.) , σε συνδυασμό με άρθρα 83 Ν. 4790/2021 και 25 Ν. 4792/2021, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2.

Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ`), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ` του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α` 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α` της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β` της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό .Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα, δε, ρύθμιση του εδ.

γ` της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ` του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α` 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α` 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).

Έτσι ,στην περίπτωση αυτή σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση του Πρωτοκόλλου αριθ. 1) το κρίσιμο είναι η επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων του ατόμου και της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας αφενός και του γενικού συμφέροντος αφετέρου.

Εν όψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του ΑΚ ,ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε περίπτωση που έχει παρέλθει έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, είναι ο χρόνος της συζήτησης , που θεωρείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1123/2009 ΑΠ 1555/2017).

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, μετά την συζήτηση της υπόθεσης διατάσσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης , κατ' άρθρο 20 παρ. 7 του ν. 2882/2001. Στη περίπτωση αυτή το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας παγιοποιείται κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η διατάσσουσα πραγματογνωμοσύνη απόφαση και γι' αυτό γίνεται δεκτό ότι κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας είναι αυτός της συζήτησης πριν από την πραγματογνωμοσύνη και όχι μετά από αυτήν (ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1061/2013, ΑΠ 76/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του τη δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΟλΑΠ 714/1978, ΑΠ 515/2012, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 1425/2018, ΑΠ 1555/2017).

Για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα διαγραφόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Ν. 2882/2001, κριτήρια, δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, τα δικαστήρια υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 759/2020).

Εξάλλου, η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019).

Περαιτέρω, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 225/2024, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 176/2011).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 1/2020).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Ακολούθως, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του Κολ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1323/2023,ΑΠ 69/2022,ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ1323/2023 ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Στη προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη με αριθμό 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με τις με αρ. καταθ.5476/14-12-2010 και 8/3-1-2011 αιτήσεις του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, ζητήθηκε ο ορισμός προσωρινής τιμής μονάδος και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων για τα περιγραφόμενα απαλλοτριούμενα ακίνητα μετά των επικειμένων τους δυνάμει της με αρ.

ΚΥΑ (Οικονομικών, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων) 1031819/1368/Δ0010/21-7-2010, για αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από την χθ 109+100,00 έως την χθ 118+ 400.00 του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος- Πάτρα, σύμφωνα με τη μελέτη οδοποιίας του τμήματος αυτού, συνολικής έκτασης 79.334, 62 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή των Δημοτικών διαμερισμάτων Ψαθόπυργου-Αραχωβίτικων, Δρεπάνου, Ακταίου, Κάτω Καστριτσίου, Αγίου Βασιλείου, Πλατανίου και Αγίου Γεωργίου Ρίου του Δήμου Ρίου Αχαΐας.

Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάσθηκαν ,αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη δικάσιμο της 18-3-2014 και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 91/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης.

Ακολούθως, ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών οι με αρ. καταθ. 99/30-10-2015 και 73/30-7-2015 αιτήσεις του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, με αίτημα τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος, καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και αναγνώρισης μη ισχύος του τεκμηρίου ωφέλειας.

Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάστηκαν κατά τη δικάσιμο της 7-3-2019 και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο 1) εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε α) ότι δεν προκύπτει η εγγύτητα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με τα ακίνητα που αναφέρονται στα συμβόλαια αγοραπωλησίας που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ως συγκριτικά στοιχεία και έτσι καθόρισε οριστικές τιμές για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα και τα επικείμενά τους, χαμηλότερες από τις πραγματικές, παρά το ότι από τα ως άνω συγκριτικά στοιχεία, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προέκυπτε η απόσταση των μεταβιβαζομένων από τη θάλασσα, όπως και το ότι αυτά ευρίσκοντο εντός της ζώνης των οικισμών, στους οποίους βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους, αλλά και παράλληλα ή σε επαφή με την Ε.Ο Κορίνθου- Πατρών και παρά το ότι στην έκθεση εκτίμησης του Α.

Χ. δεν περιέχεται κανένα συγκεκριμένο συμβόλαιο ή εκτίμηση της αρμόδιας ΔΟΥ για κάθε περιοχή, β) ότι είναι απρόσφορα αποδεικτικά μέσα οι αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις μηχανικών που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, 2) δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα. Συγκεκριμένα : α) δεν έλαβε υπόψη τα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της αξίας των απαλλοτριωθέντων και των επικειμένων τους, της μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων και της ανυπαρξίας του τεκμηρίου ωφελείας, β) κρίνοντας απρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία της προαναφερθείσες τεχνικές εκθέσεις μηχανικών "στην πραγματικότητα δεν τις έλαβε υπόψη" .

Με αυτό το περιεχόμενο ,οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως εξής: 1) οι λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ , 2) όσον αφορά τις πλημμέλειες από τον αριθμό 11εδ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ :

Από τη διάταξη αυτή , σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στην δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 9 και 10, 20 παρ. 6 και 8 ν. 2882/2001 (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 124/2009), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 696/2020, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 292/2011).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προβαλλόμενης απόφασης, ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά κατά λέξη αναφέρει 1) στο 25ο φύλλο, (εμπρόσθια όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εξέδωσε την υπ' αρ. 91/2015 απόφαση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, οι φωτογραφίες που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, οι τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως, οι εκθέσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, η από Απρίλιο του 2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν.

Α. και του Π. Σ., αγρονόμων-τοπογράφων μηχανικών, η από Μάρτιο του 2018 έκθεση περί οικονομικής αξίας των ιδιοκτησιών του εμπειρογνώμονα Α. Χ., που προσκομίζονται νόμιμα μετ' επικλήσεως",2) στο 46ο φύλλο (οπίσθια όψη) "....οι αυτοτελώς αιτούντες ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες ζητούν μεγαλύτερες τιμές, προσκομίζοντας συγκριτικά στοιχεία (εκτιμητικές εκθέσεις μηχανικών, συμβόλαια)..." 3) στο 48ο φύλλο "...Τα προσκομιζόμενα από τους αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες αποδεικτικά μέσα ως προς την αξία των ακινήτων δεν κρίνονται πρόσφορα για να αχθεί το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση.

Ειδικότερα, οι προσαγόμενες εκτιμητικές εκθέσεις δεν αναφέρουν συγκεκριμένα στοιχεία της κτηματαγοράς στα οποία βασίστηκαν και συντάσσονται κατ' εντολή των ιδιοκτητών, ενώ, όσον αφορά στα προσκομιζόμενα συμβόλαια δεν προκύπτει η εγγύτητα των ακινήτων που αναφέρουν στα απαλλοτριωμένα ακίνητα....", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι τα αποδεικτικά μέσα κρίθηκαν απρόσφορα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως.

Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 782/2022, ΑΠ 310/2021,ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα σε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημίωσης, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "αυθαίρετα και χωρίς καμία αιτιολογία καθόρισαν την αξία των δένδρων στα αναφερόμενα ποσά. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται η ανεπάρκεια και ειδικότερα ποιά είναι τα ελλείποντα στοιχεία, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης.

Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αφού ελήφθησαν υπόψη "...οι εμπεριστατωμένες εκτιμήσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών" το Δικαστήριο καθόρισε την αξία των επικειμένων δένδρων κατά μέγεθος και είδος με αποτέλεσμα να προκύπτει το αποδεικτικό του πόρισμα με σαφή και επαρκή αιτιολογία.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.) δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, διότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αυτό (αναιρεσίβλητο) παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα για την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσείοντες Ε. σύζυγο Ν. Μ., Σ. Ι. Ρ. και Β. θυγατέρα Ι. Ρ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-10-2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 45/19-10-2021 αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς.

Απορρίπτει την από 15-10-2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 45/19-10-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.134/5-10-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους ως άνω παριστάμενους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ