Legislator Case Law & Legislation
1793/2017 AI generated

1793/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1793/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1793/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 118/2010, ΑΠ 2/2010, ΑΠ 233/2007).

Keywords

AI generated
incapacity for work reintegration into employment temporary loss of work permanent earning incapacity voluntary unemployment suspension of unemployment benefits
AI generated
889/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1163/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
523/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
1428/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
996/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1793 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1793/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γράππα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ξ Μ. χα Θ. Γ. Σ., 2) Γ. Θ. Σ., 3) Α. Θ. Σ. και 4) Α. Θ. Σ., κατοίκους … .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-3-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη προς κοινοποίηση η αναίρεση διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1267/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4569/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του Α.Κ. συνάγεται, ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 21/2012, ΑΠ 118/2010, ΑΠ 2/2010, ΑΠ 233/2007).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 10 του ν. 489/ 1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του Ν. 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Η ανωτέρω διάταξη, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 του Α.Κ., η διετής δε παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος και δεν εφαρμόζεται για την απρόβλεπτη ζημία, που μπορεί να συμβεί σε επιδείνωση της υγείας απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα.

Και για την διετή αυτή παραγραφή ισχύουν τα περί διακοπής αναστολής και επιμήκυνσης της παραγραφής (ΑΠ 1907/2007). Η ως άνω υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα υπόκειται επίσης σε πενταετή παραγραφή, όταν συνδυάζεται με σωρευτική αναδοχή χρέους στο πλαίσιο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 477 του Α.Κ., με βάση τις οποίες ο ασφαλιστής ευθύνεται όπως και ο ασφαλισμένος απ' αυτόν κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, η από τις οποίες αντίστοιχη υποχρέωση υπόκειται στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ. (ΑΠ 407/2010, ΑΠ 1753/ 2005).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, σχετικώς με την αιτουμένη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την υπό κρίση (από 8.1.2013) αγωγή, αποζημίωση, προς αποκατάσταση, για μεταγενέστερο χρόνο (από 1.1.2010 μέχρι 8.5.2011 και από 1.7.2012 μέχρι 31.12.2012) της ζημίας, την οποία υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού της στο περιγραφόμενο σ' αυτήν τροχαίο ατύχημα, λόγω της ανικανότητάς της να εργαστεί ως βοηθός σερβιτόρου, με αποτέλεσμα να μην καταβάλλονται ούτε από τους εργοδότες της, ούτε από την ίδια οι ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες, αν δεν τραυματιζόταν και εξακολουθούσε να εργάζεται ως βοηθός σερβιτόρου, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα καταβάλλονταν από τους εργοδότες της, με περαιτέρω συνέπεια να είναι υποχρεωμένη να τις καταβάλει η ίδια, προκειμένου να προσμετρηθεί το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ως χρόνος ασφαλίσεως και να μην απολέσει το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεώς της με τον υπολογισμό και του χρόνου αυτού, δέχθηκε ότι από την προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 1770/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε (μετά την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως) επί της αρχικής (από 1.7.2005) αγωγής της ιδίας ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας (και άλλων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην προκειμένη δίκη), κρίθηκαν με ισχύ δεδικασμένου:

α) η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, β) ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε, υποστάσα κάταγμα αριστερού μηριαίου, θλαστικό τραύμα αριστεράς ποδοκνημικής και κάταγμα φύματος V (πέμπτου) μεταταρσίου αριστερά), κριθείσα ανάπηρη εφ' όρου ζωής, με ποσοστό αναπηρίας 20%, συνεπεία επιμήκυνσης του αριστερού μηριαίου κατά δύο εκατοστά περίπου και ότι εκ του λόγου τούτου κατέστη ανίκανη επί 50 μήνες από την ημέρα του ατυχήματος προς εργασία, γ) ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος η ενάγουσα εργαζόταν ως βοηθός σερβιτόρου στο εστιατόριο "…", της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", απασχολούμενη επί 24 ημέρες μηνιαίως, αντί ημερομισθίου 31,40 ευρώ, εργασία, την οποία πιθανότατα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να ασκεί, αν δεν τραυματιζόταν, με συνέπεια να απολέσει τα κατά το χρονικό διάστημα από 16.6.2004 έως 21.6.2005 μηνιαία εισοδήματά της. Στη συνέχεια δέχθηκε τα εξής: "Με την ως άνω απόφαση επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 57.031,68 ευρώ, εκ του οποίου τα ποσό των 40.000 ευρώ αφορούσε στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 4337/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. καταθέσεως δικογράφου 4574/2007 δεύτερης αγωγής της ενάγουσας, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κρίθηκε μεταξύ άλλων: α) ότι η ενάγουσα με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να ασκεί την ίδια εργασία, αν δεν τραυματιζόταν, με συνέπεια να απολέσει τα κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 31-12-2007 μηνιαία εισοδήματά της (βασικός μισθός, πλέον Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδόματος αδείας και φιλοδωρήματος), ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 41.538,96 ευρώ και β) ότι για την αποκατάσταση της υγείας της, κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών, έχρηζε ανάγκη υδρογυμναστικής κατά τα έτη 2006 και 2007, για την οποία δαπάνησε το ποσό των 1.182 ευρώ.

Η ανάγκη δε θεραπείας με υδρογυμναστική κρίθηκε βάσιμη και για το έτος 2008, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1836/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-6-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 6461/2008 τρίτης αγωγής της ενάγουσας, στην οποία επιδικάσθηκε το ποσό των 1.188 ευρώ και συνολικά το ποσό των 20.691,94 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των 15.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 Α.Κ.

Οι ως άνω υπ' αριθ. 4337/2008 και 1836/2009 αποφάσεις έγιναν αποδεκτές εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία αποζημίωσε την ενάγουσα ολοσχερώς, σύμφωνα με το διατακτικό αυτών. Εν συνεχεία δε η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3-6-2009 αγωγή της (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4923/2009), με την οποία αιτήθηκε την καταβολή του ποσού των 46.927,42 ευρώ ως περαιτέρω αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2009 και το ποσό των 26.672,06 ευρώ ως αποζημίωση για τις αιτίες που αναφέρονται στο δικόγραφο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1436/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 67.810,48 ευρώ και μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και μετά την πραγματοποίηση αυτής από το διορισθέντα πραγματογνώμονα χειρουργό ορθοπεδικό Ε.

Γ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4867/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου τα ακόλουθα: α) ότι η ενάγουσα πέρα από το ποσοστό αναπηρίας 20%, το οποίο είχε βεβαιωθεί με προηγούμενη πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Α. Λ. εμφανίζει πρόσθετη αναπηρία λόγω της ατροφίας των γλουτιαίων μυών και της δυσκινησίας της ποδοκνημικής άρθρωσης, 11,5%, με αποτέλεσμα η αναπηρία της να ανέρχεται στο 31,5%, ποσοστό, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό για να ασκήσει εργασίες γραφείου, είναι όμως απαγορευτικό για να ασκήσει το επάγγελμα του βοηθού σερβιτόρου, όπως και άλλες εργασίες που προϋποθέτουν ορθοστασία και συνεχή βάδιση, εφ' όρου ζωής, β) ότι αυτή, που ασκεί το επάγγελμα της βοηθού σερβιτόρου από το έτος 1992, θα εξακολουθούσε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2009, λαμβάνοντας τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των φιλοδωρημάτων, που αναλυτικά αναφέρονται στην απόφαση και γ) ότι, για το ίδιο ως άνω διάστημα, ζημιώθηκε κατά το ποσό των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, εκ ποσού 26.073,06 ευρώ, που θα κατεβάλοντο από την ίδια και τον εργοδότη της.

Μετά τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Αναλυτικότερα δε όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δέχθηκε, στηριζόμενη μεταξύ άλλων και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. .../2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πραγματογνώμονα Ε.

Γ., ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού, στην από 28-3-2012 ιατρική γνωμάτευση του διορισθέντος, με την από 8-11-2011, ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου, δήλωση της ενάγουσας, τεχνικού συμβούλου της Β. Β., χειρουργού ορθοπεδικού και την από 5-2-2012 ιατρική γνωμάτευση του διορισθέντος, με την από 8-11-2011, ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου, δήλωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "...", τεχνικού συμβούλου της Δ.

Ε., χειρουργού ορθοπεδικού, ότι "η ενάγουσα στο μέλλον, λόγω της οριακής βράχυνσης του σκέλους θα έχει οσφυαλγία, ισχυαλγία λόγω της αντιροπιστικής σκολίωσης της σπονδυλικής στήλης και επί πλέον θα πρέπει να υποβληθεί για αισθητικούς λόγους, σε μία επέμβαση για την βελτίωση των δύσμορφων χειρουργικών ουλών από τις εγχειρήσεις του κατάγματος ισχίου.

Με το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί εν πολλοίς και ο διορισθείς με την από 8-11-2011, ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου δήλωση της ενάγουσας τεχνικός σύμβουλός της Β. Β., χειρουργός ορθοπεδικός, ενώ ο διορισθείς με την από 8-11-2011 ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου δήλωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας "..." τεχνικός σύμβουλος Δ.

Ε. θεωρεί ότι η ενάγουσα μετά την ημερομηνία 16-8-2008 και στο μέλλον θα μπορούσε να εργασθεί σαν σερβιτόρος και ότι είναι λογικό να αισθάνεται περιστασιακά πόνους στην περιοχή του κατάγματος". Λαμβάνοντας υπόψη δε τα παραπάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα ήταν ανίκανη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2009 να ασκήσει το επάγγελμα που ασκούσε κατά τον χρόνο του τραυματισμού της, ήτοι της σερβιτόρου και επίσης δέχθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2009 (τελευταίο εξάμηνο του ως άνω διαστήματος) οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 1.105,61 ευρώ και τα φιλοδωρήματα που ελάμβανε σε 10 ευρώ ημερησίως, ενώ η ζημία που υπέστη από τη μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ανέρχονταν για το ίδιο διάστημα σε 2.922,78 ευρώ.

Με την κρινόμενη δε αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι και το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 1-1-2010 έως 31-12-2012 αδυνατούσε να εργασθεί με την ειδικότητα της βοηθού σερβιτόρου και εξ αυτού του λόγου απώλεσε το ποσό των 48.441,96 ευρώ, το οποίο μετά βεβαιότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την εργασία της ως αποδοχές και φιλοδωρήματα.

Από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποδεικνύεται η ανικανότητα της ενάγουσας να ασκήσει το επάγγελμα της βοηθού σερβιτόρου και κατά το παραπάνω διάστημα, δεδομένου ότι, με δύναμη δεδικασμένου, έχει κριθεί ότι η αναπηρία της ανέρχεται πλέον σε ποσοστό 31,5% καθώς και ότι η αναπηρία αυτή την εμποδίζει να ασκεί το επάγγελμα του βοηθού σερβιτόρου, που απαιτεί συνεχή βάδιση και ορθοστασία, εφ' όρου ζωής.

Ωστόσο, η ενάγουσα από 9-5-2011 έως 30-6-2012, λόγω της ανικανότητάς της να εργασθεί με την παραπάνω ειδικότητα, αναζήτησε εργασία και εν τέλει εργάσθηκε ως υπάλληλος γραφείου με μηνιαίες αποδοχές 716 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται τις αποδοχές (μισθός και φιλοδωρήματα) του προαναφερομένου χρονικού διαστήματος, οι οποίες - μετά την αφαίρεση του ποσού των 10.024 που εισέπραξε από την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου - ανέρχονται στο ποσό των 38.417,96 ευρώ και απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Ειδικότερα και ως προς την απόρριψη του λόγου αυτού εφέσεως, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι η εκκαλουμένη, που επιδίκασε στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 38.417,96 ευρώ "δεν έσφαλε, απορριπτομένου του τέταρτου λόγου της ένδικης έφεσης, κατά τον οποίο έπρεπε ν' απορριφθεί το εν λόγω αιτούμενο κονδύλιο, διότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν έχει κριθεί ανίκανη προς εργασία από τον ασφαλιστικό της φορέα και διότι το γεγονός ότι αυτή δεν εργάζεται από 30-6-2012 και μετέπειτα, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, από 9-5-2011 έως 30-6-2012 εργάσθηκε ως υπάλληλος γραφείου με μηνιαίες αποδοχές 716 ευρώ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθότι η αιτιώδης συνάφεια διεκόπη με την εξεύρεση της ως άνω εργασίας, αφού η εξεύρεση αυτής έγινε στα πλαίσια της υποχρέωσης της ενάγουσας περί περιορισμού της ζημίας των εναγομένων [..............].

Περαιτέρω, οι εκκαλούντες επαναφέρουν με το εφετήριο την ένσταση της παραγραφής της εναντίον τους αξιώσεως της παθούσας για απώλεια των ασφαλιστικών της εισφορών, αφού από το χρόνο του τραυματισμού (16-6-2004) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ωστόσο, η ένστασή τους αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη......

καθότι από το χρόνο του τραυματισμού μέχρι την άσκηση της αγωγής μεσολάβησε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της ενάγουσας, σε μεταγενέστερο χρόνο των αρχικών συνεπειών της αδικοπραξίας, που δεν μπορούσε από την αρχή να προβλεφθεί. Ειδικότερα, η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς καταστάσεως της ενάγουσας κατέστη αντικειμενικά δυνατή κατά την 20-1-2012, χρόνο εγχείρισης της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. .../2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πραγματογνώμονα ιατρού χειρουργού - ορθοπεδικού Ε.

Γ., κατά την οποία ο ως άνω πραγματογνώμονας βεβαιώνει την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας και δη την αύξηση της αναπηρίας αυτής από ποσοστό 20% που είχε βεβαιώσει προγενέστερα ο διορισθείς με την υπ' αριθμ. 1061/ 2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονας ιατρός χειρουργός - ορθοπεδικός Α.

Λ. σε ποσοστό 31,5%. Η δε αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία - πέμπτη εκκαλούσα την 4-3-2013 και στους λοιπούς εναγομένους εκκαλούντες την 26-3-2013 (βλ. σχετικές εκθέσεις επιδόσεως), οπότε και διεκόπη η παραγραφή. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη και απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο.

Γι' αυτό ο αντίθετος λόγος της εφέσεως των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε τον συναφή πρώτο λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για αποζημίωσή της, λόγω απώλειας των ασφαλιστικών της εισφορών κατά το προεκτεθέν χρονικό διάστημα, κρίνοντας ότι η ένδικη αξίωση της τελευταίας δεν είχε υποκύψει στην πενταετή, που, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, ισχύει και για την ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, (άρθρα 43 παρ. 6 του ν. 614/ 1977 σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 477 του Α.Κ.), παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., επικυρώνοντας την πρωτόδικη 1267/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.

Έκρινε δηλαδή το Εφετείο ότι μετά τον τραυματισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στις 16.6.2004 και πριν από την άσκηση της ένδικης από 8.1.2013 αγωγής της προκλήθηκε σ' αυτήν απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας της, που αντικειμενικά κατέστη γνωστή σ' αυτήν (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) στις 20.1.2012 και ότι η ένδικη ως άνω αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία στις 4.3.2013, διέκοψε την παραγραφή.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη νομική σκέψη της παρούσας και εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αν και δέχθηκε κυριαρχικώς ότι η αναιρεσίβλητη από τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και συνεχώς έκτοτε (ήτοι τόσο κατά το παρελθόν, όσο και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα) ήταν και συνέχιζε να είναι ανίκανη προς εργασία ως βοηθός σερβιτόρου, ως εκ της γνωστής σ' αυτήν εξ αρχής (από του ατυχήματος) μόνιμης, κατά ποσοστό 20%, αναπηρίας της, λόγος για τον οποίο, πέραν της αποζημιώσεως για απώλεια εισοδήματος (άρθρο 926 του Α.Κ.) που ζήτησε με προηγούμενες αγωγές της, ζήτησε και την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., λόγω της μόνιμης αναπηρίας της, δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του:

α) κατά πόσον η αναιρεσίβλητη θα ήταν ικανή να εργαστεί ως βοηθός σερβιτόρου και να απολαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές εκ της εργασίας της αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε περίπτωση που δεν είχε πληροφορηθεί την απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας της, ούτε αν η απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας της την απέτρεψε και ανέτρεψε τα σχέδιά της να εργαστεί ως βοηθός σερβιτόρου, β) γιατί η γνώση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί της μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας της ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την απώλεια των ασφαλιστικών της εισφορών, γ) κατά πόσον η μεταγενέστερη διάγνωση της επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας της αναιρεσίβλητης μετέβαλε την ήδη γνωστή σ' αυτήν πραγματική κατάσταση της υγείας της (μόνιμη αναπηρία) και τις ήδη γνωστές σ' αυτήν πραγματικές συνέπειες της αναπηρίας της (ανικανότητά της προς εργασία ως βοηθός σερβιτόρου) και δ) εάν η απρόβλεπτη, κατά ποσοστό 11,5%, επαύξηση της, κατά ποσοστό 20%, αρχικής αναπηρίας της είχε, στην προκειμένη περίπτωση, ως αναγκαία συνέπεια την απρόβλεπτη μεταβολή της ανικανότητάς της προς εργασία ως βοηθού σερβιτόρου, ώστε να ιδρύεται ο αναγκαίος για την θεμελίωση της νέας αξιώσεως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της γνώσεως της επιδεινώσεως και της ανικανότητάς της προς εργασία και της εν τέλει απώλειας των ασφαλιστικών της εισφορών εκ της αιτίας αυτής, καθώς, ενόψει των προεκτεθεισών ανελέγκτων παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως η ανικανότητα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την εργασία της ως βοηθού σερβιτόρου, ως συνέπεια της ήδη γνωστής από του ατυχήματος αρχικής αναπηρίας της, προϋπήρχε και συνεχίζετο και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ήταν γνωστή στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δικ. και 914, 297 και 298 του Α.Κ., προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημιώσεως με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 Κ.Πολ.Δικ.) και εμμέσως (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δικ.), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στην μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΑΠ 51/2011).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Ο βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Η αξίωση από την προαναφερθείσα διάταξη επιδιώκεται όταν πλέον έχει παγιωθεί - αποσαφηνιστεί η, συνεπεία του ατυχήματος, μονιμότητα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, η επιδικαζομένη δε για την αιτία αυτή χρηματική παροχή αποτελεί αποκατάσταση παρούσας ζημίας. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την διάταξη αυτή εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου (ΑΠ 1302/2014, ΑΠ 329/2013, ΑΠ 72/2012, ΑΠ 421/2012, ΑΠ 1712/2010).

Από τον συνδυασμό της τελευταίας αυτής διατάξεως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική παροχή, λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής πάλι λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή επιδείνωση και επαύξηση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή.

Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν απρόβλεπτη επιδείνωση και επαύξηση της υπάρχουσας αρχικής αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου.

Πρέπει όμως να πρόκειται για απρόβλεπτη επιδείνωση της αρχικής αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αιτιωδώς συνδεομένης με την αρχική αδικοπραξία. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως και επαυξήσεως της αρχικής αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 51/2011).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Τέλος, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 51/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) τα ακόλουθα ουσιώδη, σχετικώς με το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα περαιτέρω πρόσθετης, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής: "Με την υπ' αριθμ. 1836/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, με την παρέλευση της οριζόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

τριετούς από την έκδοσή της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως, κρίθηκε ότι η ενάγουσα, λόγω της αναπηρίας της, ποσοστού 20%, η οποία θα έχει επιπτώσεις στον οικονομικό και κοινωνικό της βίο, δικαιούται αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., ποσού 15.000 ευρώ. Το δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση καταλαμβάνει μόνο τις συνέπειες της αδικοπραξίας που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά το χρόνο έκδοσής της.

Έτσι, ενόψει του ότι στη συνέχεια, επήλθε δυσμενής εξέλιξη στην κατάσταση της υγείας της, σε μεταγενέστερο χρόνο των αρχικών συνεπειών της αδικοπραξίας, η οποία ήταν απρόβλεπτη, όπως περιεγράφη ανωτέρω η σημερινή κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και δεδομένου ότι η μετατραυματική της εξέλιξη δεν ήταν η αναμενόμενη[.........] (η ενάγουσα δικαιούται) και πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ.

λόγω της αύξησης του βαθμού αναπηρίας, η οποία είναι αναστρέψιμη και έχει δυσμενή επίδραση τόσο στις επαγγελματικές και οικονομικές δραστηριότητες της ενάγουσας, διότι δεν θα διαθέτει σωματική ακεραιότητα, όσο και στις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις της, αλλά και στην ψυχολογική της κατάσταση, δικαιούμενη αυτή επιπλέον τέτοιας αποζημίωσης ποσού 4.000 ευρώ.

Ο ισχυρισμός δε των εκκαλούντων ότι η ως άνω αξίωση της ενάγουσας αναλώθηκε με την επιδικασθείσα με την προαναφερόμενη προγενέστερη απόφαση αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 Α.Κ. είναι απορριπτέος, καθότι οι δυσμενείς συνέπειες στην κατάσταση της υγείας, λόγω της επιδείνωσης αυτής, είναι περισσότερο έντονες σε σχέση με το προγενέστερο χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η ήδη επιδικασθείσα αποζημίωση.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε που επεδίκασε τα ανωτέρω ίδια ποσά και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν...". Εν όψει των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι από την ως άνω αναφερομένη προγενέστερη απόφασή του προκύπτει δεδικασμένο μόνο για τις συνέπειες της αδικοπραξίας που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της (προγενέστερης τελεσίδικης αποφάσεως) και συγκεκριμένα για την αξίωση της ενάγουσας περί χρηματικής, κατά την διάταξη 931 του Α.Κ., παροχής, με βάση την μέχρι τότε διαγνωσθείσα αρχική αναπηρία, εκ ποσοστού 20% και ότι, συνεπώς, το δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει και την ένδικη αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως δέχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση περαιτέρω επιδικάσεως πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. δεχόμενο δυσμενή επιδείνωση και επαύξηση, κατά ποσοστό 11,5%, της αρχικής, κατά ποσοστό 20%, αναπηρίας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, η οποία (επιδείνωση - επαύξηση της αναπηρίας) ήταν το μεν απρόβλεπτη, το δε μόνιμη και συνδέεται αιτιωδώς με την αρχική αδικοπραξία.

Με βάση δε την παραδοχή αυτή, αφού απέρριψε τον συναφή λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το δικάσαν Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ.

και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά τα πρώτο και τρίτο μέρη του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Με το δεύτερο, υπό στοιχ. ii, μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τις αιτιάσεις το μεν ότι καίτοι δέχθηκε ότι η αναπηρία της ενάγουσας είναι αναστρέψιμη και συνεπώς προσωρινή, οπότε δεν δικαιολογείται η επιδίκαση χρηματικής, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., παροχής, προέβη στην επιδίκαση αυτής, το δε ότι διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, δεχθείσα ότι "η αναστρέψιμη (και συνεπώς προσωρινή) αναπηρία της αναιρεσίβλητης θα έχει δυσμενή επίδραση στις επαγγελματικές και οικονομικές κ.λπ.

δραστηριότητες της αναιρεσίβλητης" αλλά και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθ' όσον δεν διέλαβε στις παραδοχές της, ότι "η δυσμενής επίδραση της αναπηρίας της αναιρεσίβλητης θα έχει συνέπειες στις μελλοντικές επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες αυτής (αναιρεσίβλητης)". Ο λόγος αυτός ως προς άπαντα τα μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση ολόκληρης της αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προαναφερόμενη μεταγενέστερη και απρόβλεπτη επιδείνωση και επαύξηση του βαθμού της αναπηρίας της αναιρεσίβλητης είναι μη αναστρέψιμη, η μη αναφορά δε της λέξεως "μη" μπροστά από την λέξη "αναστρέψιμη" οφείλεται προφανώς σε παραδρομή, ενώ περαιτέρω διαλαμβάνεται στις παραδοχές της ότι "η δυσμενής επίδραση της αναπηρίας της αναιρεσίβλητης θα έχει συνέπειες στις μελλοντικές επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες αυτής, διότι δεν θα διαθέτει σωματική ακεραιότητα" (βλ.

δεύτερη σελίδα του ενάτου φύλλου αυτής, στο τέλος). Με το υπό στοιχ. β' μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την καταστάσα τελεσίδικη 1836/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε στην ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ, για την μόνιμη αναπηρία της, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ.

Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ρηθείσας αποφάσεως, η δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς την αρχική, κατά ποσοστό 20%, αναπηρία της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, δηλαδή για τις συνέπειες του τραυματισμού της, όπως αυτές είχαν διαγνωστεί κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην από 26.6.2008 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία εξακολούθησε να έχει επιζήμιες συνέπειες για την υγεία της και, εν προκειμένω, την παραπάνω αναφερόμενη επιδείνωση - επαύξηση του βαθμού της αρχικής αναπηρίας της, γιατί αυτή (επιδείνωση - επαύξηση του βαθμού της αρχικής αναπηρίας της αναιρεσίβλητης) δεν είχε προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την εκδίκαση της ως άνω αγωγής.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Η προβαλλόμενη με το υπό στοιχ. γ' μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αιτίαση, με την οποία προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, για τον λόγο ότι το δικάσαν Εφετείο, το μεν, καίτοι δεν διαπίστωσε κενό στην ρύθμιση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., εν τούτοις κατέφυγε σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου (του άρθρου 932 του Α.Κ.

περί πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως σε περίπτωση μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος), το δε, δεν διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του που ακριβώς διεπιστώθη το υπάρχον κενό της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., προσέτι δε δεν εξειδικεύει "κατά πόσον βαθμόν - πέραν του ήδη γνωστού και αξιολογηθέντος - ως συνέπεια της επαυξήσεως της αναπηρίας, θα επαυξηθούν οι ήδη γνωστές και αξιολογηθείσες δυσμενείς συνέπειες στις επαγγελματικές και οικονομικές δραστηριότητες της αναιρεσίβλητης και θα καταστούν δυσμενέστερες (και σε ποιο βαθμό δυσμενέστερες) οι ήδη έχουσες καταστεί δυσμενείς, ως εκ της γνωστής, προϋπαρχούσης αναπηρίας, προσωπικές και κοινωνικές της σχέσεις" κρίνεται απορριπτέα ως προς μεν τα δύο πρώτα σκέλη της ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη, καθ' όσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό στην ρύθμιση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., ούτε προέβη σε αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ., όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ως προς δε το τρίτο σκέλος της ως αβάσιμη, καθ' όσον το Εφετείο δέχθηκε ότι αναλόγως με το ποσοστό 11,5% της επαυξήσεως της αρχικής αναπηρίας της αναιρεσίβλητης θα επαυξηθούν και οι ήδη γνωστές και αξιολογηθείσες δυσμενείς συνέπειες στις επαγγελματικές και οικονομικές δραστηριότητές της (αναιρεσίβλητης), οι οποίες, συνεπώς, και θα καταστούν δυσμενέστερες κατά το ανωτέρω ποσοστό.

Κατά την διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 του Α.Κ. "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει".

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, καθώς επίσης και η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της αποφάσεως, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση (ΑΠ 412/2015, ΑΠ 138/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι απέρριψε τον προβληθέντα εκ μέρους της ισχυρισμό ότι η αξίωση της ενάγουσας προς αποζημίωση λόγω απωλείας εισοδήματος, εξαιτίας της ανικανότητάς της προς εργασία, δεν ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα, διότι αφενός μεν η ενάγουσα ανεύρε, μετά το ένδικο ατύχημα, εργασία εκ της οποίας εισέπραττε πλήρη μηνιαίο μισθό χωρίς να την εμποδίζει στη νέα αυτή εργασία της (υπάλληλος γραφείου) η επικαλούμενη αναπηρία της, αφετέρου δε η μεταγενέστερη απώλεια της εργασίας της ως υπαλλήλου γραφείου δεν ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ του κρινομένου ατυχήματος αναπηρία της και συνακολούθως η μεταγενέστερη αυτή απώλεια της εργασίας της ως υπαλλήλου γραφείου δεν προκαλεί αναβίωση της αξιώσεώς της προς αποζημίωση, λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία ως βοηθού σερβιτόρου, δεχθείσα ότι η εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω της ανικανότητάς της να εργαστεί ως σερβιτόρα, ανεύρεση εργασίας ως υπαλλήλου γραφείου, κατά το χρονικό διάστημα από 9.5.2011 έως 30.6.2012, με μηνιαίες αποδοχές 716 ευρώ, "έγινε στα πλαίσια της υποχρέωσης της ενάγουσας περί περιορισμού της ζημίας των εναγομένων" και ότι με την κρίση της αυτή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., κατά την οποία ο ενάγων ζημιωθείς έχει υποχρέωση αφενός μεν να μην συντελέσει στην επέκταση της ιδικής του ζημίας, αφετέρου δε να περιορίσει τις συνέπειες της δικής του ζημίας και μόνον και όχι και τις συνέπειες της ζημίας των εναγομένων (δηλαδή των ζημιωσάντων).

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού εκτός από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ουσιαστικού δικαίου παραπάνω αναφερόμενη διάταξη, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε, τις νομικές της απόψεις γι' αυτήν, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, δεν αναφέρει την επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή την έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι η προαναφερόμενη αναφορά ("έγινε στα πλαίσια της υποχρέωσης της ενάγουσας περί περιορισμού της ζημίας των εναγομένων") είναι, εν προκειμένω, ταυτόσημη με την υποχρέωση της ενάγουσας να περιορίσει την δική της ζημία, αφού ο περιορισμός της ζημίας της ενάγουσας είναι ταυτόχρονα αντίστοιχος και ισόποσος περιορισμός της ζημίας των εναγομένων και αντίστροφα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι, εκτός από την παραπάνω αναφερόμενη αιτίαση, ότι δηλαδή η ως άνω αιτιολογία δεν είναι νόμιμη - η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, κρίθηκε απορριπτέα, δεν αναφέρονται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της ή ως προς το τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης κατά το κεφάλαιο αυτής, στο οποίο αναφέρεται ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (ασφαλιστικές εισφορές), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4569/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ