Supreme Court allows partial appeal against insurance company, ordering payment of accident damages plus costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by two plaintiffs against an insurance company following a long procedural history involving multiple retrials. The plaintiffs, injured in a traffic accident, argued that the lower court's dismissal of their claim was erroneous and that the insurance company should bear liability for their losses. The court ruled that the appeal was substantively valid, ordering the insurance company to pay specific damages to the plaintiffs while dismissing other contested points and adjusting court costs accordingly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A, 495, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a dismissal of a tort claim in traffic accident cases is admissible if the lower court failed to properly examine the substantive liability of the insurer, and that court costs must be fully offset between parties when one prevails partially and the other partially loses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 996 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 996/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητης - εναγόμενης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των καλούντων - εκκαλούντων - εναγόντων: 1) Λ. Σ. του Φ., κατοίκου ... και 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Γεωργακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2000 και 3-1-2001 αγωγές των ήδη καλούντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 51/2003 μη οριστική και 281/2004 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη καλούντες με την από 15-4-2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 730/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη καθ' ης η κλήση με την από 22-7-2013 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 403/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και κράτησε για να δικάσει επί της ουσίας την υπόθεση, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί της ουσίας. Η υπόθεση επανήλθε για νέα συζήτηση με την από 22-7-2015 κλήση της καθ' ης η κλήση.
Εκδόθηκε η 1650/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχτηκε τυπικά την έφεση των εναγόντων κατά της 204/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και ανέβαλε την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της εφέσεως για τους εις το διατακτικό της αναφερόμενους λόγους. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 8-1-2019 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-1-2019 κλήση των καλούντων- εκκαλούντων - εναγόντων (παθόντων σε τροχαίο ατύχημα) επαναφέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη υπόθεση μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1650/2017 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) το οποίο δικάζοντας μετά από 2η αναίρεση την από 31-12-2001 ένδικη έφεση των εναγόντων-παθόντων κατά της υπ' αριθμ. 204/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δέχθηκε τυπικά την έφεση των παθόντων και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της έφεσης, προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση του Ασφαλιστικού Φορέα- ΙΚΑ από την οποία να προκύπτει, εάν οι παθόντες δικαιούνται ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ και ήδη ΕΦΚΑ, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 10-1-2004 έως τέλος του έτους 2009, για το οποίο αυτοί αξίωναν αποζημίωση από διαφυγόντα εισοδήματα λόγω του τραυματισμού τους στο τροχαίο ατύχημα, ενόψει της σχετικής ένστασης της υπόχρεης εναγομένης- εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη καθής η κλήση, περί της αυτοδίκαιης υποκατάστασης του ΙΚΑ στις αξιώσεις των παθόντων, που κατά τα αντίστοιχα ποσά στερούνται ενεργητικής νομιμοποίησης.
Περαιτέρω από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία αυτής, προκύπτουν τα εξής: Σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 10-10-1997, στην Παλαιά Εθνική Οδό Κορίνθου - Πατρών μεταξύ της με αρ.κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο ήδη 2ος καλών Γ.
Κ., με συνεπιβάτη τον 1ο καλούντα, Λ. Σ. και του βυτιοφόρου ΔΧΦ οχήματος (ρυμουλκού με ρυμουλκούμενο) με αρ.κυκλοφορίας …., την αστική ευθύνη του οποίου κάλυπτε η ήδη καθής η κλήση ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά οι καλούντες, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω, οι οποίοι ήσαν Αλβανοί υπήκοοι, που εργάζονταν ως ελαιοχρωματιστής ο 1ος τούτων και ως βοηθός ελαιοχρωματιστή ο 2ος τούτων, αντίστοιχα.
Οι παθόντες άσκησαν την αρχική από 10-8-1998 αγωγή κατά των υποχρέων (οδηγού, κυρίου και ασφαλιστικής εταιρείας) του βυτιοφόρου οχήματος και ζήτησαν ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 14990000 δραχμών καθένας, όπως ίσχυε τότε το εθνικό μας νόμισμα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 37/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αρχική αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και εκδόθηκε η υπ' αρ. 678/2000 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία έκρινε με ισχύ δεδικασμένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο οδηγός του βυτιοφόρου οχήματος. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο 1ος καλών εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής επί 20 ημέρες μηνιαία και ότι συνετέλεσε στην έκταση του τραυματισμού του σε ποσοστό 20% λόγω της παράλειψης εκ μέρους του της χρήσης προστατευτικού κράνους.
Ομοίως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι και ο 2ος καλών εργαζόταν ως βοηθός ελαιοχρωματιστή επί 20 ημέρες μηνιαία. Ακολούθως, το Εφετείο επιδίκασε ως αποζημίωση το ποσό των 3839096 δραχμών και 2340000 δραχμών σε καθένα ενάγοντα και ήδη καλούντα, αντίστοιχα, ως διαφυγόντα εισοδήματα για χρονικό διάστημα δέκα μηνών, δηλαδή, μετά το ατύχημα έως στις 10-8-1998.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες -παθόντες άσκησαν την από 15-5-2000 (αρ.κατ. 192/2000) αγωγή, με την οποία, μεταξύ άλλων κονδυλίων, ζητούσαν διαφυγόντα εισοδήματα για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 10-8-1998 έως 9-1-2004. Επίσης, οι ενάγοντες-καλούντες, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, άσκησαν την ένδικη από 3-1-2001 (αρ.κατ. 16/2001) αγωγή, με την οποία ζητούσαν επίσης διαφυγόντα εισοδήματα για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 10-1-2004 έως τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους και ειδικότερα, μέχρι 31-12-2032 ο 1ος καλών και μέχρι 31-12-2034 ο 2ος καλών.
Επί των δύο τελευταίων αγωγών εκδόθηκε η υπ' αρ. 204/2001 (ήδη εκκαλουμένη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 15-5-2000 αγωγή εν μέρει, ενώ απέρριψε την ένδικη από 3-1-2001 αγωγή, κρίνοντας ότι η τελευταία αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι οι ενάγοντες Αλβανοί υπήκοοι, δεν επικαλέστηκαν, ούτε απέδειξαν, ότι είναι κάτοχοι άδειας παραμονής και εργασίας ή κάρτας περιορισμένης χρονικής διάρκειας, που να θεωρείται άδεια εργασίας και παραμονής στην Ελλάδα, σύμφωνα με όσα όριζε η διάταξη του άρθρου 65 παρ. 4 του Ν. 2910/2001.
Κατά της απόφασης αυτής (εκκαλουμένης) οι ενάγοντες άσκησαν την από 31-12-2001 (ένδικη) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 51/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε τον 1ο λόγο της έφεσης, κρίνοντας ότι για το μετά την 10-8-1998 χρονικό διάστημα δεν παράγεται δεδικασμένο από την υπ' αρ. 678/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής των παθόντων, αναφορικά με την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας αυτών και για τη νομιμότητα της αξίωσης για αποζημίωση από διαφυγόντα εισοδήματα του μετέπειτα χρονικού διαστήματος.
Η ως άνω υπ' αρ. 51/2003 απόφαση του Εφετείου όμως, έκρινε νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, οι ενάγοντες Αλβανοί υπήκοοι, ήταν εφοδιασμένοι με ειδικά δελτία ταυτότητας ομογενών, που τους παρείχαν δικαίωμα παραμονής και εργασίας στη χώρα μας και ότι συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει τα κονδύλια αυτά ως μη νόμιμα έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τη έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε την διενέργεια δικαστικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθούν οι σωματικές βλάβες των παθόντων και η υποστηριζόμενη από αυτούς μερική μόνιμη αναπηρία αυτών.
Μετά τη διενέργεια της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση επαναφέρθηκε προς περαιτέρω συζήτηση και εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 281/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η συνεκδικαζόμενη από 15-5-2000 αγωγή, (που δεν αφορά την παρούσα δίκη). Η εφετειακή ως άνω απόφαση επίσης, μεταξύ άλλων κονδυλίων, δέχθηκε το κονδύλιο διαφυγόντων εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 10-8-1998 έως 9-1-2004 και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 3-1-2001 αγωγή .
Ειδικότερα, η ανωτέρω υπ' αρ. 281/2004 εφετειακή απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες Αλβανοί υπήκοοι είχαν εισέλθει στην Ελλάδα και ότι κατείχαν νόμιμες άδειες παραμονής και εργασίας στην χώρα μας, ότι εργάζονταν ως ελαιοχρωματιστής και ως βοηθός ελαιοχρωματιστή, αντιστοιχα καθένας και ότι, κατ'αρχήν, θα μπορούσαν για το διάστημα από 9-1-2004 και εφεξής να εργασθούν σε λιγότερο βαριά εργασία ενόψει της αποκατάστασης των τραυμάτων τους και του νεαρού της ηλικίας τους (27 και 24 ετών αντίστοιχα καθένας), πλην όμως, ότι είναι αμφίβολο, εάν θα μπορούσαν να εργασθούν λόγω της άφιξης πολλών οικονομικών μεταναστών στη χώρα μας, που απασχολούνται με τέτοιες εργασίες και της ύπαρξης μεγάλου ποσοστού ανεργίας, ιδίως για τους ανειδίκευτους εργάτες στη χώρα (βλ.
αναλυτικά, σελ. 6 και 7 της ανωτέρω εφετειακής απόφασης). Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι η ανωτέρω εφετειακή απόφαση (281/2004) δέχθηκε και τον 3ο λόγο της (ένδικης) έφεσης, που αφορούσε την συνεκδικαζόμενη από 15-5-2000 (αρ.κατ. 192/2000) αγωγή, με την οποία οι παθόντες αξίωναν το ποσό των 10.000.000 δραχμών καθένας, ως περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τις συνέπειες του τραυματισμού τους, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την άσκηση της αρχικής αγωγής και επιδίκασε για την αιτία αυτή στον μεν 1ο ενάγοντα το ποσό των 2000000 δραχμών και στον 2ο τούτων το ποσό των 500000 δραχμών.
Κατόπιν αυτών η υπ' αρ. 281/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου δέχθηκε εν μέρει την συνεκδικαζόμενη από 15-5-2000 αγωγή, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 3-1-2001 (αρ. κατ.16/2001) αγωγή. Κατά της τελεσίδικης ως άνω απόφασης οι ενάγοντες- παθόντες άσκησαν την από 15-4-2007 (αρ.κατ.20/2007) αναίρεση (1η αναίρεση), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ. 730/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αναφορικά με την ένδικη από 3-1-2001 αγωγή, έκρινε ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και ότι συνεπώς, θεμελιώνεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ.
Πιο συγκεκριμένα, η ανωτέρω υπ' αρ. 730/2008 απόφαση δέχθηκε ότι...< δεν καθορίζεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η λιγότερο βαριά βιοποριστική εργασία από εκείνη του ελαιοχρωματιστή και βοηθού ελαιοχρωματιστή, που οι αναιρεσείοντες αντιστοίχως, πραγματοποιούσαν πριν από τον τραυματισμό τους, την οποία μπορούσαν να εκτελέσουν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ενόψει της μόνιμης μερικής αναπηρίας τους, ούτε διευκρινίζουν, αν από τη νέα αυτή εργασία θα αποκτούσαν το ίδιο εισόδημα, που κέρδιζαν προηγουμένως ή αυτό θα ήταν μικρότερο και στην τελευταία περίπτωση, γιατί δεν ήταν επιδικαστέα η προκύπτουσα διαφορά, καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτιολογία, δεν διευκρινίζεται, αν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα έρχονταν πολλοί οικονομικοί μετανάστες, που θα ασκούσαν το επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή και του βοηθού ελαιοχρωματιστή και στην περιοχή της Κορίνθου, όπου εργάζονταν οι αναιρεσείοντες και θα υπήρχε μεγάλο ποσοστό ανεργίας και στα πιο πάνω επαγγέλματά τους στην ίδια περιοχή και γιατί θα επηρέαζαν τα γεγονότα αυτά και εκείνους και όχι μόνο τους νέους οικονομικούς μετανάστες, ούτε επίσης διευκρινίζεται, σε κάθε περίπτωση, αν οι αναιρεσείοντες θα ασχολούνταν ή όχι με άλλη βιοποριστική εργασία, για την οποία θα υπήρχε ζήτηση εργατών και θα τους απέφερε κάποιο εισόδημα και αν την ίδια αυτή εργασία μπορούν ή όχι να πραγματοποιήσουν και με την υφιστάμενη αναπηρία τους >....Με τις ανωτέρω παραδοχές η ΑΠ 730/2008 αναίρεσε την υπ' αρ. 281/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τη διάταξη αυτής, που αφορούσε την από 3-1-2001 (ένδικη) αγωγή των παθόντων και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ'αρ. 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, που, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες - παθόντες κατέστησαν μόνιμα μερικά ανάπηροι για την άσκηση του επαγγέλματός τους σε ποσοστό 50 % και 59 % αντίστοιχα καθένας, ότι εκτός τούτου, ο 1ος τούτων ήδη καλών κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% σύμφωνα με την υπ'αρ.
…/…-7-2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Κορίνθου, ότι είναι αμφότεροι ανίκανοι για να εργαστούν στην εργασία, που πραγματοποιούσαν μέχρι τον τραυματισμό τους, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, καθόσον ο μεν 1ος ενάγων εμφανίζει διπλωπία, αστάθεια, κώφωση και βράχυνση του δεξιού ποδός και ο 2ος ενάγων πάρεση του αριστερού βραχιονίου, ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια μηνιαίως καθένας και ειδικότερα, ο μεν 1ος τούτων από 10-1-2004 έως 31-12-2032 και ο 2ος τούτων από 10-1-2004 έως 31-12-2034.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο της παραπομπής δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επιδίκασε (αναγνωριστικά) με την καταβολή μηνιαίων δόσεων τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασής του ποσά, με την επί πλέον επισήμανση, ότι μείωσε αυτά ως προς τον 1ο ενάγοντα, Λ. Σ. κατά ποσοστό 20% λόγω της συντρέχουσας αμέλειας αυτού στην έκταση του τραυματισμού του εξαιτίας της παράλειψης χρήσης προστατευτικού κράνους.
Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου της παραπομπής (136/2011) η υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου βυτιοφόρου οχήματος και ήδη καθής η κλήση, άσκησε την από 22-7-2013 (αρ. κατ. 24/2013) αίτηση αναίρεσης (2η αναίρεση), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 403/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, κατά πλειοψηφία, αναίρεσε την υπ' αρ. 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως δικαστηρίου της παραπομπής για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών.
Πιο συγκεκριμένα, η ΑΠ 403/2015 δέχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, ότι ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου της παραπομπής η οικοδομική δραστηριότητα έχει μειωθεί στην Ελλάδα, λόγω της οικονομικής κρίσης και ότι εξαιτίας της εισροής μεγάλου αριθμού νομίμων και παράνομων μεταναστών έχει μεγαλώσει η προσφορά για εργάτες οικοδομής και συνακόλουθα για ελαιοχρωματιστές και βοηθούς αυτών, εντούτοις το Δικαστήριο της παραπομπής κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι τα ημερομίσθια θα έχουν αυξητική πορεία και ότι οι παθόντες θα απασχολούνται 14 ημέρες μηνιαίως έως το έτος 2032 και 2034, αντίστοιχα.
Ακολούθως η ανωτέρω υπ' αρ. 403/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου της παραπομπής (136/2011) κράτησε την υπόθεση κατ' αρ. 580 αρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, προκειμένης 2ης αναίρεσης, και προς τούτο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου, με την επιμέλεια των διαδίκων, να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου (όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ), ώστε οι διάδικοι να διαμορφώσουν τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Ακολούθως, με την από 22-7-2015 κλήση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη καθής η ένδικη κλήση η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς νέα κατ' ουσίαν συζήτηση και εκδόθηκε η υπ' αρ. 1650/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε αμετακλήτως, ότι οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση, που αναιρέθηκε (δηλ.
την υπ' αρ. 136/2011 του Εφετείου της παραπομπής), σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ και ότι προς τούτο πρέπει να ερευνηθεί η από' 31-12-2001 (αρ. κατ. 5/2002) έφεση των αναιρεσιβλήτων παθόντων κατά της εκκαλουμένης υπ' αρ. 204/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Επίσης η ΑΠ 1650/2017 έκρινε αμετάκλητα, ότι η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ότι πρέπει να ερευνηθεί και από την πλευρά της ουσιαστικής της βασιμότητας.
Στη συνέχεια, απέρριψε αμετάκλητα τον 1ο λόγο της έφεσης αυτής, που δεν είχε ερευνηθεί, σε αντίθεση με τον 3ο λόγο της έφεσης, όπως προεκτέθηκε, που αφορούσε την συνεκδικαζόμενη από 15-5-2000 αγωγή, ο οποίος είχε γίνει δεκτός από την υπ' αρ. 281/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (αρχικά προσβαλλόμενη απόφαση),χωρίς το κεφάλαιο αυτό (περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) να αναιρεθεί με την 2η αναίρεση και έκρινε επίσης, ότι οι αξιώσεις των εναγόντων για διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα από 10-1-2004 έως το τέλος του έτους 2032 και του έτους 2034, αντίστοιχα για κάθε ενάγοντα της από 3-1-2001 ένδικης αγωγής, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της υπ' αρ. 678/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής των παθόντων, διότι η ένδικη αγωγή αφορά διαφορετικό χρονικό διάστημα και κατόπιν τούτου επικύρωσε, κατά το κεφάλαιο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
Ακολούθως, η ΑΠ 1650/2017 ερεύνησε τον 2ο λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες- παθόντες -ενάγοντες της από 3-1-2001 αγωγής παραπονούνταν για την απόρριψη από την εκκαλουμένη υπ' αρ. 204/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου του αιτήματος των διαφυγόντων εισοδημάτων, με το εσφαλμένο κατά τους ισχυρισμούς τους αιτιολογικό, ότι είναι Αλβανοί υπήκοοι και δήθεν δεν επικαλούνται στην αγωγή, αλλά ούτε απέδειξαν, ότι είναι κάτοχοι άδειας παραμονής - εργασίας.
Επίσης, η ΑΠ 1650/2017 επί της ουσίας, για το ζήτημα αυτό, δέχθηκε αμετάκλητα, ότι οι ενάγοντες είχαν εισέλθει νόμιμα στην Ελλάδα, κατέχοντας ειδικά δελτία ταυτότητας ομογενών, τα οποία τους παρέχουν το δικαίωμα παραμονής και εργασίας στην χώρα μας και ότι επομένως, το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων είναι νομικά βάσιμο και ότι πρέπει να ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη, κατά ουσιαστική παραδοχή του 2ου λόγου τη έφεσης, που αφορά την ένδικη αγωγή.
Στη συνέχεια η ΑΠ 1650/2017 ερευνώντας κατ'ουσίαν το ανωτέρω κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων της ένδικης από 3-1-2001 (αρ.κατ. 16/2001) αγωγής, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 10-1-2004 έως 31-12-2032 για τον 1ο ενάγοντα, Λ. Σ. και από 10-1-2004 έως 31-12-2034 για τον 2ο ενάγοντα, Γ. Κ., δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή της απόφασης αυτής: "...
Στις 10-10-1997 και περί ώρα 7.45 π.μ. στην παλαιά Εθνική οδό Κορίνθου - Πατρών ο δεύτερος των εναγόντων οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... … δίκυκλη μοτοσικλέτα κυριότητας και κατοχής του Α. Κ., τον οποίο είχε προστήσει στην οδήγηση, στην οποία επέβαινε ο πρώτος ενάγων και εκινείτο με κατεύθυνση από Πάτρα προς Κόρινθο.
Την ίδια ώρα στην ίδια οδό ο Γ. Θ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … Δ.Χ. φορτηγό βυτίο υγρών καυσίμων (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), το οποίο ανήκε στην κυριότητα της "Πατραϊκής Εταιρείας Μεταφορών Α.Ε." και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", με κατεύθυνση από Κόρινθο προς Πάτρα, δηλαδή εκινείτο αντιθέτως προς την πορεία του οχήματος των εναγόντων.
Στο ύψος του 28.500 χιλιομέτρου της ως άνω οδού, όπου υφίσταται συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, ο Γ. Θ., μη έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και έχοντας πρόθεση να κινηθεί αριστερά σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, κινήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή, παρά την ύπαρξη συνεχόμενης διπλής διαχωριστικής γραμμής, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των λοιπών κινουμένων στην οδό αυτή οχημάτων, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κίνηση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων (Γ.
Κ.), ο οποίος με πέδηση επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση, πλην όμως δεν το κατόρθωσε με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθούν οι ενάγοντες. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, εκρίθη με ισχύ δεδικασμένου με την 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που δίκασε την από 10-8-1998 αγωγή των ήδη εναγόντων, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο Γ.
Θ. και ότι βαρύνει συνυπαιτιότητα στις συνέπειες και στην έκταση του τραυματισμού του τον πρώτο ενάγοντα (Λ. Σ.) που δε φορούσε κράνος, κατά ποσοστό 20%. Σύμφωνα με την από 21.12.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης οι ενάγοντες υπέστησαν βαρύτατες σωματικές βλάβες από το τροχαίο ατύχημα. "Συγκεκριμένα ο Λ. Σ. υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και περιήλθε σε βαθύ κώμα, για το οποίο παρέμεινε με τραχειοτομή διασωληνωμένος και επί ένα μήνα στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Νοσοκομείου Άγιος Σάββας Αττικής.
Υπέστη επίσης συντριπτικό υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου και κάταγμα συστοίχου επιγονατίδας για το οποίο νοσηλεύτηκε τρεις φορές στον Ευαγγελισμό και υπέστη σειρά χειρουργικών επεμβάσεων. Αυτός κλινικά φέρει πολλαπλές ουλές, ευαισθησία προσώπου αριστερά και ελάττωση της ακοής αριστερά, βράχυνση του δεξιού σκέλους κατά 31/2 cm με επακόλουθο, κλίση της λεκάνης προς τα δεξιά και κλίση της σπονδυλικής στήλης, έχει περιορισμό της κινητικότητας του γόνατος 5-90 μοίρες (φυσιολογικές τιμές 0-140 μοίρες) με σημαντικό κριγμό, ατροφία τετρακεφάλου μυός και ρίκνωση του ορθού μηριαίου μυός και έξω πλάγια αστάθεια του γόνατος.
Οι ανωτέρω καταστάσεις προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης με ποσοστό αναπηρίας 50% που συμποσούται σε 30% για το κάταγμα του μηριαίου με βράχυνση, δυσκαμψία και μυϊκή ατροφία και 20% για το κάταγμα της επιγονατίδας με κριγμό, δυσκαμψία, ατροφία και πλαγιοπλαγία αστάθεια.
Οι ως άνω αναφερόμενες συνέπειες είναι μόνιμες και δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση στο μέλλον. Ο δεύτερος ενάγων Κ. Γ., υπέστη ρήξη σπληνός, για την οποία υπεβλήθη σε σπληνεκτομή, εξελκυσμό και παράλυση του βραχιονίου πλέγματος αριστερά με σχεδόν πλήρη παράλυση του αριστερού άνω άκρου, κάταγμα μηριαίου δεξιά, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με ενδομυελική ήλωση, κάταγμα κνήμης δεξιά, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με πλάκα και βίδες, κάταγμα επιγονατίδας δεξιά, για το οποίο υπεβλήθη σε ολική επιγονατιδεκτομή.
Κλινικά αυτός εμφανίζει περιορισμό της κινητικότητας του αριστερού ώμου και μερική παράλυση ραχιαίων μυών με προβολή της ωμοπλάτης, μυϊκή αδυναμία στην κατανομή του κερκιδικού νεύρου, ευαισθησία στην έξω επιφάνεια του βραχίονος και αγγειοκινητικές διαταραχές ολοκλήρου του αριστερού άνω άκρου. Παρουσιάζει πλήρη πώρωση όλων των καταγμάτων, εμφανίζει έκτοπη οστεοποίηση στην περιοχή της επιγονατιδεκτομής, κινητικότητα του γόνατος 0-100 μοίρες (φυσιολογικές τιμές 0-140 μοίρες) ατροφία τετρακεφάλου και προσθιοπισθία χαλάρωση του γόνατος (ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου) και ουλές από τις προηγηθείσες επεμβάσεις (κοιλιάς, μηρού, κνήμης, προσθίας επιφανείας του γόνατος, ισχίου).
Τα ανωτέρω προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης και συμποσούνται σε ένα ποσοστό αναπηρίας 59% ήτοι 30% από την πάρεση του βραχιονίου πλέγματος, 24% από την επιγονατιδεκτομή, δυσκαμψία γόνατος και προσθιοπισθία αστάθεια αυτού και 5% από την σπληνεκτομή.
Οι ως άνω αναφερόμενες συνέπειες είναι μόνιμες και δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση στο μέλλον. Η ικανότητα άσκησης βιοποριστικού επαγγέλματος των δύο ως άνω αναφερομένων τραυματιών θεωρείται μειωμένη κατά το ως άνω αναφερόμενο ποσοστό ήτοι 50% για τον πρώτο (Λ. Σ.) και 59% για τον δεύτερο (Γ. Κ.), όμως λαμβανομένης υπόψιν της συνολικής αποκατάστασης και το νεαρό της ηλικίας τους ή δυνατότης αναπροσαρμογής και άσκησης άλλου ελαφροτέρου επαγγέλματος είναι πολύ αυξημένη".
Οι ανωτέρω Αλβανοί υπήκοοι, που είχαν εισέλθει στη χώρα και κατείχαν νόμιμες άδειες παραμονής και εργασίας στη χώρα (σχετικές οι με αριθμούς …/…/….4.2000 και …/…..6.2002 άδειες παραμονής του Τ.Α. Κορίνθου) εργάζονταν ο μεν πρώτος ως ελαιοχρωματιστής και ο δεύτερος ως βοηθός ελαιοχρωματιστή. Με την προαναφερθείσα 281/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 15.5.2000 αγωγή (κατά το κεφάλαιό της αυτό δεν αναιρέθηκε) και απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η από 3.1.2001, αγωγή, έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες εργάζονταν ο μεν πρώτος ως ελαιοχρωματιστής, ο δε δεύτερος ως βοηθός ελαιοχρωματιστή και θα εργάζονταν κατά μέσο όρο για το επόμενο διάστημα και δη από 10.8.1998 έως 9.1.2004 μετά βεβαιότητας και θα πραγματοποιούσαν 20 ημερομίσθια μηνιαίως για το διάστημα των επομένων δύο ετών και 5 μηνών προς 12.000 δρχ.
ο ελαιοχρωματιστής και 8.000 δρχ. ο βοηθός ελαιοχρωματιστή, και για το επόμενο διάστημα έως 9.1.2004 (36 μήνες), θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια μηνιαίως προς 12.000 δρχ. ο ελαιοχρωματιστής και 8.000 δρχ. ο βοηθός ελαιοχρωματιστή. Εν όψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι οι ενάγοντες από τις 10.1.2004 που τους επιδικάσθηκε σχετική αποζημίωση μέχρι τις 10.1.2009 θα είναι ολικά ανίκανοι να εργαστούν αφενός μεν ο πρώτος ως ελαιοχρωματιστής και ο δεύτερος ως βοηθός ελαιοχρωματιστή, εργασία την οποία ασκούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφετέρου δε και σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, διότι εμποδίζονται από τις συνέπειες του τραυματισμού τους (ήδη ο πρώτος Λ.
Σ. με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Κορινθίας κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό που υπερβαίνει το 67%) και με δεδομένα ότι ούτε γνώσεις, ούτε κεφάλαιο διαθέτουν για να γίνουν επιχειρηματίες και έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα γραπτής χρήσεως της Ελληνικής γλώσσας διότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αλβανία.
Η εναγομένη δε εντελώς αόριστα επικαλείται ότι οι ενάγοντες μπορούν να εργαστούν σε άλλη εργασία την οποία ουδόλως προσδιορίζει. Όπως προαναφέρθηκε με την 281/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα από 9.1.2001 έως 9.1.2004 θα εργάζονταν και θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια μηνιαίως και θα αμείβονταν με το ποσό των 35,22 ευρώ την ημέρα ο ελαιοχρωματιστής και 23,48 ευρώ ο βοηθός ελαιοχρωματιστή μειουμένων των εν λόγω ποσών κατά το ποσοστό αναπηρίας τους.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος ενάγων με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 10.1.2004 έως 10.1.2009 θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο δέκα (10) ημερομίσθια το μήνα και θα αμειβόταν με 35,22 ευρώ την ημέρα και με 352,20 ευρώ το μήνα (35,22 € χ 10 ημ). Πλην, όμως, λόγω του ατυχήματος απώλεσε από την αιτία αυτή για το εν λόγω χρονικό διάστημα από 10.1.2004 έως 10.1.2009, το ποσό των 352,20 ευρώ το μήνα χ 60 μήνες = 21.132 ευρώ.
Το ποσό αυτό πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό 20% συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος για τον τραυματισμό του. Επομένως η αποζημίωση του πρώτου ενάγοντος για την προαναφερόμενη αιτία ανέρχεται στο ποσό 352,20 ευρώ το μήνα - 20% = 281,76 ευρώ χ 60 μήνες = 16.905,60 ευρώ. Ο δεύτερος ενάγων με βάσιμη πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 10.1.2004 έως 10.1.2009 θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο δέκα (10) ημερομίσθια το μήνα και θα αμειβόταν με 23,48 ευρώ την ημέρα και 234,8 ευρώ το μήνα (23,48€ χ 10ημ.).
Πλην όμως λόγω του ατυχήματος απώλεσε από την αιτία αυτή για το εν λόγω χρονικό διάστημα το ποσό των 234,8 χ 60 μήνες = 14.088 ευρώ. Οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ζητούν αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία τους μέχρι το έτος 2032 ο πρώτος και μέχρι το έτος 2034 ο δεύτερος. Πλην όμως η αγωγή για το πέραν της 9.1.2009 χρονικό διάστημα είναι απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, διότι η πραγμάτωση της αντιστοίχου μελλούσης ζημίας εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι η ενδεχομένη δυνατότης εκ μέρους των εναγόντων ασκήσεως άλλου ελαφρότερου επαγγέλματος, η οικονομική κρίση που πλήττει την χώρα, το ποσοστό της ανεργίας, η ύπαρξη θέσεων εργασίας στον κλάδο της οικοδομικής δραστηριότητας κ.α.
Όσον αφορά δε την ένσταση της εναγομένης περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ποσού των 733.675,72 ευρώ για σωματικές βλάβες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω του ύψους του επιδικασθέντος ποσού.
Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλονται στους ενάγοντες εφάπαξ, λόγω της ανάγκης αξιοποιήσεως του κεφαλαίου αυτού, προς κάλυψη εξόδων αποκαταστάσεως της υγείας αυτών, νομιμοτόκως δε από της επιδόσεως της αγωγής αυτής και έως εξοφλήσεως.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965, το δε τελευταίο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, ορίζονται τα εξής: "Επιφυλασσόμενης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ' όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του, δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν διά ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι' ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθεί δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ".
"Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έκρινε ότι ο πρώτος ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Επίσης η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι αμφότεροι οι ενάγοντες κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήσαν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και ζητεί την προσκόμιση εκ μέρους των εναγόντων βεβαιώσεως από το ΙΚΑ περί της ασφαλίσεώς τους και περί της εισπράξεως από αυτούς χρηματικών ποσών λόγω της ανικανότητάς τους για εργασία για το χρονικό διάστημα που καλύπτει η ένδικη αγωγή.
Οι ενάγοντες αρνούνται το γεγονός αυτό και δεν προσκομίζουν βεβαίωση από το ΙΚΑ που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό τους και περί του ότι δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε ποσό από το ΙΚΑ ως επίδομα και σύνταξη αναπηρίας. Η εκκαλουμένη απόφαση δεν ερεύνησε το ζήτημα υπό το πρίσμα των παραπάνω διατάξεων, αν και η εναγομένη είχε προβάλει τον ίδιο ισχυρισμό.
Με τις παρούσες προτάσεις η εναγομένη υποβάλει αίτημα προσκομίσεως εκ μέρους των εναγόντων βεβαιώσεως του ΙΚΑ περί της ασφαλίσεως αυτών κατά τον χρόνο του ατυχήματος και σε καταφατική περίπτωση περί του ύψους των ποσών που έχουν εισπράξει λόγω της ανικανότητάς τους για εργασία. Εξαιτίας της ελλείψεως της εν λόγω βεβαιώσεως δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της τελικής ζημίας των εναγόντων σε σχέση με τα αγωγικά κονδύλια των διαφυγόντων κερδών, σε περίπτωση που οι ενάγοντες ήσαν ασφαλισμένοι και εισέπραξαν ή εδικαιούντο να εισπράξουν ασφαλιστικές παροχές και δεν είναι εφικτός ο συσχετισμός των ασφαλιστικών αυτών παροχών με τις ασκούμενες με την κρινόμενη αγωγή απαιτήσεις αποζημιώσεως.
Συνεπεία της αδυναμίας αυτής δεν δύναται να διαπιστωθεί αν και σε ποιά έκταση μεταβιβάσθηκαν στο ΙΚΑ απαιτήσεις από τις επίδικες, ως προς τις οποίες οι ενάγοντες έπαψαν πλέον να είναι φορείς του σχετικού δικαιώματος. Για το σκοπό αυτό πρέπει κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 249 ΚΠολΔ να αναβληθεί η εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση της αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει, αν οι ενάγοντες συνεπεία του άνω αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούνται να απαιτήσουν παροχές από το ΙΚΑ, σε ποιά έκταση, για ποιό λόγο, εντός του χρονικού διαστήματος από 10.1.2004 έως 10.1.2009 και σε καταφατική περίπτωση, το ύψος των εισπραχθέντων και εισπραχθησομένων ποσών με τις ίδιες διακρίσεις.
Δυνατότητα να προκαλέσει τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ και προσκομίσεώς της στο Δικαστήριο τούτο έχει οποιοσδήποτε από τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση των εναγόντων κατά της 204/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Αναβάλλει την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της εφέσεως, μέχρι να προσκομισθεί, με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων, βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει αν οι ενάγοντες συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος δικαιούνται και σε ποιά έκταση, ποίου είδους, εντός του χρονικού διαστήματος από 10.1.2004 έως 10.1.2009, να απαιτήσουν ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ και σε καταφατική περίπτωση το ύψος των εισπραχθέντων και εισπραχθησομένων ποσών με τις ίδιες διακρίσεις".
Συμπερασματικά, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της υπ' αρ. 1650/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε αμετακλήτως, ως ουσιαστικά βάσιμο τον 2ο λόγο της έφεσης κρίνοντας, ότι οι εκκαλούντες- ενάγοντες και ήδη καλούντες είναι Αλβανοί υπήκοοι, που έχουν εισέλθει στην Ελλάδα, κατέχοντας νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας στην χώρα μας, ότι ασκούσαν μέχρι το ατύχημα το επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή και του βοηθού ελαιοχρωματιστή αντίστοιχα, καθένας, ότι με βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα για το χρονικό διάστημα από 10-1-2004 έως 10-1-2009 (δηλαδή επί πενταετία ή 60 μήνες), ότι θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια μηνιαίως, που αποτιμώνται προς 35,20 ευρώ και 23,48 ευρώ, αντίστοιχα για καθένα τούτων, ότι συνεπώς θα αποκέρδαιναν μηνιαία το ποσό των 352,20 ευρώ και 234,80 ευρώ καθένας αντίστοιχα, ότι ο 1ος ενάγων δικαιούται το ποσό των 21132 ευρώ (δηλαδή 352,20 ευρώ Χ 12 μήνες Χ 5 έτη), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 4226,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος αυτού (20%) λόγω της παράλειψης χρήσης προστατευτικού κράνους και ότι συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά ποσού 16905,60 ευρώ (21132-4226,40), ενώ ότι ο 2ος ενάγων δικαιούται το ποσό των 14088 ευρώ (δηλαδή 234,80 ευρώ Χ 12 μήνες Χ 5 έτη).
Επίσης, η ΑΠ 1650/2017 δέχθηκε αμετάκλητα, ότι η αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων για το περαιτέρω χρονικό διάστημα έως το έτος 2032 και 2034 αντίστοιχα, δηλαδή έως τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας των εναγόντων, ασκείται πρόωρα, καθώς επίσης, ότι τα ανωτέρω ποσά, που αυτοί δικαιούνται πρέπει να καταβληθούν εφάπαξ λόγω της ανάγκης αξιοποίησης του κεφαλαίου αυτού από καθένα τούτων για την κάλυψη των εξόδων αποκατάστασης της υγείας του με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Τέλος, η ΑΠ 1650/2017, ενόψει του ισχυρισμού της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί αυτοδίκαιης υποκατάστασης του Ασφαλιστικού Φορέα- ΙΚΑ των εναγόντων στις αξιώσεις, που το ΙΚΑ κατέβαλε σ'αυτούς και συνακόλουθα, της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων προς είσπραξη των ανωτέρω ποσών, διέταξε την αναβολή της έκδοσης οριστικής απόφασης επί του ερευνώμενου 2ου λόγου της έφεσης, προκειμένου να προσκομιστεί η σχετική βεβαίωση από το ΙΚΑ περί του εάν οι ενάγοντες εισέπραξαν ή όχι από τον ανωτέρω Ασφαλιστικό τους Φορέα για το επίδικο χρονικό διάστημα (10-1-2004 έως 10-1-2009) ασφαλιστικές παροχές.
Ήδη, με την από 8-1-2019 ένδικη κλήση οι καλούντες- εκκαλούντες- ενάγοντες επαναφέρουν την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση για την έκδοση οριστικής απόφασης επί της έφεσης και προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση τη με αρ. πρωτ. …/…-12-2018 βεβαίωση του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ) - Υποκατάστημα Κιάτου, στην οποία ο ανωτέρω Ασφαλιστικός Φορέας βεβαιώνει, ότι ο μεν 1ος εκκαλών, Λ.
Σ., δεν δικαιούται επιδότηση παροχών για το επίδικο διάστημα (10-1-2004 έως 10-1-2009), διότι η τελευταία περίοδος ασφάλισης αυτού ήταν ο μήνας Οκτώβριος 1997, ενώ ότι ο 2ος εκκαλών, Γ. Κ. δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, διότι δεν προκύπτει, ότι στο παρελθόν είχε ασφαλιστεί στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ. Επομένως, κατόπιν όλων αυτών οι ενάγοντες δικαιούνται τα ανωτέρω ποσά διαφυγόντων εισοδημάτων, τα οποία πρέπει να αναγνωριστεί, μετά την επιτρεπτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (άρθρα 70, 224 ΚΠολΔ), ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία έχει υποχρέωση να τα καταβάλει σ'αυτούς με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (άρθρο 346 ΑΚ).
Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι οι αιτιάσεις των εκκαλούντων- εναγόντων με τις από 7-1-2021 προτάσεις τους (μετά παραπομπή), περί απαραδέκτου άσκησης της από 22-7-2013 αίτησης αναίρεσης (2ης στη σειρά) και περί εσφαλμένων αιτιολογιών της υπ' αρ. 136/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως Δικαστηρίου της παραπομπής είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, διότι επ'αυτών έκρινε η υπ' αρ. 403/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία είχε εκδοθεί μετά την 2η αναίρεση, την οποία ο Άρειος Πάγος έκρινε παραδεκτή και στη συνέχεια αναίρεσε την υπ' αρ. 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν η υπόθεση με κλήση, όπως και συνέβη.
Συνακόλουθα, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η από 31-12-2001 έφεση (αρ. κατ. 5/2002) κατά παραδοχή του 2ου λόγου της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αρ. 204/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ ως προς τη διάταξή της που αφορά την απόρριψη της ένδικης από 3-1-2001 (αρ.
κατ.16/2001) αγωγής, και τη συναφή προς τη διάταξη αυτή διάταξη περί συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων επί της αγωγής αυτής να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 3-1-2001 αγωγή για τα ποσά των 16905,60 ευρώ για τον 1ο ενάγοντα και 14088 ευρώ για τον 2ο ενάγοντα, και να αναγνωριστεί, ότι οφείλει να τους καταβάλει τα ποσά αυτά η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, κατά της οποίας μόνον (εναγομένης) απευθυνόταν η από 22-9-2008 κλήση των εναγόντων, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 730/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αρ. 281/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (αρχικά προσβαλλόμενη) ως προς την εφεσίβλητη -εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (βλ.σελ. 3 της υπ' αρ.136/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως Δικαστήριο της παραπομπής).
Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να οριστεί, διότι η διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012 και συνεπώς, δεν ίσχυε τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της ένδικης έφεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, καθόσον αφορά στην από 3-1-2001 αγωγή πρέπει να συμψηφιστούν εξ ολοκλήρου μεταξύ των ως άνω διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ'αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται κατ'ουσίαν την από 31-12-2001 (αρ.κατ. 5/2002) έφεση κατά της υπ'αριθμ. 204/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Εξαφανίζει την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν την από 3-1-2001 (αρ.κατ.16/2001) αγωγή.
Διακρατεί και δικάζει την από 3-1-2001 αγωγή.
Απορρίπτει ό,τι έκρινε, ότι πρέπει να απορριφθεί.
Δέχεται εν μέρει την από 3-1-2001 αγωγή, κατά τα λοιπά.
Αναγνωρίζει, ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει στον 1ο ενάγοντα το ποσό των δέκα έξη χιλιάδων εννιακοσίων πέντε ευρώ και εξήντα λεπτών του ευρώ (16905,60) και στον 2ο ενάγοντα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων ογδόντα οκτώ ευρώ (14088) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
ΚΑΙ
Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθόσον αφορά στην ως άνω αγωγή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ