Supreme Court allows appeal against lower court's failure to recognize res judicata on prior payment order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third-Instance Court of Larissa's decision, which had rejected the plaintiffs' claim based on a prior payment order. The lower court incorrectly treated facts covered by that order as new, violating the principle of res judicata under the Code of Civil Procedure. Consequently, the Supreme Court annulled the lower judgment and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds the parties to the content of a final judgment, preventing the lower court from treating facts already covered by a final payment order as new grounds for dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1789 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1789/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Γ., 2) Χ. Κ. του Γ., 3) Θ. Κ. του Γ., 4) Ζ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Θ. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ντόκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Συνεταιριστικής Τράπεζας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μόσχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/6/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 3-6-2021 (57/10-9-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 184/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 322 του Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο είναι η δέσμευση που παράγεται από το περιεχόμενο της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης -ανεξάρτητα τυχόν αμφισβητήσεων για την ορθότητά της- σχετικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης ή συνέπειας, σε ορισμένο χρονικό σημείο.
Το δεδικασμένο, λοιπόν, το οποίο είναι θεσμός του δικονομικού δικαίου και διαμορφώνει άμεσα και τις ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων, αποτελεί συνέπεια της τελεσίδικης απόφασης, που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της. Τελεσίδικη είναι η απόφαση που, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής κ.λ.π., δηλαδή, είναι οριστική και, επιπλέον, δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Α.Π. 599/2007).
Με ανακοπή ερημοδικίας προσβάλλεται κάθε ερήμην εκδοθείσα οριστική απόφαση, εκτός αν ρητά ο νόμος αποκλείει το ένδικο τούτο μέσο (άρθρο 501 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 503 του Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας είναι 15νθήμερη, αν ο διάδικος, που δικάστηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της (ερήμην) απόφασης και 60νθήμερη, αν ο διάδικος, που δικάστηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατ' άρθρο 135 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της (ερήμην) απόφασης.
Καταχρηστική προθεσμία, αυτή, δηλαδή, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, δεν υπάρχει στην ανακοπή ερημοδικίας. Έτσι, μια ερήμην απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν επιδόθηκε στον ερημοδικασθέντα διάδικο, μετά την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας, ήτοι της τριετίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον αυτή (δημοσίευση) έλαβε χώρα πριν από την 1η-1-2016, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, δεν προσβάλλεται μεν με έφεση, πλην όμως, δεν καθίσταται τελεσίδικη, καθόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή, την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι, αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου.
Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Α.Π. 564/2021, Α.Π. 108/2021, Α.Π. 14/2021, ΑΠ 1002/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, αυτεπαγγέλτως, δέχθηκε, παρά το νόμο, ότι, εκ της ερήμην εκδοθείσας 104/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 94/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, παρήχθη δεδικασμένο, ως εκ της παρόδου τριετίας από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, εφής εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη, χωρίς να ερευνήσει αν ασκήθηκε ή όχι ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που συνήφθη μεταξύ του Γ. Κ. του Κ. και του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης, η τελευταία χορήγησε στον παραπάνω συμβαλλόμενο πίστωση μέχρι το ποσό των 210.000 ευρώ, το οποίο, δυνάμει μεταγενέστερων αυξητικών πράξεων, αυξήθηκε στο ποσό των 500.000 ευρώ.
Στην παραπάνω σύμβαση καθώς και στις αυξητικές της συμβάσεις συμβλήθηκαν οι εκκαλούντες ως εγγυητές, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως. Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη κατήγγειλε τις παραπάνω συμβάσεις στις 12-2-2013 και έκλεισε τον αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος, κατά τον παραπάνω χρόνο, εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 588.867,52 ευρώ.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατόπιν αιτήσεως της εφεσίβλητης εκδόθηκε η με αριθμό 94/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, δυνάμει της οποίας ο πρωτοφειλέτης και οι εκκαλούντες, ως εγγυητές, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον και αλληλέγγυα ο καθένας στην εφεσίβλητη το παραπάνω ποσό...., πλέον τόκων και εξόδων.
Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής οι εκκαλούντες άσκησαν την από 22-3-2013 (αριθ. εκθ. καταθ. 124/2013) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας... Επί της παραπάνω ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 104/2014 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής....
κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή (17-11-2014) μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη (7-5-2018), η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής είχε τελεσιδικήσει, καθόσον δεν είχε ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής και ήδη...
είχε παρέλθει τριετία από τη δημοσίευση της με αριθμό 104/2014 απόφασης... η διαταγή πληρωμής παράγει δεδικασμένο, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση... Στην προκειμένη δε περίπτωση.... η παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης θα είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το αιτητικό της (της αγωγής) την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού και των προσθέτων αυξητικών της συμβάσεων καθώς και την ελευθέρωση των εκκαλούντων από τις συμβάσεις εγγύησης που παρείχαν υπέρ του πρωτοφειλέτη.
Όμως... το διατακτικό μιας τέτοιας απόφασης θα αντέφασκε με το δεδικασμένο που παρήγαγε το διατακτικό της με αριθμό 94/2013 διαταγής πληρωμής...
Συνεπώς... η αγωγή, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα περιστατικά για τη θεμελίωσή της, καλύπτονταν ήδη από το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 332 του Κ.Πολ.Δ.), έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως κατ' ουσία αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη...".
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, από την επισκόπηση της προαναφερόμενης 104/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ στην αναιρεσιβαλλομένη δεν μνημονεύεται επίδοση αυτής στους ερημοδικασθέντες διαδίκους ήδη αναιρεσείοντες ούτε προκύπτει, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ότι έλαβε χώρα τέτοιο γεγονός ή ότι οι τελευταίοι άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης ανακοπή ερημοδικίας, η οποία να απορρίφθηκε ή ότι παραιτήθηκαν από την άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου και επομένως, δεν εξάγεται ότι η εν λόγω απόφαση (104/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας) έχει καταστεί τελεσίδικη.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, παράγουσα, εντεύθεν, δεδικασμένο ως προς τη βεβαιούμενη με την 94/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας απαίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και, συνεπώς, καλύπτουσα τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής περιστατικά, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει κατά το παραπάνω σκέλος του βάσιμος, ως δε εκ της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 184/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ