Legislator Case Law & Legislation
1785/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for vague grounds and attacking final evidence assessment.

Case Number 1785/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued the lower court relied on an expert report commissioned by the insurer while ignoring another report, claiming this constituted a procedural error. The court rejected this claim as the grounds were too vague to identify specific facts and improperly challenged the final court's assessment of evidence, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 561 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific facts found without proof and their impact on the verdict, and attacking the final evaluation of evidence is inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal vague grounds evidence assessment final judgment insurance liability expert report procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1785 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1785/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διολατζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Φλώρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8778/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 865/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/10/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 15-10-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 865/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του νόμου 2496/97, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 278 παρ. 7 του νόμου 4364/2016 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, προβλέπει: "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική αξία του ή την περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.

Τα άρθρα δε 7 (πραγματοποίηση του κινδύνου - καταβολή του ασφαλίσματος) παρ. 7 εδ. α' και 11 (έννοια και αντικείμενο της ασφάλισης ζημιών) παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπουν ότι, αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην ασφάλιση δε κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνιστάται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία) και ο λήπτης της ασφάλισης ζημιών μπορεί να ασφαλίσει κάθε περιουσία για τη διατήρηση της οποίας έχει έννομο συμφέρον και η οποία απειλείται από ασφαλιστικό κίνδυνο.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Ως καταναλωτής νοείται και ο ασφαλισμένος με ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρεία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους (ΟλΑΠ 13/2015), παρέχει, μεταξύ άλλων, κάλυψη κατά κινδύνων ζημιών. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Ο ανωτέρω νόμος αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές". Στο άρθρο 3 παρ. 1 της προαναφερόμενης οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".

Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική (ΟλΑΠ 6/2006), στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αναφέρονται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί (ΟλΑΠ 13/2015), χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Στην υπό το στοιχείο ιγ' περίπτωση του αμέσως προαναφερόμενου άρθρου προβλέπεται ότι καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, προκειμένου να κριθεί με βάση τα προσδιοριζόμενα σε αυτές κριτήρια η ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών τις οποίες αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στο πλαίσιο επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΟλΑΠ 15/2007).

Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική (ΟλΑΠ 15/2007) σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών, εξετάζεται δε και ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για τη διατήρηση του ελεγχόμενου όρου και ποιο το συμφέρον του καταναλωτή για την κατάργησή του.

Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Οι όροι που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, δεν υπόκεινται κατ' αρχήν σε έλεγχο από άποψη καταχρηστικότητος, κατ' άρθρο 2 του ν. 2251/1994, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 237/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (...) αλλά και από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης, που προσβάλλονται με την έφεση:

Δυνάμει του, με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου που κατάρτισε ο ενάγων με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η τελευταία ανέλαβε να καλύψει για το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 έως 1-10-2015, μεταξύ των άλλων ασφαλιστικών κινδύνων και έναντι του κινδύνου της πλημμύρας, αντί ασφαλίστρου ύψους 310,00 ευρώ την εξοχική κατοικία, που βρίσκεται στην ...

του Δήμου ..., αποκλείοντας οποιοδήποτε πράγμα ή εγκατάσταση, που βρίσκεται εξωτερικά του ασφαλιζομένου κτιρίου, καθόσον, η ασφαλιστική κάλυψη του περιβάλλοντος χώρου (μανδρότοιχων, αιθρίων, περίφραξης κ.λ.π.) ενός κτιρίου, καθώς και η αναλογία του ιδίου κτιρίου στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, αποτελεί αυτοτελές και επιπρόσθετο αντικείμενο ασφάλισης ενός κτιρίου, το οποίο, στο πλαίσιο της ιδιωτικής ασφάλισης αξιολογείται ως πρόσθετο αντικείμενο ασφάλισης και πρόσθετος κίνδυνος, με επιπρόσθετα ασφάλιστρα, όπως τούτο αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη υπ' αριθ. ...

ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας αυτής (εναγομένης), διάρκειας από 1-10-2011 έως 1-11-2011, δυνάμει του οποίου η τελευταία είχε ασφαλίσει ακίνητα που ήταν ενυπόθηκα - προσημειωμένα, λόγω στεγαστικού δανείου, στην τράπεζα με την επωνυμία "...", όπου στην περιγραφή του ασφαλισμένου αντικειμένου προβλέπεται ρητά και αναγράφεται με σαφήνεια ότι στην έννοια του ασφαλιζόμενου κτιρίου συμπεριλαμβάνονται οι κοινόχρηστοι χώροι, καθώς και ο περιβάλλων χώρος (π.χ.

μανδρότοιχοι, αίθρια). Στην ως άνω εξοχική κατοικία ο ενάγων έχει συγκυριότητα κατά ποσοστό 50%, δυνάμει της με αριθμό ... συμβολαιογραφικής πράξης αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη - Πετίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, κατά τον οικείο με αριθμό 11 ειδικό όρο του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα για ζημίες στην εν λόγω οικία του που προκαλούνται από πλημμύρα, θύελλα ή καταιγίδα, εξαιρούμενων των ζημιών που προκαλούνται από παγετό, χαλάζι ή βάρος χιονιού, καθίζηση ή κατολίσθηση, διείσδυση νερού μέσω οποιασδήποτε οροφής, ανοιγμάτων, θυρών, παραθύρων τα οποία αφέθηκαν ανοιχτά, παλιρροϊκά κύματα είτε αυτά είναι επακόλουθα σεισμού ή ηφαιστειακής έκρηξης είτε όχι, διαρροή νερού από σωληνώσεις και γενικά εγκαταστάσεις ύδρευσης, κεντρικής θέρμανσης, κλιματισμού ή αποχέτευσης και υπερχείλιση δεξαμενών.

Κατά το χρονικό διάστημα από 8-12-2014 έως τις 10-12-2014, σημειώθηκαν στην περιοχή της … έντονα καιρικά φαινόμενα, με καταιγίδες και καταρρακτώδεις βροχές, με αποτέλεσμα η περιοχή, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 8090/12-12-2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας να κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μέχρι τις 12-6-2015, οπότε και ανανεώθηκε (η κατάσταση ανάγκης) μέχρι τις 12-9-2015, δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου 3943/12-6-2015 απόφασης του ανωτέρω γενικού γραμματέα.

Οι σφοδρές καταιγίδες που επικράτησαν είχαν ως αποτέλεσμα την εισροή εξωτερικών όμβριων υδάτων στον αύλειο χώρο του συγκροτήματος κατοικιών, στο οποίο βρισκόταν και η οικία του ενάγοντος, με ορμή, γεγονός που σε συνδυασμό με την κλίση και δη την κατωφέρεια του εδάφους, προκάλεσε τη μετακίνηση του τοιχίου αντιστήριξης του αύλειου χώρου προς τη θάλασσα και ακολούθως την ολίσθηση επίσης προς τη θάλασσα του μπαζωμένου εδάφους του αύλειου χώρου μέχρι την αποκάλυψη των θεμελίων κάποιων από τις κάθετες ιδιοκτησίες.

Η ζημία αυτή αφορά σε προβλήματα ευστάθειας του πρανούς καθώς και σε κατασκευές, που βρίσκονται εκτός του ασφαλιζομένου κτιρίου και εξαιρούνται κατά τα ανωτέρω της συμβατικής ασφαλιστικής καλύψεως (βλ. σχ. την υπ' αριθ. 049809/30-5-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας με την επωνυμία "...", που έγινε κατόπιν εντολής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας).

Για την αποκατάσταση της ζημίας αυτής απαιτείται η καθαίρεση και επαναθεμελίωση του τοιχίου αντιστήριξης καθώς και η αποφόρτιση της κορυφής του πρανούς και η ενίσχυσή του με εδαφικά υλικά μεγάλου βάρους (π.χ ογκόλιθοι), όπως τούτο προκύπτει από την από 17-9-2015 γεωτεχνική έρευνα θραύσης πρανούς συγκροτήματος "..." της εταιρίας με την επωνυμία "...", που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, της οποίας, κατόπιν εντολής του ενάγοντος ως αντιπροσώπου των ιδιοκτητών του άνω συγκροτήματος, αντικείμενο αποτέλεσε η παρουσίαση και η αξιολόγηση της εδαφοτεχνικής έρευνας, που έγινε στο εν λόγω συγκρότημα κατοικιών, στο οποίο εκδηλώθηκε υποχώρηση εδάφους και θραύση πρανούς μεγάλης κλίμακας μετά από έντονες πολυήμερες βροχοπτώσεις.

Ο ενάγων, ο οποίος στην από 17-4-2015 δήλωσή του ζημίας, ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2015 που πήγε στο σπίτι του στην ... για να το καθαρίσει ενόψει του Πάσχα διαπίστωσε ότι ο κήπος είχε υποχωρήσει, ισχυρίζεται ότι με τα ανωτέρω περιστατικά επήλθε ο κίνδυνος από την πλημμύρα που αναφέρεται στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και επομένως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να του καταβάλει το ασφάλισμα.

Ωστόσο, σύμφωνα και με την οδηγία 2007/60/ΕΚ ως πλημμύρα ορίζεται η προσωρινή κάλυψη από νερό εδάφους το οποίο υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν καλύπτεται από νερό, τέτοιο φαινόμενο όμως (κατάκλυσης του εδάφους με νερό) δεν προκλήθηκε εν προκειμένω. Αντίθετα, προκλήθηκε, όπως περιγράφεται ανωτέρω, κατολίσθηση, δηλαδή ολίσθηση, η οποία περιλαμβάνει τα πραγματικά στοιχεία του εδάφους, συμπεριλαμβανομένων βράχων, δέντρων, χώματος και γενικότερα οποιοσδήποτε συστατικού μπορεί να παρασυρθεί, ως απόρροια ελλιπούς ευστάθειας των πρανών υπό την επίδραση γεωλογικών, μορφολογικών, φυσικών ή ανθρωπογενών παραγόντων, όπως είναι οι βροχοπτώσεις (η πιο συχνή αιτία), οι σεισμοί, οι ηφαιστειακές εκρήξεις ή μια γενική αστάθεια του εδάφους.

Πρόκειται δηλαδή για δύο διαφορετικά φαινόμενα και καταστάσεις, ακόμη κι αν πολλές φορές η κατολίσθηση προκαλείται και από τη ραγδαία εισροή νερού στο έδαφος. Όμως, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων καταρτιθείσας ασφαλιστικής συμβάσεως (όρος 11, σελίδα 7 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στο κεφάλαιο ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ") εξαιρούνται της ασφαλιστικής καλύψεως οι ζημίες από κατολίσθηση.

Έτσι, με τον όρο αυτό εξαιρέθηκαν οι ζημίες που προκλήθηκαν στον κοινόχρηστο χώρο του συγκροτήματος κάθετων ιδιοκτησιών, όπου βρίσκεται και η οικία του ενάγοντας αφού αυτές, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα οφείλονται σε κατολίσθηση και όχι σε πλημμύρα, όπως διατείνεται ο ενάγων. Ο όρος αυτός και η συνομολογούμενη δι' αυτού εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη είναι σύμφωνος με την αρχή της διαφάνειας, αφού παρουσιάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και κατανοητό, ώστε ο ενάγων καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία και μεγέθη της σύμβασης.

Δεδομένου δε, του ότι συνδέεται με το κύριο αντικείμενο της σύμβασης και τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής με βάση την οποία προσδιορίζεται το ασφάλιστρο δεν ελέγχεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, από άποψη καταχρηστικότητας (βλ και ΑΠ 237/2012 ό.π.). Σε κάθε περίπτωση ο όρος αυτός ο οποίος περιλαμβάνεται σε όλες τις ετήσιες συμβάσεις ασφάλισης της οικίας του ενάγοντος στην εναγομένη από το έτος 2006 και εφεξής, οπότε, ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να τον μελετήσει όλο αυτό το χρονικό διάστημα και να εναντιωθεί σ' αυτόν, δεν είναι καταχρηστικός, δεδομένου του ότι μ' αυτόν τίθεται μία επιμέρους εξαίρεση σε μεγάλο αριθμό κινδύνων που αναλαμβάνει η εναγομένη να καλύψει έναντι μικρότερου φυσικά ασφαλίστρου, αντί αυτού που θα οφειλόταν από τον ενάγοντα καταναλωτή, αν η εναγομένη αναλάμβανε και αυτόν.

Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει διατάραξη της ισορροπίας εις βάρος του ενάγοντος καταναλωτή αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστεως που καθιστούν καταχρηστικό τον εν λόγω όρο. Εξάλλου και ο γενικός όρος 7.1 που αναφέρεται σε εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης, δεν πάσχει από καταχρηστικότητα, διότι ερμηνεύεται συνδυαστικά με τους ειδικούς όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται τελικώς καμιά ασάφεια, σχετικά και μ' αυτόν για το ποιοι τελικά κίνδυνοι καλύπτονται και ποιοι όχι με την ασφαλιστική σύμβαση.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον αποδείχθηκε ότι το ασφαλισμένο κτίσμα δεν υπέστη ζημία σε κάθε περίπτωση δε η γενεσιουργός αιτία της επικαλούμενης ζημίας του ενάγοντος στον αύλειο χώρο αυτού ήταν η κατολίσθηση, πρέπει η εναγομένη να απαλλαγεί από την ευθύνη της προς αποζημίωση του ενάγοντος, γενομένων δεκτών των σχετικών ισχυρισμών της (εναγόμενης) και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή του αιτούμενου ασφαλίσματος.

Επίσης, δεδομένου του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη περιέλαβε στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση καταχρηστικούς όρους, δεν ευθύνεται και για την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγω τέλεσης από μέρους της αδικοπραξίας." Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις αιτιολογίες του οποίου συμπλήρωσε εν μέρει, ορθώς απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, 713/2016).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 18/2008, ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 7 νόμου 2496/1997, των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. και 1-14 του νόμου 3741/1929 και του άρθρου 2 περ. 1 της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ, ούτε του άρθρου 2 του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών Ειδικότερα:

α) Σύμφωνα με τις ανέλεγκτες, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, κύριο αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης ασφάλισης κατ'άρθρο 1 και 7 παρ. 7 του νόμου 2496/1997 ήταν η ασφάλιση του μη πληγέντος από την κατολίσθηση κτιρίου, του οποίου ο αναιρεσείων ήταν συγκύριος.

Επομένως κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ασφάλισμα θα οφείλετο προς αποκατάσταση ζημιών του κτιρίου, ήτοι της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, εάν επερχόταν η ασφαλιστική περίπτωση, και όχι ο περιβάλλων το κτίριο χώρος, που θα είχε ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον να ασφαλίσει από οποιονδήποτε ασφαλιστικό κίνδυνο, ως περιουσία του, κατά το μέρος το οποίο του ανήκε επίσης κατά συγκυριότητα, πράγμα που δεν συνέβη.

Το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός ότι αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια του κτιρίου με κινδύνους για τη στατικότητά του, εάν δεν λαμβάνονταν μέτρα προς επιστήριξη του περιβάλλοντος χώρου (ενίσχυση υποχωρήσαντος εδάφους και επανακατασκευή ενισχυμένου τοιχείου αντιστήριξης στα όρια του πρανούς του οικοπέδου), δεν αρκεί για την υπαγωγή αυτής της ζημίας σε καλυπτόμενη από τη σύμβαση ασφάλισης ασφαλιστική περίπτωση, αφού αυτός δεν επικαλείται και ζημία του κύριου αντικειμένου της ασφάλισης, ήτοι ότι επλήγη αυτό καθαυτό το κτίριο και ότι αυτό απαιτείται να υποβληθεί σε οποιαδήποτε επισκευή και ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 1 πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι, κατά το πρώτο του σκέλος αβάσιμος.

β) Οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου αρκούν προς πλήρη επιστήριξη του διατακτικού της απόφασης, ακόμη και χωρίς περαιτέρω κρίσεις ως προς τις έννοιες της πλημμύρας, οι ζημίες από την οποία καλύπτονταν από τη σύμβαση ασφάλισης εφόσον όμως έπλητταν το κτίριο ως κύριο αντικείμενό της, και της κατολίσθησης, που εξαιρέθηκε από τους καλυπτόμενους ασφαλιστικούς κινδύνους, ακόμη κι αν αυτή προξενούσε ζημίες στο κτίριο, κρίσεις οι οποίες ως πλεοναστικές δεν είναι δυνατό να θεμελιώσουν παραδεκτούς λόγους αναίρεσης.

Επομένως ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναφερόμενος σε παραβίαση του αναφερόμενου στην έννοια της πλημμύρας άρθρου 2 περ. 1 της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ είναι κατά το τρίτο του σκέλος προεχόντως απαράδεκτος για την προαναφερόμενη αιτία, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι και αβάσιμος αφού το Εφετείο δεν παραβίασε τη ανωτέρω διάταξη που προβλέπει ότι ως "πλημμύρα" νοείται η προσωρινή κάλυψη από νερό εδάφους το οποίο, υπό φυσιολογικές συνθήκες, δεν καλύπτεται από νερό, δέχθηκε δε ότι τέτοιο φαινόμενο δεν αποδείχθηκε, αλλ' αποδείχθηκε εξαιρούμενη από τους καλυπτόμενους ασφαλιστικούς κινδύνους κατολίσθηση των στοιχείων του εδάφους και των συστατικών του εξαιτίας ισχυρών βροχοπτώσεων, φαινόμενο που μπορεί να προκληθεί από ραγδαία εισροή νερού στο έδαφος (και όχι από επιφανειακή του κάλυψη, αφού μάλιστα ο ακάλυπτος χώρος του ακινήτου είχε κατωφερική κλίση) και οφειλόταν στην κρινόμενη περίπτωση στην ελλιπή ευστάθεια των πρανών.

Ανεξαρτήτως δε του ότι και η πλημμύρα και η κατολίσθηση μπορούν να έχουν ως κοινό αίτιο ισχυρές βροχοπτώσεις, αυτές έχουν διαφορετικές συνέπειες, σύμφωνα δε με τις παραδοχές του Εφετείου οι περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ζημίες του μη ασφαλισμένου περιβάλλοντος χώρου του ασφαλισμένου κτιρίου (μετακίνηση του τοιχείου αντιστήριξης του αυλείου χώρου, ολίσθηση του μπαζωμένου εδάφους του) οφείλονται σε κατολίσθηση, με τις συνέπειες της οποίας και συνάδουν.

γ) Η προβλεπόμενη εκ του νόμου (άρθ. 1002, 1117 ΑΚ, 1-14 ν. 3741/1929) εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα ιδιοκτήτη οριζόντιας (ή και κάθετης) ιδιοκτησίας επί του εδάφους ακινήτου όπου βρίσκεται το κτίριο (οικοδόμημα), καθώς και των εκτός του ασφαλιζόμενου κτιρίου κοινοχρήστων μερών αυτού, αναφέρεται στο σχετικό εμπράγματό του δικαίωμα και δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο της ασφαλιστικής σύμβασης, εάν το έδαφος και τα εκτός του κτιρίου κοινόχρηστα μέρη (όπως ο περιβάλλων το οικοδόμημα χώρος και κατασκευές επ'αυτού) δεν συμπεριελήφθησαν ως ασφαλιζόμενα αντικείμενα της περιουσίας του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική σύμβαση, ούτε είναι βεβαίως υποχρεωτική η ασφάλισή τους είτε για τον ιδιοκτήτη είτε για τον ασφαλιστή, μπορούν δε προς αποφυγή παρανοήσεων να εξαιρεθούν και ρητώς από την ασφαλιστική κάλυψη, όπως έγινε δεκτό πως συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση.

Επομένως είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως ο πρώτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο έπρεπε κατ'εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων περί αναγκαίας συγκυριότητάς του επί του εδάφους και των κοινοχρήστων εκτός του κτιρίου μερών του συγκροτήματος κατοικιών να δεχθεί ότι ο περιβάλλων το ασφαλισμένο κτίριο χώρος με τα παραρτήματά του περιελήφθησαν υποχρεωτικώς στην ασφαλιστική σύμβαση ως αντικείμενά της.

δ) Ο επίμαχος ενδέκατος ειδικός όρος της συμβάσεως ασφαλίσεως και η δι` αυτού εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη για ζημίες προκαλούμενες από κατολίσθηση συνδέεται με το κύριο αντικείμενο αυτής (την ασφάλιση του κτιρίου) και την αποδειχθείσα, αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, με βάση την οποία προσδιορίσθηκε το ασφάλιστρο, και με την έννοια αυτή δεν ελέγχεται από άποψη καταχρηστικότητας, ενώ η ρητή και σαφής διατύπωση αυτής της εξαίρεσης (και μάλιστα όχι μόνο στο τελευταίο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αλλά και στα προγενέστερα ασφαλιστήρια μεταξύ των διαδίκων) καθιστά τον ανωτέρω όρο μη καταχρηστικό, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η σύμβαση ασφαλίσεως έπρεπε να καλύπτει τις ζημίες από όλες τις φυσικές καταστροφές στερείται νομικού ερείσματος, εφόσον δια της συμβάσεως ασφαλίσεως καθορίζονται οι καλυπτόμενοι από την ασφάλιση κίνδυνοι (ασφαλιστικές περιπτώσεις) κατά τα προεκτιθέμενα, όπως δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή και οι χαρακτηριζόμενοι από τον αναιρεσείοντα ως αντιφατικοί όροι του ασφαλιστηρίου, οι αναφερόμενοι στην κάλυψη ζημιών από πλημμύρες, περίπτωση που δεν συνέτρεχε κατά τα προδιαλαμβανόμενα.

Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 2251/1994 δι'εσφαλμένης εφαρμογής και ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης κατά το τέταρτο σκέλος του (στην αίτηση αναίρεσης υπό 1 Β), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 19 γ ΚΠολΔ κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ζημία οφείλεται σε κατολίσθηση λόγω ελλιπούς ευστάθειας των πρανών υπό την επίδραση ισχυρών βροχοπτώσεων, δεδομένου ότι η κύρια παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης συνίσταται στο αποδειχθέν γεγονός ότι οι ζημίες του περιβάλλοντος χώρου δεν αποτελούσαν αντικείμενο της σύμβασης ασφάλισης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι και αβάσιμος διότι η ανωτέρω παραδοχή δεν αντιφάσκει, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με την παραδοχή ότι οι ζημίες δεν προκλήθηκαν από πλημμύρα αλλά από κατολίσθηση, αφού, όπως προαναφέρεται, και τα δύο φαινόμενα μπορεί να προκληθούν κατ'αρχήν από ισχυρές βροχοπτώσεις, δεν ταυτίζονται όμως, διότι η λειτουργία και οι ζημιογόνες συνέπειες του καθενός τους τα διαφοροποιούν.

Απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, επειδή σε αυτήν δεν διευκρινίζεται ποια ακριβώς στοιχεία έγιναν δεκτά από την έκθεση (ιδιωτικής) πραγματογνωμοσύνης, που προσκομίσθηκε από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα οποία δεν δικαιούτο αποζημίωση, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώθηκε με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1215/2020, 1347/2019, 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 1150/2011).

Ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τρίτο λόγο της αίτησής του αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 α και β ΚΠολΔ, επικαλούμενος: α) με το πρώτο σκέλος αυτού, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του ως προς τα αίτια της προκληθείσας ζημίας και τους τρόπους αποκατάστασής της, που αποδεικνύονταν από τις προσκομισθείσες από εκείνον γεωτεχνική έρευνα- γνωμάτευση της εταιρίας "..." και έκθεση ελέγχου και (ιδιωτικής) αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Θεοκλήτου Κωφού, β) με το δεύτερο σκέλος αυτού ότι έλαβε υπόψη της μη προταθέντα από την αντίδικό της ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της κατ'άρθρο 281 ΚΠολΔ λόγω αποδυνάμωσής του, επειδή δεν εναντιώθηκε επί μακρό χρόνο στον όρο περί εξαίρεσης της κατολίσθησης από την ασφαλιστική κάλυψη, που επαναλαμβανόταν στα μεταξύ τους ασφαλιστήρια συμβόλαια από το 2006.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του προεχόντως διότι αναφέρεται στην επάλληλη και πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στην κύρια αιτιολογία αυτής ότι ο υποστάς ζημίες περιβάλλων χώρος του ασφαλισμένου κτιρίου δεν αποτελούσε αντικείμενο της ασφάλισης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Κατά το πρώτο του σκέλος αυτός είναι απαράδεκτος και λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται ο αυτοτελής ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων για τα αίτια των ζημιών, αλλά γίνεται απλώς μόνο παράθεση των πορισμάτων των δύο ανωτέρω εκθέσεων, που αποτελούν αποδεικτικά μέσα και όχι πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση και αν ο αναιρεσείων υπονοεί τον αναφερόμενο σε άλλο λόγο της αίτησής του ισχυρισμό του περί πλημμύρας, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι ο συγκεκριμένος θεμελιωτικός της αγωγής του ισχυρισμός ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απαντήθηκε εκτενώς. Κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος είναι επιπροσθέτως απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένης πραγματικής προϋποθέσεως, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του μη προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος λόγω αποδυνάμωσής του, ούτε απεφάνθη επί τέτοιου ισχυρισμού, η δε αναφορά του Εφετείου στην κατ'επανάληψη πρόβλεψη της εξαιρέσεως των ζημιών λόγω κατολίσθησης από την ασφαλιστική κάλυψη και στα προηγούμενα μεταξύ των διαδίκων συμβόλαια αποτελεί απλώς επιχείρημα του δικαστηρίου, το οποίο ενισχύει την κρίση για τη διαφάνεια του ανωτέρω όρου, τον οποίο γνώριζε και γι'αυτό τον λόγο καλώς ο αναιρεσείων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα" στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε ανωτέρω. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017, 677/2015, 2031/2007, 259/2007).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποιά ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015). Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του στηριζόμενο στην αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας "...", που συντάχθηκε μετά από εντολή της αναιρεσίβλητης, και δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση της εταιρίας "...", που συντάχθηκε με πρωτοβουλία των συνιδιοκτητών του συγκροτήματος όπου βρίσκεται η εξοχική του κατοικία, με συνέπεια να δεχθεί εσφαλμένα ως αληθινά πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν διευκρινίζεται ο ισχυρισμός ("πράγμα"), στον οποίο αναφέρεται ο αναιρεσείων και το οποίο δέχθηκε η απόφαση χωρίς απόδειξη, ενώ αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής ανωτέρω αιτίασης, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση αυτός είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (και σε όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα), ενώ καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και την έκθεση της "...", η οποία και ρητώς αναφέρεται στην απόφαση.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 15-10-2020 αίτηση για αναίρεση της 865/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησής του.

Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2020 αίτηση για αναίρεση της 865/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ