Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and rejects vague grounds regarding court costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants who failed to appear at the hearing. The appellees argued that the lower court ignored relevant facts, but the Court found these arguments vague and legally inadmissible. The Court ruled that the appeal must be rejected because the appellants' absence precluded a proper review and their grounds did not meet the strict requirements for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be based on substantive errors, not procedural ones, and vague or abstract grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1782 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1782/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων : 1) Σ. χήρας Δ. Μ., το γένος Χ. Γ., 2) Σ. Μ. του Δ. και της Σ., 3) Α. Μ. του Δ. και της Σ. και 4) Γ. Μ. του Δ. και της Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση : 1) Ε. Μ. του Σ. και της Μ., 2) Σ. Μ. του Ε. και της Ε., 3) Μ.-Τ. Μ. του Ε. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιργινία Μυταρέλλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από ...-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2007 αίτησή τους. Ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η ...-2010 ότε ματαιώθηκε. Οι αναιρεσείοντες την επαναφέρουν για συζήτηση στην σημερινή δικάσιμο, με την από ...-2023 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από ...-2024 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ...-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κ.
Ν. που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την ...-2010, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες. Κατά την παραπάνω όμως δικάσιμο η συζήτησης της αίτησης ματαιώθηκε.
Οι αναιρεσείοντες με την από ...-2023 κλήση τους επανέφεραν την αίτηση για συζήτηση, ορίσθηκε δε δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανίστηκαν, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 αρθμ.1 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από ...-2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η .../2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 6-1-2006 έφεση των αναιρεσειόντων και έγινε δεκτή η από 14-11-2005 έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της .../2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αφού συνεκδικάσθηκαν η από ...-2002 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και η από ...-2002 διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη αγωγή και απορρίφθηκε η δεύτερη. Την παραπάνω απόφαση προσέβαλαν αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις προαναφερθείσες αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων.
Το τελευταίο αυτό Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 59/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων καθ' ο μέρος είχε απορρίψει την από ...-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της, δέχθηκε την αγωγή αυτή και αναγνώρισε ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, είναι συγκύριοι κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 70% και 30% ο καθένας, αντίστοιχα και ο τρίτος κατ' επικαρπία του επιδίκου ακινήτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου του ΚΠολΔ, για τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019).
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου πρέπει να γίνεται μνεία όχι μόνο του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, αλλά να προσδιορίζονται πάντοτε και τα αναγκαία εννοιολογικά στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1008/2018), (όπως λ.χ. όταν αποδίδεται το παράπονο της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβάσεως ουσιαστικού κανόνα), ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 860/2017).
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Τέλος, στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε τη κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αφού μόνο με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να διαπιστωθεί ο έλεγχος της βασιμότητας του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης.
Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η στο αναιρετήριο περιορισμένη και αποσπασματική αναφορά ορισμένων παραδοχών κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου.
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 892/2019). Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους α) από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου λόγο, ο οποίος ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται ενάριθμα ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας δικαίου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε βάσει αυτών, καθώς και το νομικό σφάλμα δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, β) από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγο, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να αναφέρονται τα συγκροτούντα τον συγκεκριμένο υπό κρίση ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προβλήθηκαν και να καθορίζεται ο νομότυπος τρόπος προβολής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας και γ) από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου λόγο, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο:
α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζεται κατ' αρχήν, ποιες από τις περιπτώσεις αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα αποδεικτικά μέσα που είτε δεν επιτρέπονται, είτε δεν προσκομίστηκαν, είτε δεν ελήφθησαν υπόψη, καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου είτε λήφθηκαν είτε όχι υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση οι από τους αριθμούς 1, 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, διότι αυτή δέχθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ότι "..η αριθμ. .../1975 δημόσια διαθήκη του Σ. Μ. συνταχθείσα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ο.
Σ., που δημοσιεύθηκε με το αριθμ. .../1980 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ήταν σαφής ως προς τη βούληση του διαθέτη. Παρά ταύτα όμως προσέφυγε, (στη συνέχεια), για την ερμηνεία της διαθήκης αυτής, σε γεγονότα και στοιχεία εκτός της διαθήκης. Όμως, όπως πάγια γίνεται δεκτό, τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται την αποσαφήνιση τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.
Συνεπώς, εν προκειμένω, (υπό τα δεδομένα αυτά), η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. Α.Κ. και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί κατ' άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 11 του ΚΠολΔ..". Ο απαρτιζόμενος από τις ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις λόγος είναι απαράδεκτος καθ' όλα τα σκέλη του ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν στο αναιρετήριό τους α) ποιες οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ποιο το νομικό σφάλμα αυτής κατά την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 επ.
ΑΚ, β) ποιοι ισχυρισμοί και με ποιόν τρόπο προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν ελήφθησαν υπόψη και γ) ποια τα αποδεικτικά μέσα καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου είτε λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να επιτρέπεται ή χωρίς να προσκομιστούν νόμιμα, είτε δεν λήφθηκαν υπόψη καίτοι νόμιμα προσκομίστηκαν.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ισχυριζόμενοι ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη της προταθέντα από αυτούς πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, κατά το σκέλος της παραβίασης του αριθμού 11 για τους αμέσως ανωτέρω προαναφερθέντες λόγους, για δε το σκέλος της παραβίασης του αριθμού 8 γιατί τα περιλαμβανόμενα στο λόγο αυτό, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.
Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 299/2012, 819/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τους επέβαλε την δικαστική δαπάνη, χωρίς καμία ιδιαίτερη αιτιολογία και με απλή επίκληση των διατάξεων των άρθρων 176 και 183 του ΚΠολΔ, καίτοι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την είχε συμψηφίσει κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως αόριστος, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού σε αυτόν δεν γίνεται ενάριθμη αναφορά του λόγου αναίρεσης, ήτοι δεν προσδιορίζεται ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνουν οι προαναφερόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ούτε γίνεται αναφορά κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο των επί μέρους εννοιολογικών στοιχείων κάποιου από τους λόγους αναίρεσης.
Ανεξαρτήτως δε της αοριστίας του λόγου αυτού και υπό την εκδοχή της εκτίμησης ότι με τις παραπάνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού, η περί δικαστικών εξόδων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 ή 19 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. .../2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ