Legislator Case Law & Legislation
1781/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over evidence weight, rejecting vague legal arguments.

Case Number 1781/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the legal representative's appeal against a final labor court decision that rejected the plaintiff's claim. The appellant argued that public documents from the Public Service Employment Center (ASEP) should have been given full evidentiary force, rendering private documents inadmissible. The court rejected this argument as vague because the appeal failed to specify which specific claim was supported by the public documents, what impact that evidence would have had on the case outcome, and what the actual evidentiary weight of those documents was compared to the legal standard.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1, 577 para.1, 577 para.3, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically identify the violation of legal rules regarding the evidentiary weight of means, the specific claim supported by the evidence, the impact on the case outcome, and the discrepancy between the assigned and legal evidentiary weight, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal evidentiary weight public documents private documents vague legal argument Code of Civil Procedure ASEP documents

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para.3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1781 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1781/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πετρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαθεοδωρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 518/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 16/5/2016 αίτησή του και τους από 4/4/2017 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την κρινόμενη από 16-5-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα με αριθμό 75/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε κατ’ ουσία την από 28-2-2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 518/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή κατ’ ουσία η από 30-12-2012 με αριθ. καταθ. .../2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ 577 παρ.3 ΚΠολΔ) και να συνεκδιασθεί με τους από 4-5-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα το αναιρεσείον με δικόγραφο, παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθούν και αυτοί, όπως και οι λόγοι της αναίρεσης.

2.- Με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε, με βάση τη σύμβαση εργασίας του που τον συνέδεε με το αναιρεσείον ΝΠΙΔ και επικουρικά σε περίπτωση που κρινόταν άκυρη η σύμβαση εργασίας του με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού της αιτήματος, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του καταβάλει το ποσό των 119.443,13 ευρώ για αξιώσεις του από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, που αφορούν μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές του διαστήματος από 1-6-2012 έως 31-10-2012 και μη καταβληθέντα δώρο Πάσχα αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας έτους 2012, υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών της περιόδου από 1-1-2007 έως 30-5-2012 και για μη καταβληθείσα αμοιβή υπερεργασίας από 1-1-2007 έως 31-10-2012.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και δη είχε αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 88.163,1 ευρώ και είχε απορριφθεί το αιτούμενο ποσό για μη καταβληθείσα αμοιβή από υπερεργασία. 3.- Ειδικότερα με την πρωτοβάθμια απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: "....Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί με την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 ΚΠολΔ (άρθρο 663 ΚΠολΔ), είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 904 ΑΚ, 1 & 2 του Ν.3385/2005 και άρθρο;74 του Ν. 3863/2010, τις οικείες ΣΣΕ των τεχνικών ραδιοφώνου, άρθρα 70,176 του ΚΠολΔ...

Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ...., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει σύμβασης έργου, η οποία συνήφθη την 1.11.1996 στον Πειραιά, μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, εκπροσωπουμένου από τον τότε πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, Χ. Φ., ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο και απασχολήθηκε, αντί ποσού 200.000 δρχ.

μηνιαίως, ως τεχνικός υπεύθυνος στο Κανάλι 1, στις εγκαταστάσεις του ραδιοφωνικού σταθμού που διατηρούσε και διατηρεί το εναγόμενο στον Πειραιά ή στις κεραίες του Υμηττού. Η ως άνω σύμβαση του ενάγοντος συνεχίσθηκε μέχρι και την κατάθεση της αγωγής, καταστάσα, κατά αυτόν τον τρόπο εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς ο ενάγων με την εργασία του στο εναγόμενο κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Η ως άνω σύμβαση διεπόταν από τις οικείες ΣΣΕ των τεχνικών ραδιοφώνου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη λόγω του ότι παρακάμφθηκε η διαδικασία του ΑΣΕΠ, αντιβαίνοντας σε απαγορευτική διάταξη νόμου και δη στο άρθρο 1 παρ. 3 του: ν. 2527/1997, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο ενάγων προσλήφθηκε την 1.11.1996 από το εναγόμενο, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 2527/1997.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του από 1.6.2012 μέχρι 31.10.2012, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό τω 14.450 ευρώ, δεδομένου ότι ο μισθός του την επίδικη περίοδο αναλυόταν ως εξής: Βασικός μισθός ευρώ 1700, επίδομα γάμου (10%) ευρώ 170, επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 170, επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 170, επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 3 πενταετίες) ευρώ 255, επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 425.

Συνεπώς, ο ενάγων συνολικά την ένδικη περίοδο δικαιούταν μηνιαίως το ποσό των 2.890 ευρώ χ 5= 14.450 ευρώ. Ακολούθως για δώρο Πάσχα ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (2.890 ευρώ: 2) 1.445 ευρώ, για αποζημίωση αδείας 2012 το ποσό των 2.890 ευρώ και για επίδομα αδείας 2012 το ποσό των (2.890 ευρώ: 2) 1.445 ευρώ. Περαιτέρω, κατά την περίοδο από 1.1.2007 έως 30.6.2007, ο ενάγων είχε συμπληρώσει 10 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1325, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 132,50, Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 132,50, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 132,50, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετίά συνεχούς παραμονής και επί 2πενταετίες) ευρώ 132,50, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 331,25. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2.186,25.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν ευρώ 1.232,40. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 953,85 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 6 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 5.723,10. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.7.2007 έως 12.2007, ο ενάγων είχε συμπλήρωσει 10 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό 1378, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 137,80 Επίδομα τέκνων 5%) ευρώ 137,80, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών ευρώ 137,80, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 2 πενταετίες) ευρώ 80, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής τού (25%) ευρώ 344,50. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2.273,70.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των ευρώ 1.232,40. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 1.041,30 μηνιαίως επί του ιδίου περί βασικού μισθού και επί 6 μήνες καταβλητέο ποσό 6.247,80 ευρώ. Ο ενάγων, όμως αιτείται για την αιτία το ποσό των ευρώ 6.241,80, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2008 έως 30-6-2008, ο ενάγων είχε συμπληρώσει 11 χρόνια υπηρεσίας ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό 1433, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 143,30, Επίδομα τέκνων 5%) ευρώ 143,30, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 143,30, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 2 πενταετίες) ευρώ 143,30, Επίδομα απασχόλησης σε συστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 358,25 ως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως 364,45.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν ευρώ 1.519,44. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 845,01 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 6 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 5.070,06. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.7.2008 έως 31.12.2008, ο ενάγων είχε συμπληρώσει 11 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1476 Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 147,60 Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 147,60 Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 147,60, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 2 πενταετίες) ευρώ 147,60, επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%), ευρώ 369. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2.435,40.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν των ευρώ 1.519,44. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 915,96 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 6 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 5.495,76. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2009 έως 30.6.2009 ο ενάγων είχε συμπληρώσει 12 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1577, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 157,70, Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 157,70, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 157,70, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 2 πενταετίες) ευρώ 157,70, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 394,25. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2.602,05.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν των ευρώ 1.598,74. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 1003,31 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 6 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 6.019,86. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.7.2009 έως 31.12.2009 ο ενάγων είχε συμπληρώσει 12 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1607, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 160,70 Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 160,70, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 160,70 Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 2 πενταετίες) ευρώ 160,70, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 401,75. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2.651,55.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν των ευρώ 1.598,74. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 1.052,81 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 6 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 6.316,86. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2010 έως 31.12.2010, ο ενάγων είχε συμπληρώσει 13 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1607, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 160,70 Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 160,70, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 160,70 Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 2 πενταετίες) ευρώ 160,70, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 401,75. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2.651,55.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν των ευρώ 1.484,17. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 1.167,38 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 12 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 14.008,56. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2011 έως 31.12.2011, ο ενάγων είχε συμπληρώσει 14 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1700, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 170, Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 170, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 170, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 3 πενταετίες) ευρώ 255, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 425. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2890.

Το εναγόμενο του κατέβαλε μηνιαίως το ποσόν των ευρώ 1.775,45. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 11114,55 μηνιαίως επί του κονδυλίου περί βασικού μισθού και επί 12 μήνες καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 13.374,60. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2012 έως 30.5.2012, ο ενάγων είχε συμπληρώσει 15 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και θα έπρεπε να λαμβάνει:

Βασικό μισθό ευρώ 1700, Επίδομα γάμου (10%) ευρώ 170, Επίδομα τέκνων (2 Χ 5%) ευρώ 170, Επίδομα προϊσταμένου τεχνικών υπηρεσιών (10%) ευρώ 170, Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (5% για κάθε 5ετία συνεχούς παραμονής και επί 3 πενταετίες) ευρώ 255, Επίδομα απασχόλησης σε κεραιοσυστήματα εκπομπής Υμηττού (25%) ευρώ 425. Επομένως κατά την περίοδο αυτή έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίως ευρώ 2890 και επί πέντε μήνες το ποσό των ευρώ 14.450.

Το εναγόμενο του κατέβαλε το μήνα Ιανουάριο 2012 το ποσό των ευρώ 1.892,53, τον Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2012 το ποσό των 1.718,75 ευρώ έκαστο μήνα και συνολικά το ποσό των ευρώ 8.767,53. Ως εκ τούτου απομένει καταβλητέο υπόλοιπο ευρώ 5.682,47 ευρώ. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.10.2007 εργαζόταν επί οκτώ ώρες την ημέρα πέντε ημέρες την εβδομάδα και 40 ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας υπερεργασία μια ώρα την ημέρα και πέντε εβδομαδιαίως, καθώς σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη ΣΣΕ, η απασχόληση του έπρεπε να ήταν επτάωρη ημερησίως και 35ωρη εβδομαδιαίως, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού αιτήματος του ενάγοντος.

Η δε μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης επί του πραγματικού αυτού γεγονότος δεν ήταν αρκετά σαφής, καθώς κατέθεσε ο ενάγων είχε υπερεργασίες, αλλά όχι καθημερινά, χωρίς να προσδιορίζει πόσες ώρες κατά μέσο όρο ο ενάγων πραγματοποιούσε υπερεργασία την εβδομάδα. Ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 88.163,1 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό που το απαρτίζει κατέστη απαιτητό...", ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη, που εκδόθηκε επί της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού παραθέτει τη μείζονα πρόταση της που έχει ως ακολούθως "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1073/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1073/2014, ΑΠ 1165/2012 δημ.

στη ΝΟΜΟΣ). Τις δε δεδουλευμένες αποδοχές σε περίπτωση άκυρης εργασιακής σχέσης ο εργαζόμενος δικαιούται να τις αναζητήσει με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ως την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης και η οποία συνίσταται στα ποσά που θα κατέβαλε με βάση έγκυρη εργασιακή σύμβαση σε άλλον μισθωτό με τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες για την παροχή της ίδιας εργασίας και κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες.

Με το άρθρο 1 παρ. και 6 του ν. 2527/1997 που ισχύει από 10-8-1997 "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα", οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των ΟΤΑ, στις οποίες ο ΟΤΑ κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, υπήχθησαν στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπάλληλων, των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, καθώς και του τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ.

Οι επιχειρήσεις αυτές προσλαμβάνουν πλέον το μη διοικητικό προσωπικό, καθώς και το εργατοτεχνικό προσωπικό κατηγορίας ΥΕ με βάση τις διατάξεις του κανονισμού τους και αν δεν υφίσταται κανονισμός με βάση σχετική προκήρυξη, σε κάθε όμως περίπτωση, η πρόσληψη κάθε είδους προσωπικού με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση, ελέγχεται από το ΑΣΕΠ, όσον αφορά την τήρηση των διατάξεων του οικείου κανονισμού και των αρχών της δημοσιότητας, της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας που πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις (Εφ.

Θεσσ. 2046/1999, Εφ. Θεσσ. 1762/1999).

Συνεπώς για τις προσλήψεις που έγιναν πριν την ισχύ του ν. 2527/1997, πριν την 10-8-1997 δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2190/1994 ο οποίος ρύθμιζε μέχρι την έκδοση του πρώτου τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετούνταν με το ν. 1256/1982 όπως ίσχυε, στον οποίο (δημόσιο τομέα) δεν υπάγονταν, μεταξύ άλλων, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού καθώς και οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις αυτών στις οποίες οι ΟΤΑ κατείχαν άμεσα ή έμμεσα το 50% του εταιρικού τους κεφαλαίου" δέχθηκε, με την ελάσσονα πρόταση της, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη υπόθεση μέρος της, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων κατάρτισε με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου -το οποίο συνιστά δημοτική επιχείρηση που ιδρύθηκε και επιχορηγείται από το Δήμο Πειραιά, με βάση την .../2-9-1988 απόφαση του (τότε) Υπουργού Προεδρίας-σύμβαση έργου την 1-11-1996 χωρίς καθορισμένη διάρκεια αυτής, στην πραγματικότητα όμως υποκρυπτόταν κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας ο ενάγων απασχολήθηκε έκτοτε μέχρι την 6-12-2012, οπότε και καταγγέλθηκε η εργασιακή του σχέση από τον εναγόμενο εργοδότη του, συνεχώς και αδιαλείπτως, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, όπως εξάλλου και το ίδιο το εναγόμενο βεβαίωσε με σχετική απόφαση του που εμπεριέχεται στο απόσπασμα από τα πρακτικά της 23ης συνεδρίασης, της από 1-12-2004, του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά, στην οποία χαρακτηριστικά τον αναφέρει, και, ως αναντικατάστατο.

Η κρίση αυτή στηρίζεται πλέον του εν λόγω εγγράφου, μεταξύ άλλων, στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στις νομότυπα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων, στο από 1-11-1996 έγγραφο που φέρει τον τίτλο ιδιωτικό συμφωνητικό-σύμβαση έργου το οποίο υπογράφεται από αμφότερα τα διάδικα μέρη και δεν αμφισβητείται από αυτά, σε συνδυασμό με την επιμελή από μέρους του εναγόμενου αποφυγή αναφοράς της ημερομηνίας πρόσληψης του αντιδίκου του τόσο στις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και στην προσθήκη αυτών και αντίκρουση όπου δεν αρνείται και δεν αντικρούει ευθέως και άμεσα, εκτός των αγωγικών ισχυρισμών, την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος ανέφερε ότι η πρόσληψη του ενάγοντα πραγματοποιήθηκε το 1995 εκθέτοντας απλά ότι αυτή κρίθηκε παράνομη από το ΑΣΕΠ.

Ούτε δε στο δικόγραφο της κρινομένης έφεσης του το εναγόμενο αναφέρει συγκεκριμένο χρόνο πρόσληψης του ενάγοντα παρά το ότι μνημονεύει σ’ αυτό ότι το ΑΣΕΠ δέχθηκε την 1-11-1996 ως έναρξη της απασχόλησης του, για πρώτη φορά δε στις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του το εναγόμενο αναφέρει την 1-8-2005 ως ημερομηνία σύναψης της ένδικης σύμβασης αντιφάσκοντας με την μέχρι τώρα συμπεριφορά του, με τα προηγούμενα έγγραφα του ίδιου αλλά και με την γενικότερη παραδοχή του ίδιου και των μαρτύρων του ότι ο ενάγων απασχολείτο πολλά χρόνια (σχετ.

η προσκομιζόμενη νομότυπα ληφθείσα ένορκη βεβαίωση όπου ομοίως ο ενόρκως βεβαιώνων Α. Μ., διευθυντής προσωπικού του εναγόμενου, αναφέρει ότι ο ενάγων ήταν τεχνικός και απασχολείτο στην ..., ότι εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ωστόσο και αυτός να μνημονεύει την ημερομηνία έναρξης της απασχόλησης του ενάγοντα).

Από κανένα δε αντίθετο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, κατάρτιση της ένδικης σύμβασης την 1-8-2005 και περαιτέρω ότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντα διακόπηκε για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εναγόμενο και εκκαλούν συνομολογεί την πρόσληψη του ενάγοντα - εφεσίβλητου την 1-11-1996 και την συνεχή έκτοτε απασχόληση του με περαιτέρω συνέπεια των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το ότι η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων δεν διέπεται από το νομικό καθεστώς που ισχυρίζεται το εναγόμενο, σύμφωνα και με τις σκέψεις που μνημονεύονται ανωτέρω και συνακόλουθα, όσα υποστηρίζει με την έφεση του περί υπαγωγής στο ν. 2527/1997 αλυσιτελώς προβάλλονται αφού αυτή (η κατάρτιση) είχε προηγηθεί.

Ωστόσο επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι σύναψης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η ένδικη σύμβαση είναι άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ), αφού δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε ο ενάγων επικαλείται ότι τηρήθηκαν οι κατά τον κανονισμό του εναγόμενου όροι έγκυρης απασχόλησης του και μεταξύ των αντιδίκων υπήρχε απλή εργασιακή σχέση.

Σε περίπτωση δε άκυρης σύμβασης ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να αναζητήσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης με την αποδοχή της εργασίας του σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην οποία (ωφέλεια) συμπεριλαμβάνονται και τα λεγόμενα προσωποπαγή επιδόματα αφού ο εργοδότης επέλεξε να απασχολήσει άκυρα τον συγκεκριμένο εργαζόμενο με τα συγκεκριμένα προσόντα (οικογενειακά βάρη, τριετίες, πείρα και ικανότητες) και αυτού την αξία της εργασίας ωφελήθηκε έτσι ώστε οφείλει να αποδώσει ίσης αξίας ωφέλεια, την οποία και πράγματι αποκόμισε και όχι μικρότερη αυτής, γιατί τότε δεν αποδίδεται ολόκληρη αλλά μέρος αυτής, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ.

Διαφορετικά βλάπτεται αδικαιολόγητα ο εργαζόμενος, ο οποίος για εργασία ίσης αξίας και ποιότητας με αυτήν που θα παρείχε με έγκυρη σύμβαση, αμείβεται με μικρότερο ποσό και ωφελείται αντίστοιχα αδικαιολόγητα ο εργοδότης, ο οποίος έτσι ωθείται έμμεσα να χρησιμοποιεί παράνομα και άκυρα τις υπηρεσίες του εργαζομένου του, ώστε να τις αμείβει λιγότερο από όσο θα τις άμειβε αν παρέχονταν με έγκυρη σύμβαση.

Να σημειωθεί δε τέλος ότι διαφορετικά αντιμετωπίζεται το ζήτημα όταν η παρανομία αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της εργασίας, δηλαδή το ίδιο το περιεχόμενο της, οπότε, τότε, δεν θεμελιώνεται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γιατί η εργασία αυτή απαγορεύεται σε οποιονδήποτε και σε οποιαδήποτε περίπτωση, όπως συμβαίνει με τον εργαζόμενο ως "τσιλιαδόρο", σε χαρτοπαικτική λέσχη, περίπτωση με την οποία απασχολήθηκε η με αριθμό 1104/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου την οποία επικαλείται το εναγόμενο προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι και η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής του ενάγοντα είναι μη νόμιμη.

Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με συνοπτικότερη αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντα ως νόμιμη κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές και ως προς τις λοιπές απαιτήσεις με βάση τις άνω αναφερόμενες διατάξεις και, στη συνέχεια, μερικά βάσιμη κατ’ ουσίαν, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εναγόμενο με τους λόγους που εμπεριέχονται στο εφετήριο δικόγραφο είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, επομένως και η έφεση του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της....".

4.- Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως " πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 1877/2014, ΑΠ 200/2013). Ειδικότερα "πράγματα" αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997). Εξ άλλου ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήρια επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που δεν προτάθηκε ενώπιον του και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως μη προσβληθείσα με έφεση η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το σκέλος της αυτό και στη συνέχεια με το να δεχθεί εν μέρει την αγωγή κατά την ως άνω βάση της που δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως, παραβίασε τη διάταξη από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, καθόσον η ως άνω επικουρική βάση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο αφού ο αναιρεσίβλητος δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η παραδοχή του Εφετείου "ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού" με συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την προσβαλλόμενη και το οποίο Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος που στρεφόταν μόνον κατά της κυρίας βάσης της ένδικης αγωγής και επιλήφθηκε, εξέτασε και δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 9 του ως άνω άρθρου καθόσον επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε χωρίς προηγούμενη έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος.

Οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της προσβαλλόμενης, που παρατίθενται ανωτέρω, η επικουρική βάση της αγωγής δεν απορρίφθηκε από την πρωτοβάθμια απόφαση αλλά αντίθετα ρητά αναφέρεται σε αυτή ότι κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και μάλιστα ότι στηρίζεται στη σχετική διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και περαιτέρω έγινε δεκτή η αγωγή και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν εν μέρει.

Σημειώνεται ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν μεταβιβάστηκε η αγωγή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως προς την επικουρική της βάση με την άσκηση από αυτόν της εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης είναι αβάσιμες καθόσον η μη μεταβίβαση της υπόθεσης και κατά τις δύο βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική) στο εφετείο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας βάσης της αγωγής, μετά από έφεση του εναγομένου προϋποθέτει απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της επικουρικής βάσης (ΑΠ 1887/2008), περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που παρατέθηκαν ανωτέρω.

Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση ανεξάρτητα από το αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον ή την επικουρική αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση όπως δέχθηκε το εφετείο με την προσβαλλόμενη, η οποία έκρινε τη σε αυτή σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με το εναγόμενο ως άκυρη, το τελευταίο είχε υποχρέωση να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και χωρίς έφεση του ενάγοντος ή αντέφεση και ορθώς έπραξε τούτο, καθόσον, εάν δεν ενεργούσε έτσι, (το Εφετείο) θα άφηνε αδίκαστη αίτηση και θα ιδρύετο τότε ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Επομένως και οι δύο ως άνω λόγοι αναίρεσης που διαλαμβάνουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι στηρίζονται σε προϋπόθεση που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει.

5.- Με τον 1ο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης από το τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων ισχυριζόμενο ότι με όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη συντελείται επέμβαση σε διοικητικής φύσης διαφορά, καθόσον αυτό έκρινε αντίθετα με τις αποφάσεις του ΑΣΕΠ και την έκθεση του Επιθεωρητή του ΑΣΕΠ, οι οποίες ουδέποτε προσεβλήθησαν δικαστικά και οι οποίες δέχθηκαν το παράνομο και το εξ υπαρχής άκυρο της σύμβασης του ενάγοντος με την εναγομένη.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι γίνεται παγίως δεκτό ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (μετά τον ν. 1406/1983) υπάγονται, εκτός των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, ιδιωτικές διαφορές, εφόσον με νόμο δεν υπάγονται σε άλλα Δικαστήρια, αλλά και διαφορές δημοσίου δικαίου, οι οποίες με νόμο υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.

Το κριτήριο υπαγωγής μιας διαφοράς στα πολιτικά ή στα διοικητικά Δικαστήρια είναι ο χαρακτήρας της διαφοράς ως διοικητικής διαφοράς ουσίας ή ως ιδιωτικής διαφοράς. Τα πολιτικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών, δηλαδή αιτήσεων προς αυθεντική διάγνωση ιδιωτικής φύσεως εννόμων σχέσεων, οι οποίες έχουν διαταραχθεί και έχουν ανάγκη δικαστικής προστασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη διαφορά αφορά γνησίως ιδιωτικής φύσεως έννομη σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν αποφάσισε επί ζητήματος το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων", αφού α) η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, β) η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους υπήρξε γνησίως σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, γ) οι ένδικες αξιώσεις περί καταβολής μη καταβληθεισών ή περί καταβολής διαφορών μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών αποτελούν αναμφιβόλως διαφορές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ούτε προέβη σε "έλεγχο" πράξεων της διοικήσεως, ούτε "ακύρωσε" ούτε "ανέστειλε την εκτέλεση" πράξεων της διοικήσεως, πολύ περισσότερο δε "δεν αποφάσισε εναντίον του περιεχομένου τους", όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, η αναιρεσιβαλλομένη, αν και είχε από το άρθρο 2 ΚΠολΔ την εξουσία να εξετάσει παρεμπιπτόντως την νομιμότητα και το κύρος διοικητικών πράξεων που ανέκυψαν κατά τη δίκη, εν τούτοις, δεν προκύπτει ότι προέβη σε παρεμπίπτουσα εξέταση ή έλεγχο ή πολύ περισσότερο σε παραδοχή σχετική με την νομιμότητα ή το κύρος οποιασδήποτε διοικητικής πράξεως, και επιπλέον η προσβαλλόμενη δεν έκρινε "επί ζητήματος ήδη επιλυθέντος από εκτελεστές διοικητικές πράξεις", αφού α) από πουθενά δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε ποτέ εκτελεστή διοικητική πράξη οποιουδήποτε οργάνου σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης που ήταν το πραγματικό της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και η επί έλαττον καταβολή αυτών έναντι των νομίμων και β) η υπαγωγή αυτού ή μη στις διατάξεις του π.δ. 164/2004 δεν αποτελούσε καν αντικείμενο της αγωγής του, ούτε επηρεάζει τις ένδικες αξιώσεις του, οι οποίες ούτως ή άλλως επιδικάσθηκαν κατά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί.

6.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ’ αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 700/2009).

Με τον 2° πρόσθετο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την σχετική πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον στην προκειμένη περίπτωση τόσο οι αποφάσεις του ΑΣΕΠ περί μη υπαγωγής του αναιρεσιβλήτου στις διατάξεις του ΠΔ 164/2004,όσο και η έκθεση του Επιθεωρητή του ΑΣΕΠ αποτελούν δημόσια έγγραφα με πλήρη απόδειξη για όλα όσα βεβαιώνουν και επομένως δεν μπορεί όπως κατά λέξη το αναιρεσείον διαλαμβάνει στο σχετικό του λόγο "να γίνει αποδεικτικώς δεκτό έναντι τους ένα ιδιωτικό έγγραφο, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την κρίση του Δικαστηρίου στην περίπτωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται στο δικόγραφο με το οποίο προβάλλεται τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία, και ειδικότερα, δεν αναφέρεται για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκαν τα σχετικά αποδεικτικά μέσα και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, αλλ’ ούτε και ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που είχαν τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ποια αποδόθηκε σε αυτά από το Εφετείο και επιπροσθέτως ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς αυτά τα αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθούν τόσο η αίτηση για αναίρεση της 75/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού κατόπιν σχετικού αιτήματος των, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 75/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς καθώς και τους από 4-4-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2017 κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ