Legislator Case Law & Legislation
1776/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in separate joint proceedings due to lack of legal basis.

Case Number 1776/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellant argued procedural errors regarding the calculation of damages and the application of specific civil code articles. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked a legal basis because the contested issues did not constitute grounds for overturning the final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 74, 75, 76 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment in separate joint proceedings is admissible only if the judgment is final for that specific co-defendant, whereas in mandatory joint proceedings, it requires finality for all co-defendants.

Keywords

AI generated
separate joint proceedings mandatory joint proceedings final judgment finality appeal admissibility legal basis requirement Code of Civil Procedure damages calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Articles 74, 75, 76 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1776 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1776/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: …….. με την επωνυμία "……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "………..", που εδρεύει στην …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Μ., κατοίκου ……... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουμέττη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-8-2012 και 18-9-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και της με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2669/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 548/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, συνάγεται, ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 658/12). Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993) ή ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι αντιστοίχως ως δικαιούχοι ή υπόχρεοι αποζημιώσεως λόγω παράβασης συμβατικής υποχρέωσης, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 76 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της ήδη μη διαδίκου ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "…………..

Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης", που βρίσκεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, μετά από ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, και κατά της με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", για την οποία συνέχισε νόμιμα την δίκη η καθολική της διάδοχος αναιρεσείουσα, την από 7/8/2012 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι, προκειμένου να επενδύει στην αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, συνήψε με την πρώτη εναγομένη …………….

σύμβαση παροχής υπηρεσιών επενδυτικής διαμεσολάβησης, και συγκεκριμένα της λήψης και διαβίβασης εντολών, ενώ με τη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα, συνήψε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου η τελευταία, ως μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών, που παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της "εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών", να προβαίνει για λογαριασμό του, στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων.

Ότι, επιπλέον, με τη δεύτερη εναγομένη συνήψε τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις, βάσει των οποίων η τελευταία παρείχε τη δυνατότητα στον ενάγοντα να προβαίνει σε αγορά μετοχών με πίστωση. Ότι οι εναγόμενες, οι οποίες λόγω έλλειψης ειδικών γνώσεών του στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, αφού είναι βιοτέχνης δερματίνων ειδών, τον κατέταξαν κατά την σύναψη των συμβάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 3606/2007 στην κατηγορία του "ιδιώτη πελάτη", με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότερες μεθοδεύσεις τους, που τους επέτρεπαν και την αγορά μετοχών για λογαριασμό του ιδίου, χωρίς ο λογαριασμός του να περιέχει χρήματα για τις αγορές αυτές, προβαίνοντας σε αυθαίρετες, χωρίς εντολή του, αγορές και πωλήσεις μετοχών της εταιρείας "……..

ΑΒΕΕ" για λογαριασμό του, αλλά και για λογαριασμό και άλλων πελατών της …………., από τις οποίες αγορές και πωλήσεις μάλιστα εισέπρατταν και αφύσικα μεγάλες προμήθειες, οδήγησαν σε χειραγώγηση της μετοχής της εταιρείας αυτής, με αποτέλεσμα ο ενάγων, από την αγορά μεγάλου αριθμού μετοχών της εταιρείας στην υψηλότερη τιμή διαπραγμάτευσής της και από την πώληση τους στη χαμηλότερη ιστορικά τιμή της μετοχής, να υποστεί περιουσιακή ζημία εξαιτίας της χειραγώγησης, συνισταμένη στην διαφορά της μέσης τιμής αγοράς και της μέσης τιμής πώλησης όλων των αγορασθέντων μετοχών της εταιρείας "……..

ΑΒΕΕ", ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 462.646,30 ευρώ. Ότι, λόγω της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς των εναγομένων, υπέστη και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, δικαιούται το ποσό των100.000, ως χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την από 7/3/2012 εξώδικη όχλησή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επίσης η δεύτερη εναγομένη της ανωτέρω αγωγής ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", άσκησε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου και κατά της …………. την από 18/9/2012 αγωγή της, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι, με τον πρώτο εναγόμενο -ήδη αναιρεσίβλητο, συνήψε τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις, με τις οποίες αυτή ανέλαβε, να προβαίνει για λογαριασμό του, στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων στο Χρηματιστήριο Αθηνών και ότι βάσει των ανωτέρω συμβάσεων χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο πίστωση για την αγορά μετοχών, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν από την ίδια οι εκτιθέμενοι στην αγωγή δύο λογαριασμοί, οι οποίοι, για τους αναφερομένους στην αγωγή λόγους, εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ποσού 293.811,07 ευρώ.

Ζήτησε δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να υποχρεωθούν τόσο ο πρώτος εναγόμενος πελάτης της όσο και η δεύτερη εναγομένη εταιρεία επενδυτικής διαμεσολάβησης ………….., η οποία διαβίβαζε τις εντολές του πρώτου εναγομένου στην ίδια, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ανωτέρω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 1/1/2012 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2669/2017 απόφασή του, συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, κρίνοντας, για την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, ότι συνεχίζει νόμιμα τις δίκες η καθολική διάδοχος αυτής αναιρεσείουσα, και ακολούθως, δικάζοντας μεν την αγωγή της Εμπορικής Τράπεζας, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής ως προς την εναγομένη ………….

λόγω έλλειψης κλήτευσης αυτής, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τον αναιρεσίβλητο, δικάζοντας δε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ερήμην της εναγομένης ……….. αλλά σαν να ήταν και αυτή παρούσα, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη τούτων, να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των εκατόν πενήντα ενός χιλιάδων επτακοσίων τριάντα ενός ευρώ και είκοσι λεπτών (151.731,20€), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Η ενάγουσα - εναγομένη τράπεζα άσκησε κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και κατά του αναιρεσιβλήτου και της …………. έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην της …………., κήρυξε απαράδεκτη την έφεση ως προς την εν λόγω εφεσίβλητη, ως εναγομένη στην αγωγή της Εμπορικής Τράπεζας, και, κατά τα λοιπά, απέρριψε την έφεση ως προς τον έτερο εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) και ως προς την …………… ως εναγομένη στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η …………, για την οποία δεν είναι τελεσίδικη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτή έχει δικαίωμα να ασκήσει κατά της απόφασης αυτής ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας αν το έχει ασκήσει ή όχι, συνδέεται με δεσμό απλής ομοδικίας τόσο με την αναιρεσείουσα ως συνεναγομένη της στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου, όσο και με τον αναιρεσίβλητο ως επίσης συνεναγομένη του στην αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, αφού ενάγεται μαζί με αυτούς ως υπόχρεη αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία και γι'αυτό η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκείται μόνο κατά του αναιρεσιβλήτου και δεν στρέφεται και κατ' αυτής και η οποία και κατά τα λοιπά ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.

Πολ. Δ. ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 298, 299 και 330 εδ. β `ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1406/2021).

Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ) (ΑΠ 560/2022).

Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.

και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που του ανατέθηκαν ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ`υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, που του ανατέθηκε, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011).

Στα άρθρα 2, 3, 4, 25 και 36 του Ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου" της 21ης Απριλίου 2004 (L 145/30.4.2004) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις, που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ν. 4514/3-1-2018 (βλ.

άρθρο 98 τούτου), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (Άρθρο 2) Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, νοούνται ως: 1."Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)" κάθε νομικό πρόσωπο, του οποίου το σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή μίας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή η διενέργεια μίας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση... 2) ως "Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" (ΑΕΠΕΥ) ορίζεται η ΕΠΕΥ, η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. "Πιστωτικό ίδρυμα":

το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του ν. 3601/2007... 6. "Πελάτης": φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες μια ΕΠΕΥ ή ένα πιστωτικό ίδρυμα. 7. "Επαγγελματίας πελάτης": ο πελάτης ο οποίος διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται και ο οποίος πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 6.8. "Ιδιώτης πελάτης":

κάθε πελάτης που δεν είναι επαγγελματίας...(Άρθρο 3) Πεδίο εφαρμογής. 1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2.

Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: (α) το άρθρο 2, (β) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7,12 έως 15 και 19, (γ) τα άρθρα 25 έως 30...(Άρθρο 4) Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες 1.

Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών...2.

Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής: (α)... (β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο... (Άρθρο 25) Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών: 1.Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού......(Άρθρο 36) Άδεια λειτουργίας, μετοχικό κεφάλαιο και τακτικός έλεγχος ΑΕΕΔ. 1.Οι ΑΕΕΔ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας.

Στην επωνυμία τους πρέπει να προσδιορίζονται ως "Ανώνυμη Εταιρία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης" και στο διακριτικό τους τίτλο ως "ΑΕΕΔ". 2. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων, που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών, που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων.

Οι ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια και χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους. 3. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μόνο σε: (α) ΕΠΕΥ που εδρεύουν σε κράτος - μέλος, (β) πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε κράτος -μέλος...".

Περαιτέρω ο Ν. 2843/2000 "Εκσυγχρονισμός των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εισαγωγή εταιριών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις", του οποίου τα άρθρα 1 έως 6 καταργήθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4141/5-4-2013, αλλά εξακολουθούν να εφαρμόζονται για τις πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, προέβλεπε στα άρθρα 2, 3, 4 και 5 αυτού, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (άρθρο2 παρ. 1) "Επιτρέπεται η παροχή πίστωσης, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τα πιστωτικά ιδρύματα, από μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προς πελάτη του, για την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακής αγοράς μετοχών, που πραγματοποιεί για λογαριασμό του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μόνον, εφόσον έχει συναφθεί, εγγράφως, σύμβαση για τη χορήγηση πιστώσεων, μεταξύ του μέλους και του πελάτη". (άρθρο 3 ) "1.

Για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την παροχή πιστώσεων για αγορά μετοχών, ο πελάτης παρέχει στο μέλος ως ασφάλεια, κινητές αξίες και μετρητά, το σύνολο των οποίων ονομάζεται "Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας". 2. Το Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας αποτελείται από τις μετοχές, οι οποίες αγοράζονται με πίστωση, ή και από άλλες κινητές αξίες, οι οποίες αποτιμώνται, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 6, τις οποίες παρέχει συμπληρωματικά ο πελάτης, ως ασφάλεια για την οφειλή, που γεννάται ύστερα από τη χορήγηση κάθε πίστωσης. 3.

Η αξία του Χαρτοφυλακίου Ασφάλειας αποτιμάται κάθε εργάσιμη ημέρα και ονομάζεται "Τρέχουσα Αξία του Χαρτοφυλακίου Ασφάλειας". 4. Συνιστάται νόμιμο ενέχυρο υπέρ του μέλους επί των κινητών αξιών, που περιλαμβάνονται στο Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στο παρόν, επί των κινητών αξιών αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 17.7./13.8.1923. 5.

Κινητές αξίες, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, είναι οι μετοχές και οι λοιπές αξίες, με χαρακτηριστικά μετοχών, οι ομολογίες και οι λοιπές αξίες, με χαρακτηριστικά ομολογιών, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά, όπως η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων ή σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, σύμφωνα με την παράγραφο 1του άρθρου 4 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α') και παρέχουν δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, καθώς και κάθε άλλη ανταλλάξιμη αξία, που ορίζεται, ως κινητή αξία, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται". (άρθρο 4) 1. "Για κάθε αγορά μετοχών με πίστωση, ο πελάτης υποχρεούται να καταθέσει κινητές αξίες ή να καταβάλει μετρητά στο μέλος, ώστε να προκύπτει αρχικό περιθώριο, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου. Με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ορίζονται όροι και προϋποθέσεις για τη δυνατότητα κατάθεσης από τον πελάτη στο μέλος και μετρητών. 2.

Ως αρχικό περιθώριο νοείται η διαφορά μεταξύ της συνολικής τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, οι οποίες καταβάλλονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, προκειμένου να αποτελέσουν το Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας, που λαμβάνεται, υπόψη, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και της οφειλής του πελάτη, η οποία προκύπτει, αυτοτελώς, από τη συγκεκριμένη αγορά μετοχών με πίστωση. 3.

Το αρχικό περιθώριο ορίζεται σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. Το παραπάνω ποσοστό μεταβάλλεται, με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς".(άρθρο 5) " 1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια:

Η διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, που περιέχονται στο Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας και του χρεωστικού υπολοίπου καλείται περιθώριο. Ως διατηρητέο περιθώριο νοείται το ελάχιστο περιθώριο, το οποίο πρέπει να υφίσταται, οποτεδήποτε, κατά τη διάρκεια πιστωτικής σύμβασης. (Το διατηρητέο περιθώριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερο του αρχικού περιθωρίου). 2.

Αν το περιθώριο καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο, το ύψος του οποίου καθορίζεται, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 6, το μέλος απαιτεί, την ίδια ημέρα από τον πελάτη, να καλύψει τη διαφορά, μέχρι την έναρξη της μεθεπόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. 3.

Αν ο πελάτης δεν εκπληρώσει εμπρόθεσμα την κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση για κάλυψη της διαφοράς, το μέλος προβαίνει, εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών, από της προειδοποιήσεως του πελάτη το αργότερο, στις απαραίτητες ενέργειες, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, προκειμένου να αποκατασταθεί το διατηρητέο περιθώριο. 4.

Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαραίτητες ενέργειες συνίστανται στα εξής: α. Για μετοχές ή άλλα χρηματιστηριακά πράγματα, στην απευθείας εκποίησή τους, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 του ν. 3632/1928, μη ισχύοντος του εκεί αναφερόμενου χρονικού περιορισμού των τριάντα (30) ημερών, β. Για άλλες κινητές αξίες, πλην των παραπάνω, στη διενέργεια της πράξης, που απαιτείται για την κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων αναγκαστική εκποίησή τους".

Κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 2843/2000 εκδόθηκε η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με αριθμό 2474/31.5.2001 (ΦΕΚ Α' 110/1.6.2001) "Παροχή πιστώσεων από πιστωτικά ιδρύματα και μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών", η οποία καταργήθηκε με την Πράξη ΕΕΤ ΤτΕ 157/6/02.04.2019 (ΦΕΚ Β' 2136/07.06.2019), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, και με τις γενικές διατάξεις της, καθόρισε τα όρια του ως άνω νόμου, ως προς το διατηρητέο περιθώριο, ως ποσοστό επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας σε 35% και ως προς το αρχικό περιθώριο στο ύψος, που προβλεπόταν στο άρθρο 4 παρ. 3 του ιδίου νόμου, ήτοι σε ποσοστό τουλάχιστον 50% της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, όρισε, δε, ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και τα μέλη του ΧΑΑ δύνανται, να προσδιορίζουν ποσοστό "διατηρητέου" και "αρχικού περιθωρίου" μεγαλύτερα των προαναφερομένων, με την προϋπόθεση ότι θα ενημερώνεται σχετικά ο πελάτης και θα υφίσταται ειδική αναφορά στην ειδική προς τούτο σύμβαση.

Περαιτέρω με τις ειδικές διατάξεις της ίδιας ΠΔΤΕ ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "Η παροχή πίστωσης προς φυσικά πρόσωπα, στο πλαίσο της παρούσας Πράξης, θα διέπεται από τους εξής ειδικούς όρους. 1. Μετρητά που τυχόν καταβάλλονται ως μέρος του χαρτοφυλακίου ασφάλειας (άρθρο 3 παράγρ. 1 του Ν. 2843/2000) θα δεσμεύονται σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα, με όρους που συμφωνούνται μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. 2.

Με την επιφύλαξη τυχόν πρόσθετων διατάξεων, που αφορούν ειδικά στα μέλη του ΧΑΑ, τα πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή πίστωσης, κατά τις διατάξεις της παρούσας Πράξης, υποχρεούνται όπως: (α) εξασφαλίσουν δήλωση του πελάτη ότι είναι ενημερωμένος επαρκώς για (ί) τον κίνδυνο που ενέχει η διενέργεια συναλλαγών με πίστωση, (ίί) τον κίνδυνο που ενδεχομένως να προκύπτει από την υποχρέωση κάλυψης των προβλεπόμενων περιθωρίων και των συνεπειών από τη μείωση του περιθωρίου κάτω από το απαιτούμενο "διατηρητέο περιθώριο", (ίίί) τις διαδικασίες εκποίησης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. (β) καταρτίσουν σύμβαση, η οποία σε κάθε περίπτωση θα περιέχει κατ`ελάχιστο: (ί) τη βασική λειτουργία του μηχανισμού παροχής πιστώσεων κατά τρόπο κατανοητό, (ίί) τα στοιχεία που δύνανται να απαρτίζουν το χαρτοφυλάκιο ασφάλειας, (iii) τα οριζόμενα από το πιστωτικό ίδρυμα ποσοστά "αρχικού περιθωρίου" και "διατηρητέου περιθωρίου", (iν) την προθεσμία κάλυψης τυχόν ελλείμματος του διατηρητέου περιθωρίου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την εκάστοτε ισχύουσα προθεσμία- εκκαθάρισης τίτλων στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, (ν) τη σειρά προτεραιότητας κατά την εκποίηση των στοιχείων του χαρτοφυλακίου στην οποία θα προβαίνει το πιστωτικό ίδρυμα σε περίπτωση μη προσήκουσας κάλυψης των περιθωρίων, (νi) τη διαδικασία και τους όρους δέσμευσης και αποδέσμευσης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας, (vii) αναλυτικά τις επιβαρύνσεις για την παροχή πίστωσης προς τον αντισυμβαλλόμενο με ειδική αναφορά στο εφαρμοζόμενο ετησιοποιημένο επιτόκιο, που εφαρμόζεται στα υπόλοιπα της πίστωσης, ή και στην τυχόν βάση αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του επιτοκίου στην περίοδο εκτοκισμού και αναλυτικά σε τυχόν λοιπές επιβαρύνσεις. (γ) αποτιμούν την τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου ασφάλειας υποχρεωτικά κάθε εργάσιμη ημέρα για τον προσδιορισμό των ποσοστών των παραγρ.

Α 1 (β) και Α 1 (γ) της παρούσας Πράξης, ή ανάλογα της παραγρ.Α3, με βάση την τελευταία διαθέσιμη επίσημη τιμή αναφοράς, όπως αυτή ορίζεται από την κάθε οργανωμένη αγορά...(δ) ενημερώνουν τους πελάτες τους (ί) το αργότερο μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν και για την υποχρέωση κάλυψης τυχόν ελλείμματος του διατηρητέου περιθωρίου (παραγρ.

Β 2 β (ίν) )...". Με την υπ' αριθμ. 2567/23.11.2005 (ΦΕΚ Α' 289/29.11.2005) Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις της παραπάνω ΠΔΤΕ, ως προς τα όρια των περιθωρίων, τα οποία καθορίστηκαν σε ποσοστό 30% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για το διατηρητέο περιθώριο και σε ποσοστό 40% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για το αρχικό περιθώριο.

Εξάλλου στα άρθρα 2 παρ. 4, 7 και 17 του Ν. 3340/2005 "Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων, που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς", που έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς), και ο οποίος νόμος, καταργήθηκε μεν με το άρθρο 42 του ν. 4443/2016, αλλά κατά το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του νέου αυτού νόμου εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε παραβάσεις, που έλαβαν χώρα μέχρι την έναρξη ισχύος του, ορίζονται τα ακόλουθα: (άρθρο 2 παρ. 4) "Ως "κατάχρηση αγοράς" νοείται η κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 έως 6 του νόμου αυτού και η χειραγώγηση της αγοράς".(άρθρο 7) "1.

Απαγορεύεται η χειραγώγηση της αγοράς. 2. Ως "χειραγώγηση της αγοράς" νοούνται: (α) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, με τις οποίες δίδονται ή είναι πιθανόν ότι θα δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις για την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου ή με τις οποίες διαμορφώνεται, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν από κοινού, η τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων σε μη κανονικό ή τεχνητό επίπεδο, εκτός εάν το πρόσωπο που κατήρτισε τις συναλλαγές ή το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου καταρτίσθηκαν οι συναλλαγές ή το πρόσωπο που έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών αποδεικνύει ότι οι συναλλαγές αυτές καταρτίσθηκαν ή ότι έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια των συναλλαγών αυτών για θεμιτούς λόγους και ότι οι συναλλαγές ή εντολές είναι σύμφωνες με τις αποδεκτές πρακτικές της σχετικής αγοράς, (β) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες συνδυάζονται με / ή συνιστούν παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή άλλο τέχνασμα, (γ)η διάδοση δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο πληροφοριών, οι οποίες δίνουν ή είναι πιθανόν να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν ο διαδίδων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες, οι φήμες ή οι ειδήσεις αυτές ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές... 3.

Συμπεριφορές που συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 2 αποτελούν ενδεικτικά οι εξής: (α) η συμπεριφορά, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δρουν συντονισμένα, η οποία οδηγεί στην εξασφάλιση δεσπόζουσας θέσης επί της προσφοράς ή της ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, με αποτέλεσμα τον άμεσο ή έμμεσο τεχνητό προσδιορισμό της τιμής αγοράς ή της τιμής πώλησης ή τη δημιουργία αθέμιτων συνθηκών στις συναλλαγές, (β) η αγορά ή πώληση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της τιμής αυτής, (γ) ...(δ)... 4.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται κριτήρια και ενδείξεις βάσει των οποίων θα εξετάζεται κατά πόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά ενδέχεται να συνιστά χειραγώγηση της αγοράς στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα εκτελεστικά μέτρα της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου". (άρθρο 17) "Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ` επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να ειδοποιούν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, ότι συναλλαγές που έχουν καταρτισθεί θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει ειδοποιήσεις κατά την έννοια του παρόντος άρθρου προερχόμενες από πιστωτικά ιδρύματα, τις διαβιβάζει και στην Τράπεζα της Ελλάδος". Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 7 του νόμου αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/347/12.7.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β 983/13.7.2005), η οποία στο άρθρο 2 ορίζει ότι με την επιφύλαξη των παραδειγμάτων στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, προκειμένου να εξετασθεί, εάν συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, συνιστούν χειραγώγηση, κατά την έννοια της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι συμμετέχοντες στην αγορά λαμβάνουν, υπόψη, τα ακόλουθα κριτήρια και ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και τα οποία δεν πρέπει, απαραιτήτως, να θεωρούνται, ότι από μόνα τους συνιστούν πράξεις χειραγώγησης αγοράς: (α) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο στην οικεία οργανωμένη αγορά, ιδίως, όταν οδηγούν σε σημαντική μεταβολή της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου, (β) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές από πρόσωπα με σημαντική θέση αγοράς ή πώλησης σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο οδηγούν σε σημαντικές μεταβολές της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου ή συνδεδεμένου με αυτό παράγωγου μέσου ή του υποκείμενου μέσου, που έχει εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (γ) Κατά πόσο οι διενεργηθείσες συναλλαγές δεν συνεπάγονται αλλαγή του πραγματικού δικαιούχου του χρηματοπιστωτικού μέσου, που είναι εισηγμένο για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (δ) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές οδηγούν σε βραχυπρόθεσμες αντιστροφές θέσεων και αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο στην οικεία οργανωμένη αγορά, και ενδέχεται να σχετίζονται με σημαντικές μεταβολές στην τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, που έχει εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (ε) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές συγκεντρώνονται σε μικρό χρονικό διάστημα της συνεδρίασης και οδηγούν σε μεταβολή τιμής, η οποία στη συνέχεια αντιστρέφεται, (στ) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές μεταβάλλουν τις καλύτερες τιμές προσφοράς και ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου εισηγμένου για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή γενικότερα τις τιμές που καταγράφονται στο βιβλίο εντολών των συμμετεχόντων στην αγορά και οι οποίες αποσύρονται πριν εκτελεσθούν. (ζ) Το βαθμό στον οποίο δίδονται εντολές ή διενεργούνται συναλλαγές σε, ή γύρω από, συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπολογίζονται οι τιμές αναφοράς, οι τιμές εκκαθάρισης και οι αποτιμήσεις, με αποτέλεσμα να μεταβάλλονται ή να επηρεάζονται οι εν λόγω τιμές ή αποτιμήσεις κατ' επανάληψη (σε περισσότερες από μία συνεδριάσεις).

Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, οι οποίες αποβλέπουν στη διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και στην προστασία του επενδυτικού κοινού, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η έννοια της "χειραγώγησης της αγοράς" και εξειδικεύθηκαν οι μορφές τέλεσης της σχετικής παράβασης.

Μεταξύ άλλων ορίστηκε ότι η χειραγώγηση της αγοράς μπορεί να επιχειρείται δια της διενέργειας συναλλαγών ή εντολών για τη διενέργεια συναλλαγών, όταν με τις συναλλαγές αυτές είναι δυνατόν, να δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις, Ειδικότερα, χειραγώγηση της αγοράς επιφέρει η διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες είναι ικανές, ως εκ της φύσεώς τους, να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές επί κινητών αξιών, που έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά και να ασκήσουν επιρροή στο επενδυτικό κοινό και στη διαμόρφωση των αποφάσεών του, ως προς τις συναλλαγές τους επ' αυτών.

Συνεπώς, το ουσιώδες στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της παράβασης της χειραγώγησης της αγοράς είναι ή ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης των επενδυτών, ως προς τα κρίσιμα για τις επενδυτικές τους αποφάσεις μεγέθη, με τη χρήση διαφόρων μεθοδεύσεων (όπως κατάρτιση προσυνεννοημένων συναλλαγών, μεγάλος όγκος ύποπτων συναλλαγών, συχνότητα αυτών, σχέση μεταξύ προσώπων συμμετεχόντων στις συναλλαγές, τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών), συνεπεία των οποίων επέρχεται στρέβλωση των δεδομένων, που αφορούν στην τιμή και στην εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών και τεχνητή διαμόρφωσή τους σε επίπεδο, που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους μεγέθη.

Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α`), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό όλων των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σαφώς συνάγεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι οι τράπεζες, όταν παρέχουν νομίμως επενδυτικές υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση, στις οποίες υπηρεσίες περιλαμβάνεται και η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών τους, με σκοπό την κατάρτιση από αυτούς αγορών και πωλήσεων χρηματοπιστωτικού μέσου, όπως είναι και η αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών(ΧΑΑ), αλλά και η παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία της παροχής στους πελάτες τους πιστώσεων η δανείων για να προβαίνουν στις αγορές αυτές, υπό τις προαναφερθείσες αυστηρές προϋποθέσεις του Ν. 2843/2000, έχουν, τόσο από την γενικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 3606/2007, σύμφωνα με την οποία οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους, όσο και από την, από το άρθρο 288 ΑΚ, συναγομένη αρχή της καλής συναλλακτικής πίστης κατά την εκπλήρωση της παροχής τους, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία επιβάλλει σε αυτά, ακόμη και στην περίπτωση που οι εντολές δεν διαβιβάζονται απ' ευθείας από τον ίδιο τον πελάτη, αλλά με τη μεσολάβηση της παρέχουσας επίσης επενδυτικές υπηρεσίες σε αυτόν Ανώνυμης Εταιρίας Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης του αντισυμβαλλόμενου πελάτη τους, ιδιαίτερα δε του μη επαγγελματία πελάτη, και αποτροπής της μέλλουσας να επέλθει ζημίας του.

Έτσι, έχουν υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη και στην περίπτωση της, εν αγνοία αυτού, χειραγώγησης μετοχών του, κατά την ανωτέρω έννοια, από την ΑΕΕΔ αυτή, για το οποίο γεγονός μάλιστα έχουν και συγκεκριμένη υποχρέωση, κατά το άρθρο 17 του Ν. 3340/2005, να ενημερώσουν και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προς προστασία του συνόλου των επενδυτών.

Επί πλέον η συγκεκριμένη παράλειψη ενημέρωσης του πελάτη συνιστά παράβαση και της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Επομένως, αν από την ανωτέρω αντισυμβατική αλλά και παράνομη και υπαίτια παράβαση της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την τράπεζα, έναντι του έχοντος την ιδιότητα του καταναλωτή πελάτη της, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994, αυτός υπέστη ζημία που βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά αυτή, τότε θεμελιώνεται εκτός από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 288 ΑΚ και 8 Ν. 2251/1994 (πρβλ.ΑΠ 796/2023, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία με την υπ' αριθμ. Κ2-4580/28.6.2013 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "………… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΦΕΚ 3931/2013, τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ) (ήδη αναιρεσείουσα) ήταν μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), Α. Τ., ο οποίος διατηρούσε βιοτεχνία δερμάτινων ειδών, προκειμένου να επενδύσει στο Χρηματιστήριο Αθηνών μέρος των αποταμιεύσεών του, συνήψε, το Σεπτέμβριο του έτους 2010, με την πρώτη εναγομένη εταιρεία επενδυτικής διαμεσολάβησης με την επωνυμία "………. Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης" (ήδη μη διάδικο) σύμβαση συνεργασίας, με σκοπό τη διαμεσολάβηση αυτής στην αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Παράλληλα, με τη δεύτερη εναγόμενη ("ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ"), στις 16.9.2010, συνήψε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου η τελευταία, ως μέλο(υ)ς του Χρηματιστηρίου Αθηνών, να προβαίνει για λογαριασμό του, στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων. Ειδικότερα, με τη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, συνήψε τη σύμβαση "ΟΡΟΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΑΞΙΩΝ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Χ.Α.)", με την οποία η δεύτερη εναγομένη τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση, να ανοίξει ειδικό χρηματιστηριακό λογαριασμό "Κωδικός Χ.Α." στα βιβλία της, στο όνομα του ενάγοντος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διενέργεια, για λογαριασμό του, χρηματιστηριακών συναλλαγών στην Αγορά Αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ο οποίος θα ανακοινωνόταν στον επενδυτή και θα αναγραφόταν, σε οποιαδήποτε εντολή αυτού, προς την τράπεζα, για τη διενέργεια συναλλαγών.

Σύμφωνα με τον όρο 1.1 της σύμβασης αυτής, ο ενάγων, για να δώσει εντολή αγοράς αξιών, θα έπρεπε είτε να έχει πιστωτικό υπόλοιπο στον χρηματιστηριακό του κωδικό, ίσο με την αξία της αγοράς των αξιών, που επιθυμούσε , το οποίο θα δεσμευόταν πριν την εκτέλεση της εντολής, είτε να εξοφλήσει πλήρως με μετρητά το αργότερο μέχρι την ημέρα εκκαθάρισης της αγοράς (Τ+3), είτε να εξοφλήσει το τίμημα της αγοράς με το τίμημα της πώλησης των αξιών, όταν αγορά και πώληση πραγματοποιούνταν την ίδια ημέρα (intraday).

Αν μέχρι την παρέλευση της ημέρας (Τ+3) ο ενάγων δεν είχε εξοφλήσει το τίμημα αγοράς των αξιών, που είχαν αγοραστεί την ημέρα Τ, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής, προμήθειας και λοιπών εξόδων, η τράπεζα μπορούσε να προβεί, το αργότερο εντός της επομένης εργάσιμης ημέρας, από τη λήξη της προθεσμίας χρηματιστηριακής εκκαθάρισης (Τ+4), σε εκποίηση των αξιών που αγοράσθηκαν την ημέρα Τ, ενώ ο ενάγων, μετά την παρέλευση της ημέρας (Τ+3), καθίστατο υπερήμερος, χωρίς όχληση, επιβαρυνόμενος, με το εκάστοτε ισχύον ανώτατο επιτόκιο υπερημερίας (όροι 1.4 και 1.5).

Με το "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ (Τ+3)", η δεύτερη εναγομένη τράπεζα χορήγησε στον ενάγοντα πίστωση, για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς μετοχών, χρονικής διάρκειας τριών (3) εργασίμων ημερών, που άρχιζε από την ημερομηνία εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής αγοράς μετοχών (Τ+3) και έληγε με την παρέλευση τριών ημερών από την ημερομηνία εκκαθάρισης (Τ+6), όπου Τ είναι η ημέρα συναλλαγής (όρος 2).

Για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος, που απέρρεαν από την παροχή πίστωσης, ο τελευταίος θα παρείχε στην τράπεζα Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας, το οποίο θα απαρτιζόταν από μετοχές εισηγμένων, στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εταιρειών, που θα καθορίζονταν από την τράπεζα και από μετρητά (όρος 4).

Το αναγκαίο Περιθώριο (Αρχικό Περιθώριο), που απαιτείτο για την αγορά μετοχών, με πίστωση, καθοριζόταν από την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2843/2000 και από την υπ' αριθμ. 256/23.11.2000 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσοστό επί του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας (όρος 5). Για την παροχή της πίστωσης, ο ενάγων θα κατέβαλε τόκους, ποσοστού 9,25%, από την ημερομηνία εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής αγοράς, μέχρι τη

λήξη της τριήμερης προθεσμίας από την εκκαθάριση της συναλλαγής, ενώ, με την πάροδο της προθεσμίας αυτής, θα κατέβαλε τόκους υπερημερίας (όρος 6α). Η εξόφληση της πίστωσης θα γινόταν είτε με μετρητά, είτε από το προϊόν της πώλησης των μετοχών, που θα είχαν αγοραστεί με την πίστωση ή από το προϊόν της πώλησης άλλων μετοχών του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας.

Οι ως άνω πωλήσεις των μετοχών θα διενεργούνταν κατόπιν εντολής του ενάγοντος, είτε κατόπιν ασκήσεως από την Τράπεζα του δικαιώματος προς εκποίηση, στο πλαίσιο του υφισταμένου υπέρ αυτής νομίμου ενεχύρου επί των στοιχείων του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 2843/2000, αν, κατά τη λήξη της τριήμερης προθεσμίας, το τίμημα αγοράς των μετοχών με πίστωση, δεν καλυπτόταν από το προϊόν της πώλησης τους (όρος 7).

Με τη "ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΣΤΟΝ ΕΠΕΝΔΥΤΗ" η τράπεζα χορήγησε στον ενάγοντα πίστωση, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς μετοχών, μέσω του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος θα χρεωνόταν :

α) με το ποσό αγοράς των μετοχών και β) με τυχόν καταβολές του ενάγοντος, κατά τους όρους της σύμβασης και θα πιστωνόταν: α) με το ποσό της πώλησης των στοιχείων του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας και β) με, τυχόν, χρηματικές καταβολές του ενάγοντος (όρο 1.2). Κάθε εντολή του ενάγοντος για αγορά κινητών αξιών στο ΧΑ, χωρίς προκαταβολή του τιμήματος της αγοράς, εφόσον δεν οριζόταν διαφορετικά στην εντολή, θα ισοδυναμούσε με αίτηση του ενάγοντος για παροχή πίστωσης (όρο 3.2).

Προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τράπεζας για την παροχή της πίστωσης ο ενάγων θα παρείχε Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2843/2000, που συνιστούσε νόμιμο ενέχυρο υπέρ της τράπεζας, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά των διατάξεων του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (όρος 4.1). Συμφωνήθηκε ακόμη ότι το Χαρτοφυλάκιο Ασφαλείας θα περιλάμβανε τις μετοχές, που είχαν αγοραστεί με πίστωση, και μεταξύ άλλων αξιών και μετρητά (όρος 4.2).

Η πίστωση συμφωνήθηκε έντοκη, με τους τόκους να καθίστανται απαιτητοί, ανά τρίμηνο, κατά το περιοδικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού και να κεφαλαιοποιούνται κάθε εξάμηνο (όρος 5.6). Εντός δεκαπέντε ημερών από τον τριμηνιαίο κλείσιμο του λογαριασμού η τράπεζα θα απέστειλε στον ενάγοντα απόσπασμα από τα βιβλία της με την κίνηση του λογαριασμού, κατά το τρίμηνο αυτό και το υπόλοιπο του λογαριασμού, κατά το περιοδικό κλείσιμο (όρος 6.1).

Εντός δεκαπέντε ημερών από την έναρξη κάθε ημερολογιακού μήνα η τράπεζα θα ενημέρωνε τον ενάγοντα για τις συναλλαγές και την κίνηση του λογαριασμού πίστωσης, τα στοιχεία του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας κατά τον προηγούμενο μήνα, καθώς και την αποτίμηση του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας κατά την τελευταία ημέρα της περιόδου, στην οποία θα αναφερόταν η ενημέρωση (όρος 6.2).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Περιθώριο, δηλαδή η διαφορά μεταξύ της Αξίας του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας και του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού πίστωσης (όρος 1.6) καθίστατο κατώτερο από το Διατηρητέο Περιθώριο, το οποίο κατά τον όρο 1.8 συνιστούσε το ελάχιστο Περιθώριο, που έπρεπε να υφίσταται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της σύμβασης, είτε λόγω μείωσης της αξίας του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας, είτε λόγω χρέωσης τόκων, είτε για οποιαδήποτε άλλη αιτία, η τράπεζα θα καλούσε τον ενάγοντα, την ίδια ημέρα, να καλύψει τη σχετική διαφορά, μέχρι την έναρξη της επομένης συνεδρίασης του ΧΑ, είτε με την ισόποση καταβολή μετρητών, είτε με τη δέσμευση πρόσθετων στοιχείων του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας (όρος 7.1).

Σύμφωνα με το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 της σύμβασης αυτής, το διατηρητέο περιθώριο ορίστηκε σε ποσοστό 30%, τουλάχιστον, της αξίας του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 7.1, η τράπεζα θα έφερνε σε πίστωση του λογαριασμού πίστωσης τυχόν μετρητά του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας και, στη συνέχεια, θα προέβαινε σε εκποίηση στοιχείων του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας, σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση για να καλύψει τη διαφορά (όρος 7.4).

Εφόσον ο ενάγων δεν όριζε διαφορετικά, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 7.1 η τράπεζα θα εκποιούσε τα στοιχεία του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας με την εξής σειρά: i) άυλους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου ή/και ομόλογα καρτών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ii) μετοχές εισηγμένες στο ΧΑ και iii) λοιπές κινητές αξίες.

Η τράπεζα είχε το δικαίωμα, να επιλέγει, κατά την κρίση της, από τις παραπάνω κατηγορίες, τα στοιχεία του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας προς εκποίηση, με σκοπό τον περιορισμό του κινδύνου και χωρίς να αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη, ως προς τις συνέπειες των επιλογών της, αλλά ούτε και την υποχρέωση αποκατάστασης του Περιθωρίου στο συμβατικά προβλεπόμενο διατηρητέο Περιθώριο (όρος 7.5).

Αν παρά την εκποίηση του Χαρτοφυλακίου Ασφαλείας δεν αποκαθίστατο το Διατηρητέο Περιθώριο, ο ενάγων από την επόμενη εργάσιμη ημέρα θα καθίστατο υπερήμερος (όρος 7.6). Ακολούθως, η δεύτερη εναγόμενη - ενάγουσα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, άνοιξε στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος τον χρηματιστηριακό κωδικό 538428, μέσω του οποίου διενεργούσε τις συναλλαγές (αγορές - πωλήσεις μετοχών) στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου, ενώ προς εξυπηρέτηση των επιδίκων συμβάσεων πίστωσης τηρήθηκαν από αυτή, ο ανοικτός αλληλόχρεος λογαριασμός margin, στον οποίο καταχωρούνταν οι αγορές μετοχών, με τη χρήση της πίστωσης, καθώς και το τίμημα από την πώλησή τους και ο λογαριασμός 3DC, στον οποίο καταχωρούνταν οι αγορές μετοχών, με τη χρήση της τριήμερης πίστωσης, καθώς και το τίμημα από την πώλησή τους.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω συμβάσεων, ο ενάγων κατέθεσε στη δεύτερη εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 έως τον Ιανουάριο του έτους 2011, το συνολικό ποσό των 204.361,36 ευρώ. Ειδικότερα, στο λογαριασμό με αριθμό 82324879, που τηρούσε η ανωτέρω τράπεζα και με αναφορά στον χρηματιστηριακό κωδικό 538428, κατέθεσε, στις 17/9/2010 το ποσό των 30.000 ευρώ, στις 23.9.2010 το ποσό των 25.000 ευρώ, στις 29/10/2010 το ποσό των 24.217 ευρώ, στις 3.1.2011 το ποσό των 8.767,40 ευρώ, στις 19.1.2011 το ποσό των 19.850 ευρώ, στις 24.1.2011 το ποσό των 50.000 ευρώ, στις 25.1.2011 το ποσό των 26.197,94 ευρώ και στις 28.1.2011 το ποσό των 20.329,02 ευρώ.

Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη, εταιρεία επενδυτικής διαμεσολάβησης, χρησιμοποιώντας την πίστωση της δεύτερης εναγομένης αγόρασε, μεταξύ άλλων, για λογαριασμό του ενάγοντος μετοχές της εταιρείας "……… ΑΒΕΕ" και συγκεκριμένα μέχρι 24.2.2011 467.693 μετοχές και από τις αρχές Μαρτίου του έτους 2011 μέχρι τα μέσα Ιουνίου του έτους 2011 αγόρασε επιπλέον 243.250 μετοχές, ενώ στις 29.12.2011 οι μετοχές ……… ανέρχονταν σε 845.507, η δε πίστωση στη δεύτερη εναγομένη ανερχόταν, στο λογαριασμό …….., στο ποσό των 298.945,15 ευρώ και στο λογαριασμό 3DC, στο ποσό των 289.833,55 ευρώ.

Κατά το μήνα δε Μάρτιο του έτους 2011, λόγω πτώσης του περιθωρίου ασφαλείας κάτω από τα απαιτούμενα όρια, ο ενάγων κατέθεσε στον ανωτέρω λογαριασμό margin, το ποσό των 40.000 ευρώ και, στις 16.9.2011, για τον ίδιο λόγο, το ποσό των 50.000 ευρώ. Να σημειωθεί ακόμη ότι, κατά το διάστημα από 2.11.2011 έως 29.12.2011, αγοράσθηκαν επιπλέον 128.520 μετοχές ……….., αντί συνολικού τιμήματος 175.251,66 ευρώ, δηλαδή προς 1,3636 ευρώ ανά μετοχή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τιμή της μετοχής ………, κατά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του ΧΑ, στις 28.12.2011, ανερχόταν σε 1,35 ευρώ, στις 29.12.2011 σε 1,30 ευρώ, στις 30.12.2011 σε 1,06 ευρώ και κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα, στις 2.1.2012, η ονομαστική αξία της διαμορφώθηκε σε 0,74 ευρώ, στις 3.1.2012 σε 0,52 ευρώ, στις 4.1.2012 σε 0,364 ευρώ, στις 5.1.2012 σε 0,255 ευρώ και, στις 9.1.2012, η τιμή της διαμορφώθηκε αρχικά σε 0,179 ευρώ και το απόγευμα της ίδιας ημέρας σε 0,27 ευρώ.

Κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου πωλήθηκαν από την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ για λογαριασμό του ενάγοντος 800.000 μετοχές ……….., προς 0,179 ευρώ, ανά μετοχή. Η τιμή της μετοχής ………… από το Μάρτιο του έτους 2011, που η ονομαστική αξία της διαμορφώθηκε σε 0,60 ευρώ κατέληξε στην υψηλότερη τιμή της το Δεκέμβριο του έτους 2011 σε 1,35 ευρώ, ήτοι η τιμή της αυξήθηκε κατά ποσοστό 150%.

Η απότομη και αιφνίδια αύξηση και πτώση αυτή της μετοχής, δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε επιχειρηματική κίνηση της εν λόγω εταιρείας. Αντίθετα, η πρώτη εναγομένη εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών, προκειμένου να τονωθεί η ζήτηση της αγοράς της μετοχής, ενήργησε με τρόπο, που δημιούργησε εικόνα τεχνητής ζήτησης στους συμμετέχοντες στην αγορά, ώστε να γενικευθεί το ενδιαφέρον για την εν λόγω μετοχή, που λόγω του κύκλου εργασιών της εταιρείας …….., μόνον, περιορισμένη ζήτηση μπορούσε, να έχει και, στη συνέχεια, εικόνα τεχνητής υποτίμησης της μετοχής.

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, με τη διαβίβαση του προαναφερομένου μεγάλου αριθμού εντολών αγοράς μετοχών της εν λόγω εταιρείας στο όνομα του ενάγοντος, με τη χρήση της πίστωσης της δεύτερης εναγόμενης, αλλά και της ίδιας μετοχής άλλων πελατών της, η μετοχή διαμορφώθηκε σε υψηλότερα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επίπεδα, ενώ στη συνέχεια, με την ταυτόχρονη και μαζική διαβίβαση εντολών πώλησης της εν λόγω μετοχής, υποτιμήθηκε, επίσης τεχνητά, η τιμή της μετοχής, ενέργειες που συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς (άρθρο 7 παρ. 2 περ.

α' του ν. 3340/2005, όπως εξειδικεύεται στην παρ. 3 του ν. 3340/2005). Ειδικότερα, βάσει των ανωτέρω ενεργειών η τιμή της μετοχής σημείωσε από το Μάρτιο του έτους 2011 έως το Δεκέμβριο του ιδίου έτους αύξηση 150%, δηλαδή από 0,60 ευρώ, που ανερχόταν η τιμή της το Μάρτιο του έτους 2011, έφθασε μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2011, να διαπραγματεύεται, ακόμη, και σε 1,50 ευρώ, όταν κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο Γενικός Δείκτης του ΧΑ από 1.580 μονάδες έφθασε στις 671 μονάδες.

Η δε δεύτερη εναγομένη, μέσω της οποίας εκτελούνταν οι σχετικές συναλλαγές αγοραπωλησίας των μετοχών της ……….., που διαβιβάζονταν από την πρώτη εναγομένη, από τη γνώση και την εμπειρία των στελεχών της, λόγω του υπερβολικού αριθμού συναλλαγών της συγκεκριμένης μετοχής, που προέρχονταν από την πρώτη εναγομένη και λαμβάνοντας, υπόψη, και τις λοιπές συνθήκες (ιδίως τη θεαματική και αδικαιολόγητη αύξηση της τιμής της μετοχής με διαδοχικά limit up) θεωρείται αδύνατο να μην είχε αντιληφθεί, ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές ήταν ύποπτες για χειραγώγηση αγοράς, ώστε να ενημερώσει, άμεσα, όπως είχε υποχρέωση βάσει του άρθρου 17 του ν. 3340/2005, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά και τον ίδιο τον ενάγοντα, όπως είχε υποχρέωση, βάσει του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 3606/2007, να ενεργεί με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ενάγοντος, ως αντισυμβαλλομένου της.

Ωστόσο, η δεύτερη εναγόμενη με τις ανωτέρω παραλείψεις της συνέβαλε στη διαμόρφωση τεχνητής τιμής της εν λόγω μετοχής, που είχε ως αποτέλεσμα τη ζημία του ενάγοντος. Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα ακριβές αντίγραφο της από 23.4.2012 χρηματικής καρτέλας της πρώτης εναγομένης για την κατάσταση των συναλλαγών του χρηματιστηριακού κωδικού του ενάγοντος, κατά τη χρονική περίοδο από 17.9.2010 έως 23.4.2012, το σύνολο των αγορών και των πωλήσεων, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενες, κατά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, ανήλθε σε 19.035.276,38 ευρώ, ποσό, που κρίνεται εξαιρετικά δυσανάλογο του συνηθισμένου όγκου των συναλλαγών του κωδικού του ενάγοντος.

Για την παράλειψη αυτή της δεύτερης εναγομένης (ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ), με την υπ' αριθμ. 3/733/1.10.2015 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της επιβλήθηκε πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 17 ν. 3340/2005, αναφορικά με τη μετοχή της ……….., για το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 31.10.2011. Επίσης, με την ίδια απόφαση για την ίδια μετοχή και για το ίδιο χρονικό διάστημα, επιβλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρόστιμο, τόσο στην πρώτη εναγομένη, όσο και στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Δ.

Α., για παραβίαση των διατάξεων απαγόρευσης χειραγώγησης της αγοράς, όπως η χειραγώγηση αγοράς ορίζεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005 και εξειδικεύεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005. Επομένως, η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας, με πρόθεση, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του ν. 3340/2005 περί χειραγώγησης της αγοράς, η δε, δεύτερη εναγομένη, με τις ως άνω παραλείψεις της, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και ανάγονται στην υποχρέωσή της να ενεργεί, κατά την παροχή των επενδυτικών της υπηρεσιών, με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της (άρθρ. 25 του ν. 3606/2007), (ενν.και) συνέβαλε από αμέλειά της στη χειραγώγηση της αγοράς της ως άνω μετοχής.

Η ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ και για το λόγο, λόγω της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς ευθύνονται για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος. Περαιτέρω, από τη χειραγώγηση της αγοράς της μετοχής ……….., ο ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ της υψηλότερης τιμής αγοράς (ονομαστική αξία) των προαναφερομένων μετοχών της ……….

και της τιμής πώλησης τους σε αρκετά χαμηλότερη τιμή. Ειδικότερα, η πλειοψηφία των μετοχών του ενάγοντος πωλήθηκε στη χαμηλότερη τιμή (0,179 ευρώ), με αποτέλεσμα ο μέσος όρος πωλήσεων να κατέλθει σε 0,582 ευρώ. Τούτο δε διότι, από την κίνηση του κωδικού του ενάγοντος στο Χρηματιστήριο Αθηνών, προκύπτει ότι αγοράσθηκαν συνολικά 1.599.683 μετοχές ……… στη μέση τιμή των 0,8511 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος, μετά προμηθειών και επιβαρύνσεων, ύψους 1.327.472 ευρώ, ενώ ο ίδιος αριθμός μετοχών πωλήθηκε στη μέση τιμή των 0,5782 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος, αφαιρουμένων των προμηθειών και επιβαρύνσεων, ύψους 901.929,80 ευρώ.

Επομένως, προκύπτει διαφορά 462.646,30 ευρώ, δηλαδή ποσό 0,2728 ευρώ ανά μετοχή, που αποτελείται α) από το ποσό των 131.731,20 ευρώ, λόγω απώλειας αντίστοιχου κεφαλαίου, που είχε καταθέσει ο ενάγων στη δεύτερη εναγομένη για την εν λόγω επένδυσή του στο Χρηματιστήριο Αθηνών, κατά το χρονικό διάστημα από 17.9.2010 έως 16.9.2011 και β) από το ποσό των 293.811,07 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ισόποσο των χρεωστικών υπολοίπων των ως άνω λογαριασμών πίστωσης του ενάγοντος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στις 29.12.2011, η μετοχή της ……… έκλεισε στην τιμή των 1,30 ευρώ και την επομένη ημέρα (30.12.2011) στην τιμή των 1,06 ευρώ. Λόγω πτώσης της τιμής της μετοχής, το περιθώριο ασφαλείας του χαρτοφυλακίου margin, στις 30.12.2011, κατήλθε, κάτω του διατηρητέου ορίου 30% και συγκεκριμένα σε 24,68%. Η δεύτερη εναγομένη όμως δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα, την ίδια ημέρα (30.12.2011), για την πτώση του κατώτατου επιτρεπτού ορίου 30% της διαφοράς μεταξύ του περιθωρίου margin και του χαρτοφυλακίου, αλλά επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του στις 2.1.2012, στερώντας από τον τελευταίο τη δυνατότητα να δώσει εντολή πώλησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου την ίδια ημέρα (30.12.2011), κατά την οποία, η τιμή της μετοχής ήταν ανώτερη από την τιμή, που αυτές πωλήθηκαν κατά τις επόμενες ημέρες, ώστε να αποτραπεί η περιουσιακή του ζημία.

Ειδικότερα, κατά την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα συνεδρίασης του ΧΑ, στις 2.1.2012, η τιμή της μετοχής έκλεισε σε 0,74 ευρώ, στις 3.1.2012, σε 0,52 ευρώ, στις 4.1.2012 σε 0,364 ευρώ, και στις 5.1.2012 σε 0,225 ευρώ. Ακολούθως, την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, στις 9.1.2012, η τιμή της μετοχής, αρχικά, έπεσε, σε 0,179 ευρώ και το απόγευμα της ίδιας ημέρας διαμορφώθηκε σε 0,27 ευρώ.

Κατά την ανωτέρω ημερομηνία (9.1.2012), πωλήθηκαν από τη δεύτερη εναγομένη 800.000 μετοχές του ενάγοντος προς 0,179 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος, αφαιρουμένων των προμηθειών και των επιβαρύνσεων, ποσού 142.100,80 ευρώ. Το τίμημα αυτό δεν κάλυψε το υπόλοιπο των λογαριασμών πίστωσης, που τηρούσε η δεύτερη εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός τριήμερης πίστωσης (Τ+3) να φέρει χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 215.010,75 ευρώ και ο λογαριασμός πίστωσης (margin) να φέρει χρωστικό υπόλοιπο, ποσού 78.800,32 ευρώ, ήτοι, συνολικά, 293.811,07 ευρώ.

Η δεύτερη εναγομένη αποδέχεται ότι ενημέρωσε τηλεφωνικά για την πτώση του περιθωρίου ασφαλείας τον ενάγοντα στις 2.1.2012, όμως, εάν η δεύτερη εναγομένη είχε ενημερώσει τον ενάγοντα, όπως είχε υποχρέωση, βάσει της επίδικης σύμβασης αλλά και των διατάξεων του ν. 2843/2000, στις 30.12.2011, ο ενάγων θα είχε τη δυνατότητα να δώσει εντολή πώλησης των μετοχών την ίδια ημέρα, κατά την οποία η τιμή μετοχής ανερχόταν σε 1,06 ευρώ, οπότε το τίμημα από την πώληση των 800.000 μετοχών θα ανερχόταν σε 848.000 ευρώ, ποσό που θα υπερκάλυπτε τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα και έτσι θα είχε αποτραπεί η περιουσιακή του ζημία.

Επομένως, η παράλειψη αυτή της δεύτερης εναγομένης συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία του ενάγόντος, που προκλήθηκε από την ως άνω πώληση των μετοχών, στις 9.1.2012 και όχι στις 30.12.2011, που εμφανίστηκε η πτώση του περιθωρίου ασφαλείας, κάτω από το διατηρητέο όριο ασφαλείας του 30%. Για την παράλειψη της ενημέρωσης του ενάγοντος, ήτοι για την παράβαση των άρθρων 2,3 και 4 του άρθρου 5 του ν. 2843/2000, επιβλήθηκε στη δεύτερη εναγομένη (…………….) πρόστιμο με την υπ' αριθμ. 2/643/15.4.20….

απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στο κείμενο της οποίας αναφέρεται, ότι η ως άνω εναγομένη όφειλε για παροχή ενημέρωσης για ελλείμματα περιθωρίου ασφάλισης (………..) να επικοινωνεί με τον ενάγοντα, με τον τρόπο που εκείνος είχε δηλώσει στην υπογραφείσα από αυτόν σύμβαση, ήτοι τηλεφωνικά στον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου και όχι στην ηλεκτρονική του διεύθυνση (………..@inemet.gr), στην οποία ζητούσε, να αποστέλλονται, μόνον, οι επιβεβαιώσεις εκτέλεσης εντολών.

Επομένως, βάσει των ανωτέρω για τα χρ(ε)ωστικά υπόλοιπα των ως άνω επίδικων δύο λογαριασμών, ευθύνεται η ίδια η δεύτερη εναγομένη, η οποία, εάν είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της, βάσει της σύμβασης και των διατάξεων του ως άνω νόμου, τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα θα είχαν καλυφθεί από την πώληση των μετοχών ………..

του Χαρτοφυλακίου του ενάγοντος. Αντίθετα, για τα επίδικα χρεωστικά υπόλοιπα, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ενάγων, ο οποίος δεν ενημερώθηκε εγκαίρως και προσηκόντως, για την ενεργοποίηση του margin call από τη δεύτερη εναγομένη, ώστε να δώσει εντολή για την πώληση των μετοχών του, στις 30.12.2011 και να καλύψει τη διαφορά του περιθωρίου ασφαλείας.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι για την πώληση των 800.000 μετοχών της ………., μετά από εντολή της τράπεζας, στις 9.1.2019, προέκυψε ότι στο πινακίδιο με αριθμό 1075110 είχε δοθεί εντολή πώλησης 339.722 μετοχών, που τηρούνταν στον λογαριασμό margin και στο πινακίδιο με αριθμό 1075109 είχε δοθεί εντολή πώλησης 460.278 μετοχών, που τηρούνταν στο λογαριασμό 3DC.

Όμως, από το αντίστοιχο πινακίδιο πώλησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, της ίδιας ημέρας, προέκυψε ότι στον χρηματιστηριακό κωδικό του ενάγοντος είχε δοθεί εντολή από την Εμπορική Τράπεζα, στις 9.1.2012, αποκλειστικά και μόνον, για πώληση 400.000 μετοχών. Η δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η εντολή πώλησης των υπολοίπων 400.000 μετοχών του ενάγοντος συνέβη εκ παραδρομής, καθόσον καταχωρήθηκε στον κωδικό του ενάγοντος, εσφαλμένα, αντί στον κωδικό άλλου πελάτη της και συγκεκριμένα του Η.

Ξ. του Γ. , λόγω λάθους κατά την πληκτρολόγηση, πλην όμως, κατά την οριστικοποίηση, έγινε η προβλεπόμενη μεταβολή του κωδικού, σύμφωνα με τον Κανονισμό του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Όμως, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 24735/18.11.2014 ένορκη βεβαίωση του ιδίου ως άνω επενδυτή Η. Ξ., στις 9.1.2012, πωλήθηκαν για λογαριασμό του από την πρώτη εναγομένη 400.000 μετοχές …….στη μικρότερη δυνατή τιμή των 0,179 ευρώ, μολονότι αυτός είχε δώσει αντίθετη εντολή.

Όταν όμως αυτός διαμαρτυρήθηκε στην Εμπορική Τράπεζα, αναφέροντας ότι δεν αποδέχεται τη συναλλαγή αυτή, ο υπεύθυνος υπάλληλος της Τράπεζας ……….. δήλωσε, ότι θα κάνει, ότι είναι δυνατό, για να αντιλογίσει τη συναλλαγή αυτή, ώστε να επανέλθουν 400.000 μετοχές …………. στο κωδικό του. Έτσι, προκειμένου η δεύτερη εναγομένη να αντιλογήσει τη συναλλαγή, χρέωσε με πρόθεση την (ενν.

συναλλαγή των) 400.000 μετοχών του Η. Ξ., επιπλέον στον κωδικό του ενάγοντος, ισχυριζόμενη παραδρομή κατά την πληκτρολόγηση του κωδικού του ενάγοντος, με συνέπεια να πωληθούν για λογαριασμό του ενάγοντος 800.000 μετοχές συνολικά. Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω, για την εμφάνιση των χρεωστικών υπολοίπων στους λογαριασμούς πίστωσης, που τηρούσε η δεύτερη εναγομένη - ενάγουσα, για λογαριασμό του ενάγοντος, ευθύνεται η ίδια και όχι ο ενάγων, κατά του οποίου, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, δεν υφίσταται η σχετική αξίωση της ενάγουσας (ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ), το υπόλοιπο των χρεωστικών υπολοίπων δεν αποτελεί ζημία του ενάγοντος, με συνέπεια την απόρριψη της σχετικής αγωγικής αξίωσής του, ποσού 293.811,07 ευρώ, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.

Κατόπιν, όλων των ανωτέρω, η ζημία του ενάγοντος από την χειραγώγηση της αγοράς της μετοχής ………. ανέρχεται στο ποσό των 131.731,80 ευρώ και συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και, ως εκ τούτου, ευθύνονται για την αποκατάστασή της. Λόγω δε της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς δημιουργείται ευθύνη των εναγομένων και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, την έντονη στενοχώρια, που δοκίμασε ο ενάγων, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Το παραπάνω ποσό κρίνεται εύλογο, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, αναλόγως με τα επιδικαζόμενα ποσά, σε ανάλογες περιπτώσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε παραδεκτώς κατά ένα μέρος τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης με τις δικές του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Εμπορική Τράπεζα είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον αγνοούντα τούτο αναιρεσίβλητο για την εκ μέρους της …………. ΑΕΕΔ, χειραγώγηση της μετοχής της εταιρείας ……….. ΕΠΕ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 3606/2007, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την ως άνω δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας …………, που ήταν ΑΕΠΕΥ - μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Χ.Α.) και τον αναιρεσίβλητο συνέδεε, τόσο σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συνισταμένη στην εκτέλεση αγορών και πωλήσεων μετοχών για λογαριασμό του, όσο και παρεπόμενη αυτής σύμβαση παροχής πιστώσεως στον αναιρεσίβλητο για διενέργεια αγοράς μετοχών με πίστωση, επί πλέον δε αυτή γνώριζε, δια των αρμοδίων προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων της, τη διενεργούμενη χειραγώγηση της μετοχής της εταιρείας ……….

ΕΠΕ από την ………… ΑΕΕΔ και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως αν η κύρια υποχρέωσή της ήταν η εκτέλεση των διαβιβαζόμενων από την …………. ΑΕΕΔ εντολών στο όνομα και για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, προέκυπτε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της πιο πάνω δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, τόσο από το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 3606/2007, όσο και από την από το άρθρο 288 ΑΚ συναγομένη αρχή της καλής συναλλακτικής πίστης, να ενημερώσει, πλην της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά το άρθρο 17 Ν. 3340/2005, και τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, ότι η ……….

ΑΕΕΔ, με τις εντολές για αγορές και πωλήσεις της μετοχής της εταιρείας ……… ΕΠΕ στο όνομα και για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, χειραγωγούσε τη συγκεκριμένη μετοχή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η δικαιοπάροχός της είχε υποχρέωση ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου για την χειραγώγηση, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 36θ6/2θθ7, γιατί η κύρια συνεργασία ήταν μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της ……..

ΑΕΕΔ, η δε δικαιοπάροχος της είχε μόνο τον διεκπεραιωτικό ρόλο της εκτέλεσης των εντολών και συνεπώς δεν είχε τέτοια υποχρέωση ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, αφενός μεν της αντισυμβατικής αλλά και παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και αφετέρου της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της περιγραφόμενης συμπεριφοράς της αναιρεσείουας και της επελθούσας στον αναιρεσίβλητο ζημίας, υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας αυτής για την επέλευση της τελευταίας, καθόσον διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 2, 3, 6 και 8-3 παρ. 1 και 2- 4 παρ. 1 και 2-25 παρ. 1 και 36 παρ. 1 και 2 Ν. 3606/2007, 2,3,4 και 5 Ν. 2843/2000, 1 παρ. 4 - 7 παρ. 1, 2 και 3 και 17 Ν. 3340/2005, 1 και 8 Ν. 2251/1994 και 914, 922, 932, 330, 297, 298, 281 και 288 Α.Κ., και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα, ήτοι α) ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Εμπορική Τράπεζα (δεύτερη εναγομένη), κατά παράβαση των ανωτέρω αναφερθεισών συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και παροχής πίστωσης που είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο, αλλά και παράνομα και υπαίτια (από αμέλεια), παρότι γνώριζε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, ότι η μη διάδικος στην παρούσα δίκη ………….

ΑΕΕΔ, η οποία της διαβίβαζε τις εντολές του αναιρεσείοντος για αγορές και πωλήσεις μετοχών, που εκτελούσε η ίδια, προέβαινε παράνομα, με πρόθεση, σε χειραγώγηση της μετοχής της εταιρείας ………. ΕΠΕ, την οποία αγόραζε και πωλούσε στο Χρηματιστήριο Αθηνών(ΧΑ) για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου χωρίς εντολή του, παρ' όλα αυτά παρέλειψε να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρο 17 Ν.3340/2005, καθώς και τον αναιρεσίβλητο, όπως είχε υποχρέωση κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 3607/2007 και το άρθρο 288 ΑΚ, από την παράλειψή της δε αυτή ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία, συνολικού ποσού 462.646,30 ευρώ (ήτοι 131.731,20 ευρώ, λόγω απώλειας αντίστοιχου κεφαλαίου, συν 293.811,07 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ισόποσο των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών πίστωσης), η οποία (ζημία) βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά αυτή της Εμπορικής Τράπεζας, και β) ότι λόγω της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, αλλά και της αδικοπραξίας των προστηθέντων υπαλλήλων της, η Εμπορική Τράπεζα είναι ακόμη υπαίτια, και όχι ο αναιρεσίβλητος, για τη μη κάλυψη του καταλοίπου των δύο ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών, ποσού 293.811,07 ευρώ, τους οποίους η τράπεζα τηρούσε για τις παρεχόμενες στον αναιρεσίβλητο πιστώσεις για αγορά μετοχών, με συνέπεια να μην υποχρεούται ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει σ' αυτή το κατάλοιπο αυτό, ώστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, να καταφάσκεται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου και να δικαιολογείται, αφενός μεν η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας κατ' αυτού για το κατάλοιπο των λογαριασμών, αφετέρου δε, λόγω της απόρριψης της αγωγής της αναιρεσείουσας, η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση μόνον κατά το ποσό των 131.731,20 ευρώ (πλέον χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 20.000 ευρώ).

Ειδικότερα, την ως άνω κρίση του Εφετείου υποστηρίζουν, ιδιαίτερα, οι ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: 1) Ότι σε εκτέλεση των επίμαχων συμβάσεων η Εμπορική Τράπεζα άνοιξε στο όνομα του αναιρεσίβλητου τον υπ' αρ. 538428 Χρηματιστηριακό Κωδικό, μέσω του οποίου διενεργούσε τις συναλλαγές (αγορές - πωλήσεις μετοχών) στο όνομα και για λογαριασμό του, με βάση τις εντολές που της διαβίβαζε η …………, ενώ προς εξυπηρέτηση των επιδίκων συμβάσεων πίστωσης τήρησε τους ανοικτούς - αλληλόχρεους λογαριασμούς Margin, όπου καταχωρούνταν οι αγορές μετοχών με τη χρήση της πίστωσης και το τίμημα από την πώλησή τους και 3DC στον οποίο καταχωρούνταν οι αγορές μετοχών με τη χρήση της τριήμερης πίστωσης και το τίμημα από την πώλησή τους. 2) Ότι η ………..

έδωσε εντολή αγοράς και πώλησης για λογαριασμό του, μεταξύ άλλων μετοχών, και της μετοχής της εισηγμένης στο Χ.Α. εταιρείας "……….. ΑΒΕΕ" κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, με αποτέλεσμα στις 29/12/2011 ο αναιρεσίβλητος να είναι κύριος 845.507 μετοχών αυτής, οι δε αγορές και πωλήσεις της μετοχής αυτής έγιναν χωρίς εντολή από τον αναιρεσίβλητο, με την χρησιμοποίηση και της ανωτέρω πίστωσης της Εμπορικής Τράπεζας προς αυτόν. 3) Ότι η ……….., με πρόθεση, προέβη στη χειραγώγηση της μετοχής αυτής και έτσι αρχικά, προκειμένου να τονωθεί η ζήτηση της αγοράς της μετοχής, η οποία λόγω του κύκλου εργασιών της ήταν περιορισμένη, δημιούργησε εικόνα τεχνητής ζήτησης της μετοχής, με αποτέλεσμα η μετοχή να διαμορφωθεί σε υψηλότερα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων επίπεδα και να καταλήξει στο ανώτατο ποσό του 1,35 ευρώ ανά μετοχή στις 28/12/2011, ενώ στη συνέχεια, με την ταυτόχρονη και μαζική εντολή πωλήσεως της μετοχής αυτής, που κατείχαν ο αναιρεσίβλητος και οι άλλοι πελάτες της, δημιούργησε εικόνα τεχνητής υποτίμησης της μετοχής, με αποτέλεσμα την πτώση της τιμής της μετοχής από 1,35 ευρώ ανά μετοχή στις 28/12/2011 σε 0,179 ευρώ ανά μετοχή στις 9/1/2012. 4) Ότι τα προστηθέντα από αυτή στελέχη της Εμπορικής Τράπεζας, που εκτελούσαν τις εντολές αγοράς και πώλησης των μετοχών του αναιρεσίβλητου, οι οποίες τις διαβιβάζονταν από τη …………, αν και αντελήφθηκαν λόγω της γνώσης και της εμπειρίας τους, ότι οι συναλλαγές για την αγορά μετοχών της ………..

για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου ήταν ύποπτες για χειραγώγηση της μετοχής της …………., από αμέλειά τους δεν ενημέρωσαν άμεσα, όπως είχαν υποχρέωση από τον νόμο, τόσο την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όσο και τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, 5) Ότι από την ανωτέρω παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της, που αποτελούν και αδικοπραξία, ο αναιρεσίβλητος υπέστη λόγω της χειραγώγησης περιουσιακή ζημία, που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς όλων των 1.599.683 μετοχών της ………, που αγοράσθηκαν χωρίς εντολή του στη μέση τιμή των 0,5782 ευρώ ανά μετοχή, αντί του συνολικού ποσού 1.327.472 ευρώ, προς τη μέση τιμή πώλησης των ιδίων μετοχών προς 0,5782 ευρώ ανά μετοχή, αντί συνολικού ποσού 901.929,80 ευρώ, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 462.646,30 ευρώ, και συγκεκριμένα:

α)ποσό 131.731,20 ευρώ λόγω απώλειας αντίστοιχου κεφαλαίου, που είχε καταθέσει ο αναιρεσίβλητος στην τράπεζα για την εν λόγω επένδυσή του στο Χρηματιστήριο Αθηνών, κατά το χρονικό διάστημα από 17.9.2010 έως 16.9.2011 και β) ποσό 293.811,07 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ισόποσο των χρεωστικών υπολοίπων των ως άνω λογαριασμών πίστωσης αυτού. 6) Ότι στις 30.12.2011 η μετοχή της ……….

έκλεισε στην τιμή των 1,06 ευρώ, λόγω δε της πτώσης της τιμής της μετοχής, το περιθώριο ασφαλείας του σχετικού χαρτοφυλακίου (margin), στις 30.12.2011, κατήλθε, κάτω του συμφωνηθέντος διατηρητέου ορίου 30%, και συγκεκριμένα σε 24,68%, πλην όμως, η δικαιοπάροχης της αναιρεσείουσας δεν ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο, την ίδια ημέρα (30.12.2011), για την πτώση του κατώτατου επιτρεπτού ορίου 30%, αλλά επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του στις 2.1.2012, στερώντας από τον τελευταίο τη δυνατότητα να δώσει εντολή πώλησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου την ίδια ημέρα (30.12.2011), κατά την οποία, η τιμή της μετοχής ήταν ανώτερη από την τιμή, που αυτές πωλήθηκαν κατά τις επόμενες ημέρες, ώστε να αποτραπεί η περιουσιακή του ζημία. 7) Ότι στις 9-1-2012 πωλήθηκαν από τη δεύτερη εναγομένη τράπεζα 800.000 μετοχές του αναιρεσιβλήτου προς 0,179 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος 142.100,80 ευρώ, το οποίο, όμως, δεν κάλυψε το υπόλοιπο των λογαριασμών πίστωσης, με αποτέλεσμα να προκύψει το προαναφερθέν συνολικό χρωστικό υπόλοιπο ποσού 293.811,07 ευρώ, ενώ, αν η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο, όπως είχε υποχρέωση, βάσει της επίδικης σύμβασης αλλά και των διατάξεων του ν. 2843/2000, στις 30.12.2011, αυτός θα είχε τη δυνατότητα να δώσει εντολή πώλησης των μετοχών την ίδια ημέρα, κατά την οποία η τιμή μετοχής ανερχόταν σε 1,06 ευρώ, οπότε το τίμημα από την πώληση των 800.000 μετοχών θα ανερχόταν σε 848.000 ευρώ, το οποίο θα υπερκάλυπτε τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα και έτσι θα είχε περιοριστεί (αποτραπεί) η προαναφερόμενη περιουσιακή του ζημία (και η αντίστοιχη απαίτηση της τράπεζας). 8) Ότι η παράλειψη αυτή της δεύτερης εναγομένης, για την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο με την υπ' αριθμ. 2/643/15.4.2013 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, λόγω παράβασης των άρθρων 2, 3 και 4 του άρθρου 5 του ν. 2843/2000, συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία του αναιρεσιβλήτου, που προκλήθηκε από την ως άνω πώληση των μετοχών, στις 9.1.2012 και όχι στις 30.12.2011, που εμφανίστηκε η πτώση του περιθωρίου ασφαλείας, κάτω από το διατηρητέο όριο ασφαλείας του 30% και 9) Ότι για τα χρεωστικά υπόλοιπα των ως άνω επίδικων δύο λογαριασμών, ευθύνεται η ίδια η δεύτερη εναγομένη, η οποία, εάν είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της, βάσει της σύμβασης και των διατάξεων του ως άνω νόμου, τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα θα είχαν καλυφθεί από την πώληση των μετοχών ……… του Χαρτοφυλακίου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει γι' αυτά, αφού δεν ενημερώθηκε εγκαίρως και προσηκόντως, για την ενεργοποίηση του margin call από τη δεύτερη εναγομένη, ώστε να δώσει εντολή για την πώληση των μετοχών του, στις 30.12.2011 και να καλύψει τη διαφορά του περιθωρίου ασφαλείας, με συνέπεια να μην υφίσταται σχετική αξίωση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας για το υπόλοιπο των χρεωστικών υπολοίπων.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δικαιολογείται, όπως ήδη εκτέθηκε, η απόρριψη της αγωγής της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου αναφορικά με το υπόλοιπο των λογαριασμών, με συνέπεια να περιοριστεί τελικώς η αρχική ζημία του τελευταίου από τη χειραγώγηση μόνον στο απωλεσθέν κεφάλαιο που κατέβαλε αυτός για την αγορά των μετοχών και να υποχρεούται, έτσι, η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μόνον το ποσό των 131.731,20 ευρώ (462.646,30 - 293.811,07).

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, ως προς την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας αναφορικά με τη χειραγώγηση, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία ποσού 462.646,30 ευρώ, δεν είναι αντιφατικές προς τις έτερες παραδοχές σχετικά με την παράλειψη της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας να ενημερώσει στις 30.12.2011 για την πτώση του κατώτατου επιτρεπτού ορίου 30%, στερώντας έτσι από τον τελευταίο τη δυνατότητα να δώσει εντολή πώλησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου την ίδια ημέρα (30.12.2011), οπότε το τίμημα από την πώληση των 800.000 μετοχών θα ανερχόταν σε 848.000 ευρώ και θα υπερκάλυπτε τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, δεδομένου ότι οι πρώτες παραδοχές αφορούν την ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την επελθούσα σ' αυτόν ζημία λόγω της χειραγώγησης της πιο πάνω αναφερόμενης μετοχής, για την οποία υπήρξε αμελής συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ενώ οι δεύτερες παραδοχές αφορούν την ιστορική βάση της αγωγής της τελευταίας και την από δική της υπαιτιότητα μη (μεταγενέστερη) κάλυψη των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με την πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, καθόσον οι προστηθέντες υπάλληλοί της παρέλειψαν οφειλόμενη, κατά τα ανωτέρω, νόμιμη ενέργειά τους προς μείωση της ζημίας αυτού, με συνέπεια την ανυπαρξία σχετικής αξίωσής της κατά του αναιρεσιβλήτου και, συνακόλουθα, τον αντίστοιχο περιορισμό της αρχικής ζημίας αυτού.

Η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες για τον τρόπο που η συμπεριφορά της Εμπορικής Τράπεζας οδήγησε στην τεχνητή διαμόρφωση της μετοχής της ……… και συνεπώς στη χειραγώγησή της είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχεται ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας χειραγώγησε τη μετοχή, αλλά ότι αυτή, ενώ δια των αρμοδίων υπαλλήλων της αντιλήφθηκε τη χειραγώγηση, στην οποία προέβαινε η ΑΕΕΔ ………., από αμέλεια δεν ενημέρωσε την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τον αγνοούντα τούτο αναιρεσίβλητο.

Οι δε λοιπές διαλαμβανόμενες στους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, όπως ότι η ζημία από το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών δεν προήλθε από την καθυστερημένη ενημέρωση, αλλά από την εν γένει πτώση της τιμής της μετοχής της ……… ΕΠΕ, ενώ, ακόμη κι αν είχε ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο στις 30/12/2011, δεν ήταν σίγουρο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι θα καθίστατο δυνατή η εκτέλεση της εντολής του για πώληση των μετοχών αυτών, με συνέπεια να μην υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συγκεκριμένης ζημίας και της καθυστερημένης ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου στις 30/12/2011 ότι το περιθώριο ασφαλείας του χαρτοφυλακίου του λογαριασμού Margin έπεσε κάτω από το συμφωνηθέν όριο του 30% και συγκεκριμένα στο 24,68%, και, επίσης, αναφορικά με το ύψος της ζημίας, ότι η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες για τον τρόπο υπολογισμού της μέσης τιμής αγοράς και πώλησης των μετοχών, με τον οποίο υπολογίζει το Εφετείο τη ζημία του αναιρεσιβλήτου, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 550/2017 ως αιτιολογίες δε κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος νοούνται μόνο οι πραγματικές παραδοχές, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση αυτές επάγεται την έννομη συνέπεια που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1406/2021).

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αρ. 19, όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 282/2010). Ενόψει αυτού, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στην απόφαση η ανωτέρω από τον αρ. 19 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες στη μείζονα πρότασή της ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 281, 288 Α.Κ. που εφαρμόστηκαν, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 1/6/2021 αίτηση της με την επωνυμία "………. Τράπεζα ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 548/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ