Legislator Case Law & Legislation
1775/2023 AI generated

Supreme Court dismisses late request for restitution of funds after appeal hearing due to procedural inadmissibility.

Case Number 1775/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding the legal reasoning but rejected the appellant's request for restitution of funds. The appellant voluntarily paid over 13,000 euros to the bank after the first-instance ruling, claiming this constituted execution of the judgment. The court ruled that the request for restitution was inadmissible because the supporting proposals were submitted after the public hearing concluded, violating strict procedural deadlines.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 49 of Law 4963/2022: A request for restitution of things to the state prior to compulsory execution must be submitted with the appeal proposals before the hearing; late submission renders the request inadmissible.

Keywords

AI generated
restitution of things compulsory execution procedural deadlines appeal proposals inadmissible request voluntary payment Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 83 of Law 4790/2021
Article 25 of Law 4792/2021
Article 49 of Law 4963/2022
Article 570 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1775 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1775/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Ε.Γ.Α. ……………", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρτέμιδα - Πασιφάη Καραγεωργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Χ., κατοίκου ……………. Πειραιά, 2) Γ. Σ. του Χ., κατοίκου …………… Πειραιά, 3) Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ………………. Πειραιά, 4) Π. Σ. του Χ., κατοίκου …………….. Αττικής και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2η, 3η και 4ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καραμπούτη, ενώ η 5η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2016 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης και 4ου αναιρεσιβλήτων και την από 23-1-2016 κύρια παρέμβαση της ήδη 5ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1941/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 12605/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης, 3ης και 4ου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 9/10/2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 18/11/2021, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020 και 83 παρ. 1 του Ν.4790/2021 (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3//2020 - 31/5/2020 και 7/11/2020 - 5/4/2021 αντιστοίχως), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ενώ, κατά το άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και, επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης, επειδή δεν υπολογίζονται τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, δεν είχε λήξει, όταν αυτή ασκήθηκε.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του Ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. (ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 162/2017).

Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 162/2017).

Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι : α. συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β.

δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ. δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου.

Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται, όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας.

Εξάλλου, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι, με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 808/2022, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015).

Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 808/2022, ΑΠ 1493/2021, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015).

Εάν η σύμβαση συναφθεί με βάση έντυπες ερωτήσεις του Ασφαλιστή, τότε τα στοιχεία αυτά, για τα οποία τίθενται οι ερωτήσεις, θεωρούνται τα κρίσιμα για τον ασφαλιστή ως προς την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου, και δεν μπορεί αυτός μεταγενεστέρως, να προβάλει τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη, υπό στοιχεία α`, β` και γ` πλημμέλειες της παραγράφου 1, δηλαδή, περιορίζεται στα όρια του ερωτηματολογίου το εύρος των κρισίμων περιστατικών (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 1144/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η αποβιώσασα την 31-8-2015 Α. Σ., μητέρα του πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων (ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων) και ο τέταρτος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων Π.

Σ. (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) συνήψαν με την κυρίως παρεμβαίνουσα και ήδη πέμπτη εφεσίβλητη ………….. ΑΤΕ" (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), την από 19-5-2009 με αριθμό 4217998783 δανειακή σύμβαση, δυνάμει της οποίας έλαβαν στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 50.083,60 ευρώ. Στα πλαίσια της δανειακής αυτής σύμβασης η δανειολήπτρια υπέβαλε την υπ' αριθ. 465128/1-9-2009 αίτηση ένταξης σε ομαδική ασφάλιση, προκειμένου να ενταχθεί στο υπ' αριθμ. 2991/8 συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης ζωής για τον κίνδυνο θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, που είχε συνάψει η κυρίως παρεμβαίνουσα "…………..

ΑΤΕ" με την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα "………….. ΑΕΓΑ" (ήδη αναιρεσείουσα). Κατά την υποβολή της ως άνω από 1-9-2009 αίτησης η αποβιώσασα συμπλήρωσε το σχετικό ερωτηματολόγιο- εδάφιο 4, που είναι ενσωματωμένο στην αίτηση, όπου στις ερωτήσεις "πάσχετε, έχει (ενν. έχετε) υποστεί, νοσηλευτεί ή νοσηλεύεστε για: ζαχαρώδη διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγχείρηση by-pass, εγκεφαλικό επεισόδιο, καρκίνο, κακοήθεις αιματολογικές παθήσεις, σκλήρυνση κατά πλάκας, ρευματοειδή(ς) αρθρίτιδα, συστηματικό ερυθ(ρ)ηματώδη λύκο, συστηματικό σκληρόδεμα, αγκυλωτική σπονδυλοαρθρίτιδα, αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πνευμονική ίνωση, αγγειίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια, μεταμόσχευση οργάνων 2) έχετε κάποιο φυσικό ελάττωμα ή έχετε υποστεί κάποιο ατύχημα η ασθένεια που σας άφησε κάποια αναπηρία;", η ασφαλισμένη απάντησε αρνητικά, επίσης δήλωσε υπεύθυνα ότι οι ανωτέρω απαντήσεις της είναι ορθές και πλήρεις και ότι δεν παρέλειψε να δηλώσει κάτι σχετικό με την κατάσταση της υγείας της.

Μετά την υποβολή της ως άνω αίτησης και τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ενέταξε την αποβιώσασα στην ομαδική ασφάλιση του υπ' αριθμ. 2991/8 ομαδικού ασφαλιστηρίου ζωής για τον κίνδυνο θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, με ποσοστό κάλυψης 50% για κάλυψη των οφειλών της στη δανείστρια τράπεζα.

Μεταξύ των όρων της ως άνω αίτησης ασφάλισης, περιλαμβάνεται και όρος σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση θανάτου της ασφαλιζομένης κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να καταβάλει το ανάλογο ασφάλισμα στη δανείστρια Εθνική Τράπεζα, που είχε ήδη οριστεί από αυτήν με την ως άνω αίτηση της ως ανέκκλητος δικαιούχος του ασφαλίσματος και είναι ίσο με το ανεξόφλητο υπόλοιπο του αρχικού ποσού δανείου κατά την ημερομηνία του θανάτου της ασφαλισμένης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 13-8-2015 η Α. Σ. απεβίωσε με αιτία θανάτου οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, πνευμονικό οίδημα, καρδιακή ανεπάρκεια, λοίμωξη του ουροποιητικού, σακχαρώδη διαβήτη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 905/8- 9-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου, δηλαδή επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση. Εν συνεχεία οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία αιτούμενοι την καταβολή του ασφαλίσματος στην δανείστρια Εθνική Τράπεζα, προσκομίζοντας σε αυτήν το ατομικό βιβλιάριο υγείας της αποβιωσάσης.

Το ασφάλισμα, που σύμφωνα με τους όρους του προαναφερθέντος ομαδικού ασφαλιστηρίου ήταν ίσο με το ανεξόφλητο υπόλοιπο του αρχικού ποσού στεγαστικού δανείου κατά την ημερομηνία του θανάτου της ασφαλισμένης, ανερχόταν κατά το χρόνο θανάτου της στο ποσό των 11.309,94 ευρώ. Η εναγόμενη, αφού εξέτασε το αίτημα τους, ισχυρίζεται ότι συνεπεία του γεγονότος ότι η αποβιώσασα από πρόθεση, και παρόλο που γνώριζε σαφώς ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, παρέλειψε να το δηλώσει κατά την υποβολή της αίτησης και απήντησε στο σχετικό ερώτημα αρνητικά...απαλλάσσεται (ενν.

η ίδια) από κάθε υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ασφαλίσματος. Κατόπιν τούτων, και ενόψει του ότι η εναγόμενη ενέμεινε στην ως άνω εκτεθείσα θέση της οι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή εναντίον της. Περαιτέρω, προέκυψε ότι στο από 9-9-2015 ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του ΓΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, στο εδάφιο του ατομικού αναμνηστικού αναγράφεται η ασθένεια σακχαρώδη(ς) διαβήτης τύπου 2.

Όμως, από το ως άνω προσκομιζόμενο έγγραφο και από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου, δεν προκύπτει από πότε υπήρχε η ως άνω ασθένεια και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι την 1-9-2009 η ασφαλισμένη γνώριζε ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη. Εξάλλου, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ασφαλιστικό βιβλιάριο υγείας ΙΚΑ της αποβιωσάσης, προκύπτουν μεν μηνιαίες εγγραφές του αντιδιαβητικού φαρμάκου Glucophage από τον 4/2009 έως τον 9/2009, ήτοι οι εγγραφές αρχίζουν πέντε μήνες πριν την υποβολή της από 1-9-2009 αίτησης ασφάλισης, όμως, ούτε από το ως άνω έγγραφο προκύπτει με βεβαιότητα ότι η ασφαλισμένη έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης, καθώς τούτο δεν επιβεβαιώνεται από καμία ιατρική γνωμάτευση, η δε χορήγηση του ως άνω φαρμάκου μπορεί να σχετίζεται με την ανάγκη παροδικής ρύθμισης του σακχάρου στο αίμα.

Το γεγονός όμως της λήψης του ως άνω φαρμάκου εκ μέρους της αποβιωσάσης, το οποίο δεν γνωστοποίησε στην εναγομένη, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση από αυτή του ασφαλιστικού κινδύνου, ώστε λόγω της απόκρυψης του να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, καθόσον η λήψη του ως άνω φαρμάκου ήταν αποκομμένη από το κρίσιμο και ουσιώδες γεγονός της κατάστασης της υγείας της ασφαλισμένης και αντικειμενικά δεν θα αποτελούσε, εάν η εναγομένη τη γνώριζε, αποφασιστικό παράγοντα για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, αφού η κατάσταση της υγείας της αποβιωσάσης ήταν το αντικειμενικά ουσιώδες και κρίσιμο μέγεθος το οποίο εκτίμησε ο ασφαλιστής, προκειμένου να προχωρήσει στη σύμβαση ασφάλισης υπό τους όρους κατά τους οποίους αυτή συνήφθη εν προκειμένω και όχι η λήψη του ως άνω φαρμάκου αυτή καθεαυτή.

Πέραν δε της λήψης του ως άνω φαρμάκου η κατάσταση της υγείας της αποβιωσάσης ήταν καλή, αφού δεν αποδείχθηκε από κάποια ιατρική βεβαίωση ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη ή κάποιο άλλο νόσημα, δεν είχε νοσηλευτεί ποτέ και ήταν λογικό η ασφαλισμένη να μην θεωρήσει ουσιώδες το γεγονός της λήψης του ως άνω φαρμάκου, ώστε να το δηλώσει, ως εκ τούτου δεν προέκυψε ότι η ασφαλισμένη το απέκρυψε από δόλο ή βαριά αμέλεια απορριπτομένων των ενστάσεων της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και ακυρότητας της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω πλάνης ως ουσιαστικά αβάσιμων".

Με τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το προσβληθέν με την έφεση τμήμα της, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η από 23/1/2016 κυρία παρέμβαση της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά των αρχικών εναγόντων- ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και κατά της αρχικής εναγομένης- ήδη αναιρεσείουσας και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει νομιμοτόκως στην κυρίως παρεμβάσα- πέμπτη αναιρεσίβλητη το ανωτέρω ποσό των 11.309,94 ευρώ, αφού σημειωθεί ότι με την έφεση αυτή δεν προσβλήθηκε η διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η συνεκδικασθείσα με την κύρια παρέμβαση από 25-11-2016 αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας και κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτοί, ασκώντας πλαγιαστικά το δικαίωμα της πέμπτης αναιρεσίβλητης, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην τελευταία το ανωτέρω ποσό του αφαλίσματος, επειδή επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, με τον θάνατο της ασφαλισμένης Α.

Σ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997 και 330 εδ. α' του ΑΚ, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας και δη ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν, την 1-9-2009, κατά την υποβολή από την ως άνω ασφαλισμένη της αναφερόμενης αίτησής της για συμμετοχή στην επίμαχη ομαδική ασφαλιστική σύμβαση των δανειοληπτών της πέμπτης αναιρεσίβλητης (κυρίως παρεμβαίνουσας), που αυτή είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, για τον κίνδυνο θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων που χορηγούσε σε δανειολήπτες της, (αν) η εν λόγω ασφαλισμένη, απαντώντας στο ενσωματωμένο στην αίτηση αυτή ερωτηματολόγιο της αναιρεσείουσας, παρέλειψε να δηλώσει, από δόλο, τα γνωστά σ' αυτήν περιστατικά της κατάστασης της υγείας της, και συγκεκριμένα ότι έπασχε ζακχαρώδη διαβήτη, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.

Συγκεκριμένα, α) ενώ δέχεται ότι στο από 9-9-2015 ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του ΓΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, στο εδάφιο του ατομικού αναμνηστικού της αποβιωσάσης ασφαλισμένης δικαιοπαρόχου των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων Α. Σ., αναγράφεται η ασθένεια σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και, επίσης, ότι στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ υπήρχαν μηνιαίες εγγραφές του αντιδιαβητικού φαρμάκου Glucophage κατά το χρονικό διάστημα Απριλίου - Σεπτεμβρίου 2009, ήτοι εγγραφές που άρχιζαν πέντε μήνες πριν την υποβολή της από 1-9-2009 αίτησης ασφάλισης, στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι δεν προκύπτει ότι η ασφαλισμένη έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης και, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν προκύπτει ότι αυτή γνώριζε ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και, συνεπώς, ότι η εν λόγω ασφαλισμένη, απαντώντας αρνητικά στις γραπτές ερωτήσεις, που της δόθηκαν από την αναιρεσείουσα, δεν απέκρυψε από δόλο ή βαριά αμέλεια τον γεγονός ότι πάσχει ή έχει νοσηλευτεί για την ασθένεια αυτή, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς, διαλαμβάνοντας σχετικές παραδοχές, αν το συγκεκριμένο φάρμακο χορηγείται και χωρίς να υφίσταται διάγνωση για την ύπαρξη της ασθένειας του σακχαρώδους διαβήτη και αν η εμφάνιση της εν λόγω ασθένειας μπορεί να είναι παροδική, ώστε, παρά τη λήψη επί πεντάμηνο του αντιδιαβητικού αυτού φαρμάκου, να δικαιολογείται άγνοια της ασφαλισμένης ότι πάσχει από την πιο πάνω ασθένεια και να μη δηλώσει το γεγονός αυτό, καίτοι συνιστά σχετικό με την κατάσταση της υγείας της περιστατικό, β) διαλαμβάνει την ενδοιαστική αιτιολογία ότι "η...

χορήγηση του ως άνω φαρμάκου μπορεί να σχετίζεται με την ανάγκη παροδικής ρύθμισης του σακχάρου στο αίμα", μη αποκλείοντας έτσι να σχετίζεται η χορήγηση του φαρμάκου με την ανάγκη διαρκούς ρύθμισης του σακχάρου και, συνακόλουθα, με την ύπαρξη της ασθένειας του σακχαρώδους διαβήτη, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αιτιολογεί, γιατί και η ανάγκη για παροδική ρύθμιση του σακχάρου δεν συνιστά την ασθένεια του σακχαρώδους διαβήτη, και γ) δέχεται με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία ότι η λήψη του ως άνω φαρμάκου ήταν αποκομμένη από το γεγονός της κατάστασης της υγείας της ασφαλισμένης και ότι η εκ μέρους της παράλειψη να δηλώσει τη λήψη του, δεν ήταν αντικειμενικά ουσιώδης για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου από την αναιρεσείουσα, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς και με σαφήνεια, αν η χορήγηση του συγκεκριμένου φαρμάκου, το οποίο η προσβαλλομένη χαρακτηρίζει ως αντιδιαβητικό, συμβάλλει αποφασιστικά ή όχι στην ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη και γιατί, σε καταφατική περίπτωση, η λήψη, έστω και προσωρινά, αυτού από την ασφαλισμένη ήταν αποκομμένη από την κατάσταση της υγείας της, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι στο σχετικό ερωτηματολόγιο της αναιρεσείουσας, η πρώτη ασθένεια, στην οποία κλήθηκε να απαντήσει η ασφαλισμένη ήταν αν έπασχε από "ζακχαρώδη διαβήτη".

Λόγω των ως άνω ασαφών, αντιφατικών και ενδοιαστικών αυτών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να κριθεί, αν η Α. Σ. στις 1/9/2009, όταν απάντησε στις γραπτές ερωτήσεις της αναιρεσείουσας, έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και το απέκρυψε από δόλο και συνεπώς αν ορθά απορρίφθηκε η ένσταση της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή η κυρία παρέμβαση της πέμπτης αναιρεσίβλητης, αφού σημειωθεί ότι οι πρόσθετες αιτιολογίες της απόφασης περί της καλής υγείας της Α.Σ., όταν απάντησε στο ερωτηματολόγιο είναι αλυσιτελείς γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η απαλλαγή της ασφαλίστριας - αναιρεσείουσας επέρχεται με μόνη την από δόλο παραβίαση του ασφαλιστικού βάρους της παρ. 1 του άρθρου 3 Ν. 2496/1997, άσχετα αν η παραβίαση αυτή επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω, από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.

Πολ. Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς, ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 570 παρ 1 του ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004, AΠ 459/2021, ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 966/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αφού στην αίτηση αναίρεσης δηλώνει ότι επιφυλάσσεται να υποβάλλει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της αναγκαστικής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση και να επιδιώξει την επανείσπραξη των καταβλήθέντων στην πέμπτη αναιρεσείουσα, στη συνέχεια, με τις από 28/9/2023 έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28/9/2023, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση της γραμματέα, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 25/9/2023, με τον ισχυρισμό ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέβαλε εκουσίως το ποσό των 13.523, 76 ευρώ στην πέμπτη αναιρεσίβλητη (σε εκτέλεση προφανώς της πρωτόδικης απόφασης), και ειδικότερα 1) ποσό 11.309,94 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο 2) ποσό 2.063,82 για τόκους και 3) ποσό 150 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάσθηκαν υπέρ της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης, ζήτησε να της επιστραφεί από την αντίδικό της αυτή το παραπάνω ποσό, στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, υποβλήθηκε εκπρόθεσμα με τις προτάσεις, που κατατέθηκαν μετά την συζήτηση της υπόθεσης και είναι συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 12.605/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

-Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. -

Απορρίπτει την υποβληθείσα δια των προτάσεων της αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη της εκτέλεσης κατάσταση. Και -

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ