Legislator Case Law & Legislation
966/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court but rejects late request for restitution of paid amount.

Case Number 966/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant sought restitution of a €10,000 payment made voluntarily to comply with a lower court judgment. The court rejected this request because the application for restitution was filed late, after the hearing had concluded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 533, 570, 579 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order restitution of things to the state prior to execution upon proof of voluntary or forced execution, but such requests must be submitted before the hearing concludes to be admissible.

Keywords

AI generated
appeal procedure restitution of things voluntary execution admissibility deadline court costs allocation remand for retrial civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 533 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 966 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 966/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπέιται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιούμα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ), που εδρεύει στην Λευκωσία της Κύπρου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ρήγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιανουαρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3839/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4475/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28.10.2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4475/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4475/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε από τυπικής, αλλά απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 10.11.2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3839/9.9.2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η ένδικη από 10.1.2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αντίδικός της να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 25.096,29 ευρώ, ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του ποσού των 164.181,33 ευρώ, κατά το οποίο εκχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη από την εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." η αξίωση της τελευταίας κατά της αναιρεσείουσας για καταβολή της αμοιβής, που η αναιρεσείουσα της όφειλε για τις παρασχεθείσες σ' αυτή υπηρεσίες της τεχνικού συμβούλου στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχετικής σύμβασης.

Με την αίτηση αναίρεσης συμπροσβάλλεται και η ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως όμως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990).

Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), αφού με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγινε κατά τα προεκτεθέντα τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981).

Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο. Οι αντιφάσεις είναι κρίσιμες όταν εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΟλΑΠ 13/1995).

Αντίθετα η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε κατ' αρχήν ως προς την ουσία της υπόθεσης ότι με την από 2.5.2007 σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και της εταιρείας με την επωνυμία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.", καθώς και των ως τρίτων συμβαλλομένων α) της ένωσης εταιρειών "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.-TREK CONSULTING Α.Ε." και β) της εταιρείας με την επωνυμία "TREK CONSULTING Α.Ε", η εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." εκχώρησε στην αναιρεσίβλητη, όπως ακριβώς αναφέρεται στη σύμβαση αυτή, τις απαιτήσεις της που απέρρεαν από την με αριθμό 254/26.7.2005 σύμβαση παροχής υπηρεσιών συμβούλου τεχνικής υποστήριξης για το έργο ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΜΕ ΧΡΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ.

Κατά τα εκτιθέμενα περαιτέρω στην εφετειακή απόφαση, η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ Α.Ε." (ως αναθέτουσας αρχής και ήδη αναιρεσείουσας) και της ένωσης εταιρειών "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.-TREK CONSULTING Α.Ε.", ήταν συνολικού ποσού 597.023 ευρώ και η ποσοστιαία συμμετοχή της εκχωρήτριας εταιρείας στο ποσό αυτό της αξίας του έργου ορίσθηκε σε 55%, εκχωρήθηκε δε στην αναιρεσίβλητη αυτοτελώς από την εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." το 50% του ποσοστού συμμετοχής της, δηλαδή, κατά τα ακριβώς αναφερόμενα στη σύμβαση εκχώρησης, το ποσό των 164.181,33 ευρώ (€ 597.023 x 55% x 50%).

Ακόμη εκτίθενται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ως εκδοχέας της εκχωρηθείσας ως άνω απαιτήσεως της εταιρείας "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.", ανήγγειλε η ίδια την εκχώρηση στην εναγόμενη εταιρεία, επιδίδοντας σ' αυτή αντίγραφο της συμβάσεως εκχωρήσεως την 9.5.2007... Κατά την υπογραφή της συμβάσεως εκχωρήσεως το αναφερόμενο σ' αυτή έργο είχε ήδη ολοκληρωθεί, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη.

Από το προαναφερθέν περιεχόμενο της συμβάσεως εκχωρήσεως προκύπτει σαφώς ότι η εκχωρήτρια εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." εκχώρησε στην ενάγουσα το συγκεκριμένο και πλήρως ορισμένο ποσό των 164.181,33 ευρώ, το οποίο ανέλυσε (ως προς το) πως προέκυψε από το συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα των 597.023 ευρώ (597.023 x 55% x 50%), στο οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμπεριλαμβανόταν και ΦΠΑ 19%, τον οποίο όμως η ενάγουσα δεν αξιώνει με την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι ανέμενε να εισπράξει από την εναγομένη το καθαρό ποσό των 132.986,88 ευρώ (164.181,33 - 19%).

Έναντι της εκχωρηθείσης αυτής απαιτήσεως η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τμηματικά στις 7.12.2007 και 19.12.2007 τα ποσά των 85.542,41 και 22.348,18 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 107.890,59 ευρώ, αρνούμενη να της καταβάλει το υπόλοιπο των 25.096,29 ευρώ. Η εναγομένη πρωτοδίκως συνομολόγησε ότι το συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα ...

ανερχόταν στο παραπάνω ποσό των 597.023 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι είχε καταβάλει προς την εκχωρήτρια εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.", στις 22.12.2005, ήτοι πριν από την αναγγελία της συμβάσεως εκχωρήσεως προς αυτήν (9.5.2007), το ποσό των 49.254,40 ευρώ σε εξόφληση του υπ' αριθ. 2490/15.12.2005 τιμολογίου και ότι από το ποσό των 328.367,60 ευρώ (ορθότερα 328.362,66 €), που είχε δικαίωμα να λάβει η εκχωρήτρια εταιρεία κατά το χρόνο της αναγγελίας από το συνολικό ως άνω εργολαβικό αντάλλαγμα (597.032 και ορθότερα 597.023 € x 55%), απέμενε υπόλοιπο 279.108,26 ευρώ.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, ότι κατέβαλε στην εκχωρήτρια το παραπάνω ποσό πριν από την αναγγελία, ήταν νόμιμος κατά τη διάταξη του άρθρ. 463§1 ΑΚ, αποδεικνύεται δε και βάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε πρωτοδίκως ότι έχει γίνει η καταβολή αυτή προς την εκχωρήτρια, συνομολογώντας κατ' άρθρ. 261 ΚΠολΔ τον ισχυρισμό αυτό, ενώ αβασίμως επικαλέσθηκε με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της ότι το καταβληθέν ποσό των 49.254,40 ευρώ πρέπει να καταλογισθεί στο μη εκχωρηθέν προς την τράπεζα (ενάγουσα) ποσοστό της εταιρείας "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.", καθόσον το μη εκχωρηθέν 5% του ποσού του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος, ανερχόμενο στο ποσό των 29.851,17 ευρώ (597.023,41 x 5%) δεν επαρκούσε για την εξόφληση των ως άνω τιμολογίων (ορθότερα του υπ' υπ' αριθ. 2490/15.12.2005 τιμολογίου).

Βασίμως επομένως η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι μετά την ως άνω καταβολή απέμενε ποσό 279.108,26 ευρώ, καθόσον ελευθερώθηκε κατ' άρθρ. 461§1 ΑΚ ως προς το καταβληθέν των 49.254,40 ευρώ κατ' εκτίμηση του ως άνω ισχυρισμού της. Από το ποσό δε των 279.108,26 ευρώ, που η εναγομένη όφειλε πράγματι προς την εκχωρήτρια κατά το χρόνο της αναγγελίας, έπρεπε να καταβάλει στην ενάγουσα 132.986,88 ευρώ, όπως βάσιμα η ενάγουσα της ζητούσε, αφαιρώντας ΦΠΑ 19% από το ορισμένο με τη σύμβαση εκχωρήσεως εκχωρηθέν ποσό των 164.181,33 ευρώ, ενώ ουδόλως συντρέχει θέμα ερμηνείας της συμβάσεως εκχωρήσεως, όπως υπαινίσσεται η ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεών της, αφού η βούληση της εκχωρήτριας ήταν να εκχωρήσει συγκεκριμένο και πλήρως ορισμένο ποσό, όπως προαναφέρθηκε, αναλύοντας και πως αυτό προέκυπτε.

Η εναγομένη περαιτέρω πρόβαλε αορίστως, κατ' εκτίμηση των πρωτόδικων προτάσεών της, ένσταση συμψηφισμού ποσών 18.763,58 ευρώ "από παρακράτηση φόρου 8% " και 44.563,50 ευρώ για "ΦΠΑ τιμολογίων", ισχυρισμός ο οποίος ήταν απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν επικαλείται με σαφήνεια ... από ποιές συγκεκριμένες ανταπαιτήσεις της κατά της εκχωρήτριας παρακράτησε για φόρο και ΦΠΑ τα παραπάνω ποσά (ποιά τιμολόγια και ποιές οφειλές ΙΚΑ, όπως ισχυρίσθηκε με την προσθήκη των προτάσεων) και αν αυτές ήταν ληξιπρόθεσμες ή όχι κατά το χρόνο της αναγγελίας της εκχωρήσεως...

Τέλος ο ισχυρισμός, που πρόβαλε πρωτοδίκως η εναγομένη ότι "το προϊόν της εκχωρήσεως εξοφλήθηκε", ήταν απορριπτέος ως αόριστος". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι "η ενάγουσα δικαιούται το αιτηθέν ποσό των 25.096,29 ευρώ, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, που αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, εκτίμησε τις αποδείξεις και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι η εναγομένη όφειλε στην ενάγουσα καθαρό ποσό 132.986,88 ευρώ από την εκχωρηθείσα απαίτηση των 164.181,33 ευρώ και ότι της είχε καταβάλει μόνο τα ποσά των 85.542,41 και 22.348,18 ευρώ, απορρίπτοντας χωρίς σαφή αιτιολογία τον ισχυρισμό της εναγομένης για το ποσό των 49.254,40 ευρώ και χωρίς καθόλου αιτιολογία τους λοιπούς ισχυρισμούς της εναγομένης".

Η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 49.254,40 ευρώ, που κατέβαλε στις 22.12.2005 στην εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.", μείωσε στο ποσό των 279.108,26 ευρώ το ποσό της οφειλής της προς την εταιρεία αυτή, που ήταν αρχικά 328.362,66 ευρώ, δηλαδή το 55% του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος, ύψους 597.023 ευρώ [328.362,66 (597.023 x 55%) - 49.254,40], ότι από το ποσό αυτό των 279.108,26 ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 44.563,50 ευρώ, που παρακράτησε για ΦΠΑ 19% επί του ποσού των 279.108,26 ευρώ (ωστόσο ο ΦΠΑ επί του ποσού αυτού ανέρχεται κατ' ορθό υπολογισμό σε 53.030,57 ευρώ), καθώς και το ποσό των 18.763,58 ευρώ, που παρακράτησε ως φόρο εισοδήματος 8% επί του ποσού των 234.544,76 ευρώ (279.108,26 - 44.563,50) και ότι έτσι η οφειλή της περιορίσθηκε σε 215.781,18 ευρώ [279.108,26 - (44.563,50 + 18.763,58)], οπότε κατά τη σύμβαση εκχώρησης περιήλθε στην αναιρεσίβλητη το 50% της μειωμένης πλέον ως άνω οφειλής της των 215.781,18 ευρώ, δηλαδή ποσό 107.890,59 ευρώ (215.781,18 x 50%), το οποίο εξόφλησε πλήρως με τις καταβολές της προς την αντίδικό της των ποσών 85.542,41 και 22.348,18 ευρώ.

Ανεξάρτητα από την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών της αναιρεσείουσας, τα ως άνω ποσά των 44.563,50 και 18.763,58 ευρώ, που αφαιρεί αυτή προκειμένου να υπολογίσει στη συνέχεια το ποσό κατά το οποίο η οφειλή της προς την εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." εκχωρήθηκε από την τελευταία στην αναιρεσίβλητη, είναι ορισμένα και όχι αόριστα ως προς τη βασική αιτία τους, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο, υπολαμβάνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι συνέχονται με άλλες ανταπαιτήσεις της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, τις οποίες όμως αυτή δεν εξειδίκευσε και γι' αυτό το Εφετείο απέρριψε τελικώς ως αόριστη τη σχετική ένσταση συμψηφισμού που δέχθηκε ότι πρότεινε ως προς τα ποσά αυτά η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας και είναι αντίστοιχα βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενος ορθά ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Εξ άλλου το Εφετείο έκρινε ότι το ποσό των 49.254,40 ευρώ, που η αναιρεσείουσα κατέβαλε στις 22.12.2005 στην εταιρεία "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.", δεν καταλογίζεται στο ποσοστό κατά το οποίο η αντίστοιχη απαίτηση της εταιρείας αυτής κατά της αναιρεσείουσας παρέμεινε στην ίδια και δεν εκχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη, διότι, όπως δέχθηκε, το ποσοστό της απαίτησής της, που δεν εκχωρήθηκε ήταν μόνο 5% επί του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος και αντιστοιχεί σε ποσό 29.851,17 ευρώ (597.023,41 x 5%), το οποίο υπολειπόταν του ποσού της ως άνω καταβολής.

Η σκέψη αυτή της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης είναι προφανώς εσφαλμένη, διότι κατά τις λοιπές παραδοχές της η ως άνω εταιρεία παρακράτησε και δεν εκχώρησε στην αναιρεσίβλητη το 50% του ποσοστού της από 55% στο συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα, δηλαδή ποσό 164.181,33 ευρώ από τη συνολική απαίτησή της των 328.362,66 ευρώ (597.023,41 x 55% x 50%), η οποία κατά το άλλο μισό της εκχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς η καταβολή του ποσού των 49.254,40 ευρώ μπορούσε να καταλογισθεί προς μερική εξόφληση του ποσού των 164.181,33 ευρώ, κατά το οποίο η απαίτηση της εταιρείας "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." δεν εκχωρήθηκε και παρέμεινε σ' αυτή.

Η ως άνω εσφαλμένη σκέψη της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, αναγόμενη τελικά σε σφάλμα ως προς την ουσία της υπόθεσης, δεν ελέγχεται βέβαια καθεαυτή αναιρετικά (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), όμως αποτέλεσε τη βάση για να κρίνει στη συνέχεια το Εφετείο ότι η καταβολή των 49.254,40 ευρώ δεν καταλογίζεται στο ποσό κατά το οποίο η απαίτηση της εταιρείας "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." κατά της αναιρεσείουσας παρέμεινε στην ίδια και δεν εκχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη.

Σε συνάρτηση με την κρίση αυτή θα έπρεπε λογικά το Εφετείο να αφαιρέσει το ποσό των 49.254,40 ευρώ από το ποσό των 164.181,33 ευρώ, που εκχωρήθηκε η απαίτηση της ως άνω εταιρείας στην αναιρεσίβλητη, οπότε όμως αν συνυπολογισθούν και οι καταβολές των ποσών των 85.542,41 και 22.348,18 ευρώ και αφαιρεθεί και ο ΦΠΑ 19% επί του ποσού της εκχώρησης, δηλαδή 31.194,45 ευρώ (164.181,33 x 19%), υπερκαλύπτεται το ποσό της εκχώρησης και δεν μένει πλέον ανεξόφλητο υπόλοιπο 25.096,29 ευρώ, ως προς το οποίο έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή.

Όμως αντιφατικά προς τα παραπάνω το Εφετείο δεν αφαίρεσε τελικά το ποσό των 49.254,40 ευρώ από το μέρος της απαίτησης της εταιρείας "01 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." που εκχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη, αλλά το προαφαίρεσε από το συνολικό ποσό της απαίτησής της (328.362,66 €), καταλογίζοντας έτσι το ποσό αυτό στο ανεκχώρητο μέρος της απαίτησής της.

Η αντίφαση αυτή στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης οφειλής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, δεν ιδρύει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αφού η αντίφαση δεν αφορά το διατακτικό της απόφασης, συνιστά όμως πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και συνεπώς είναι βάσιμος κατά το αντίστοιχο μέρος του και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το μέρος αυτό ο πρώτος και πάλι λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Συνακόλουθα πρέπει η αίτηση αυτή να γίνει δεκτή αναφορικά με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να αναιρεθεί στο σύνολό της η απόφαση αυτή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη ήδη απόφαση (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012, αφού η νέα ρύθμιση δεν καταλαμβάνει και τις αιτήσεις αναίρεσης που είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη της ισχύος της στις 2.4.2012).

Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§2, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι με την υπ' αριθ. 61/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο ανεστάλη η εκτέλεση της υπ' αριθ. 3839/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, μόνο για το πέραν των 10.000 ευρώ ποσό, κατέβαλε δε εκουσίως το ποσό αυτό των 10.000 ευρώ στην αντίδικό της, ζήτησε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Αρείου Πάγου και περιέχεται και στις από 6.2.2012 έγγραφες προτάσεις της, που όμως κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9.2.2012, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, να της επιστραφεί από την αντίδικό της το παραπάνω ποσό των 10.000 ευρώ, στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έμμεση κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και είναι συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4475/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα αίτηση για απόδοση σ' αυτή του ποσού των 10.000 ευρώ, που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε συμμόρφωση με την υπ' αριθ. 3839/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ήδη αξιώνει στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ