Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to untimely supplementary grounds and improper procedural arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant raised supplementary grounds of appeal that were not filed thirty days prior to the hearing and argued a procedural error regarding the valuation of property that had not been properly contested in the lower court. The court ruled that these supplementary grounds were inadmissible due to procedural violations and that the specific argument regarding property valuation was barred because it was not raised as a valid ground of appeal in the previous instance.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 § 2a KPolD; Art. 577 KPolD: Supplementary grounds of appeal must be filed thirty days before the hearing and served within the same period; failure to meet these requirements renders them inadmissible. Furthermore, grounds based on claims not properly raised in the lower court are inadmissible unless they concern public order or errors inherent to the decision itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1769 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1769/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τιμόθεο Σιγάλα.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. πρώην συζ. Ε. Π. το γένος Σ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σούφλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4299/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-11-2011 αίτησή του και τους από 7-2-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της κρινόμενης αίτησης ως και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 569 § 2α ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνον με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναίρεσης και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (Ολ ΑΠ 143/84, ΑΠ 259/2008).
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, οι ημέρες Σάββατο και Κυριακή, οι προηγούμενες της δικασίμου καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 266/85). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-2-2013 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την ίδια ημερομηνία, για τη δικάσιμο της υποθέσεως που ορίσθηκε στις 11-3-2013. (βλ.
σχετ. τη με αριθμό 27/7-2-2013 κατάθεση προσθέτων λόγων στην αρμόδια Γραμματέα του Αρείου Πάγου και την επί του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με ημερομηνία 7-2-2013 σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν και επιδόθηκαν εκπροθέσμως δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού, δικάσιμο της 11 Μαρτίου 2013, στην οποία προθεσμία, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπολογίζονται οι προαναφερθείσες ημέρες.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 (άρθρο 12 ν.1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 29/1996). Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατό να στηρίζεται είτε κύρια είτε και επικουρικά σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 εδ. α' του αρθ. 1400 του Α.Κ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β' του αρθ. 1400 του Α.Κ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί για το ορισμένο της αγωγής.
Συνακόλουθα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν ούτε του ποσοστού της ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου ( ΑΠ 76/1997, 456/2009, 209/2010, 287/2011). Ο εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.
Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π.456/2009, 1223/2007).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 1-5-1967...που λύθηκε με ... απόφαση ... που έγινε αμετάκλητη στις 9-5-2003... Ο εναγόμενος (σημ: εδώ αναιρεσείων) είχε αποκτήσει με αγορά, πριν από την τέλεση του γάμου τους, το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου...ήδη οικοπέδου...
που έχει ενταχθεί στο πολεοδομικό σχέδιο του Δήμου ..... ημίσεως στρέμματος περίπου και στο δυτικό τμήμα του ...είχε αναγείρει (πριν από την τέλεση του γάμου..) ένα δωμάτιο με τουαλέτα. Κατά τη διάρκεια του γάμου... προέβη στην επέκταση των παραπάνω ισογείων κτισμάτων καθώς και στην ανέγερση ενός ακόμη ορόφου πάνω απ' αυτά.
Στη συνέχεια... συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου ...Το ως άνω τμήμα με την επ' αυτού διώροφη οικοδομή... υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3741/1929...1002 και 1117 ΑΚ. Έτσι επί του.. οικοπέδου υπάρχουν δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (μία ισόγεια και μία του πρώτου ορόφου) και δώμα με τα επ' αυτού κτίσματα.
Ο ισόγειος όροφος.. περιλαμβάνει διαμέρισμα ... έχει επιφάνεια 74,50 τ.μ και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 231/1000, είχε δε αντικειμενική αξία που ταυτίζεται με την αγοραία κατά το χρόνο γέννησης της επίδικης αξίωσης 44.025,04 ευρώ. Ο πρώτος όροφος, περιλαμβάνει το .. Α-1 διαμέρισμα εμβαδού 77,30 τμ... Έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 239/1000 και η αγοραία αξία του ..ανέρχεται σε 50.000 ευρώ.
Την ψιλή κυριότητα του...ο εναγόμενος μεταβίβασε ...στον υιό αυτού...Π... Έτσι, στον εναγόμενο απέμεινε η ισόβια επικαρπία του... η αξία της οποίας... ανέρχεται σε 20.000 ευρώ...Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ο εναγόμενος απέκτησε αγροτεμάχιο εκτάσεως 225,60 τμ... επί του οποίου έχει ανεγερθεί ισόγεια οικία 44,38 τμ...Ο εναγόμενος μεταβίβασε...την ψιλή κυριότητα του στον υιό του ..Σ.
παρακρατώντας υπέρ αυτού την ισόβια επικαρπία... Η αξία του δικαιώματος τούτου ανέρχεται σε 14.086,57 ευρώ... Ο εναγόμενος αγόρασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 229 τμ...Επ'...αυτού έχει ανεγερθεί ισόγεια οικία επιφανείας περίπου 45 τμ.. αξίας... 29.347,03 ευρώ... Η περιουσία του εναγομένου, συνεπώς, αυξήθηκε από της τελέσεως του γάμου των...
μέχρι ...της διαστάσεως τους κατά 107.458,64 ευρώ... Στην επαύξηση αυτή συνέβαλε κατά το 1/3 ή κατά 35.819,54 ευρώ και η ενάγουσα...Με την παροχή των προσωπικών υπηρεσιών της στη δημιουργία και ανάπτυξη της οικογένειας, πέραν από τα όρια...του άρθρου 1389 ΑΚ, καθώς και με την παροχή οικονομικής συνδρομής από την εργασία της ...
Από την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης των... ασχολήθηκε...και με εργασίες "φασόν" τις οποίες εκτελούσε στο σπίτι...ραφή ενδυμάτων για κούκλες, είχε μάλιστα προμηθευτεί .. και κατάλληλες επαγγελματικές μηχανές. Από του έτους 1991 άρχισε να εργάζεται ...στην επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων... εισέφερε δε μέρος του μηνιαίου μισθού.. (μεγαλύτερο του μέτρου που επιβάλλει το 1389 ΑΚ) για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών...
Η πρωτοδίκως προβληθείσα, προς απόκρουση του τεκμηρίου.. ένσταση του εναγομένου, ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην περιουσιακή του επαύξηση, ορθά απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αβάσιμη...Οι σχετικοί λόγοι της από 28-5-2010 έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε του άρθρου 1400 ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε άλλωστε εκείνες του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ.
Διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των νομικών αυτών κανόνων, αναφορικά με την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη απαίτησης ίσης με το τεκμαιρόμενο ποσοστό συμμετοχής (1/3). Και τούτο διότι, η ένδικη αξίωση, θεμελιούμενη στην τεκμαρτή συμβολή της συζύγου (κατά την παρ. 1 εδ.
β' του άρθρου 1400 ΑΚ), μοναδική προϋπόθεση έχει τη επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη της συμβολής καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου, κατά τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (Α.Π. 287/2011, 447/2005). Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, με την αιτίαση ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής, που υπερβαίνει την υποχρέωση συνεισφοράς, και της επελθούσας επαύξησης της περιουσίας του υποχρέου, είναι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας αβάσιμα, παρεκτός του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει προβληθείσας ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση αυτή, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με τον τρόπο συμβολής της ενάγουσας στην εν λόγω επαύξηση.
Αβάσιμος είναι επίσης ο ίδιος (δεύτερος) λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια. Και τούτο διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο μετέφερε εσφαλμένα το βάρος αποδείξεως, δοθέντος ότι, όπως εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, ο ισχυρισμός ότι η δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής ενάγουσα -σύζυγος ουδόλως συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου - υποχρέου συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, αποδεικνυόμενη απ' αυτόν.
Εξ άλλου, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι σ' αυτό, θεμελιούμενο κατά τα άνω, στην τεκμαρτή συμβολή της, διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Κατά συνέπεια, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή ορισμένη και ο περί του αντιθέτου, πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, είναι, κατά τα μέρη αυτά αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "δεν περιέχει ειδική αιτιολογία" καθόσον αφορά την απορριπτική της αοριστίας κρίση της, προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει, την ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού στον οποίο αφορά.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Εάν δε ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως δεν είχε προταθεί νόμιμα και προκύπτει τούτο από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο Άρειος Πάγος θα ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως τη μη νόμιμη προβολή του και θα απορρίψει τον σχετικό λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο (ΑΠ 89/2009, 1482/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος προ της τελέσεως του γάμου των διαδίκων είχε αποκτήσει κατά κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου και είχε αναγείρει επ' αυτού κτίσμα αποτελούμενο από ένα δωμάτιο και λουτρό, δεν έλαβε υπόψη και δεν αποτίμησε την αρχική αυτή περιουσία του, ώστε μετ' αφαίρεση αυτής από την τελική να οδηγηθεί στην πραγματική αυξητική διαφορά που συνιστά το απόκτημα, παραβιάζοντας έτσι ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ.
Όμως ακόμα και αν ερμηνευθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως έχουσα το νόημα που της αποδίδει ο αναιρεσείων, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, δεδομένου ότι η απολύτως ταυτόσημη παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προσεβλήθη με λόγο εφέσεως. Αντιθέτως, ο αναιρεσείων, με την έφεσή του, προέβαλε μόνον την ένσταση της αοριστίας του αγωγικού δικογράφου και επί της ουσίας, αμφισβήτησε μόνον την συμβολή της αντιδίκου του στην απόκτηση περιουσίας, από αυτόν κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, (που κατέθεσε προτάσεις).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2011 αίτηση του Ε. Π. και τους από 7-2-2013 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 4299/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ