Legislator Case Law & Legislation
89/2009 AI generated

Supreme Court allows lawyer's appeal on fee award, ruling that oral proposals are mandatory in fee disputes.

Case Number 89/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the lawyer's appeal against the Court of Appeal's decision on legal fees. The Court of Appeal had dismissed the claim for 600 million drachmas but awarded fees based on a reduced 10 million drachma value. The Supreme Court found the Court of Appeal erred by accepting an argument raised in written proposals without the required oral presentation at the first instance, violating procedural rules for fee disputes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 677, 679, 681, 591, 666, 115, 256 of the Code of Civil Procedure; Articles 102, 527, 559 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 178 of the Code of Civil Procedure; Article 107 of the Lawyers' Code. In proceedings for legal fees, parties must propose all claims orally at the hearing, and written proposals alone are insufficient to validate new arguments.

Keywords

AI generated
legal fees award oral proposal requirement procedural inadmissibility lawyer's code provisions court of appeal error partial remittal legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 107 paragraph 1 of the Lawyers' Code
Articles 677, 679, 681, 591 paragraph 1 subsection b, 666 paragraph 1, 115 paragraph 3 and 256 paragraph 1 subsection d of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 102 of the Lawyers' Code
Article 581 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 178 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court (ol) 2/2005
Supreme Court 2075/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 89 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 89/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ......, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ηλίας Τσοπελάκος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.10.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3669/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27.07.2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρ. 107 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων, για την επιδίκαση αμοιβής για τις προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν αρκεί η σύνταξη προτάσεων αλλά απαιτείται και η κατάθεσή τους, διαφορετικά δεν οφείλεται αμοιβή γι' αυτές. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος δεν δικαιούται αμοιβής για τη σύνταξη προτάσεων, αφού αποδείχθηκε ότι δεν κατέθεσε προτάσεις (περιστατικό που και ο αναιρεσείων άλλωστε δεν αμφισβητεί), μετ' εξαφάνιση δε της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αποφανθεί αντιθέτως απέρριψε το σχετικό αίτημα ως μη νόμιμο, ορθώς εφάρμοσε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρ. 107 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων και ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 677, 679, 681, 591 παρ. 1 β' , 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επί πλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (ΑΠ (ολ) 2/2005).

Κατά το αρθρ. 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στον κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθ. 269.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, β) στη διαδικασία εκδικάσεως διαφορών από αμοιβή για παροχή εργασίας (ταυτόσημη με την διαδικασία των εργατικών διαφορών) πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα στην αρχή του σκεπτικού τρόπο και γ) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.8 του ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνο όταν τα πράγματα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, δεν προτάθηκαν από τον διάδικο αλλά και όταν προτάθηκαν μεν αλλά απαραδέκτως.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 100 παρ. 1, 102 κι 107 του Κώδ. Δικηγόρων σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στον δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρ. 102 του ίδιου Κώδικα ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε η αμοιβή του θα καθορισθεί με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί μετά από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του (ΑΠ 2075/2007, 140/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκτός άλλων παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο για τη σύνταξη αγωγής έλαβε υπόψη του το αίτημα της αγωγής που συνίστατο σε χρηματική απαίτηση ύψους 600.000.000 δρχ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διακρατώντας την υπόθεση έκρινε, κατά παραδοχή, όπως αναφέρεται, σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου από το άρθρ. 102 του Κώδ.

Δικηγόρων, ότι το αίτημα της αγωγής ήταν προφανώς εξογκωμένο και καθόρισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής, που ανερχόταν στο ποσό των 10.000.000 δρχ.. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος του παραπάνω από το άρθρ. 102 του Κώδ.

Δικηγόρων ισχυρισμό δεν είχε προτείνει προφορικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού δεν περιέχεται τέτοια δήλωση στα 313/22-11-2001 πρακτικά του άνω δικαστηρίου. Αντίθετα, η ένσταση αυτή περιλήφθηκε στις από 26-11-2001 προτάσεις του προς το πιο πάνω δικαστήριο, τις οποίες κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, την ίδια δε ένσταση επανέφερε στο Εφετείο με το δικόγραφο της εφέσεώς του. 'Ετσι όμως και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προδιαληφθείσα νομική σκέψη, η παραπάνω ένσταση προβλήθηκε απαραδέκτως, εφόσον δεν έγινε προφορική πρόταση του ισχυρισμού κατά τη συζήτηση και συνοπτική καταχώριση της προτάσεως αυτής στα πρακτικά και δεν ήταν αρκετή η έκθεση του ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις του εναγομένου.

Το Εφετείο, επομένως, που την έκαμε δεκτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, διότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί νομίμως και οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, παρέλκει η έρευνα των τρίτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρ. 102 του Κώδ.

Δικηγόρων και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση αμοιβής για τη σύνταξη αγωγής, να παραπεμφθεί δε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντο, των υπολοίπων συμψηφιζομένων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αμφοτέρων των διαδίκων (άρθρ. 176 και 178 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3669/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ