Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on inheritance dispute regarding will cancellation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific prior ruling regarding the cancellation of a public will, claiming this omission violated procedural rules. The court rejected this claim, finding that the prior judgment did not affect the current case's subject matter and that the appellate court had duly considered all evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the contested judgment clearly indicates such evidence was taken into account, and a prior judgment is irrelevant if it concerns a different subject matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1768 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1768/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Κουρούκλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σφακιανάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2001 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3249/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1225/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κουτσοχρήστος ανέγνωσε την από 26/10/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως φέρεται για συζήτηση με την από 2-6-2020 κλήση του αναιρεσείοντος η κρινομένη από 20-7-2010 αίτηση αναιρέσεώς του, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1225/2010 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 4-7-2003 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Λ.
Β. του Α., κατά της υπ' αριθμ. 3249/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - με την οποίαν, αφού ερημοδικάσθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, έγινε εν μέρει δεκτή η από 3-9-2001 αγωγή, την οποίαν άσκησε ο αρχικώς ενάγων Π. Π. του Α., μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθε στην σχετική δίκη ως νόμιμος κληρονόμος του ο ήδη αναιρεσείων Ι.
Γ. του Χ., ως βάσιμη από ουσιαστικής απόψεως - έκανε δεκτή την ως άνω ασκηθείσα έφεση και αφού εξαφάνισε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3249/2003 απόφαση, ακολούθως κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την παραπάνω ασκηθείσα αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Περαιτέρω, οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 619/2015).
Ειδικότερα, στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι: "Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ενώ στο άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Το άρθρο 173 ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 ΑΚ μόνον στις συμβάσεις (ΑΠ 1166/2021).
Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη αφορά το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος και η δεύτερη αφορά το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Οι παραπάνω διατάξεις παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά την διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για την συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010, ΑΠ 1179/1996).
Οι ίδιες διατάξεις όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, διότι (δήθεν) είναι σαφής, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010).
Οι ίδιες διατάξεις εξάλλου παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των ΑΚ 173 και 200. Η κατά τον άνω τρόπο παραβίαση των τελευταίων αυτών διατάξεων, ιδρύει τον προαναφερθέντα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 554/2018).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως εξάγει το στηριζόμενο στην βούληση του δηλούντος (άρθρο 173 ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως επίσης και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (άρθρο 200 ΑΚ) νόημα της δηλώσεως βουλήσεως είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1333/2012).
Εξάλλου, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, ενώ για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος και λαμβάνει επίσης υπόψη την φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο.
Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχεία από την μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στην σχετική σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 374/2013).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά και να προκύπτει έμμεσα από αυτή (ΑΠ 1651/2013). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο (μεταξύ των άλλων) ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1086/2019, ΑΠ 451/2014, 574/2010).
Περαιτέρω πληρεξουσιότητα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 ΑΚ, είναι η με μονομερή δικαιοπραξία, με μονομερή δηλαδή δήλωση και χωρίς να απαιτείται η αποδοχή του πληρεξουσίου, παρεχομένη εξουσία για αντιπροσώπευση. Η πληρεξουσιότητα παρέχεται κατ' αρχήν ατύπως και δεν είναι ανάγκη να εκφράζεται ρητώς, αλλά δύναται κατά τις περιστάσεις να συνάγεται και σιωπηρώς (ΑΠ 915/2012).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά την συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα. Η ενοχική ετεροβαρής σύμβαση της δωρεάς έχει τον χαρακτήρα υποσχετικής σύμβασης, όταν ο δωρητής υπόσχεται την παράδοση του πράγματος στο δωρεοδόχο στο μέλλον ή διαθέσεως όταν παραδίδει αμέσως, με την κατάρτιση της σύμβασης, το πράγμα σ' αυτόν (ΑΠ 1904/2017 ΑΠ 500/2017), ενώ κατά το άρθρο 713 ΑΚ, με την σύμβαση της εντολής, ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας.
Η διάταξη του άνω άρθρου δεν έχει το χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και επομένως οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν, εκ των προτέρων, ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, οπότε στην περίπτωση αυτή η σύμβαση θα έχει το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής (ΑΠ 679/2018).
Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 78/2020, 2267/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Για να είναι συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1312/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).
Στην κρινομένη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1225/2010 αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία σχετικό μέρος, τα ακόλουθα: "Ο αρχικός ενάγων Π. Π., Α. Π. και Ε.
Β. ήταν αδέλφια και κατάγονταν από την .... Η Ε. Β. είχε τρία τέκνα, τον Α. Β., Α. Β. και Ν.-Ι. Β.. Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι γιος του Α. Β. και εγγονός της Ε. Β., ζούσε από το έτος 1981 στην Αμερική, καθώς οι γονείς του είχαν χωρίσει και εκείνος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην ... των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, μαζί με τον αδελφό του, την μητέρα του και το νέο σύζυγό της.
Ο εναγόμενος ερχόταν κάθε χρόνο στην Ελλάδα και περνούσε τις καλοκαιρινές του διακοπές στην ..., κοντά στην Α. Π., που ήταν νονά του και με την οποία τον συνέδεε ιδιαίτερη αγάπη, αφού την θεωρούσε σαν γιαγιά του, καθώς η πραγματική του γιαγιά, και αδελφή της Α., Ε. Β. είχε πεθάνει. Στενή σχέση αγάπης συνέδεε τον εναγόμενο και με τον πατέρα του Α.
Β. αλλά και με τους θείους του Π. Π. και Ν.-Ι. Β., καθώς αυτοί δεν είχαν παιδιά και έτσι εκδήλωναν ιδιαίτερη αδυναμία στον εναγόμενο. Κατά το έτος 1994 αποβίωσε, σε ηλικία 85 ετών στην ..., η Α. Π., πριν προλάβει να υλοποιήσει την επιθυμία της, να καταστήσει μοναδικό κληρονόμο της τον εναγόμενο. Έτσι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τον αδελφό της Π.
Π. και τα παιδιά της προαποβιώσασας αδελφής της Ε. Β., Α. Β., Α. Β. και Ν.-Ι. Β.. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων της Α. Π. ήταν και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ελαιοκτήματος, συνολικής έκτασης 4.200 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού της ..., το οποίο ο Π. Π. της είχε δωρίσει, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Χ. Π., ενώ το υπόλοιπο 1/2 είχε περιέλθει σ' αυτήν ως κληρονόμο εξ αδιαθέτου, της μητέρας της Κ. Π., της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκε, δυνάμει της με αριθμό ... πράξης του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου. Ενόψει δε του ότι, οι ως άνω κληρονόμοι της Α. Π. είχαν, όπως και εκείνη, αδυναμία στον εναγόμενο, επειδή οι ίδιοι ήταν μεγάλης ηλικίας και δεν είχαν, όπως προαναφέρθηκε, δικούς τους κατιόντες, προσπάθησαν να βρουν τρόπο μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της αποβιώσασας στον εναγόμενο, ώστε και την ανεκπλήρωτη επιθυμία της θανούσας αυτής να ικανοποιήσουν και να προσφέρουν ένα κίνητρο στον εναγόμενο, προκειμένου να τον πείσουν να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και όλοι οι συγγενείς του επιθυμούσαν.
Έτσι και αφού συμβουλεύτηκαν τον δικηγόρο Ν. Κ., φίλο του πατέρα του εναγόμενου Α. Β., κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι ο πλέον συμφέρον τρόπος, προκειμένου να αποφύγουν και τις ανάλογες φορολογικές επιβαρύνσεις, ήταν να εφοδιάσουν τον εναγόμενο με πληρεξούσια, με τα οποία θα του έδιναν την εντολή να πωλεί και μεταβιβάζει προς τρίτους, αλλά και στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, κατ' άρθρο 235 Α.Κ., τα ανήκοντα σε αυτούς μερίδια επί του πιο πάνω ακινήτου, με την ιδιαίτερη συμφωνία ότι, ο εναγόμενος θα εισέπραττε το τίμημα για τον εαυτό του, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση απόδοσής του σ' αυτούς, αφού η επιθυμία όλων των συγκληρονόμων ήταν να αποξενωθούν από το εν λόγω ακίνητο και να το παραχωρήσουν στον εναγόμενο.
Ειδικότερα και όσον αφορά τον αρχικό ενάγοντα Π. Π. αυτός χορήγησε στον εναγόμενο, αρχικά, το με αριθμό ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Παρασκευής Τζανουδάκη, που υπογράφηκε στο γραφείο του ανωτέρω δικηγόρου Ν. Κ.. Με το πληρεξούσιο αυτό ο Π. Π. παρείχε στον εναγόμενο, μεταξύ άλλων, και τις εξής εντολές και πληρεξουσιότητες:
Να πωλήσει για λογαριασμό του εντολέα και εξ ονόματός του σε οποιονδήποτε τρίτο ή και στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, παραχωρήσει και παραδώσει κατά κυριότητα νομή και κατοχή με οποιοδήποτε τίμημα, όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιό του επί: α) μιας οικίας που βρίσκεται στο χωριό ...
και β) του προαναφερθέντος ελαιοκτήματος που βρίσκεται εντός της κωμόπολης ... και στη θέση "...". Από το έτος 1994 που χορηγήθηκε το ως άνω πληρεξούσιο, μέχρι το έτος 1999 ο εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε πράξη επί του προαναφερθέντος ακινήτου. Κατά το έτος 1999 όμως, επανήλθε στην Ελλάδα για να εγκατασταθεί μόνιμα και αποφάσισε να προχωρήσει στην εκμετάλλευση του ως άνω ελαιοκτήματος και να το πωλήσει, αφού προηγουμένως το κατατμήσει σε οικόπεδα για την επικερδέστερη εκμετάλλευσή του.
Τότε διαπιστώθηκε όμως ότι, με το ως άνω πληρεξούσιο δεν του είχε χορηγηθεί εντολή να κατατμήσει το ακίνητο αλλά ούτε και εντολή να αποδεχθεί, για λογαριασμό των κληρονόμων της Α. Π., την κληρονομιά τιης. Έτσι, συντάχθηκαν και άλλα, νέα πληρεξούσια από όλους τους κληρονόμους, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό ...
ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Χρήστου Κωνσταντίνου, με το οποίο ο Π. Π. παρείχε στον εναγόμενο, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, σε σχέση με το ανωτέρω ελαιόκτημα, να αποδέχεται για λογαριασμό του εντολέα κληρονομιές, οιουδήποτε και από οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, να υπογράφει και εγχειρίζει αρμοδίως τις σχετικές δηλώσεις φόρου κληρονομιάς, "να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σε οποιονδήποτε με οποιοδήποτε τίμημα και οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει και να εισπράττει το τίμημα ή να πιστώνει με αυτό τους αγοραστές με οποιαδήποτε ασφάλεια, μεταβιβάζοντας στους αγοραστές τα επί των πωλουμένων κάθε είδους δικαιώματά του και να υπογράφει στο όνομα του ανωτέρω εντολέα συμβολαιογραφική πράξη για τη διανομή ιδανικών μεριδίων".
Παρόμοια πληρεξούσια δόθηκαν στον εναγόμενο και από τους λοιπούς συγκληρονόμους (βλ. το με αριθμό ... του ίδιου συμβολαιογράφου, για τους Ανδρέα και Α. Β. και το με αριθμό ... της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Παρασκευής Τζανουδάκη-Περήφανου, για τη Νίκη Β.). Στη συνέχεια ο εναγόμενος προέβη στην με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Χρήστου Κωνσταντίνου, με την οποία αποδέχτηκε, για λογαριασμό όλων των κληρονόμων της ανωτέρω θανούσας, την κληρονομιά της επί του ως άνω ακινήτου.
Περαιτέρω και σε εκτέλεση της πληεεξουσιότητας και των κατά τα ως άνω ειδικών εντολών που του χορηγήθκαν με το προαναφερθέν πληρεξούσιο, ο εναγόμενος προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: α) Με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης X. Σταυρίδου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον αγοραστή ...
ένα οικόπεδο έκτασης 484,40 τ.μ. με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 7.500.000 δρχ. και εκτιμηθείσα από την αρμόδια Εφορία αξία 11.456.060 δρχ., β) με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλλονής Ελένης συζ. Στρατή Μαρμάρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον αγοραστή Κωνσταντίνο Στρατήλα ένα οικόπεδο έκτασης 316,45 τ.μ.
με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 7.500.000 δρχ. και εκτιμηθείσα από την αρμόδια Εφορία αξία 7.484.000 δρχ., γ) με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλλονής Ελένης συζ. Στρατή Μαρμάρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον αγοραστή Δ. Π. ένα οικόπεδο έκτασης 429 τ.μ. με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 9.000.000 δρχ.
και εκτιμηθείσα από την αρμόδια Εφορία αξία 10.146.000 δρχ., δ) με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλλονής Ελένης συζ. Στρατή Μαρμάρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στην αγοράστρια Αριάδνη Ατσικμπάση ένα οικόπεδο έκτασης 479,48 τ.μ. με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 10.000.000 δρχ.
και εκτιμηθείσα από την αρμόδια Εφορία αξία 11.340.000 δρχ., ε) με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλλονής Ελένης Κλώντζα του Μιχαήλ, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στον αγοραστή Β. Χ. ένα οικόπεδο έκτασης 479,39 τ.μ. με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 7.500.000 δρχ. και εκτιμηθείσα από την αρμόδια Εφορία αξία 11.338.000 δρχ.
Τα ως άνω αναφερόμενα πληρεξούσια προς τον εναγόμενο ανακλήθηκαν από τον ενάγοντα, το μεν ... με την με αριθμό ... συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20/6/2001, το δε με αριθμό ... με την με αριθμό ... πράξη, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 10/7/2001. Ο αρχικός ενάγων Π. Π. ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή του, κατ' εκτίμηση και του ως άνω αναφερόμενου περιεχομένου της, ότι η εσωτερική βασική σχέση που τον συνέδεε με τον εναγόμενο και με βάση την οποία του χορήγησε το με αριθμό ...
πληρεξούσιο (αφού μάλιστα, ειδικά για το με αριθμό ... πληρεξούσιο, δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή) ήταν σχέση πληρεξουσιοδότησης, αντιπροσώπευσης και εντολής, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος εντολοδόχος να έχει υποχρέωση να του αποδώσει το τίμημα που απέκτησε κατά την εκτέλεσή της (ΑΚ 719) το οποίο, όμως, δεν του το απέδωσε αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Σε απάντηση του ισχυρισμού αυτού ο εναγόμενος ισχυρίζεται, μεταξύ και άλλων, ότι η δοθείσα προς αυτόν τον ίδιο πληρεξουσιότητα και η σχετική εντολή ως εντολοδόχου, αφορούσαν στο συμφέρον, του ίδιου αυτού (του εναγόμενου) και τούτο γιατί, η σχέση, τελικώς, που τον συνέδεε με τον ενάγοντα ήταν σύμβαση δωρεάς του τιμήματος, που θα εισέπραττε από την πώληση των ως άνω ακινήτων.
Οι άνω ισχυρισμοί του εναγόμενου είναι νόμιμοι. Στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 496 και 498 παρ. 2 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 724 εδάφιο β και 218 του ΑΚ. Επομένως οι συνιστώντες ένστασης κατά της αγωγής ως άνω ισχυρισμοί και δη και ο περί της δωρεάς του τιμήματος, πρέπει να εξεταστούν και κατ' ουσία.
Ωστόσο όμως από το πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα και εντολή στον εναγόμενο για την πώληση των ακινήτων, δεν προκύπτει ποιά ακριβώς ήταν η βούληση των συμβαλλομένων και ποιά ήταν η εσωτερική βασική σχέση που τους συνέδεε, αφού στο κείμενο του εγγράφου αυτού απλώς αναφέρεται η παροχή εξουσίας στον εναγόμενο προς είσπραξη του τιμήματος και δεν ορίζεται ποιά θα είναι η τύχη αυτού, αν δηλαδή ο εναγόμενος ως εντολοδόχος (και ως αντιπρόσωπος) όφειλε να το αποδώσει στον αντιπροσωπευόμενο ή είχε συμφωνηθεί να το κρατήσει ο ίδιος.
Εφόσον λοιπόν, από την ως άνω μονομερή δικαιοπραξία παροχής πληρεξουσιότητας δεν προκύπτει η αληθής βούληση των εμπλεκόμενων μερών, ούτε το είδος της εσωτερικής βασικής σχέσης που τους συνέδεε συντρέχει περίπτωση, προκειμένου να εξευρεθεί αυτή (αληθής βούληση), προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο οδηγείται τελικώς - ενόψει και των πιο κάτω συγκεκριμένως αναφερόμενων - στο συμπέρασμα, ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να εισπράξει το τίμημα της πώλησης των ακινήτων ο εναγόμενος, χάριν δωρεάς αυτού. Τούτο αποδεικνύεται με βεβαιότητα από την κατάθεση του, μετά λόγου γνώσης και με αντικειμενικότητα και πειστικότητα αναφερθέντος στο εν λόγω επίμαχο ζήτημα, μάρτυρα δικηγόρου Ν.
Κ., που ήταν και ο εμπνευστής του συγκεκριμένου τρόπου μεταβίβασης της περιουσίας της Α. Π. στον εναγόμενο. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας εξετάστηκε ενόρκως τρεις φορές, ήτοι: α) Ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, β) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση ασκηθείσας από τον εναγόμενο ανακοπής ερημοδικίας κατά της εκκαλουμένης απόφασης και γ) ενώπιον της 18ης τακτικής ανακρίτριας, στα πλαίσια ανάκρισης που διατάχθηκε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εναγόμενου για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο, κατόπιν υποβολής έγκλησης εναντίον του από τον Π.
Π.. Και στις τρεις αυτές καταθέσεις ο ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει ότι κατά τη σύνταξη του με αριθμό ... αρχικού πληρεξουσίου, η οποία έλαβε χώρα στην αυλή του δικηγορικού γραφείου του, αφού ο Π. Π. λόγω της προχωρημένης ηλικίας του (85 ετών) δεν μπορούσε να ανέβει στο γραφείο του, ρητά και κατηγορηματικά του δήλωσε ότι η επιθυμία του ήταν το τίμημα από την πώληση του ακινήτου να το πάρει ο εναγόμενος.
Χαρακτηριστικά, μάλιστα, στην κατάθεσή του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ο μάρτυρας καταθέτει ότι "ο παππούς σ' εμένα είπε με σαφήνεια πως ό,τι έχει θέλει να το πάρει ο Λ.... προφορικά και οι ίδιοι (οι συγγενείς) μου είπαν ότι πρέπει όλη η περιουσία να πάει στον Β., γιατί ήταν ο μοναδικός που την φρόντιζε...
το τίμημα θεωρώ ότι ανήκε στον Λ. Β., έτσι μου είπε εμένα, ρητώς ο Π., παιδιά δεν είχε... ο παππούς δεν ήθελε τίποτα από την ..., δεν ανέμενε δραχμή, τα παραχώρησαν στον Β.". Η πιο πάνω κατάθεση του μάρτυρα κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αυτός, κατά το έτος 1994 και κατά τη σύνταξη του ως άνω αρχικού πληρεξουσίου, ήλθε σε άμεση επαφή με τον Π.
Π. και έχει προσωπική αντίληψη για τη βούλησή του, όπως ο ίδιος ο Π. του την εξέφρασε. Η κατάθεση αυτή κρίνεται, επίσης πειστική, καθώς όχι μόνο δεν ανατρέπεται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντας Δ. Γ., ο οποίος δεν φαίνεται να γνωρίζει κάτι συγκεκριμένο για την πραγματική (και αληθινή) βούληση του Π., κατά τον ανωτέρω χρόνο, αλλά επιρρωνύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία:
α) Ο Π. Π. επέλεξε να χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εναγόμενο, ο οποίος τότε (1994) ήταν μόνιμος κάτοικος Αμερικής και ερχόταν στην Λέσβο, μόνο τα καλοκαίρια. Αν όμως, η αληθής του βούληση ήταν να πωληθούν άμεσα τα ακίνητα, με σκοπό να εισπράξει ο ίδιος το τίμημα τότε, κατά την συναλλακτική εμπειρία και πρακτική, δεν θα επέλεγε ως πληρεξούσιο τον εναγόμενο, ο οποίος, λόγω του ελάχιστου χρόνου παραμονής του στην Ελλάδα, δεν είχε την δυνατότητα να προβεί στις πολυάριθμες και πολύπλοκες εκείνες ενέργειες και διαδικασίες (εύρεση αγοραστών, διαπραγματεύσεις, σύνταξη συμβολαίων κλπ.) που απαιτούντο προς υλοποίηση του σκοπού της πώλησης των ακινήτων αλλά θα προτιμούσε να καταστήσει πληρεξούσιο κάποιον συγγενή του που έμενε μόνιμα στην Ελλάδα και θα είχε την ευχέρεια τέτοιων άμεσων χειρισμών.
Ως τέτοιος μάλιστα, θα μπορούσε να επιλεγεί ο ανιψιός του, από την πλευρά της συζύγου του και συνεχίζων τη δίκη στο όνομά του, Ι. Γ., τον οποίο μάλιστα, ο θανών πρέπει να περιέβαλε και με απόλυτη εμπιστοσύνη και αγάπη, αφού τον τίμησε και με την διαθήκη του. β) Αν πράγματι ο Π. Π., είχε άμεση ανάγκη να εισπράξει το τίμημα από την πώληση των ως άνω ακινήτων, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αυξημένες δαπάνες διαβίωσης, τόσο τις δικές του, όσο και της συζύγου του, που ήταν και οι δύο υπέργηροι και φιλάσθενοι και συντηρούνταν με τη σύνταξη των 410 ευρώ, την οποία εισέπραττε ο ενάγων, όπως αναφέρεται στις προτάσεις του εφεσίβλητου, τότε δεν εξηγείται το γεγονός ότι, από το έτος 1994 που χορήγησε το πρώτο πληρεξούσιο μέχρι το έτος 2000 που έγιναν οι επίδικες πωλήσεις, δεν αντέδρασε και δεν διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο για την καθυστέρηση στην πώληση των ακινήτων και την είσπραξη του τιμήματος.
γ) Αν πράγματι ο Π. Π. ανέμενε με αγωνία την είσπραξη του τιμήματος για την αντιμετώπιση επειγουσών οικονομικών του αναγκών, η λογική και συνήθης αντίδραση θα ήταν, να ανακαλέσει το πληρεξούσιο και να αντικαταστήσει άμεσα τον εναγόμενο, λόγω της αδράνειάς του να πωλήσει τα ακίνητα. Εκείνος όμως, όχι μόνο δεν ανακάλεσε το αρχικό πληρεξούσιο αλλά χορήγησε και δεύτερο, κατά το έτος 2000, με συμπληρωματικές εντολές και δη εντολή αποδοχής, για λογαριασμό του ενάγοντος, της κληρονομιάς της Α.
Π. και εντολή για διανομή ιδανικών μεριδίων. Τούτο, κατά την κοινή πείρα και συνήθη συναλλακτική εμπειρία, δηλαδή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, για όμοιες, όπως η εδώ ένδικη, συναλλακτικές περιπτώσεις, σημαίνει, ότι η βούληση την οποία εξέφρασε ο Π. Π. στον προαναφερθέντα μάρτυρα κατά το έτος 1994, εξακολουθούσε να παραμένει η ίδια και κατά το έτος 2000 που χορήγησε το νεώτερο (και επίδικο) πληρεξούσιο.
Δ) Η κοινή βούληση όλων των κληρονόμων της Α. Π., σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και η επιθυμία τους, όπως αυτό περιέλθει στον εναγόμενο, προκύπτει και από το γεγονός της χορήγησης σ' αυτόν πληρεξουσίων, με πανομοιότυπες εντολές, από όλους ανεξαιρέτως τους κληρονόμους. ε) Ο ενάγων προέβη με δικά του έξοδα και δαπάνες στην κατάτμηση σε οικόπεδα του ως άνω ελαιοκτήματος, στην περίφραξή τους, στη διάνοιξη δρόμων κλπ. (μη αμφισβητηθείσες μάλιστα, από τον ενάγοντα), χωρίς ποτέ να διεκδικήσει τις δαπάνες αυτές από τον ενάγοντα και τους λοιπούς κληρονόμους, όπως θα συνέβαινε, κατά την συνήθη πρακτική, αν ενεργούσε ως αντιπρόσωπός τους και όχι με τη γνώση και τη βεβαιότητα, ότι το άνω ακίνητο ανήκε στον ίδιο.
Με βάση όλα τα προεκτεθέντα το δικαστήριο, σταθμίζοντας τα συμφέροντα των μερών και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες και τις ιδιαίτερες περιστάσεις (και καταστάσεις), κάτω από τις οποίες έγιναν οι ενδιαφέρουσες δηλώσεις βούλησης των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά των διαδίκων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η αληθής βούληση του Π.
Π. κατά το ως άνω ενδιαφέρον και κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν να περιέλθει το τίμημα από την πώληση των ως άνω ακινήτων, χάριν δωρεάς στον εναγόμενο. Το γεγονός ότι, κατά πολύ μεταγενέστερα ο Π. Π. φαίνεται να μετέστρεψε άποψη, αφού προέβη σε μια σειρά ενεργειών (ανάκληση πληρεξουσίων, άσκηση αγωγής, κατάθεση έγκλησης) που υποδηλώνουν επιθυμία του να διεκδικήσει το ως άνω ακίνητο, δεν αναιρούν όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, καθώς η έρευνα του παρόντος δικαστηρίου, με βάση την κρινόμενη αγωγή που θεμελιώνεται στις διατάξεις αντιπροσώπευσης και εντολής, καθώς και εκείνες περί αδικοπραξιών, περιορίζεται στην διακρίβωση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης δικαιοπραξίας και δεν ερευνά τους λόγους που οδήγησαν τον αρχικό ενάγοντα στη μεταστροφή της θέλησής του, μετά την παροχή της πληρεξουσιότητας και την, βάσει αυτής, σύναψη των συμβάσεων πώλησης ακινήτων...".
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το ως άνω Εφετείο, εσφαλμένως εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και εσφαλμένως έκρινε ότι η αληθής βούληση του προαναφερθέντος αρχικώς ενάγοντος Π.
Π. ήταν να κρατήσει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος το τίμημα από τις προαναφερθείσες πωλήσεις των ως άνω ακινήτων λόγω της εκ μέρους του προς αυτόν σχετικής δωρεάς, ενώ θα έπρεπε - πάντα κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - ο ήδη αναιρεσίβλητος να θεωρηθεί ότι ενεργούσε ως εντολοδόχος του ως άνω αρχικώς ενάγοντος και ως εκ τούτου έπρεπε να υποχρεωθεί να αποδώσει στον ίδιον (ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα) ως νόμιμο κληρονόμο του εν λόγω αρχικώς ενάγοντος, το παραπάνω συνολικό τίμημα από τις προαναφερθείσες πωλήσεις.
Εξάλλου με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω, άρθρου του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές το ως άνω Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συγκεκριμένα, δεχόμενο ότι από το προαναφερθέν συμβολαιογραφικό έγραφο, με το οποίο χορηγήθηκε στον αναιρεσίβλητο η πληρεξουσιότητα να προβεί στην πώληση των παραπάνω αναφερομένων ακινήτων, δεν προκύπτει με σαφήνεια σε ποιόν ακριβώς θα περιερχόταν το συνολικό τίμημα από τις πωλήσεις των ως άνω ακινήτων, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αλλά και του άρθρου 496 ΑΚ και αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σχετική παροχή πληρεξουσιότητας στον αναιρεσίβλητο για την πώληση του παραπάνω ελαιοκτήματος, αφού η βούληση όλων των προαναφερθέντων συγκληρονόμων (και επομένως και του αρχικώς ενάγοντος Π.
Π.) ήταν να μεταβιβασθεί λόγω δωρεάς εκ μέρους του προς αυτόν το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο (ελαιόκτημα), ώστε από την πώλησή του και το τίμημα που θα του απέφερε, να διευκολυνθεί να εγκατασταθεί αυτός μόνιμα στην Ελλάδα, από την Αμερική, στην οποία μέχρι τότε κατοικούσε, αποφεύγοντας με τον τρόπον αυτόν διάφορες φορολογικές επιβαρύνσεις και έτσι επιλέχθηκε εκ μέρους τους η παροχή σχετικών πληρεξουσίων, με τα οποία έκαστος εξ αυτών θα του έδινε την δυνατότητα να πωλεί και να μεταβιβάζει σε τρίτους αλλά και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση τα ανήκοντα εις έκαστον εξ αυτών εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του παραπάνω ελαιοκτήματος, από την συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ακολούθως προέβη με δικά του έξοδα στην κατάτμηση του παραπάνω ελαιοκτήματος, χωρίς καμμία απολύτως αντίδραση εκ μέρους του προαναφερθέντος αρχικώς ενάγοντος Π.
Π., αλλά και από το ότι ο τελευταίος επί σειράν ετών και συγκεκριμένα, από το έτος 1994 μέχρι το έτος 2000, οπότε ο αναιρεσίβλητος προέβη στις προαναφερθείσες πωλήσεις, ουδέποτε αναζήτησε για την κάλυψη των αναγκών του από αυτόν (τον αναιρεσίβλητο) το αναλογούν σ' αυτόν (αρχικώς ενάγοντα) μέρος του τιμήματος από τις εν λόγω πωλήσεις και ως εκ τούτου η δοθείσα στον αναιρεσίβλητο παραπάνω αναφερομένη σχετική πληρεξουσιότητα δεν αφορούσε εντολή να πωλήσει τα παραπάνω ακίνητα και ακολούθως να αποδώσει το τίμημα σ' αυτόν (αρχικώς ενάγοντα), ορθώς εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 496 ΑΚ και συνεπώς, ο προαναφερθείς σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο έτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος τυγχάνει προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αλλά και η σύνδεση των σχετικών παραδοχών του Εφετείου με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα του Εφετείου και συγκεκριμένα, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται αλλά και ποιες ακριβώς είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς και σε τι συνίσταται η σχετική αντίφαση αλλά και από πού αυτή προκύπτει.
Ο ίδιος όμως αναιρετικός λόγος είναι ακόμη και αβάσιμος, καθ' όσον η προσβαλλομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση, αφού οι προαναφερθείσες αιτιολογίες καλύπτουν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ήταν εφαρμοστέοι εν προκειμένω και είναι σαφείς, πλήρεις, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή και συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τους ως άνω κανόνες.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005) και θα πρέπει, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, 1446/2003, ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό την μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ ΑΠ 1274/2018, 1647/2018, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο σχετικός αυτός λόγος αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, όπως ήδη αναφέρθηκε και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1386/2015).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ανέφερε στην ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση την πραγματική νομική αιτία για την διατήρηση εκ μέρους του του εισπραχθέντος εκ μέρους του συνολικού τιμήματος από τις παραπάνω πωλήσεις των ως άνω ακινήτων, ότι δηλαδή το τίμημα από τις ως άνω πωλήσεις αποτελούσε δωρεά προς αυτόν εκ μέρους του αρχικώς ενάγοντος, ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην κρινομένη έφεση εμπεριέχεται με σαφήνεια ο παραπάνω σχετικός ισχυρισμός, δεδομένου ότι επί λέξει αναφέρονται σ' αυτήν (την έφεση) επί λέξει τα εξής: "...
τα χρήματα αυτά εισέπραξα με την απόλυτη πεποίθηση ότι ανήκαν σε εμένα, αφού είχε συμφωνηθεί ανάμεσα σε μένα και τους συγγενείς μου. Διαφορετικά θα μπορούσα να μεταβιβάσω και τα οικόπεδα αυτά με αυτοσύμβαση στον εαυτό μου και στη συνέχεια να τα πωλήσω σε τρίτους και έτσι να μην εμπλακώ σε δικαστικές περιπέτειες, όπως η προκειμένη υπόθεση...".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 587/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 104/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί ασκηθείσης αγωγής των συγγενών του αναιρεσιβλήτου και αφορούσε την ακύρωση της δημόσιας διαθήκης του ως άνω αρχικώς ενάγοντος Π.
Π.. Εκτός του ότι το παραπάνω έγγραφο αφορά ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, αφού το αντικείμενό της είναι διαφορετικό από αυτό της κρινομένης υποθέσεως, από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την ως άνω υπ' αριθμ. 104/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την οποίαν μάλιστα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο και επί πλέον να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος αιτήματός του (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-7-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1225/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ