Legislator Case Law & Legislation
587/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify violated legal rules or facts.

Case Number 587/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a construction cost dispute. The appellant argued for a violation of common sense teachings and the court's failure to consider an opponent's admission, but failed to identify specific rules or facts. The court ruled that these vague grounds constitute an attack on the court's fact-finding, which is not subject to appellate review under Greek civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a specific rule of substantive law is violated; vague grounds attacking the court's evaluation of facts are inadmissible as they fall outside the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation fact-finding review common sense teachings judicial evaluation vague grounds appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 587 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 587/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Φωτεινής Κοκκινίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).

Κατά το εδ. β' της ίδιας, ως άνω, διάταξης η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006), ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και, 3) αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 216/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 462/2008, ΑΠ 1573/2006). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 325/2007, ΑΠ 269/1993).

Περαιτέρω, από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι, μόνον, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, όμως μπορεί μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία.

Η ευθύνη από την αδικοπραξία θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 967/1973, AΠ 212/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εκθέτει σ' αυτή τα εξής, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά: Με το ...1991 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...

Δ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος και ο αναιρεσίβλητος, εναγόμενος υιός του κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφόμενου, σ' αυτήν, αγροτεμαχίου. Ότι το έτος 1993 συμφώνησαν να ανεγείρουν τριώροφη οικοδομή προς κάλυψη στεγαστικών τους αναγκών, με δαπάνες που θα κατέβαλε ο ίδιος (ο ενάγων) για το σύνολο της κατασκευής της, στις οποίες πράγματι προέβη, καθόσον ανήγειρε την τριώροφη οικοδομή, καταβάλλοντας εξ ιδίων το συνολικό κόστος της, ποσού 184.683,55 ευρώ, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται αυτό στην αγωγή.

Ότι επειδή σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας, κατέβαλε διπλάσια δαπάνη από αυτή που αναλογούσε στη δική του μερίδα, ο αναιρεσίβλητος, εναγόμενος υιός του, οφείλει να του καταβάλει το ήμισυ των ανωτέρω γενόμενων δαπανών, δηλαδή το ποσό των 92.341,78 ευρώ, που αντιστοιχεί στο δικό του ποσοστό συγκυριότητας επί της τριώροφης οικοδομής και ορίστηκε καταβλητέο έως το τέλος Δεκεμβρίου του 2009, αρνείται όμως να πράξει τούτο παρά τις συνεχείς οχλήσεις του.

Ότι ο τελευταίος, παραβαίνοντας υπαίτια την άνω υποχρέωσή του, τέλεσε εις βάρος του και αδικοπραξία και του προκάλεσε ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Επικουρικά, για την περίπτωση ανυπαρξίας της επικαλούμενης συμφωνίας του με τον αναιρεσίβλητο, εναγόμενο συγκοινωνό του, ο αναιρεσείων, ενάγων, εξέθεσε ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία, εις βάρος της περιουσίας του κατά το ποσό των 92.341,78 ευρώ, αποκτώντας το 1/2 εξ αδιαιρέτου της τριώροφης οικοδομής, που ανεγέρθηκε, στο κοινό ακίνητό τούς, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος, καθόσον κατέβαλε το σύνολο της δαπάνης ο ίδιος.

Κατόπιν τούτων, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος, εναγόμενος, οφείλει να του καταβάλει, για τις ως άνω αιτίες (σωρευτικά από παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως και αδικοπραξία και επικουρικά από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) το ποσό των 92.341,78 ευρώ, και, επιπλέον, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου, εναγομένου.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης, ερευνώντας τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής, κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος, ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που την είχε απορρίψει, στο σύνολό της, αφού έκρινε ότι η περιγραφόμενη σ' αυτή συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, εναγομένου, ήτοι της μη εκπλήρωσης της, πηγάζουσας από τη σχετική συμφωνία του με τον αναιρεσείοντα, ενάγοντα, ως κοινωνών, υποχρέωσής του να καλύψει, κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του, τη δαπάνη της ανέγερσης οικοδομής στο επίκοινο ακίνητο, συνιστά μόνο αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης και, συνακόλουθα, ότι η αδικοπρακτική βάση της ένδικης αγωγής είναι μη νόμιμη, απέρριψε τον περί του αντιθέτου, σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ενάγοντος και επικύρωσε, κατά το κεφάλαιο τούτο, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Κατόπιν, το Εφετείο, ερευνώντας κατά την ουσιαστική τους βασιμότητα, τις λοιπές βάσεις της ένδικης αγωγής (συμβατική και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), δέχθηκε τα εξής: ".....από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων - Ε. Τ. (που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος) και Π. Κ. (που εξετάστηκε με επιμέλεια τον εναγομένου) - στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες (μαρτυρικές καταθέσεις) εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με το βαθμό γνώσεως και την αξιοπιστία κάθε μάρτυρα, από τις νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκες βεβαιώσεις και συγκεκριμένα από την υπ' αριθμ. ...23-3-2015 ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν.

Ιωνίας Ε. Δ. και την υπ' αριθμ. .../7-10-2015 ενώπιον της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Φ. Σ., οι οποίες δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εφεσιβλήτου... (βλ. την υπ' αριθμ. ...18-3-2015 και την υπ' αριθμ. ...'/2-10-2015 έκθεση επιδόσεως τον δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Μ., αντίστοιχα), από τις προσκομιζόμενες με νόμιμη επίκληση φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται..., απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη, τόσο ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της παρούσας διαφοράς....μεταξύ των οποίων και αυτά που προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση από τον εκκαλούντα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως και οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, παραδεκτά ως νέα αποδεικτικά μέσα, καθόσον κατά την κρίση αυτού τον Δικαστηρίου, η παράλειψη της προσκόμισής τους από τον ενάγοντα-εκκαλούντα στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά του αμέλεια..., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος - σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Ο εναγόμενος είναι το μοναδικό τέκνο του ενάγοντος, που απέκτησε ο τελευταίος το έτος 1969 από τον πρώτο γάμο του, με την Κ. Τ.. Οι τρεις τους, ως οικογένεια, συμβίωναν αρμονικά σε μισθωμένη οικία, μέχρι το έτος 1983 που απεβίωσε η προαναφερόμενη σύζυγος τον ενάγοντος και μητέρα τον εναγομένου, όταν αυτός ήταν 15 ετών και από τότε οι διάδικοι συγκατοικούσαν οι δυο τους στην ίδια μισθωμένη οικία, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα δυσαρμονίας, έχοντας μάλιστα αναπτύξει μεταξύ τους ισχυρούς δεσμούς αγάπης.

Ο εναγόμενος ακολούθησε το επάγγελμα του εναγομένου, έγινε και αυτός οικοδόμος (καλουπατζής) και εργαζόταν μαζί του, μαθαίνοντας την τέχνη του, πριν ακόμη την ενηλικίωσή του. Την εργασία αυτή συνέχισε και μετά την ενηλικίωσή του και την απόλυσή του από το στρατό, ασκώντας την σταθερά ως κύρια επαγγελματική του απασχόληση.

Οι διάδικοι συνέχισαν να συγκατοικούν και μετά το γάμο του εναγομένου και την απόκτηση το έτος 1991 του πρώτου τέκνου του, σε μισθωμένη επίσης οικία, εξακολουθώντας να έχουν άριστες σχέσεις. Το ίδιο έτος ο εναγόμενος με τον ενάγοντα πατέρα του, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Δ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών, συνολικής εκτάσεως 174,37 τ.μ., όπως αυτό εμφανίζεται στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό, από Ιουνίου 1991, τοπογραφικό διάγραμμα τον πολιτικού μηχανικού Μ.

Τ.. Δύο χρόνια αργότερα, οι ανωτέρω συγκύριοι αποφάσισαν να ανεγείρουν στο αγροτεμάχιο αυτό, που ήταν εκτός σχεδίου πόλης, οικοδομή, αρχικά μόνο για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες. Πράγματι το έτος 1993 άρχισαν να εκτελούν οικοδομικές εργασίες και να ανεγείρουν αυθαίρετο κτίσμα, καθόσον δεν ήταν δυνατή η έκδοση οικοδομικής άδειας και σταδιακά, εντός των επομένων οκτώ ετών, μέχρι και το έτος 2001, ανήγειραν τελικά τριώροφη οικοδομή, μέτριας κατασκευής, πού υπερκάλυπτε τις ανάγκες τους για στέγη, αποτελούμενη από ισόγειο, επιφανείας 78,59 τ.μ, πρώτο όροφο, επιφανείας 78,59 τ.μ.

και δεύτερο όροφο, 78,59 τ.μ., με ασκεπή κοινόχρηστη σκάλα, για την πρόσβαση στους υπέρ το ισόγειο ορόφους, επιφανείας σε κάθε όροφο 9,45 τ.μ. και ξύλινη στέγη. Αρχικά έκτισαν το ισόγειο διαμέρισμα, το οποίο περάτωσαν σε δύο πρώτα έτη, και εκεί εγκαταστάθηκαν, εξακολουθώντας να συγκατοικούν ανέφελα ο ενάγων, ο εναγόμενος γιος του, η σύζυγος του τελευταίου και τα δύο πλέον τέκνα τους, και μάλιστα στο δεύτερο τούτων, που ήταν αγόρι, ο εναγόμενος, από λόγους αγάπης και σεβασμού του προς το πρόσωπο του πατέρα του, έδωσε το όνομά του.

Τα επόμενα δύο έτη οι διάδικοι έχτισαν το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, όπου εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος με τη σύζυγό του και τα δύο τέκνα τους και ακολούθως μέχρι το έτος 2001 ολοκλήρωσαν το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, όπου εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος, μετακομίζοντας από το ισόγειο διαμέρισμα όπου κατοικούσε μέχρι τότε, το οποίο έκτοτε το εκμίσθωναν οι διάδικοι, κατά διαστήματα, σε τρίτους.

Μέχρι το έτος 2006 οι σχέσεις τους εξακολουθούσαν να είναι απόλυτα αρμονικές. Από το έτος όμως εκείνο, μετά τη γνωριμία του ενάγοντος με την ήδη, από το έτος 2010, δεύτερη σύζυγό του, οι σχέσεις τους οξύνθηκαν και σταδιακά δημιουργήθηκε μεταξύ τους αντιδικία. Αρχικά, το έτος 2009 ο ενάγων με την από 13-2-2009 με αριθμό κατάθεσης 24523/1475/2009 αγωγή του, στρεφόμενος κατά του εναγομένου γιου του, αξίωσε τη διανομή της πολυώροφης οικοδομής.

Δυόμισυ περίπου χρόνια αργότερα άσκησε κατ' αυτού και την ένδικη αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε το πρώτον ότι ο ίδιος επιβαρύνθηκε με ολόκληρη τη δαπάνη κατασκευής της τριώροφης οικοδομής για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών, κατόπιν προφορικής συμφωνίας τους κατά την έναρξη της ανέγερσής της το 1993.

Κατόπιν τούτου ζήτησε ο ενάγων να του καταβάλει ο εναγόμενος το ήμισυ τον συνολικού κόστους της οικοδομής-ποσού 184.683,55 ευρώ, όπως αυτό προσδιορίστηκε από την αρχιτέκτονα μηχανικό τον Ε. Λ. στην τεχνική της έκθεση - που αναλογούσε στο μερίδιο της συγκυριότητάς του, το αργότερο εντός οκτώ ετών μετά την αποπεράτωσή της, κατά τη συμφωνία τους, δηλαδή έως το τέλος τον έτους 2009.

Τέτοια όμως συμφωνία των διαδίκων συγκυρίων - συγκοινωνών ουδόλως αποδείχθηκε, καθόσον ο ενάγων έχοντας το βάρος απόδειξής της δεν ανταποκρίθηκε σ' αυτό. Ειδικότερα για την απόδειξή της ο ενάγων επικαλέστηκε την ένορκη κατάθεση τον μάρτυρά του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - φίλου του, με τον οποίο είχε περιστασιακές μόνο συναντήσεις, και τις δύο ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε το πρώτον ενώπιον τον Δικαστηρίου τούτου, του υπερήλικα πατέρα του, ηλικίας 93 ετών, που ζει μόνιμα στην περιοχή του Διδυμότειχου, και ενός άλλου φίλου του, άγνωστου παντελώς στον εφεσίβλητο.

Οι προαναφερόμενοι για όσα κατέθεσαν, μη πειστικά, δεν είχαν ιδία αντίληψη και απλώς μετέφεραν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος με πηγή της γνώσης τους τον ίδιο. Μάλιστα ο μάρτυράς του που εξετάστηκε στο ακροατήριο, απαντώντας στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατέθετε ενδοιαστικά, με αντιφάσεις και επισημαίνοντας την έλλειψη άμεσης γνώσης του και αορίστως έκανε λόγο σε κάποια συμφωνία, όπως του είπε ο ενάγων, της οποίας το ασαφές, με βάση την κατάθεσή του, περιεχόμενο είναι παντελώς διάφορο της επίδικης.

Άλλωστε ουδόλως αποδείχθηκε, από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο ενάγων είχε την οικονομική δυνατότητα να υποβληθεί εξ ιδίων στη δαπάνη του σημαντικού ποσού των 184.683,55 ευρώ για την κατασκευή ολόκληρης της οικοδομής, ώστε να καταρτίσει την επικαλούμενη συμφωνία με τον εναγόμενο που προϋποθέτει τέτοια δυνατότητά του.

Και τούτο καθόσον δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει οποιαδήποτε φορολογική του δήλωση ή άλλο στοιχείο δηλωτικό των εισοδημάτων του. Αντίθετα ο μάρτυρας του εναγομένου στο ακροατήριο τον πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αδελφός της συζύγου του εναγομένου, με σαφήνεια και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, καθόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση ανέγερσης της οικοδομής εξ ολοκλήρου με καταβολή του απαιτούμενου κόστους της και δη με χρήματα του ενάγοντος, αφού κατά το μεγαλύτερο μέρος της θα ανεγειρόταν με προσωπική εργασία των διαδίκων, φίλων και συγγενών τους - οικοδόμων και τεχνητών, τους οποίους κατονόμασε, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος.

Ο τρόπος αυτός ανοικοδόμησης τον επιδίκου κτίσματος, για τον οποίο πειστικά κατέθεσε ο άνω μάρτυρας, είναι άλλωστε ο συνήθης στις συναλλαγές, σε περίπτωση που οι ιδιοκτήτες - ιδίως αυθαίρετης οικοδομής - είναι οι ίδιοι οικοδόμοι. Έτσι, αυτοί απαλλάσσονται και δεν καταβάλουν εξ ιδίων, αλλά εξοικονομούν, το μεγαλύτερο μέρος των απαιτουμένων για την ανέγερσή της δαπανών, όπως εν προκειμένω οι διάδικοι.

Τέλος, οι στεγαστικές ανάγκες του εναγομένου καλύπτονταν από την ανέγερση ενός μόνο ορόφου, όπως και του ενάγοντος πατέρα του.

Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος να καταρτίσει ο εναγόμενος με τον ενάγοντα πατέρα του και δεν κατάρτισε την επικαλούμενη συμφωνία για την ανέγερση με δαπάνες του τελευταίου προς κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών την επίδικη τριώροφη οικοδομή, με πρόσθετη συμβατική υποχρέωση την καταβολή του 1/2 τον κόστους της από τον εναγόμενο στον ενάγοντα.

Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν ήταν σύμφωνο με τη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους. Κατόπιν τούτων, αφού δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων κοινωνών για τη διενέργεια των επιδίκων δαπανών ανέγερσης της κοινής οικοδομής τους από τον ένα συγκύριο αυτής, τον ενάγοντα, με δικές του αποκλειστικά δαπάνες, η κύρια βάση της αγωγής που προϋποθέτει τη συμφωνία αυτή και θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 794, 788-790 και 361 ΑΚ, είναι ουσιαστικά αβάσιμη...

Περαιτέρω, μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, ερευνητέα τυγχάνει η επικουρική βάση της, του αδικαιολογήτου πλουτισμού του άρθρου 904 ΑΚ, η οποία είναι νόμιμη, περιλαμβάνοντας όλες τις απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις, λόγω και της έλλειψης συμφωνίας των διαδίκων κοινωνών για τη διενέργεια των επιδίκων δαπανών, κατά τα αναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω της επικουρικής της φύσεως και μόνο, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ο οποίος ερευνάται μετά την απόρριψη, ως αβασίμων, των ανωτέρω λόγων της που αφορούν στην κύρια βάση της αγωγής.

Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή τον προαναφερόμενου βάσιμου λόγου της, να...εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, και αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό κατά το μέρος που χωρεί η εξαφάνιση, πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή κατά, την επικουρική της βάση, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904, 345, 346 ΑΚ και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ιδίων ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν (και) τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Από την έναρξη ανέγερσης της οικοδομής, το έτος 1993, μέχρι και την αποπεράτωσή της, το έτος 2001, οι διάδικοι ανήγειραν την τριώροφη οικοδομή από κοινού, συμμετέχοντας ο καθένας τους σε αυτή κατά το λόγο της μερίδας του σε είδος, κυρίως και συμπληρωματικά με χρήμα.

Ειδικότερα οι ίδιοι εργάζονταν τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα, κάνοντας όσες οικοδομικές εργασίες μπορούσαν, όπως και οι συγγενείς και φίλοι τους, συνάδελφοί τους οικοδόμοι - τεχνίτες και βοηθοί, με διάφορες γνώσεις οικοδομικής και κατασκευών, οι οποίοι πρόσφεραν οικειοθελώς την εργασία τους για την ανέγερση της οικοδομής τους, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας του εναγομένου, ο οποίος μάλιστα, μετά λόγου γνώσεως, κατονόμασε και τους λοιπούς εργαζόμενους οικειοθελώς - οικοδόμους.

Ο τρόπος αυτός της κατασκευής της εξάλλου, εξηγεί και τη μεγάλη διάρκεια της ανέγερσής της, περίπου οκτώ ετών. Η εν λόγω οικοδομή είναι, όπως προναφέρθηκε, κατοικήσιμη, εξακολουθεί όμως να έχει κάποιες ελλείψεις, όπως η επίστρωση των δαπέδων της με μάρμαρα. Όλα τα απαιτούμενα υλικά για την κατασκευή της και το μικρό σχετικά κόστος των εργασιών που δεν γνώριζαν να κάνουν οι ίδιοι οι διάδικοι οικοδόμοι και οι φίλοι και συγγενείς συνάδελφοί τους, όπως η εκσκαφή, η κατασκευή και η τοποθέτηση πορτοπαραθύρων από αλουμίνιο και οι ξυλοκατασκευές, καλύφθηκαν με χρήματα και των δύο κοινωνών, κατ' ίσα μέρη, δοθέντος ότι και οι δύο εργάζονταν.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος εργαζόταν καθημερινά και είχε την οικονομική δυνατότητα εντός των οκτώ ετών που μεσολάβησαν να εξοικονομήσει και να διαθέσει το ποσό που απαιτείτο για τη συμπλήρωση τον μεριδίου του στην ανέγερση της οικοδομής, έχοντας επιπρόσθετα λάβει κατά την έναρξη της έγγαμης ζωής του και οικονομική βοήθεια από την μητέρα της συζύγου του.

Η δυνατότητα αυτή του εναγομένου καταδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ετήσιες φορολογικές δηλώσεις του, αλλά και από τις αποδείξεις πληρωμής που εκδόθηκαν στο όνομά του, τις οποίες τυχαία διατήρησε στην κατοχή του - αφού δεν είχε κάποιο λόγο να τις συλλέγει - και αφορούν σε γενόμενες από τον ίδιο δαπάνες για την ένδικη οικοδομή.

Αντίστοιχα και ο ενάγων με τα εισοδήματα που εξοικονόμησε από την εργασία του συμπλήρωσε το απαιτούμενο κόστος της οικοδομής που αντιστοιχούσε στο δικό του μερίδιο και ουδέν πέραν τούτου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτός είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει ο ίδιος σε μετρητά το συνολικό ποσό των 184.683,55 ευρώ, όπως ισχυρίζεται.

Περαιτέρω, από τις αποδείξεις πληρωμής που προσκομίζει ο ενάγων με νόμιμη επίκληση, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι όλες αφορούν στην ένδικη οικοδομή - και αυτές που δεν φέρουν το όνομά του, ούτε αιτιολογία πληρωμής του αναγραφόμενού ποσού - το άθροισμά τους ανέρχεται στο συνολικό ποσό μόλις των 20.562 ευρώ, το οποίο δεν καλύπτει ούτε καν την δική του συμμετοχή στο επικαλούμενο από τον ίδιο κόστος σε χρήμα της ένδικης οικοδομής.

Κατόπιν τούτων από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε εξ ιδίων το κόστος ανέγερσης ολόκληρης της κοινής τριώροφης οικοδομής και μάλιστα σε χρήμα, καλύπτοντας και την αναλογία τον εναγομένου σε αυτό. Η σχετική κατάθεση τον μάρτυρά του στο ακροατήριο και οι προσκομιζόμενες από τον ίδιο ένορκες βεβαιώσεις είναι μη πειστικές, καθόσον δεν στηρίζονται σε ιδία αντίληψη και γνώση, δεν επικουρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, αλλά είναι αντίθετες με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο εναγόμενος δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία εις βάρος τον ενάγοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος επικουρικά στην αγωγή του...". Επομένως, με βάση τα όσα ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο: 1) Οι πρώτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις τους, με τις οποίες αποδίδεται στο Εφετείο, ευθεία, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ, που φέρεται συντελεσθείσα με την απόρριψη ως μη νόμιμης της αδικοπρακτικής βάσης της ένδικης αγωγής και εκτιμώνται, κατά το περιεχόμενό τους (αφού στο αναιρετήριο δεν χαρακτηρίζονται ενάριθμα), ως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Και αυτό διότι, υπό τα ανωτέρω ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, δεν πληρούται το πραγματικό των ως άνω επικαλουμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους, αφού η διαλαμβανόμενη σ' αυτήν αξίωση του αναιρεσείοντος, προέρχεται, αποκλειστικά, από την επικαλούμενη, από αυτόν, παράβαση, εκ μέρους του αντιδίκου του (αναιρεσιβλήτου), συμβατικής του υποχρεώσεως, απορρέουσας από τη, μεταξύ τους, συμφωνία, ως κοινωνών, για την κάλυψη των δαπανών ανέγερσης της επίμαχης οικοδομής, σε επίκοινο οικόπεδο και η ζημία του ταυτίζεται με την παραβίαση αυτής της υποχρέωσής του και τη δημιουργία της παρανομίας, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο περιέχονται γενικές εκφράσεις των περί αδικοπραξιών διατάξεων και δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θα συνιστούσαν, καθ' εαυτά, αδικοπραξία, χωρίς την ύπαρξη της, ως άνω, επικαλούμενης παράβασης συμβατικής υποχρεώσεως του αναιρεσίβλητου, εναγομένου και, έτσι, οι κανόνες αυτοί δεν ήταν εφαρμοστέοι και ορθώς το Εφετείο δεν τους εφάρμοσε.

Ανεξαρτήτως του ότι, οι ίδιοι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο δικόγραφο τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματα, στα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλουμένων διατάξεων. 2) Ο όγδοος αναιρετικός λόγος, κατά την αιτίασή του ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, απέρριψε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την αιτιολογία (αυτολεξεί) ότι: "ο ενάγων επικαλείται ότι έχει αξίωση καταβολής δαπανών από τον εναγόμενο βάσει της μεταξύ τους κοινωνίας στο επίδικο ακίνητο", είναι αβάσιμος.

Αφού στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι η αγωγική αυτή βάση απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, με την ανωτέρω αιτιολογία, ενώ, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει το αντίθετο. Ότι, δηλαδή, το Εφετείο έκρινε νόμιμη τη βάση αυτή της ένδικης αγωγής και, μετά από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που, κατά το σχετικό της κεφάλαιο, είχε κρίνει αντίθετα, την απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός κατά τη ρηθείσα αιτίασή του είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ως άνω αποφάσεων (πρωτόδικης και προσβαλλομένης), η επίμαχη αιτιολογία δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη, αλλά στην πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία, ως ανεφέρθη, κατά το κεφάλαιό της αυτό εξαφανίσθηκε από το Εφετείο και, έτσι, δεν ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε τα τυχόν σφάλματα αυτής (πρωτόδικης) να μπορούν να προταθούν, με την αίτηση αναιρέσεως, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης (πρβλ.

ΟλΑΠ 16/1990, 366/2008, ΑΠ 344/2006). 3) Ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης, με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι: "...η κρίση της απόφασης ότι "δεν συνέτρεχε περίπτωση ανέγερσης της οικοδομής εξ ολοκλήρου με καταβολή του απαιτούμενου κόστους της και δη με χρήματα τον ενάγοντος, αφού κατά το μεγαλύτερο μέρος της θα ανεγείρονταν με προσωπική εργασία των διαδίκων, φίλων και συγγενών τους οικοδόμων" και ότι "ο τρόπος αυτός ανοικοδόμησης του επιδίκου κτίσματος για τον οποίο πειστικά κατέθεσε ο άνω μάρτυρας, είναι άλλωστε ο συνήθης στις συναλλαγές, σε περίπτωση που οι ιδιοκτήτες - ιδίως αυθαίρετης οικοδομής - είναι οι ίδιοι οικοδόμοι", είναι αντίθετη στα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή λογική, ότι μία τριώροφη οικοδομή δεν είναι δυνατόν να ανεγερθεί μόνο με "αφιλοκερδή εργασία" χωρίς καμία άλλη δαπάνη", εκτιμώμενος, λόγω έλλειψης επίκλησης συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας, ως από τον αριθμό 1 εδ.

β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία και δη ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος της παραβίασής τους.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ότι: "...μία τριώροφη οικοδομή δεν είναι δυνατόν να ανεγερθεί μόνο με "αφιλοκερδή" εργασία χωρίς καμία άλλη δαπάνη", όπως, εσφαλμένα, υποστηρίζει ο αναιρεσείων. 4) Ο τέταρτος λόγος, που, επίσης, ελλείψει ενάριθμου χαρακτηρισμού του στο αναιρετήριο, εκτιμάται, κατά το περιεχόμενό του, ως από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη έλλειψη νόμιμης βάσης διότι, κατ' ακριβή απόδοσή του: "...έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα διότι, αφενός δέχεται ότι οι στεγαστικές ανάγκες του εναγομένου καλύπτονταν από την ανέγερση ενός μόνο ορόφου, όπως και του ενάγοντα πατέρα του, ενώ από την άλλη πλευρά έκρινε ότι ο εφεσίβλητος κατέβαλε δαπάνες, τις οποίες ήταν αδύνατον να καταβάλλει, δεδομένου ότι αυτές υπερκάλυπταν τις στεγαστικές του ανάγκες που ήταν η κατασκευή ενός μόνον διαμερίσματος για να στεγάσει την οικογένειά του.

Εξ αυτού του λόγου, η κρίση της απόφασης ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος να καταρτίσει ο εναγόμενος με τον ενάγοντα πατέρα του και δεν κατάρτισε την επικαλούμενη συμφωνία για την ανέγερση με ... πρόσθετη συμβατική υποχρέωση την καταβολή του 1/2 του κόστους της από τον εναγόμενο στον ενάγοντα δαπάνες είναι αντιφατική", είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως αόριστος.

Και τούτο διότι, πλην των ως άνω αποσπασματικών περικοπών της προσβαλλομένης, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, οι συγκεκριμένες νομικές διατάξεις, τις οποίες φέρεται ότι παραβίασε, με αντιφατικές αιτιολογίες, το Εφετείο και ο σχετικός (αγωγικός ή από ένσταση του αντιδίκου του), ισχυρισμός, τον οποίον αφορά η επικαλούμενη αντίφαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο υπόψη λόγος είναι αβάσιμος, αφού οι επικαλούμενες, από τον αναιρεσείοντα, αιτιολογίες της προσβαλλομένης δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. 4) Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον, ο αναιρεσείων, αποδίδει στο Εφετείο ότι, δεν έλαβε υπόψη: α) τις αποδείξεις δαπανών κατασκευής της οικοδομής τις οποίες, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε σ' αυτό.

β) Τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε εργασθεί πάρα πολλά έτη ως οικοδόμος, ενώ ο αντίδικος ήταν ηλικίας 22 ετών, νιόπαντρος και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας για να γίνει μία τριώροφη οικοδομή εκτός από την προσωπική τους εργασία στην κατασκευή του μπετόν, απαιτείτο η εκτέλεση και πολλών άλλων εργασιών για τις οποίες εργάσθηκαν επ' αμοιβή τρίτοι και αγόρασε (ο αναιρεσείων) υλικά για τα οποία δαπανήθηκαν τα ποσά που επικαλέστηκε και δεν αμφισβητήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, εναγόμενο.

γ) Την κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. δ) Τον από Μάϊου 2011 προϋπολογισμό εργασιών της αρχιτέκτονος - μηχανικού Ε. Λ., σύμφωνα με τον οποίο η συνολική δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής ανήλθε στο ποσόν των 184.683,55 ευρώ. ε) Την από Ιουνίου 2013 τεχνική έκθεση εκτίμησης αξίας του ακινήτου της ιδίας μηχανικού.

στ) Τις αποδείξεις δαπανών κατασκευής, με αριθμούς σχετικών εγγράφων 9-80. ζ) Τις ένορκες βεβαιώσεις: ...2015, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Ε. Δ. και, .../2015 ενώπιον της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Φ. Σ.. Kαι, η) το από 22-9-2010 απόσπασμα του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Α' Αστυνομικού τμήματος ..., ο οποίος, ελλείψει επίκλησης, από τον αναιρεσείοντα, ενάριθμης αναιρετικής πλημμέλειας, εκτιμάται ως από τον αριθμό 11 περ.

γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την αιτίασή του για μη λήψη υπόψη της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του αντιδίκου του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρει ο αναιρεσείων ότι νομίμως την επικαλέσθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και κατά τα λοιπά, πλην της δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου του, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, είναι αβάσιμος και.

Διότι, όπως προκύπτει, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, κατά τις νομικές της βάσεις από τις περί κοινωνίας και αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, μετά από την εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων.

Τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω δικανικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά, όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που φέρονται, από τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα και, μάλιστα, ορισμένα από αυτά, όπως τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων σε συμβολαιογράφο, ειδικώς, μνημονεύει στην προσβαλλομένη απόφασή του.

Κατά την αιτίασή του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, εναγομένου, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, αφενός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ενάγοντος, για τον οποίον έγινε η φερόμενη ως ομολογία του αντιδίκου του και ότι, νόμιμα την επικαλέσθηκε αυτός στο Εφετείο.

Αφετέρου, γιατί ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, δεδομένου ότι η επικαλούμενη, από τον αναιρεσείοντα, δήλωση του αναιρεσιβλήτου ότι "ήταν ηλικίας 22 ετών και νιόπαντρος" δεν εμπεριέχει δικαστική ομολογία κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, όσον αφορά στις επιμέρους συνθήκες γενέσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος, ενάγοντος, όπως αυτές διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή, προς θεμελίωση της ιστορικής αυτής βάσεως, ενώ, κατά τα λοιπά, με τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αυτά αποτελούν συμπεράσματα του ιδίου, συναγόμενα από την, κατά την εκδοχή του, εκτίμηση των αποδείξεων. 5.

α) Ο πέμπτος λόγος, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο ότι: "Παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν έλαβε υπόψη το ουσιώδες γεγονός, ότι το έτος 1991 που αγοράσθηκε το αγροτεμάχιο ο εναγόμενος - εφεσίβλητος ήταν ηλικίας μόλις 22 ετών (γεννήθηκε το έτος 1969), μόλις είχε απολυθεί από το στρατό και είχε τελέσει γάμο το ίδιο έτος (1991) και είχε ήδη αποκτήσει το πρώτο του τέκνο.

Κατοικούσε σε μισθωμένη κατοικία, δεν είχε άλλη εργασία πλην του καλουπατζή σε οικοδομές και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν αδύνατον να έχει ικανά ίδια κεφάλαια από την εργασία του ως νέος οικοδόμος, τα οποία να διέθεσε για την ανέγερση της οικοδομής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω ουσιώδη στοιχεία, τα οποία αν ελάμβανε θα οδηγείτο σε αντίθετη κρίση και θα έκανε δεκτή την αγωγή μου.

Δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία του αντιδίκου, ότι τα μοναδικά του εισοδήματα προήρχοντο την εργασία του ως καλουπατζή, τα οποία δεν αρκούσαν ούτε για την επιβίωσή του, διότι δεν είχε σταθερή δουλειά, είχε έξοδα λόγω της οικογένειας που απέκτησε (σύζυγο και τέκνα), ζούσαμε μαζί σε μισθωμένο ακίνητο και τον βοηθούσα οικονομικά για να ανταπεξέλθει στις δαπάνες διαβίωσής του και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσόν για την ανέγερση της οικοδομής, πλην της προσωπικής εργασίας μας ως οικοδόμων την οποία προσφέραμε αμφότεροι από κοινού...".

Και, β) ο ένατος λόγος, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο, επί λέξει, ότι: "εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου απεδείχθη ότι το ήμισυ της απαιτηθείσας δαπάνης κατασκευής της όλης οικοδομής, (το οποίο βάρυνε τον εφεσίβλητο), αποτελούσε δική μου προς αυτόν δωρεά, απέρριψε το σχετικό αίτημά μου λαμβάνοντας υπόψη παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ενώ αντίθετα δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία ότι κατέβαλα εγώ εξ ιδίων μου χρημάτων τις δαπάνες αυτές, αν και τα επικαλέστηκα και τα προσκόμισα νομίμως στο δικαστήριο.", είναι απαράδεκτοι.

Ειδικότερα, ο πέμπτος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού για μεν τη θεμελίωση της αιτίασής του περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας (εκτιμώμενος ως εκ του αριθμού 1 β' άρθρου 559 ΚΠολΔ), δεν αναφέροντα ποια είναι τα, συγκεκριμένα, διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι αυτά, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος της παραβίασής τους και για δε τη θεμελίωση της αιτίασής του, περί μη λήψης υπόψη δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου (αριθμός 11 περ.

γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, ελλείψει επίκλησης και εδώ ενάριθμης αναιρετικής πλημμέλειας), δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ενάγοντος, για τον οποίον έγινε η φερόμενη, ομολογία του αντιδίκου του και ότι αυτός, νόμιμα, την επικαλέσθηκε στο Εφετείο.

Ανεξαρτήτως, βεβαίως, του ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, συγκεκριμένων αγωγικών ισχυρισμών, αλλά μόνο συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, συναγόμενα από την, κατά την εκδοχή του, εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, ο πέμπτος λόγος, κατά τα λοιπά και ο ένατος, στο σύνολό του, είναι απαράδεκτοι, αφού με τις αιτιάσεις που περιέχουν, οι οποίες δεν εστιάζονται, σαφώς, ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με, συγκεκριμένο, αναιρετικό λόγο, προβλεπόμενο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ πλήττεται, ευθέως, η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, από το Εφετείο, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-09-2018 αίτηση αναίρεσης της 44/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ