Supreme Court dismisses appeal for inadmissible vague claim of document distortion in civil case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding shared property usage. The appellant argued the lower court distorted a document by misreading its content, but the court found this claim vague and failed to specify the actual text or demonstrate a diagnostic error. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it fails to specify the true content of the document and demonstrate a diagnostic error in the lower court's reading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1764 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1764/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ... 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Μαυρούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από .../2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από ....2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. .../2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για αποζημίωση χρήσης κοινού ακινήτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017).
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 362/2010) ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη σύννομη του κοινού (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014).
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, ανεξάρτητα από τυχόν θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος.
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).
Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου ή αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού ή λεπτομερής περιγραφή της κατάστασης τούτου ή ακόμα και αναφορά των παραμέτρων που δικαιολογούν την κατ' έτος αναπροσαρμογή της μισθωτικής του αξίας, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1465/2006, ΑΠ 1480/2000).
Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 564/2012).
Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση και η οποία συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 2348/2009).
Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014).
Εξάλλου, ο κοινωνός, όταν ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά άλλου κοινωνού για το όφελος που αποκόμισε, δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέτει και να αφαιρεί τις δαπάνες του εναγόμενου και να απαιτεί το υπόλοιπο, διότι, οι δαπάνες δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής του, αλλά μπορεί να τις απαιτήσει ο εναγόμενος και κατ' ένσταση (ΑΠ 567/2023).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 333/2021).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 27, 28/1998, ΑΠ 567/2023).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. 3.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς του και συναφούς λόγου εφέσεώς του, λόγω μη αναφοράς των αναγκαίων στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου και συγκεκριμένα των τεχνικών χαρακτηριστικών του ακινήτου, των συγκριτικών μισθωτικών αξιών και των χρονικών διαστημάτων εντός των οποίων μπορούσαν να επιτευχθούν τα μισθώματα αυτά.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα-ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ' αυτή τα εξής: Ότι οι διάδικοι είναι αποκλειστικοί συγκύριοι, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μίας μονοκατοικίας (έπαυλης) επιφάνειας 1.453 τ. μ., που βρίσκεται στο Πολύδροσο Παρνασσού Δελφών, η οποία ανηγέρθη σε έκταση συνολικής επιφάνειας 5. 555, 91 τμ, αποτελείται από 5 συνολικά επίπεδα και είναι ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής και ιδιαίτερα πολυτελούς κατασκευής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ότι από το Μάιο του έτους 2014, ο εναγόμενος-εκκαλών-ήδη αναιρεσείων, έχει απαγορεύσει την πρόσβασή της σε αυτή, χρησιμοποιώντας την εν λόγω μονοκατοικία αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος. Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, ζήτησε α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με βάση τις περί κοινωνίας διατάξεις (785 επ. ΑΚ), άλλως, επικουρικώς, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1096 επ.
ΑΚ, άλλως και όλως επικουρικώς, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (904 επ. ΑΚ), να της καταβάλει το ποσό των 117.500,00 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί, σύμφωνα με τις αυτές ως άνω διατάξεις, η υποχρέωσή του να της καταβάλει το ποσό των 212.519,05 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης της εν λόγω μονοκατοικίας, για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2014 έως και τις 31-3-2018, συνολικού ύψους 330.019,05 ευρώ, το οποίο αναλογεί στο ιδανικό της μερίδιο, με βάση τη μισθωτική αξία της επίδικης έπαυλης, όπως αυτή εκτιμήθηκε από πιστοποιημένο από το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμητή.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον αναφέρονται σ' αυτήν το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα της ενάγουσας κοινωνού, ότι ο εναγόμενος κοινωνός κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2014 μέχρι 31-3-2018 έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και το όφελος του εναγομένου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την αποκλειστική χρήση του κοινού, συνιστάμενο στην μισθωτική αξία του μεριδίου της εκτός χρήσεως κοινωνού-ενάγουσας, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο τα τεχνικά χαρακτηριστικά του κοινού ακινήτου και οι μισθωτικές αξίες άλλων ακινήτων, ως συγκριτικών στοιχείων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 4. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμο τον δεύτερο λόγο εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονούνταν για έλλειψη αιτιολογιών άλλως για αντιφατικές αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, αναφορικά με την ιδιότητα, την κατάσταση και την μισθωτική αξία του κοινού ακινήτου.
Ο λόγος αυτός, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη, καθόσον έκρινε ότι το αιτιολογικό της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν είναι εσφαλμένο και την επικύρωσε. 5. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος το υ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως μη νόμιμη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και της εφέσεως του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός για την θεμελίωση της ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρίσθηκε τα εξής: "...Η εκ μέρους της αντιδίκου άσκηση της ενδίκου αγωγής της για τα ωφελήματα, μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος που υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη από του ισχυριζομένου αποκλεισμού της από τη χρήση του κοινού πράγματος, χωρίς εν τω μεταξύ να διαμαρτυρηθεί ή να ασκήσει αγωγή ρύθμισης της χρήσεως του κοινού ακινήτου, αφού από το έτος 2004 που κατοικήσαμε σ' αυτό ποτέ δεν ζήτησε αποζημίωση χρήσεως και ποτέ δεν επισκεπτόταν το επίδικο, δημιούργησε σε μένα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά της προς αποζημίωση, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αυτού, που τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης και στη δημιουργία επαχθών συνεπειών για μένα, να αντίκειται προφανώς στις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η αντίδικος δεν επιδιώκει τη ρύθμιση της χρήσεως, αλλά την οικονομική μου εξόντωση".
Τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια της αναιρεσίβλητης ως δικαιούχου, και αν ακόμη δημιούργησε στον αναιρεσείοντα, ως οφειλέτη, την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται πλέον αυτή να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επί πλέον, ειδικές συνθήκες, προκύπτουσες από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο της αναιρεσίβλητης, όσο και του αναιρεσείοντος και τη δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση υπό τις άνω ειδικές συνθήκες, ενόψει των οποίων και της αδράνειας της αναιρεσίβλητης, η άσκηση του δικαιώματος της να τείνει στην ανατροπή της ως άνω καταστάσεως, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρόν, περιστατικά όμως τα οποία δεν διαλαμβάνονται στην ως άνω προταθείσα από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα ένσταση.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1864/2017).
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γΓ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 455/2014). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγησή του και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί δυνατότητας εκμισθώσεως του κοινού ακινήτου και ειδικότερα :α)76 φωτογραφίες της επίδικης κοινής οικοδομής, όπου εμφαίνεται η κατάσταση αυτής και η ακαταλληλότητά της για κατοίκηση και συνακόλουθα για εκμίσθωσή της, β)το από 7-10-2015 έγγραφο που του απέστειλε η αναιρεσίβλητη στο οποίο αναφέρεται ότι θα απαιτηθεί το ποσό των 1.000.000 ευρώ για τη νομιμοποίηση της οικοδομής, γ)τα από 28-4-2015 και 28-5-2020 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της αναιρεσίβλητης, στα οποία αναφέρεται στα προβλήματα της επίδικης οικοδομής και στην αδυναμία της να μεταβιβαστεί, δ)τις από 25-9-2014, 13-5-2020 και 29-9-2015 εξώδικες δηλώσεις του προς την αναιρεσίβλητη, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά τα έτη 2011-2014 δεν είχαν επαγγελματική εργασία, ούτε εισόδημα, παρά μόνο χρέη προς το Δημόσιο και δεν μπορούσαν να δαπανήσουν οποιοδήποτε ποσό για την επισκευή, τακτοποίηση και νομιμοποίηση της οικοδομής, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη παρεμποδίζει την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, ε)το υπ' αριθμ. ...-2020 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, από το οποίο προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη το χρονικό διάστημα από 2014-2018 δεν είχε ικανά εισοδήματα για να συνεισφέρει στην επισκευή, τακτοποίηση και νομιμοποίηση της οικοδομής, στ) το υπ' αριθμ. ...-2019 έγγραφο του ΟΤΕ, τα υπ' αριθμ. ...- 2019, ...-2016 και ...-2017 έγγραφα της ΔΕΗ, από τα οποία προκύπτει η διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης και της ηλεκτροδότησης της οικοδομής, λόγω οφειλών, ζ)έγγραφα του Δήμου Δελφών, όπως ατομική ειδοποίηση για την περίοδο κατανάλωσης από 1-7-2014 έως 31-12-2014 και το ...
διπλότυπο είσπραξης χρήσης 2017, από το οποίο προκύπτει ότι η κατανάλωση νερού για το έτος 2015 ήταν μηδενική, η)την από 30-6-2015 όμοια αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί αποζημίωση χρήσης και για άλλα κοινά ακίνητα, θ)τα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις από τα οποία προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να επισκεφθεί το κοινό ακίνητο και να κάνει χρήση αυτού, και ι) τα από 29-10-2020, 30-10-2020 έγγραφα μεσιτικών γραφείων και ηλεκτρονικές αναρτήσεις μίσθωσης όμορων κατοικιών, καθώς και όμορων κατοικιών που δεν έχουν εκμισθωθεί, που προσκόμισε προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, ότι η αξία αυτή είναι μηδαμινή λόγω της παλαιότητας, της εγκατάλειψης και της ακαταλληλότητας αυτού και σε κάθε περίπτωση μικρότερη αυτής που δέχθηκε το Εφετείο.
Όμως, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επαναπροσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και τα νέα έγγραφα που επιτρεπτώς προσκόμισαν για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και οι φωτογραφίες το περιεχόμενο και η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, όπως μερικά από τα έγγραφα αυτά αναφέρονται ιδιαιτέρως στην απόφαση, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι αα) αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση(ΑΠ 1638/2022).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 24/1992).
Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (ΟλΑΠ 861/1984). Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 249/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφαση του, αναφορικά με την μισθωτική αξία του επιδίκου κοινού ακινήτου, ενώ αρχικά δέχεται ότι πρόκειται περί αστικού ακινήτου προορισμένου για συνεχή χρήση όλο το χρόνο, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι πρόκειται περί εξοχικής, παραθεριστικής, κατοικίας, αναφορικά δε με τον αποκλεισμό της αναιρεσίβλητης από την σύγχρηση αυτού, δέχεται με ανεπαρκή αιτιολογία ότι υπήρχε μόνο ένα κλειδί για κάθε πόρτα, εσωτερική και εξωτερική, και ότι ο αναιρεσείων προέβη σε αντικατάσταση των κωδικών του συστήματος συναγερμού, αρκούμενο στην κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Σ.
Μ. και στην υπ' αριθμ. .../2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων υποχρεούται να παραδίδει στην αναιρεσίβλητη, πριν την έναρξη κάθε περιόδου για την οποία της έχει παραχωρηθεί η χρήση του επιδίκου ακινήτου, τα κλειδιά και τους κωδικούς του συστήματος συναγερμού αυτού.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ποιοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, καθώς και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, ούτε οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. 8. Κατά τη διάταξη του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Πρέπει ακόμη κατά τη συζήτηση να προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας.
Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια συνιστούν και οι αποφάσεις των Πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 339/1996).
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο (ΑΠ 1638/2022) γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Αρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006) και στ) να εκτίθεται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006) δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αριθμ. .../2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμφισσας, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων για την ρύθμιση της χρήσης του κοινού ακινήτου, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου της, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών και φράσεων αυτού, αποδίδοντας σ' αυτό "περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει", καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο γι'αυτόν, ότι δηλαδή υπάρχει μόνον ένα κλειδί για κάθε θύρα της επίδικης οικίας και εξαιτίας της μη παραδόσεως αυτού από τον αναιρεσείοντα, η αναιρεσίβλητη δεν δύναται να εισέλθει εντός αυτής.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση αυτού με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να προκύπτει η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως. 9. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...-2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ