Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague and unsupported legal arguments regarding property usage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Kalamata. The appellant argued that the lower court misinterpreted the parties' intent regarding shared property usage, but the court found the appeal arguments vague and legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566, 569, 577 para. 1, 559, 495 para. 4, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and substantiated, and vague or unsupported arguments regarding the interpretation of factual circumstances or legal rules are inadmissible and lead to dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 567 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 567/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Οικονομίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουραντή και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/11/2021 αίτησή του και τους από 1/2/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 1-11-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 77/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 26-6-2020 έφεση και οι από 18-12-2020 και 17-3-2021 πρόσθετοι λόγοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 52/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την από 7-4-2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει να καταβάλει ο πρώτος στον δεύτερο το ποσό των 57.473 ευρώ με το νόμιμο τόκο ως αποζημίωση από την αποκλειστική χρήση του κοινού τους και εκεί περιγραφόμενου ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως παραδεκτό είναι και το από 1-2-2023 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των ως άνω λόγων.
Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής (ή προκειμένου περί ένστασης κατ'άρθρο 262 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Εξ άλλου, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2197/2007).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1215/2010, ΑΠ 2219/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1210/2008).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017).
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 362/2010) ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού.
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009).
Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι, κατ' αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016).
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ' αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012).
Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 1465/2006). Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 564/2012).
Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση. Η, με βάση τις προαναφερόμενες ειδικές περί κοινωνίας διατάξεις, άσκηση της αξίωσης για απόδοση της ωφέλειας αποτελεί ειδικότερη μορφή απόδοσης του πλουτισμού, που, χωρίς νόμιμη αιτία, περιήλθε στον κοινωνό, ο οποίος έκανε την αποκλειστική χρήση σε βάρος της περιουσίας του κοινωνού που δεν έκανε χρήση.
Γι' αυτό και η αναζήτηση της παραπάνω ωφέλειας, δεν μπορεί να γίνει και κατ' εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την απόδοση του πλουτισμού του εναγόμενου, που έκανε την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 749/2003).
Εξάλλου, ο κοινωνός, όταν ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά άλλου κοινωνού για το όφελος που αποκόμισε, δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέτει και να αφαιρεί τις δαπάνες του εναγόμενου και να απαιτεί το υπόλοιπο, διότι, οι δαπάνες δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής του, αλλά μπορεί να τις απαιτήσει ο εναγόμενος και κατ' ένσταση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 810 του ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση χρησιδάνειο, ο χρήστης παραχωρεί στο χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Ο όρος παραχώρησης της χρήσης χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι, αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα" , η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρησιδάνειο, αλλά συνήθως ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου.
Ως αντάλλαγμα, θεωρείται κάθε παροχή, που λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια, που έχει αυτός από τη χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι τόσο σημαντική, που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης, που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις.
Σύμβαση χρησιδανείου ακινήτου δεν αποκλείεται να καταρτισθεί αυτοτελώς ενόψει και μέχρι την κατάρτιση οριστικής σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου, οπότε ο χρήστης παραχωρεί οικειοθελώς και χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του ακινήτου στον χρησάμενο μέχρι την οριστική μεταβίβαση ή τη ματαίωση αυτής (ΑΠ 1400/2010).
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει επίσης, σαφώς, ότι το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησάμενου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλόμενων και, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού και ειδικότερα, στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη (ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 407/2009).
Περαιτέρω από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης 810 ΑΚ προς αυτή του άρθρου 816 ΑΚ προκύπτει, ότι αν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο η σύμβαση λύεται με καταγγελία από το χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια (άρθρα 200, 288 ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, γεγονός πάντως, που αποτελεί περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εναγόμενου χρησάμενου (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1913/2008).
Σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης (ΑΠ 1913/2008).
Η καταγγελία δεν απαιτείται να γίνεται πανηγυρικά, ούτε υποβάλλεται σε ορισμένο τύπο, αλλά είναι μια άτυπη μονομερής απευθυντέα δήλωση, που επιφέρει τα αποτελέσματα της χωρίς να πρέπει να γίνει δεκτή από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος (ΑΠ 407/2009). Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη - ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και, της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281 (ΟλΑΠ 2/2019).
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης, προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 5/2011). Όμως, η άνω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 17/95, Ολ ΑΠ 4/2001) ή όταν επικαλείται απλώς νομική αβασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος, αποκρούοντας δηλαδή την εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο (ΑΠ 1119/2007), καθόσον, ειδικότερα, εάν μεν το δικαίωμα αυτό είναι νόμιμο, μπορεί να ενασκηθεί και εναντίον της βουλήσεως του υπόχρεου, οπότε ελέγχεται ενδεχόμενη καταχρηστικότητα της ασκήσεώς του, εάν, όμως, είναι ανυπόστατο ή αντίκειται στο νόμο, δεν μπορεί εκ μέρους του αμφισβητούντος αυτό να γίνει λόγος περί καταχρήσεως.
Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί καταχρηστικής ασκήσεως "υποτιθέμενου" δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής, η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, καθόσον είναι λογικώς αδύνατη η καταχρηστική άσκηση ανυπάρκτου δικαιώματος (ΑΠ 894/2007).
Επίσης, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 794, 904 επ., 1101-1107 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση κοινωνίας δικαιώματος, όπως συμβαίνει όταν η κυριότητα πράγματος ανήκει σε περισσότερους από κοινού (άρθρο 1113 ΑΚ), κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους υπόλοιπους κοινωνούς κατά την αναλογία της μερίδας του για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού.
Ο κοινωνός που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει αυτά που κατέβαλε επί πλέον της μερίδας του από τους υπόλοιπους κοινωνούς, κατά την αναλογία των μερίδων τους. Η υποχρέωση αυτή για τις δαπάνες αποτελεί το αντιστάθμισμα της συμμετοχής του κοινωνού στους καρπούς και τα ωφελήματα του κοινού πράγματος.
Η διάταξη αυτή καλύπτει και τα βάρη του κοινού πράγματος με την έννοια του άρθρου 965 ΑΚ (π.χ. φόροι, τέλη κ.λπ.), επειδή και τα βάρη του πράγματος αποτελούν με ευρύτερη έννοια έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος (ΑΠ 1694/2013, ΑΠ 189/2011). Αντιθέτως, δεν υπάγονται στις εν λόγω δαπάνες που μπορούν να αναζητηθούν αυτές που προκαλούνται από την ατομική χρησιμοποίηση - εκμετάλλευση του κοινού πράγματος από έναν κοινωνό.
Η αναζήτηση των εξόδων γίνεται απ' ευθείας βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή μετά από απόφαση όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που ελήφθησαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου και με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι τα έξοδα έχουν καταβληθεί από τον κοινωνό, ο οποίος κατά συνέπεια αξιώνοντας την καταβολή τους, πρέπει να επικαλεσθεί, μεταξύ των άλλων και να αποδείξει ότι κατέβαλε τα έξοδα αυτά σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 274/2012).
Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, τα έξοδα αυτά αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 251/2014, ΑΠ 1465/2006), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι συντρέχουν, έστω, οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων και ειδικότερα, εάν μεν η αναζήτηση των εξόδων ή βαρών γίνεται κατά τις περί διοίκησης αλλοτρίων διατάξεις, υπό τις προϋποθέσεις:
α) ότι ο υποβληθείς στα έξοδα και τα βάρη αυτά ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της, β) ότι ο πρώτος είχε συνείδηση ότι διαχειρίζεται ξένη υπόθεση, γ) ότι πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη, δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε κατά τη διεξαγωγή της υπόθεσης, εάν δε, η αναζήτηση των εν λόγω εξόδων ή βαρών γίνεται κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, υπό τις προϋποθέσεις:
α) ότι λόγω της καταβολής των ως άνω εξόδων ή βαρών επήλθε πράγματι πλουτισμός, β) ότι ο πλουτισμός αυτός έλαβε χώρα σε βάρος της περιουσίας αυτού που τα κατέβαλε και γ) ότι η συγκεκριμένη περιουσιακή μετακίνηση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία. Η αναζήτηση αυτή δύναται να επιδιωχθεί και με ανταγωγή ή και με ένσταση του εναγόμενου κοινωνού, για το ορισμένο και παραδεκτό της οποίας (ανταγωγής ή ένστασης), πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τη συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων, διαφορετικά (η ανταγωγή ή η ένσταση) είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 440, 441,442, 794 και 1106 εδ. α' ΑΚ, τις απαιτήσεις του από την κοινωνία για δαπάνες στο κοινό πράγμα ο συγκύριος μπορεί να ασκήσει και κατ' ένσταση, κατά τη συζήτηση της αγωγής απόδοσης της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος εκ μέρους του, με την προβολή του δικαιώματος επίσχεσης του κοινού ή της ένστασης συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του ενάγοντος (ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1080/2012).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269, 527 αρ. 3, 529 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα (άρθρο 442 ΑΚ), υπό την έννοια, ότι πρέπει η άμεση (παραχρήμα) απόδειξη να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλομένων ουσιωδών περιστατικών του αντιστοίχου περί συμψηφισμού ισχυρισμού του εκκαλούντος, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών καταφατικά ή αποφατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη άλλης περαιτέρω ουσιαστικής έρευνας (ΑΠ 460/2020, ΑΠ 350/2020).
Ειδικότερα, η ανωτέρω άμεση απόδειξη δεν σημαίνει προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, κατά την υποβολή του, μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευτεί και το δικαίωμα του τελευταίου (αντιδίκου) για ανταπόδειξη.
Η κρίση δε του Εφετείου ότι ο νέος περί συμψηφισμού ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο έφεσης, αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, από τα έγγραφα που επικαλέστηκε ο εκκαλών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου, η δε αδυναμία απόδειξης της ανταπαίτησης με τον προαναφερθέντα τρόπο, έχει σαν αποτέλεσμα, η ένσταση συμψηφισμού να απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 752/2011).
Η προβολή της ενστάσεως αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με την μορφή κυρίου ή προσθέτου λόγου εφέσεως (ΑΠ 636/2015, ΑΠ 1281/2014). Άμεση απόδειξη κατ' άρθρο 445 ΚΠολΔ, παρέχουν και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε ως προς το ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως σ' αυτό ανταπόδειξη (ΑΠ 844/1999).
Κατά συνέπεια ως ανταπαίτηση, που αποδεικνύεται αμέσως, θεωρείται αυτή, που προκύπτει από δικαστική ομολογία του αντιδίκου, ή από έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό), από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια. Εξάλλου, η ένσταση του συμψηφισμού, όπως και κάθε ένσταση, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεση προβολής της ανεξαρτήτως συγκεκριμένου αιτήματος.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων συγκύριος του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου άσκησε κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου την από 7-4-2014 αγωγή του με την οποίαν ζητούσε αποζημίωση χρήσης ποσού 60.000 ευρώ λόγω αποκλειστικής χρήσης αυτού από τον τελευταίο για το χρονικό διάστημα 2009-2013.
Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη με την υπ' αριθμ. 52/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 57.473 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για την ως άνω αιτία της αποζημίωσης λόγω αποκλειστικής χρήσης επικοίνου ακινήτου πράγματος.
Ασκηθείσας έφεσης και πρόσθετων λόγων από τον εναγόμενο, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον σκέλος της ως προς την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αοριστία της ως άνω ένδικης αγωγής μεταξύ των διαδίκων : "...
είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά στην αξίωση του ενάγοντος για τα ωφελήματα που αναλογούν στο δικό του μερίδιο..., αφού αναφέρονται στο δικόγραφο α) το κοινό ακίνητο, β) το επ' αυτού μερίδιο του ενάγοντος, γ) ότι ο εναγόμενος συγκοινωνός έκανε, κατά τον επίδικο χρόνο, αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, δ) το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και ε) η ανάλογη μερίδα του ενάγοντος επί του οφέλους αυτού, χωρίς να καθίσταται αόριστη η αγωγή λόγω της μη αναφοράς σ' αυτή των επικαλούμενων από τον εκκαλούντα περιστατικά, μεταξύ των οποίων και της μισθωτικής αξίας άλλων ακινήτων, ως συγκριτικών στοιχείων, αφού η εν λόγω αξία θα προκόψει από τις αποδείξεις.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έκρινε την αγωγή ως ορισμένη καθόσον, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113, δίχως αν απαιτείται για το ορισμένο της η αναφοράς σ' αυτή των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα συγκριτικών στοιχείων (παλαιότητα του ακινήτου, έκταση και η κατάσταση των διαμερισμάτων, οι συνθήκες τουρισμού και η κατάσταση της αγοράς, στοιχεία που καθορίζουν τη μισθωτική αξία αυτού και άλλων ακινήτων, αφού η εν λόγω αξία θα προκόψει από τις αποδείξεις, ουδόλως έσφαλε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Στη συνέχεια ως προς την ουσία της υπόθεσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής : "Δυνάμει του υπ' αριθμ. …/5-9-1978 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Νικολάου Παπαδημητρίου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 73 και με αριθμό…, οι διάδικοι απέκτησαν αρχικά την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, ο δε πατέρας τους, Π.
Ν. του Π., την αποκλειστική εφ' όρου ζωής επικαρπία ενός οικοπέδου, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 490 τ.μ. και κατά νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση 468,98 τ.μ., ευρισκόμενου εντός του οικισμού ... της Τοπικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ..., συνορεύοντος, κατά τον τίτλο κτήσεως ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.
Μ., νότια με κοινοτική οδό, βόρεια ιδιοκτησία Ν. Α. και δυτικά με κοινοτική οδό. Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1979 πολεοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Μεσσηνίας ανηγέρθη επί του ως άνω ακινήτου διώροφη οικοδομή μεθ' υπογείου και δώματος, επιφάνειας του υπογείου ορόφου 151,61 τ.μ., του ισογείου ορόφου 230,85 τ.μ., του πρώτου ορόφου 220,8ο τ.μ.
και του δώματος 18,61 τ.μ. Το εσωτερικό δε της οικοδομής διαμορφώθηκε κατά τρόπο, ώστε να λειτουργήσει ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, την οποία ανέλαβε αρχικά ο πατέρας των διαδίκων - επικαρπωτής, και μετά το θάνατο του τελευταίου, την επιχείρηση, φέρουσα την επωνυμία "Π.", ανέλαβε έως και σήμερα μόνος ο εναγόμενος - εκκαλών, χρησιμοποιώντας και εκμεταλλευόμενος αποκλειστικά ο ίδιος το κοινό ακίνητο, πλην ενός τετράκλινου δωματίου του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου υπό στοιχεία Α-11, εμβαδού 40,85 τ.μ., το οποίο ανέκαθεν χρησιμοποιεί ο εφεσίβλητος - ενάγων ως εξοχική κατοικία και για όλο το διάστημα της θερινής περιόδου του έτους, καθώς και του υπό στοιχεία 1-5 διαμέρισμα του ισογείου, το οποίο χρησιμοποιεί ο εναγόμενος ως κατοικία της οικογένειας του.
Ειδικότερα επί του επίδικου κοινού ακινήτου και δη στο υπόγειο αυτού υπάρχει ενιαίος βοηθητικός χώρος επιφάνειας 126,75 τ.μ., μία αποθήκη επιφάνειας 13,86 τ.μ., ένας κοινόχρηστος διάδρομος και το κλιμακοστάσιο ανόδου στον ισόγειο όροφο. Στον ισόγειο όροφο υπάρχουν οι εξής χώροι : α) το υπό στοιχεία ι-ι τετράκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 36,20 τ.μ., β) το υπό στοιχεία 1- 2 τετράκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 38, 73 τ.μ., γ) το υπό στοιχεία 1-3 δίκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 20,98 τ.μ., δ) ο υπό στοιχεία 1-4 χώρος υποδοχής συνολικής επιφάνειας 15,47 τ.μ., που αποτελείται από ένα δωμάτιο και W.C., ε) η υπό στοιχεία 1-7 αποθήκη - λινοθήκη επιφάνειας 3,70 τ.μ., στ) το υπό στοιχεία 1-5 διαμέρισμα, που χρησιμοποιείται από την οικογένεια του εκκαλούντος ως κύρια κατοικία συνολικής επιφάνειας 53,84 τ.μ.
και ζ) ο υπό στοιχεία 1-6 χώρος με χρήση αποθήκης - βοηθητικός χώρος επιφάνειας 30,78 τ.μ. Στον πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο υπάρχουν οι εξής χώροι: α) το υπό στοιχεία Α - 5 τετράκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 35,96 τ.μ., β) το υπό στοιχεία Α - 6 τετράκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 39,06 τ.μ., γ) το υπό στοιχεία Α - 7 δίκλινο διαμέρισμα, συνολικής επιφάνειας 19,92 τ.μ., 6) το υπό στοιχεία Α - 8 δίκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 19,87 τ.μ., ε) το υπό στοιχεία Α - 9 δίκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 20,01 τ.μ., στ) το υπό στοιχεία Α - 10 δίκλινο διαμέρισμα, συνολικής επιφάνειας 19,77 τ.μ.
και ζ) το υπό στοιχεία Α - 11 τετράκλινο διαμέρισμα συνολικής επιφάνειας 40,85 τ.μ. Τέλος, το υπάρχον δώμα περιλαμβάνει τον ακάλυπτο χώρο της ταράτσας, την απόληξη του κλιμακοστασίου και ένα βοηθητικό χώρο, ο οποίος δεν χρησιμοποιείται από την ως άνω επιχείρηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το κτίριο ανηγέρθη κυρίως με χρήματα του ενάγοντος, ο οποίος εργαζόταν στη Σαουδική Αραβία και απέστελλε χρήματα, όπως άλλωστε προκύπτει και από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως αλληλογραφία του τελευταίου με τους γονείς του και τον εναγόμενο, στην οποία αναφέρονται τα χρηματικά ποσά που έστελνε για την ανέγερση του ξενοδοχείου, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, ενώ από το έτος 1995 οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να παραχωρήσει ο ενάγων στον εναγόμενο το ποσοστό συγκυριότητας του επί του κοινού ακινήτου, χωρίς αντάλλαγμα.
Εξάλλου, προέκυψε ότι περί το έτος 2003 ο εναγόμενος προέβη σε ανακαίνιση τμημάτων του ξενοδοχείου (κουφώματα, είδη υγιεινής, πόρτες), το κόστος της οποίας κατέβαλε ο ίδιος με τη συμφωνία ότι ο ενάγων δεν θα έχει κάποια αξίωση για την αποκλειστική χρήση του ακινήτου από τον εναγόμενο έως το συμψηφισμό των χρημάτων που όφειλε να καταβάλει για την ανακαίνιση που πραγματοποιήθηκε.
Πράγματι αποδείχθηκε ότι από το έτος 2008 ο ενάγων οχλούσε τον εναγόμενο για την καταβολή αποζημίωσης για τη χρήση του ακινήτου του, αφού κατά το χρονικό αυτό σημείο είχε συμψηφιστεί η αξίωση του για καταβολή αποζημίωσης με το ποσό που όφειλε για τις πραγματοποιθείσες εργασίες, καταγγέλλοντας την ως άνω μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση χρησιδανείου, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, παρόλο που ο ενάγων είχε προβεί και στην τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών του κτιρίου και την αποκλειστική ανάληψη του σχετικού κόστους, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη με αριθμό 2432118/2014 δήλωση του εφεσιβλήτου στο Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ), που αφορά σε 10,08 τ.μ.
στον υπόγειο όροφο ως επιφάνεια "εκτός εγκεκριμένου περιγράμματος", σε 17,25 τ.μ. στον ισόγειο όροφο, σε 7,20 τ.μ. στον πρώτο όροφο και σε 10,10 τ.μ. στο δώμα. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίως από τα με ημερομηνίες 1.2.2008 και 1.3.2010 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, που συνετάγησαν με επιμέλεια του ενάγοντος προτείνοντας με αυτόν τον τρόπο την κατάρτιση μεταξύ τους συμβάσεως εκμισθώσεως του ποσοστού συγκυριότητας του επί του επίκοινου στον εναγόμενο, του ετησίου μισθώματος ανερχόμενου στο ποσό των 9.000 ευρώ και των 10.000 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία εν τέλει δεν καταρτίστηκαν, καθόσον ο εναγόμενος αρνούνταν σιωπηρώς και συνέχιζε να κάνει αποκλειστικά ο ίδιος χρήση του κοινού ακινήτου, χωρίς να αποδίδει στον ενάγοντα το ποσό που αναλογεί στο δικό του ποσοστό συγκυριότητας παρά τη γενόμενη καταγγελία.
Ο ενάγων εξακολούθησε να διαμαρτύρεται για την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου χωρίς την καταβολή, οποιοσδήποτε αποζημίωσης, όπως προκύπτει ιδίως από τις από 20.11.2013 και 07.04.2014 εξώδικες δηλώσεις -προσκλήσεις -διαμαρτυρίες του, οι οποίες επιδόθηκαν νόμιμα στον εναγόμενο..., με τις οποίες ο τελευταίος επανέλαβε τη διατυπωθείσα προφορικά κατά το έτος 2008 βούλησή του περί παύσης της δωρεάν παραχώρησης του ποσοστού συγκυριότητάς του, ήτοι περί καταγγελίας της σύμβασης χρησιδανείου, διαμαρτυρόμενος συνάμα για την άρνηση του εναγόμενου να προβούν στη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως καθώς και για το ότι εξακολούθησε να κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα.
Με την πρώτη ως άνω εξώδικη δήλωση ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο ετήσιο μίσθωμα ποσού 12.000 ευρώ ή τη συνεκμετάλλευση του ακινήτου, ή τη μίσθωσή του σε τρίτο, ενώ με τη δεύτερη ως άνω εξώδικη δήλωση του ανακοίνωσε ότι δεν συναινεί πλέον στη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τον εναγόμενο στο κοινό τους ακίνητο.
Σημειωτέο ότι ο εναγόμενος απάντησε στην από 7-4-2014 εξώδικη δήλωση με την από 11.4.2014 εξώδικη διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 22.4.2014.., από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ο εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε τη δήλωση βουλήσεως του αδελφού του ενάγοντα περί παύσης της δωρεάν παραχώρησης του ιδανικού μεριδίου του επί του επίκοινου ήδη από το έτος 2008, πλην όμως αμφισβήτησε και αρνήθηκε το ύψος του αιτούμενου μισθώματος.
Ακολούθησαν μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων μέσω των δικηγόρων τους και του Ι. Χ., κουμπάρου του εναγόμενου και κοινού φίλου του δύο αδελφών, οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες και ακολουθήθηκε η νομική οδός". Ως προς δε την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της ένδικης αγωγής με επίκληση του ότι "αυτός αποκλειστικά και μόνο αυτός λειτουργεί την επιχείρηση των ενοικιαζόμενων δωματίων από το έτος 1987, κατόπιν κοινής απόφασης των διαδίκων και τη δωρεάν παραχώρηση του ιδανικού μεριδίου του από τον εφεσίβλητο, ο οποίος κατήγγειλε την παραχώρηση αυτή το πρώτον το έτος 2013, χωρίς ο εναγόμενος να προβάλει αντίρρηση ως προς τον καθορισμό ετήσιας αποζημίωσης παρά μόνο ως προς το ποσό αυτής, διότι η αιτηθείσα αποζημίωση χρήσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τυχόν δε αποδοχή της θα αποβεί επιζήμια για την επιχείρησή του και δεν λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κρίση στο χώρο του τουρισμού, τα αληθή εισοδήματά του από τη λειτουργία του ξενοδοχείου, καθώς και ότι η ανακαίνιση της επιχείρησης το έτος 2003 έγινε αποκλειστικά με δικά του έξοδα, ενώ η συντήρηση, διατήρηση και λειτουργία του ακινήτου γίνεται μόνο με δικές του δαπάνες λαμβανομένου υπόψη ότι ανέκαθεν είχε την αποκλειστική εκμετάλλευση του ξενοδοχείου, που αποτελεί τη μοναδική πηγή εισοδήματος, πιστεύοντας ότι ο εφεσίβλητος δεν θα ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμά του που πηγάζει από τη χρήση του επίκοινου ως τουριστικού καταλύματος μέχρι τη συνταξιοδότησή του και εξ αυτού του λόγου προέβη σε συνεχείς επισκευές και έξοδα, ενώ ο τελευταίος έκανε ακώλυτη και αποκλειστική χρήση του υπό στοιχεία Α-11 διαμερίσματος χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος,εν όψει και του ότι η μοναδική χρήση του κοινού ακινήτου είναι αυτή της επιχείρησης ενοικιαζόμενων δωματίων, ενώ η χρήση σήματος του ΕΟΤ από τρίτον είναι αδύνατη λόγω της παλαιότητας του σήματος και των νέων συνθηκών εκδόσεως νέου, που στην περίπτωση των ενοικιαζόμενων δωματίων δεν είναι αντικειμενικά εφικτή, ελλείψει προδιαγραφών που ισχύουν για τη λήψη του", το Εφετείο δέχθηκε ότι "τα ως άνω ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν δύνανται να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκουμένου, ως άνω, δικαιώματος.
Και τούτο, διότι... μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος ως δικαιούχου, και αν ακόμη δημιούργησε στον εναγόμενο, ως οφειλέτη, την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του ενάγοντος, όσο και του εναγόμενου, ενόψει των οποίων, σε συνδυασμό με την αδράνεια του τελευταίου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος του που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281, συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες ουδόλως αναφέρονται...
Σημειωτέο ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ότι η καταγγελία της δωρεάν παραχώρησης από τον ενάγοντα έλαβε χώρα το έτος 2013, αυτή έγινε συγχρόνως με την έναρξη των νομικών του ενεργειών, ως εκ τούτου δεν προκύπτει αδράνεια εκ μέρους του, πολλώ δε μάλλον μακρόχρονη αδράνεια, ενώ περαιτέρω η διενέργεια εκ μέρους του εκκαλούντος - εναγόμενου ανακαίνισης του επίκοινου κατά το έτος 2003 με δικές του και μόνο δαπάνες, αποτελεί περιστατικό, που με τις προϋποθέσεις των οικείων διατάξεων συγκροτούν την ιστορική βάση άλλων ενστάσεων και δεν μπορεί να θεμελιώσει κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, σύμφωνα με τα σχετικώς αναφερόμενα στη νομική σκέψη..".
Ως προς την υποβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση επίσχεσης δαπανών, "οι οποίες (δαπάνες) έλαβαν χώρα σύμφωνα με τη διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος στα πλαίσια της κοινωνίας, άλλως κατά τις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων, άλλως λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού που σώζεται, αφού επαύξησαν την αγοραία αξία του κοινού ακινήτου από 150.000 ευρώ σε 320.000 ευρώ, οι οποίες ανέρχονται, κατά την αναλογία της ιδανικής μερίδας του ενάγοντος, στο συνολικό ποσό των 123.674,905 ευρώ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι από το έτος 2003 έως και τη συζήτηση της αγωγής:
α) προέβη σε δαπάνες που έγιναν για την ανακαίνιση των δωματίων, ηλεκτρικών εργασιών, αλλαγές στους πίνακες καλωδίωσης, τοποθέτηση ειδών υγιεινής εξαερισμού μπάνιων, σύνδεση σωληνώσεων με καινούργιο μηχανοστάσιο, οικοδομικά υλικά για την αποκατάσταση των φθορών του παλαιού κτίσματος, αντικατάσταση των ξύλινων κουφωμάτων με αλουμίνια, αλλαγή στις πόρτες κλπ, οι οποίες ανήλθαν τουλάχιστον στο ποσό των 101.349,81 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων υποχρεούται να του καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτών και δη το ποσό των 50.674,905 ευρώ, β) το έτος 2003 έλαβε τοκοχρεωλυτικό στεγαστικό δάνειο ποσού 35-000 ευρώ από την ΑΤΕ - κατάστημα Νέας Χαλκηδόνας, το οποίο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος -συνοφειλέτη του, για την ανακαίνιση του κοινού ακινήτου, γ) το έτος 2005 έλαβε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 6.000 ευρώ από την ΑΤΕ - κατάστημα Νέας Χαλκηδόνας, το οποίο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, για την ανακαίνιση του κοινού ακινήτου, δ) το έτος, 2003 έλαβε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 15.000 ευρώ από την ΑΤΕ - κατάστημα Νέας Χαλκηδόνας, το οποίο χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος - συνοφειλέτη του, για την ανακαίνισή του κοινού ακινήτου, ήτοι έλαβε δάνεια συνολικού ύψους 56.000 ευρώ, εκ του οποίου ο ενάγων υποχρεούται να του καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτού και δη το ποσό των 28.000 ευρώ, ε) από το Μάϊο του 2011 έως το Μάϊο του 2016 παρείχε καθημερινώς την προσωπική του εργασία στο ξενοδοχείο επί 12 ώρες ημερησίως, για την οποία θα έπρεπε να αμείβεται ημερησίως με το ποσό των 50 ευρώ και συνολικά για το ανωτέρω χρονικό διάστημα με το ποσό 90.000 ευρώ, εκ του οποίου ο ενάγων υποχρεούται να του καταβάλει κατά την αναλογία της μερίδας του, το ήμισυ αυτού και δη το ποσό των 45-000 ευρώ.
Ότι οι ανωτέρω δαπάνες συναρτώνται απολύτως με τη διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος και έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντας, άλλως με την εικαζόμενη βούλησή του, άλλως οφείλονται κατά τις διατάξεις περί της διοίκησης αλλοτρίων", το Εφετείο δέχθηκε ότι "με αυτό το περιεχόμενο η ένστασή του πρέπει ν' απορριφθεί ως προς όλες τις βάσεις :
ι) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε ότι αφορά το υπό στοιχείο α' ποσό, διότι αναφέρει γενικά και αόριστα διάφορες εργασίες και ενσωματώνει στις προτάσεις του τιμολόγια και αποδείξεις, τα οποία ακολούθως προσκομίζει, χωρίς όμως ν' αντιστοιχεί τις εργασίες που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα με το ποσό που για εκάστη απαιτήθηκε και χωρίς να αναφέρει ποιες από τις εργασίες ήταν αναγκαίες, ποιες εργασίες ήταν χρήσιμες και επωφελείς, ποιες από αυτές αφορούν σε συνήθεις δαπάνες συντήρησης, σε ποιους χώρους έλαβαν χώρα και ποιες από αυτές έλαβαν χώρα με τη σύμφωνη γνώμη του αντιδίκου του ή ποιες έλαβαν χώρα με την εικαζόμενη συναίνεσή του, ώστε να δύναται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις και ο ενάγων να αμυνθεί, οι αοριστίες δε αυτές δεν μπορούν να συμπληρωθούν με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεδομένου ότι στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά - αποκλειστικά - το επίκοινο, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος προς το σκοπό εκμετάλλευσης της τουριστικής του επιχείρησης, 2) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε ότι αφορά τα ποσά των τραπεζικών δανείων (υπό στοιχεία β ', γ' και δ'), διότι δεν αναφέρονται οι εργασίες ανακαίνισης στις οποίες αναλώθηκε το προϊόν των δανείων, ώστε αφενός να ελεγχθεί εάν ταυτίζονται και σε ποιο βαθμό με τις εργασίες ανακαίνισης που αναφέρει στο υπό στοιχείο α' και αφετέρου, εάν δεν ταυτίζονται, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτές αφορούσαν πράγματι στη συντήρηση του κοινού πράγματος και εάν ήταν αναγκαίες ή επωφελείς και 3) ως μη νόμιμη καθ' ο μέρος ζητεί να του καταβληθεί το ήμισυ των χρημάτων που έπρεπε να λάβει για την παρεχόμενη εργασία του για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2011 έως το Μάϊο του 2016 διότι...
δεν περιλαμβάνονται στις αιτηθείσες δαπάνες τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά το πράγμα, η δε αιτηθείσα αμοιβή για την παρεχόμενη εργασία του προκύπτει εκ της χρήσεως του κοινού πράγματος ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, χωρίς να προσαυξάνει την αξία αυτής αλλά ανάγεται στις επιχειρηματικές αποφάσεις του.
Το ανωτέρω κονδύλιο δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί ούτε με τις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις αλλά ούτε με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς δεν αφορά σε πραγματοποιηθείσα δαπάνη". Τέλος ως προς την ένσταση συμψηφισμού που πρόβαλε παραδεκτώς για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ο εκκαλών-εναγόμενος κατά το άρθρο 527 αρ. 3 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος "ότι στο επίκοινο διατηρεί από το έτος 1987 και μέχρι σήμερα ατομική επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, ότι τη χρήση, λειτουργία, συντήρηση και διατήρηση του επίκοινου έχει αναλάβει αποκλειστικά αυτός με δικές του δαπάνες από το ως άνω έτος.
Ότι το κτίριο δεν διέθετε χώρο στάθμευσης και επειδή ήταν απαραίτητο κατασκεύασε εξωτερικό πάρκινγκ. Ότι επειδή το κτίριο δεν είχε ζεστό νερό όλες τις ώρες και τις ημέρες, κατά το χρονικό διάστημα 1998-2000 τοποθέτησε λέβητα, καυστήρα, δεξαμενή πετρελαίου και μπόιλερ, ώστε να υπάρχει νερό 24 ώρες το 24ωρο. Ότι κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002 διαμόρφωσε τους υπάρχοντες κήπους και τους έφερε σε μια πολύ καλύτερη κατάσταση.
Ότι για τις ως άνω εργασίες προέβη σε δαπάνες ποσού 60.000 ευρώ, χρησιμοποιήθηκαν δε υλικά συνολικής αξίας 23.951,57 ευρώ, τα οποία παραθέτει κατ' αντιγραφή από τιμολόγια τρίτων προς την επιχείρησή του. Προέτεινε δε σε συμψηφισμό εφεσίβλητου την ανταπαίτησή του, ποσού 30.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αναλογία της μερίδας του ενάγοντος για τις προαναφερόμενες δαπάνες στο κοινό ακίνητο, όπου λειτουργεί η ατομική του επιχείρηση, κυρίως με βάση τις περί κοινωνίας διατάξεις και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού" το Εφετείο δέχθηκε τα εξής "με το ως άνω περιεχόμενο η προβαλλόμενη ένσταση συμψηφισμού τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς όλες τις βάσεις της, διότι ο εκκαλών αναφέρει διάφορες εργασίες και παραθέτει αγορασθέντα υλικά κατ' αντιγραφή από τιμολόγια τρίτων, χωρίς όμως ν' αντιστοιχεί τις εργασίες που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα με το ποσό που για εκάστη απαιτήθηκε και χωρίς να αναφέρει ποιες από τις εργασίες ήταν αναγκαίες, ποιες εργασίες ήταν χρήσιμες και επωφελείς, ποιες από αυτές αφορούν σε συνήθεις δαπάνες συντήρησης, και ποιες από αυτές έλαβαν χώρα με τη σύμφωνη γνώμη του αντιδίκου του ή ποιες έλαβαν χώρα με την εικαζόμενη συναίνεσή του, ώστε να δύναται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις και ο εφεσίβλητος ν' αμυνθεί, οι αοριστίες δε αυτές δεν μπορούν να συμπληρωθούν με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεδομένου ότι...
στα έξοδα διοίκησης και χρήσης δεν περιλαμβάνονται, τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά - αποκλειστικά - το επίκοινο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο εκκαλών - εναγόμενος χρησιμοποιεί αυτό προς το σκοπό εκμετάλλευσης της τουριστικής του επιχείρησης". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την από 26-6-2020 έφεση και τους από 18-12-2020 και 17-3-2021 πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 52/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 7-4-2014 αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον τελευταίο το συνολικό ποσό των 57.473 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για την ως άνω αιτία της αποζημίωσης λόγω αποκλειστικής χρήσης επικοίνου ακινήτου πράγματος.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει και τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της συγκυριότητας των διαδίκων και των μερίδων αυτών επί του κοινού ακινήτου, της αποκλειστικής χρήσης, κατά την επίδικη χρονική περίοδο, του εν λόγω ακινήτου από τον εναγόμενο και του τρόπου χρήσης αυτού, μετά την κατά το έτος 2008 καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων από τον ενάγοντα, καθώς και της ωφέλειας που ο τελευταίος αποκόμισε από την αποκλειστική αυτή χρήση, η οποία ταυτίζεται με τη μισθωτική αξία της μερίδας της ενάγουσας.
Επομένως, ο δεύτερος και ο τέταρτος από τον αρ. 1 (για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου) και 19 (για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατ' ορθήν ενιαία εκτίμηση του περιεχομένου του και όχι εκ του αριθμού 17 για αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλομένης) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα, με του οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επίσης ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου ως άνω λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "Δέον, όμως, να σημειωθεί ότι εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσδίδει στην ως άνω από Δεκεμβρίου 2013 εξώδικη δήλωση του αντιδίκου προς εμένα εμμέσως το χαρακτήρα καταγγελίας της αναλυτικώς εκτεθείσης ανωτέρω υπό 2 [Α] παρόντος δικογράφου σχέσεώς μας ως προς τη χρήση του κοινού ακινήτου, καθορισθείσης εκ της εκπεφρασμένης ως άνω βουλήσεως του πατέρα μας, την οποία αμφότεροι(εγώ και ο αντίδικος)είχαμε αποδεχθεί και η οποία προσέλαβε και την υπόσταση χρησιδανείου υπέρ εμού, τότε υποπίπτει(η αναιρεσιβαλλομένη) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και είναι κατά τούτο αναιρετέα, αφού παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
δεχόμενη ως βούληση του αντιδίκου διάφορη από την αληθή του, δεδομένου ότι ο τελευταίος, όπως προκύπτει από τους αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του επί της ως άνω αγωγής του σε βάρος μου, δεν αποδέχεται, ήτοι αποκρύπτει ουσία, ότι η σχέση μας ως προς τη χρήση του κοινού ακινήτου καθορίσθηκε ως άνω εκ της εκπεφρασμένης βουλήσεως του πατέρα μας, και άρα δεν θα μπορούσε να καταγγείλει κάτι τέτοιο".
Δεν εκτίθεται, όμως στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων μερών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις, τις οποίες παραβίασε, ή ότι, καίτοι μη διαπιστώσαν κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το προαναφερθέν σκέλος του, είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Περαιτέρω αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος από τον αρ. 8 (κατ' ορθήν ενιαία εκτίμηση του περιεχομένου του και όχι και εκ του αριθμού 9 για την αποδιδόμενη πλημμέλεια αδίκαστης αίτησης) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την απόρριψη της ένστασης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και υπό τη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος που υπέβαλε ο εναγόμενος με το προαναφερθέν περιεχόμενο καθότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ως άνω κανόνα δικαίου θεωρώντας ότι τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά δεν εντάσσονται σ' αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του.
Τέλος, απορρίπτοντας το Εφετείο τις ενστάσεις του εναγομένου: α) της επίσχεσης δαπανών επί του επικοίνου πράγματος ως αόριστη και ως μη νόμιμη και β) της ένστασης συμψηφισμού ανταπαίτησης του εναγομένου ποσού 30.000 ευρώ για τις προαναφερθείσες αιτίες ως αόριστες ουδόλως έσφαλε κατά τα προαναφερθέντα και δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 1-2-2023 πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθμ. 77/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ