1760/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1760/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παραμόρφωση κατ΄ άρθρο 559 αριθ. 20 εγγράφου υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο κατάδηλα διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ελλ. Δικ., 1999, 270).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1760 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1760/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Τρίγκα.
Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάζιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 696/2000 προδικαστική, 223/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 967/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-4-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως, ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθόσον στρέφεται κατά της υπ΄ αριθμ. 223/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Παραμόρφωση κατ΄ άρθρο 559 αριθ. 20 εγγράφου υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο κατάδηλα διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ελλ. Δικ., 1999, 270).
Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή όχι του γεγονότος που πρέπει να αποδειχθεί (ΑΠ 112/198, ΑΠ 1281/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση με τα αναφερόμενα σε αυτή άλλα αποδεικτικά μέσα και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, για ορισμένα των οποίων γίνεται ειδική μνεία.
Τέτοια δε ειδική μνεία γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για το με στοιχ. Φ. 2888/123/5-2-1998 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα. Ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση για παραμόρφωση του εν λόγω εγγράφου, κατά τη λήψη υπόψη του προς έμμεση απόδειξη από το Εφετείο, ως προς την ημερομηνία συντάξεώς του, η οποία αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι ο μήνας Φεβρουάριος του 1998, ενώ το έγγραφο φέρει ημερομηνία 5-2-1999.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν μόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την μη απόδειξη της ζητούμενης με την ένδικη αγωγή ζημία του αναιρεσείοντα, από την αδυναμία του να εγείρει νέο κτίριο επέκτασης της επιχείρησής του από υπαίτια καθυστέρηση της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ να απομακρύνει ένα στύλο και το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που διέρχονταν πάνω από το ακίνητο που θα ανεγείρονταν το κτίριο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό, και μάλιστα από τη χρονολογία συντάξεώς του αλλά από την συνεκτίμησή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά το όλο περιεχόμενό του.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/1989, ΑΠ 132/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που αποτέλεσε και λόγο της εφέσεώς του, ότι το υπ' αριθ. Φ2888/2010/9-12-1997 έγγραφο της αναιρεσίβλητης συντάχθηκε από αυτήν εκ των υστέρων και συγκεκριμένα "μετά την επίδοση στην αναιρεσίβλητη της από 9-9-1998 εξωδίκου δηλώσεως του αναιρεσείοντος και μετά την υπ' αριθ.
Φ2888/123/5-2-1999 απάντηση της αναιρεσίβλητης στην εξώδικη αυτή δήλωση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., αφού δεν είναι πραγματικός ισχυρισμός που τείνει σε θεμελίωση, του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά επιχείρημα, προκύπτον ως συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τη γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση "ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το επίμαχο έγγραφο και επομένως και τον χρόνο συντάξεως αυτού θεωρήσαν (κρίναν) ότι ο χρόνος της συντάξεώς του, ήταν αληθής.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 περίπτωση β΄ Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., πλήσσει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών κατά τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την αιτιολόγηση της εφαρμοσθείσης διάταξης ουσιαστικού δικαίου ή εκείνης που δεν εφαρμόσθηκε, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ελλείψεις, όμως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογίας (Ολ. ΑΠ 1/1993, Ολ. ΑΠ 24/92). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ορισμένο μάρτυρα ή έγγραφο (ΑΠ 1547/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ΄ εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων που διατηρεί βιοτεχνία κεντημάτων επί των οδών .... και ... στη ...., η οποία στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτίριο αποφάσισε αρχές Νοεμβρίου 1994 να ανεγείρει δίπλα από το κτίριο αυτό νέο διώροφο κτίριο με υπόγειο, προκειμένου να εκσυγχρονίσει και επεκτείνει την επιχείρησή του.
Έτσι, αφού έλαβε την 684/3.11.94 οικοδομική άδεια για ολική επιφάνεια ορόφων 325, 56 τ.μ., υπέβαλε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ΔΕΗ την από 5.12.1994 αίτηση του, με την οποία ζητούσε από αυτήν να μετατοπίσει ένα στύλο και το ηλεκτρικό δίκτυο που διερχόταν πάνω από το ακίνητό του, προκειμένου να αρχίσουν με ασφάλεια οι οικοδομικές εργασίες.
Η αναιρεσίβλητη δια των αρμοδίων οργάνων της κατήρτισε σχετική μελέτη, η οποία προέβλεπε τη μετατόπιση του στύλου της (ΔΕΗ) σε άλλο σημείο της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντα, πέρα από το χώρο που θα οικοδομούσε, και την ανύψωση του δικτύου διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας πάνω από δεκατέσσερα μέτρα, με τοποθέτηση ψηλότερου στύλου, ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες ασφαλείας για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών.
Στις 11.4.1995 μετέβη στο ακίνητο του αναιρεσείοντος συνεργείο της εργολήπτριας εταιρίας "ΗΧΟΠΛΑΣΤ Α.Ε.", για την εκτέλεση του άνω έργου, αλλά ο αναιρεσείων δήλωσε στο γενικό εργοδηγό της εργολήπτριας εταιρείας ..... ότι δεν θα επιτρέψει στο συνεργείο να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με την προαναφερόμενη μελέτη.
Επακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ......, Τομεάρχη της αναιρεσίβλητης, ο οποίος έδωσε εντολή στο συνεργείο να αποχωρήσει. Μετά ταύτα ο αναιρεσείων δεν ήλθε σε κάποια επικοινωνία με την αναιρεσίβλητη για την υπόθεσή του, παρά μόνο μετά διετία περίπου, ήτοι τον Μάϊο 1997, οπότε επικοινώνησε με το γραφείο μελετών της τελευταίας και ειδικότερα με τον αρμόδιο υπάλληλο ....., από τον οποίο ζήτησε να γίνει άλλη μελέτη που να προβλέπει την μεταφορά του στύλου της ΔΕΗ εκτός της ιδιοκτησίας του.
Θέμα χρόνου μεταφοράς του στύλου δεν τέθηκε. Στη συνέχεια ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΕΗ ....., διαπίστωσε ότι η πρώτη μελέτη εξασφάλιζε όλες τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση των ως άνω οικοδομικών εργασιών, πλην, από λόγους καλής θέλησης, στις 21.5.1997 συνέταξε δεύτερη μελέτη που προέβλεπε τη μετακίνηση του στύλου στο όριο της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, ενώ η γραμμή του δικτύου εξακολουθούσε να διέρχεται πάνω από την ιδιοκτησία του.
Το έργο ανέλαβε να εκτελέσει η εργολήπτρια εταιρία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΤΤΕΕ", η οποία στις 17.11.1997 έστειλε συνεργείο, στο οποίο όμως ο αναιρεσείων δεν επέτρεψε την είσοδο στο ακίνητό του. Έκτοτε ο αναιρεσείων δεν είχε κάποια επικοινωνία με την αναιρεσίβλητη για την εκτέλεση του έργου, παρά μόνο το Σεπτέμβριο 1998 και αφού προηγουμένως, το Φεβρουάριο 1998, η αναιρεσίβλητη προς διαφύλαξη των συμφερόντων της από τυχόν εις βάρος της αξιώσεις του αναιρεσείοντα απέστειλε σ' αυτόν το Φ. 2888/123/5.2.98 έγγραφο, στο οποίο εξέθετε τις μέχρι τη στιγμή εκείνη ενέργειες της σχετικά με την ως άνω αίτηση του.
Τότε ο αναιρεσείων κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη την από 9.9.1998 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία με την οποία διαμαρτυρόταν επικαλούμενος ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση των εργασιών μετατόπισης του ως άνω στύλου και δικτύου. Κατόπιν αυτού επικοινώνησε με τον αναιρεσείοντα ο υπάλληλος της αναιρεσίβλητης ....., στον οποίο όμως ο αναιρεσείων δήλωσε να μη ληφθεί υπόψη η ως άνω εξώδικη δήλωσή του, διότι θα συνεννοηθεί με το δικηγόρο του να την αποσύρει.
Επακολούθησε συνάντηση μεταξύ αναιρεσείοντα και των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ..... και .... στο γραφείο της επιχείρησης του πρώτου, όπου αυτός τους δήλωσε ότι δεν έχει σκοπό να επεκτείνει τη βιοτεχνία του, διότι ο γιος του δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με αυτήν. Το ίδιο επανέλαβε στους ως άνω υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και ο πολιτικός μηχανικός του αναιρεσείοντος ...... , ο οποίος είχε επιμεληθεί την έκδοση της οικοδομικής του άδειας.
Τελικά ο αναιρεσείων δήλωσε στους ίδιους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, κατά την ως άνω συνάντηση τους, ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η απομάκρυνση του δικτύου από το ακίνητό του. Έτσι, η αναιρεσίβλητη, περί το τέλος του έτους 1998, απομάκρυνε το εναέριο δίκτυο της από το ως άνω ακίνητο κυρίως για λόγους βελτίωσης των συνθηκών του δικτύου της και όχι για να ικανοποιήσει το αίτημα του αναιρεσείοντος ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε ματαίωσε την απόφασή του για επέκταση της επιχείρησης του και μέχρι το τέλος του έτους 2000, ήτοι μετά πάροδο δύο ετών από την απομάκρυνση του δικτύου της αναιρεσίβλητης από το ακίνητό του, δεν έκαμε χρήση της οικοδομικής του άδειας.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι, ενόψει των ανωτέρω, δεν υπήρξε υπαίτια καθυστέρηση της αναιρεσίβλητης να απομακρύνει το δίκτυο της, ώστε να μη διέρχεται πάνω από το ακίνητο του αναιρεσείοντα και κατά συνέπεια αυτή δεν προκάλεσε παρανόμως και υπαιτίως σ' αυτόν κάποια ζημία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και, κατ΄ επικύρωση της πρωτόδικης απόφαση, απέρριψε στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο εκτίθεται πλήρως και σαφώς.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο Α)δεν αιτιολογεί με επάρκεια γιατί δεν επέτρεψε ο αναιρεσείων στο συνεργείο να εκτελέσει το έργο και Β)δέχεται 1)ότι η αναιρεσίβλητη ΔΕΗ συνέταξε την 21-5-1997 δεύτερη μελέτη για μετακίνηση του στύλου στο όριο της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντα, και απομάκρυνε το εναέριο δίκτυο από το ακίνητο του αναιρεσείοντα κυρίως για λόγους βελτίωσης των συνθηκών του δικτύου της; 2)ότι μετά ταύτα ο Αναιρεσείων δεν ήρθε σε κάποια επικοινωνία με την αναιρεσίβλητη μέχρι το Μάϊο 1997 και 3)ότι δεν τέθηκε από τον αναιρεσείοντα θέμα χρόνου μεταφοράς του στύλου, αφού αυτός (αναιρεσείων) δήλωσε ότι δεν βιάζεται και το μόνο που θέλει είναι να βγει ο στύλος έξω από την ιδιοκτησία του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί αναφέρεται σε ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου το οποίο, όπως προαναφέρθηκε εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 περίπτ. β΄ Κ.Πολ.Δικ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αφού δεν αναφέρεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έχουν ληφθεί υπόψη και για την ερμηνεία ποίων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή ποίων πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς δεν έχουν ληφθεί υπόψη.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η μη παραλαβή από τον αναιρεσείοντα νέας κεντητικής μηχανής από το εξωτερικό (Ελβετία) δεν συνδέεται αιτιωδώς με την οποιαδήποτε καθυστέρηση της εφεσίβλητης να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια και εντεύθεν με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ζημία λόγω αυξήσεως της τιμής της και λόγω διαφυγόντων κερδών.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει ο αναιρεσείων την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αιτίαση ότι με την παραδοχή του αυτή το Εφετείο αντιφάσκει στο νόμο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς να αναφέρει τη διάταξη του νόμου την οποία παραβίασε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν εφάρμοσε.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός ως αόριστος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού, με το οποίο, υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου από το άρθρο 559 αριθ. 8,19 και 20 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται αιτίαση για κακή εκτίμηση από το Εφετείο των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, κατ' άρθρον 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ., ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2005, αίτηση του ..... , για αναίρεση των α)υπ΄αριθμ. 967/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών και β)υπ΄ αριθμ. 223/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ