Supreme Court dismisses appeal on breach of agency contract, remanding case for further trial on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the termination of the agency contract but remanded the case for further proceedings. The appellate court had rejected the plaintiff's claim for damages without specifically addressing the termination argument, which the Supreme Court deemed a procedural error. Consequently, the case was sent back to the Athens Court of Appeal for a new trial on the damages claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must specifically address every claim in its judgment; failure to do so constitutes a ground for cassation requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 751/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." (... Α.Ε.), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Σωτηρόπουλο και Ιωάννη Μαντζουράνη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Καλαβρό, Στρατή Καρβέλλη και Ουρανία Πολίτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό, Στρατή Καρβέλλη και Ουρανία Πολίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) G. H. του B. , κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Σωτηρόπουλο και Ιωάννη Μαντζουράνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/12/2012, 23/7/2012 και 10/11/2013 αγωγές της υπό στοιχείο Α πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας και την από 27/5/2013 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3794/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου (όπως αυτή διορθώθηκε με τις 4779/2014 και 5052/2014 αποφάσεις του) και 811/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 30/3/2016 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 25/4/2016 αίτησή της και τους από 28/2/2017 πρόσθετους λόγους αυτής..
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της από 30/3/2016 αιτήσεως και την απόρριψη της από 25/4/2016 αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 25/4/2016 αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 30/3/2016 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 30-3-2016 και 25-4-2016 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 811/2016 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, μαζί με τους παραδεκτά ασκηθέντες από 28-2-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της αναιρεσείουσας "... Α.Ε.", διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των από 23-10-2014, 22-10-2014 εφέσεων των διαδίκων, των από 2-2-2015 πρόσθετων λόγων (της από 22-10-2014 έφεσης) και επί της από 7-1-2015 αντέφεσης κατά της 3794/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι από 15-10-2012, 23-7-2012 και 10-11-2013 αγωγές της αναιρεσείουσας "... Α.Ε.", καθώς και η από 27-5-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας "... Α.Ε.".
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, κατά την ερμηνεία της συμβάσεως, τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες,, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1420/2013, 115/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 84/2008).
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς, εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).
Η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ' αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση, προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρα 2 § 1, 4 §§ 1 και 2 και 5 § 1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.
Απόρροια της αρχής αυτής και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας, με δικά του έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση, να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.
Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1 § 2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου.
Δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί, όπως προαναφέρθηκε, βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
Δεδομένου δε ότι στον Εμπ.Ν. ελλείπουν διατάξεις που να ρυθμίζουν τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ.219/1991, κατά το μέρος τους που οι τελευταίες προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής (ΑΠ 163/2011).
Εξάλλου, μεταξύ των εφαρμοζομένων στη σύμβαση διανομής διατάξεων είναι και εκείνη του άρθρου 725 παρ.1 εδ. α' Α.Κ., κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή οποτεδήποτε, αν δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα αυτό. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εντολοδόχο (και επί συμβάσεως διανομής στο διανομέα) το δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή (σύμβαση διανομής) ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, με την επιφύλαξη όμως της αντίθετης συμφωνίας.
Τέτοια αντίθετη συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν καθορίστηκαν συγκεκριμένοι σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας της σύμβασης, διότι ο σχετικός όρος έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακλήσεως της εντολής (άρθρο 724 Α.Κ.), ο δε εντολοδόχος από το δικαίωμα της καταγγελίας της (άρθρο 725 Α.Κ.) πριν από την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου.
Ακόμα όμως και αν υπάρχει συμφωνία περί παραιτήσεως από το δικαίωμα της καταγγελίας, είτε ρητή είτε εμμέσως συναγόμενη κατά την προαναφερθείσα έννοια, η παραίτηση αυτή είναι χωρίς αποτέλεσμα, όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 725 παρ.1 εδ. β, ΑΠ 1296/2013). Περαιτέρω, ορίστηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 3557/2007, ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.
Με δεδομένο, ωστόσο, ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής παρουσιάζει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρα 4 § 1 του Συντάγματος και 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι, με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 § 4 του ν. 3577/2007, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής.
Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Ειδικότερα, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η κοινοτική αυτή Οδηγία αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα απευθείας εκείνου που αντιπροσωπεύουν.
Επομένως, η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου, χωρίς η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας, να θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών.
Αντίστοιχα και το π.δ. 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, με αντικείμενο μάλιστα δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους. Όμως, δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 § 1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους.
Ειδικότερα, αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται (όπως και πριν από το ν. 3577/2007), η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα, σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται, ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν μάλιστα ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.Στο πλαίσιο αυτό, κατά το μέρος δηλαδή που οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του ανωτέρω π.δ/τος σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια, τέλος, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις ευθέως προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την αποστέρηση του εμπορικού αντιπροσώπου από το δικαίωμα στην αποζημίωση πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας κατόπιν καταγγελίας της από τον ίδιο τον εμπορικό αντιπρόσωπο, εκτός αν η λύση κατόπιν καταγγελίας του τελευταίου οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου, οπότε, παρά το γεγονός ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατήγγειλε τη σύμβαση, διατηρεί το δικαίωμα στην αποζημίωση πελατείας.
Εξάλλου, αναλογικά και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοστούν και οι διατάξεις του άρθρου 8 §§ 3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, σύμφωνα με τις οποίες, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών, μπορεί δε η σύμβαση να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση, που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.
Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ δικαίωμα του αντιπροσωπευομένου αποτελεί η τακτική από μέρους του καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία και ούτε συνεπάγεται γι' αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματος του, οπότε, ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη.
Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί ωστόσο για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του.
Η υποχρέωση αποζημίωσης για άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, δεν αποκλείεται από τη χορήγηση αποζημίωσης για απώλεια πελατείας, αλλά μπορεί κατά το άρθρο 9 § 1(γ) του π.δ/τος 219/1991 να συρρέει μ' αυτή και καλύπτει κάθε περαιτέρω θετική ή αποθετική ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή αναλόγως του διανομέα.
Ειδικότερα, κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος, που κατήγγειλε τη σύμβαση. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Προς τούτο, πρέπει ο ενάγων, που επιδιώκει την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους να επικαλεσθεί και να αποδείξει όλα εκείνα τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα προκύπτει, ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία, που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή, που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά την επικρατούσα στην ελληνική νομολογία και επιστήμη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, που, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ήταν μόνη της ικανή και μπορεί κατ' αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει.
Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει, επίσης, ότι ο νομοθέτης επιλέγει τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δηλαδή εκείνης της ζημίας, που επέρχεται στο ζημιωθέντα, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών του. Έτσι, σε περίπτωση, που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, με την παροχή αποζημίωσης, που να καλύπτει, ότι αυτός θα είχε, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ' όλο το συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου.
Συνεπώς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος (ή ο αποκλειστικός διανομέας υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις) δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει, επιπροσθέτως, η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο.
Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' του π.δ. 219/1991 προμήθειες, που χάνει ο αντιπρόσωπος, δηλαδή, η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 849/2002).
Στην περίπτωση, που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση της σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, κατά τις διατάξεις του π.δ. 219/1991.
Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αξίωση, που απορρέει από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, αν η πράξη αυτή διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το άρθρο 914 του ΑΚ γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε, προς το σκοπό ανταγωνισμού γενομένη, πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη. Αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη υπάρχει, όταν αυτή προσκρούει στο αίσθημα και στην αντίληψη κάθε ορθά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στον συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη, δηλαδή όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών.
Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης. Εξάλλου, η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης, μπορεί, με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών, να είναι αθέμιτες.
Σε σύμβαση δε εμπορικής αντιπροσωπείας, η εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών του και η ανάθεση της πώλησης των προϊόντων σε άλλον, μπορεί να αποτελέσει παραβίαση των διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού, όταν γίνεται υπό ειδικές περιστάσεις και κυρίως με δόλιες μεθοδεύσεις, αθέμιτα και κατ' αντίθεση προς τα χρηστά ήθη μέσα με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών για την καθιέρωση των προϊόντων αυτών.
Η αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη μπορεί, παράλληλα, να είναι και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι οι εξής:
α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο αναφέρεται ανωτέρω, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της επελθούσας ζημίας. Ο δόλος (πρόθεση) αναφέρεται στην επαγωγή ζημίας, όχι στον ανήθικο ή παράνομο χαρακτήρα της πράξης.
Ο δε ζημιώσας πρέπει να γνωρίζει, ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να αποδεχόταν την πρόκληση της ζημίας, αρκεί δηλαδή και ο ενδεχόμενος δόλος. Η αντικείμενη δε στα χρηστά ήθη συμπεριφορά είναι αντικειμενικώς παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή επιτρέπεται από το νόμο. Από δε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και ότι αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον, που έπαθε προσβολή, μεταξύ των άλλων και της τιμής του.
Με τη διάταξη αυτή παρέχεται δυνητική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής και μετά από εκτίμηση των περιστάσεων, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η άδικη πράξη του υπαιτίου και ιδίως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής και της κοινωνικής και περιουσιακής καταστάσεως του δικαιούχου και του υποχρέου, ότι ο αδικηθείς υπέστη ηθική βλάβη.
Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, δηλαδή, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέρ του άλλου μέρους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο άλλος υπέστη ζημία ή και ηθική βλάβη, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του καταγγείλαντος.
Στην περίπτωση λύσης της αορίστου χρόνου σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, με καταγγελία, ο αντιπρόσωπος, εκτός από την προαναφερόμενη αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά την ρητή διάταξη του εδαφίου γ' του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Τέτοια αξίωση γεννιέται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 724, 914, 281 ΑΚ, στην περίπτωση κατά την οποία το διαπλαστικό δικαίωμα της καταγγελίας ασκείται καταχρηστικώς.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ περί αδικοπραξιών προκύπτει, ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και περαιτέρω να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη του τελευταίου κατά το άρθρο 932 ΑΚ προϋποτίθεται, ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο (άρθρο 914 ΑΚ) ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε.
Η ζημία είναι παράνομη, όταν με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες, που, κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.
Η ίδια υποχρέωση αποζημίωσης γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ, αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσης, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η συνέπεια της καταγγελίας, δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και τούτο (δικαίωμα) δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του.
Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής (άρθρο 288 ΑΚ), επιβάλλεται από το νόμο.
Όμως, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά, όπως έχει αναφερθεί, οι διατάξεις για την εντολή και συνεπώς και το άρθρο 724 ΑΚ, που παρέχει δικαίωμα ανάκλησης της εντολής οποτεδήποτε, έτσι δεν τίθεται ζήτημα άκαιρης ή έγκαιρης καταγγελίας της άνω σύμβασης, ούτε υπάρχει υποχρέωση αιτιολόγησης ή επίκλησης του λόγου καταγγελίας, έστω και σπουδαίου (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1296/2013, ΑΠ 163/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 404 ΑΚ, ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή. Με τη διάταξη αυτή και τις επόμενες των άρθρων 405 - 409 του ίδιου Κώδικα ρυθμίζεται η γνήσια ποινική ρήτρα, στην οποία εμπεριέχονται δύο αυτοτελείς ενοχές.
Μία από την κύρια ενοχή και μία από τη συμφωνία για την ποινική ρήτρα. Αντίθετα, η συνομολόγηση μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, που συνιστά υπόσχεση ποινής υπό την αίρεση ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης, είναι αυτοτελής σύμβαση που δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης (κύριας) σύμβασης. Εξάλλου, "κατ' αποκοπή αποζημίωση" υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι ο ένας από αυτούς θα υποχρεούται να καταβάλει στον άλλον ορισμένο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η πολυεθνική εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... είναι από ετών διεθνώς γνωστή, ως δραστηριοποιούμενη επιτυχώς στο χώρο της εμπορίας φαρμακευτικών και ιατρικών ειδών.
Μεταξύ άλλων εμπορεύεται και ιατρικά διαγνωστικά συστήματα, δηλαδή ιατρικά μηχανήματα - αναλυτές, αναλώσιμα είδη αναλυτών, όπως αντιδραστήρια-αναλώσιμα τούτων και αντιδραστήρια, για τη διενέργεια αιματολογικών και άλλων εξετάσεων σε ιατρικά εργαστήρια. Για την εισαγωγή και την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της στην Ελλάδα, σε κλινικές και ιατρικά εργαστήρια του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ...
Α.Ε". Η τελευταία το έτος 2004, λαμβάνοντας μέρος σε δημόσιο διαγωνισμό που γινότανε για την προμήθεια αντιδραστηρίων βιοχημικών με ταυτόχρονη παραχώρηση συνοδού εξοπλισμού (αναλυτών) στο Γενικό Νοσοκομείο ..., κατά τη διάρκεια αξιολόγησης των προσφορών, εξέφρασε, δια των οργάνων της, στο σχετικό υπόμνημά της αρνητικές κρίσεις για το μηχάνημα-αναλυτή που πρόσφερε για τον ίδιο διαγωνισμό η ανταγωνίστριά της, ενάγουσα-εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ". Η ελληνική αυτή εταιρία από το έτος 1998 δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα στην εισαγωγή, προώθηση, πώληση, εγκατάσταση και επισκευή αντίστοιχων προϊόντων, ως αντιπρόσωπος άλλων εταιριών, έχοντας δημιουργήσει σημαντικό πελατολόγιο. Η τελευταία, επικαλούμενη ζημία της και προσβολή του επαγγελματικού της κύρους από τα ανωτέρω αρνητικά σχόλια για το προσφερόμενο μηχάνημά της, που κατά τους ισχυρισμούς της ήταν ψευδή εν γνώσει των εκπροσώπων της εταιρίας "... ...
ΑΕ", άσκησε κατ' αυτής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 3-2-2006 (αριθμ.εκθ.καταθ.29175/1514/2006) αγωγή της. Με την εν λόγω αγωγή αξίωνε σημαντικά ποσά και συγκεκριμένα αποζημίωση 2.209.000 ευρώ και εύλογη χρηματική, ικανοποίηση 3.000.000 ευρώ, με απαγγελία προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους, εις βάρος του Προέδρου του ΔΣ της εναγόμενης εταιρίας και του Διευθύνοντος Συμβούλου της, C.
S. J.- M. R., αντίστοιχα, που ήταν αλλοδαποί υπήκοοι. Προ της άνω αγωγής της, είχε εκδοθεί, επί αιτήσεώς της ασφαλιστικών μέτρων, η υπ'αριθμ. 8059/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί η απαγόρευση αρνητικών σχολίων από την αντίδικό της για το εν λόγω μηχάνημά της-αναλυτή. Η άνω αντιδικία τους που άνοιξε με την προαναφερόμενη τακτική αγωγή έληξε στις 27-7-2006, με παραίτηση της ενάγουσας εταιρίας από το δικόγραφό της, με το από 27-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου μάλιστα η τελευταία δήλωσε ότι παραιτείται και από το δικαίωμα της αγωγής της.
Ταυτόχρονα με την παραίτησή αυτή μεταξύ των μέχρι τότε αντιδίκων εταιριών καταρτίστηκε το από 27-7-2006 "ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής διανομής", το οποίο συντάχθηκε μετά από διαπραγματεύσεις, έγγραφα σχέδια των όρων του, παρεμβάσεις και διορθώσεις τούτων, από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη. Με την ανωτέρω σύμβαση- όπως συμπληρώθηκε στις 31-10-2006 και 1-3-2007 και τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στις 26-7-2007 η εταιρία "... ...
ΑΕ" ως προμηθεύτρια, όρισε την εταιρία "... ΑΕ" μοναδική διανομέα της στην Ελλάδα των ανωτέρω προϊόντων της (ιατρικά διαγνωστικά συστήματα) που φέρουν το δικό της εμπορικό σήμα "...", είτε άλλο εμπορικό σήμα εταιριών που η ίδια αντιπροσώπευε-όπως τα προϊόντα Sysmex- για να τα προωθεί και να διαθέτει σε ιδιωτικά εργαστήρια, ιατρικά κέντρα, ιδιωτικές κλινικές και άλλους φορείς υγείας του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα (Τομέας), παρέχοντάς στους πελάτες αυτούς ταυτόχρονα υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής.
Ρητά εξαιρέθηκαν ως πελάτες από τη σύμβαση διανομής α) οι αναφερόμενοι στο παράρτημα 2 Κεφάλαιο Α αυτής μεγάλοι ιδιωτικοί φορείς υγείας, β) οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου φορέα και εν γένει τα νοσοκομεία και γ) τα εργαστήρια ασφαλιστικών ταμείων και ορίστηκε ότι αυτοί οι εξαιρούμενοι πελάτες, καθώς και τα τυχόν μελλοντικά υποκαταστήματα και οι συγγενείς (θυγατρικές ή αδελφές) εταιρίες αυτών, θα προμηθεύονται τα εν λόγω προϊόντα από την προμηθεύτρια εταιρία και όχι από τη διανομέα.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε πενταετής, από την ημερομηνία έκδοσης του πρώτου τιμολογίου της διανομέως σε εκτέλεσή της και συμφωνήθηκε η αυτόματη ανανέωσή της μετά τη λήξη της, για πέντε ακόμη χρόνια, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είχε ήδη μεσολαβήσει στο μεταξύ λύση της κατά τους ρητά συμφωνημένους, με τους όρους 15.2.9 έως 15.2.13, λόγους.
Τα προϊόντα συμφωνήθηκε ότι η διανομέας θα τα αγόραζε, θα τα προωθούσε, θα τα πωλούσε στην ελληνική αγορά στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό, με κέρδος, το οποίο συνολικά ανερχόταν σε ποσοστό 65%. Για τα αναλώσιμα προϊόντα των αναλυτών και δη τα αντιδραστήρια-αναλώσιμα τούτων και ανταλλακτικά, το παράρτημα 1Β της σύμβασης ορίστηκε μέση σταθμική :
τιμή πώλησης, με έκπτωση, διακριτή ανά είδος, και συμφωνήθηκε ότι αυτά θα τα αγοράζει η διανομέας από την προμηθεύτρια στις τιμές που καταγράφονται στο παράρτημα αυτό (ΙΒ) (όρος 8.1 εδ.α). Περαιτέρω ορίστηκε ότι ο κατάλογος των τιμών για τα άνω προϊόντα που ισχύει και περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΒ, μπορεί να τροποποιηθεί οποτεδήποτε από την προμηθεύτρια, με την επιφύλαξη της έγγραφης προειδοποίησης της διανομέως προ εξαμήνου.
Συμφωνήθηκε ωστόσο ότι καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης η αλλαγή των τιμών αυτών θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η νέα τιμή του κάθε προϊόντος (του παραρτήματος ΙΒ) να μην απομειώνει για την διανομέα το μικτό περιθώριο κέρδους της για το προϊόν αυτό με βάση τη μέση σταθμική τιμή πώλησης όπως ορίζεται στη στήλη Ε του παραρτήματος ΙΒ (όρος 8.2).
Κατά το συνημμένο στη σύμβαση παράρτημά της με αριθμό 3, αναπόσπαστο τμήμα της για τα προϊόντα- μηχανήματα-αναλυτές, που υπήρχαν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης (στις 27-7-2006) με τα συγκεκριμένα, αναφερόμενα στο παράρτημα αυτό, δεκαεπτά μοντέλα (Elecsys 2010 disk, Elecsys 2010 rack, Cobas Integra 400 plus, Hitachi 902, XT 1800i w/o sampler, XT 1800i with sampler, XT 2000i, XS 800i, KN 2 IN, Urisys 1800, Miditron Junior II, Urisys 1100, Cadiac reader, Reflotron plus, AVL 9180, OMNI C, OMNI S5), και ήταν καινούργια, όχι ήδη τοποθετημένα σε πελάτες της προμηθεύτριας, συμφωνήθηκαν τα εξής:
Η διανομέας είχε τη δυνατότητα είτε α) άμεσης αγοράς από την προμηθεύτρια όλων, και των δεκαεπτά αυτών μοντέλων, με τις ρητά συμφωνημένες τιμές πώλησης ανά μοντέλο μηχανήματος, ποσού 23.000 ευρώ, 23.000 ευρώ, 26.000 ευρώ, 20.000 ευρώ, 17.500 ευρώ, 17.900 ευρώ, 23.000 ευρώ, 12.000 ευρώ, 6.500 ευρώ, 2.900 ευρώ, 1.700 ευρώ, 530 ευρώ, 1.400 ευρώ, 2.800 ευρώ, 1.900 ευρώ, 7.300 ευρώ και 15.500 ευρώ, αντίστοιχα είτε β) ενοικίασης από την προμηθεύτρια, των εννέα πρώτων από αυτά μοντέλων αναλυτών, και συγκεκριμένα των Elecsys 2010 disk, Elecsys 2010 rack, Cobas Integra 400 plus, Hitachi 902, XT 1800i w/o sampler, XT 1800i with sampler, XT 2000i, XS 800i, KN 21N, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, με το ρητά συμφωνημένο ετήσιο μίσθωμα ανά τεμάχιο, ποσού 3.000 ευρώ, 3.000 ευρώ, 3.000 ευρώ, 3.000 ευρώ, 3.000 ευρώ 3.000 ευρώ, 4.000 ευρώ, 2.200 ευρώ και 1.500 ευρώ, αντίστοιχα, και με μεταβίβαση της κυριότητάς τους στο τέλος της διάρκειας της μίσθωσης.
Κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης η διανομέας είχε επίσης δικαίωμα να αγοράζει από την προμηθεύτρια μηχανήματα (αναλυτές) παλαιότερα της πενταετίας, που ήταν ήδη εγκατεστημένα σε πελάτες του τομέα στην περιοχή ,οι οποίοι μέχρι τότε εξυπηρετούνταν από την προμηθεύτρια και θα εξυπηρετούνταν πλέον από την ίδια, με τις αναφερόμενες, επίσης στο άνω παράρτημα 3, τιμές αγοράς για μεταχειρισμένα αυτά μηχανήματα άνω της πενταετίας.
Και τα μηχανήματα αυτά που θα αγόραζε η διανομέας υποχρεούνταν να χρησιμοποιεί αποκλειστικά για εγκατάσταση σε πελάτες στον τομέα (όρος 1.7). Ειδικότερα, στο προαναφερόμενο και συνημμένο στη σύμβαση παράρτημα 3 για τα μεταχειρισμένα μηχανήματα-αναλυτές των επτά μοντέλων Elecsys 2010 disk, Elecsys 2010 rack, Cobas Integra 400 plus, Hitachi 902, XT 1800i w/o sampler, XT 1800i with sampler, XT 2000i, KN 2IN, συμφωνήθηκε η πώλησή τους από την προμηθεύτρια στη διανομέα με τις συγκεκριμένες, αναφερόμενες τιμές κατά τις εκτιθέμενες διακρίσεις, που κυμαίνονταν από 4.000 ως 8.000 ευρώ για τα μηχανήματα παλαιότητας 5 ετών, από 2.000 έως 4.000 ευρώ για τα μηχανήματα παλαιότητας 6 ετών, από 1.000 έως 2.000 ευρώ για τα παλαιότητας 7 ετών και στο συμβολικό τίμημα των 10 ευρώ για τα ακόμη παλαιότερα μηχανήματα.
Για τα νέα προϊόντα (μηχανήματα- αναλυτές και αντιδραστήρια, αναλώσιμα, ανταλλακτικά), που δεν υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της αρχικής, (από 27-6-2006, σύμβασης, με τον όρο 3.5 αυτής, ο οποίος δεν τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ορίστηκε ότι και αυτά, τα νέα προϊόντα, με τις αλλαγές ή βελτιώσεις που θα φέρουν, θα θεωρούνται Προϊόντα (δηλαδή αντικείμενα της σύμβασης).
Αυτά, με τον ίδιο όρο, ορίστηκε ότι θα πωλούνται από την προμηθεύτρια στη διανομέα σε τιμές που θα καθορίζει η πρώτη, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα είναι ανάλογες με εκείνες των παλαιών προϊόντων, εμπορικά ανταγωνιστικές και ότι θα επιτρέπουν στη διανομέα, για την κατηγορία των προϊόντων του παραρτήματος IB (δηλαδή τα αντιδραστήρια-αναλώσιμα τούτων και ανταλλακτικά) να διατηρήσει και σε καμία περίπτωση να μειώσει το κατά μέσον όρο μικτό περιθώριο κέρδους της στην κατηγορία αυτή με βάση τη μέση σταθμική τιμή πώλησης, όπως ορίζεται στη στήλη Ε του παραρτήματος ΙΒ.
Για την περίπτωση των νέων μοντέλων των μηχανημάτων (αναλυτών) συμφωνήθηκε να διατηρηθεί μεν το σύστημα υπολογισμού των τιμών που προβλέπεται στο παράρτημα 3, αλλά ως βάση υπολογισμού-της τιμής τους από την προμηθεύτρια-θα ληφθεί η μέση τιμή χονδρικής πώλησης των νέων μοντέλων πανευρωπαϊκά και ότι σε περίπτωση κατά την οποία η καθοριζόμενη από την προμηθεύτρια τιμή υπερβαίνει κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 10% την προαναφερθείσα πανευρωπαϊκή τιμή, η διανομέας θα δικαιούτο τη χρήση εναλλακτικών (πέραν της προμηθεύτριας) πηγών προμήθειας για τα μοντέλα αυτά.
Περαιτέρω, με ρητή επιφύλαξη του ανωτέρω όρου, συμφωνήθηκε ότι ο κατάλογος των τιμών των προϊόντων (και τα ανταλλακτικά) του παραρτήματος ΙΒ της σύμβασης μπορεί να τροποποιείται οποτεδήποτε από την προμηθεύτρια, με την επιφύλαξη της έγγραφης ειδοποίησης της διανομέα προ εξαμήνου, η αλλαγή όμως των τιμών αυτών θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε η νέα τιμή του κάθε προϊόντος να μην απομειώνει για τη διανομέα το μικτό περιθώριο κέρδους τους για το προϊόν αυτό με βάση τη μέση σταθμική πώλησης, όπως ορίζεται στη στήλη Ε του παραρτήματος ΙΒ (όρος 8.2).
Με τον όρο 9.5, όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του, ορίστηκε ότι η αξία πώλησης των ιδίων προϊόντων, του παραρτήματος ΙΒ (αντιδραστηρίων-αναλωσίμων) από την προμηθεύτρια στη διανομέα, της στήλης ΣΤ του ιδίου παραρτήματος, θα μειωθούν από την προμηθεύτρια κατά 5% και από το τέλος της δεύτερης διετίας και πέρα, θα μειωθούν κατά 5,3% και ειδικά για τα ανταλλακτικά θα παρέχεται έκπτωση από την προμηθεύτρια στην διανομέα επί των τιμών της στήλης Ε του παραρτήματος ΙΒ ποσοστού 35%.
Ακολούθως, με τον όρο 8.1 εδ. β' για την καταβολή του τιμήματος των προϊόντων (και των ανταλλακτικών) που θα παρήγγελλε η διανομέας, εκτός από αυτά που θα διατίθεντο με μίσθωση, χορηγήθηκε σε αυτή πίστωση διάρκειας διακοσίων δέκα ημερών (210), από την έκδοση των σχετικών τιμολογίων και την παράδοση των προϊόντων.
Κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης αυτής, καθώς και κατά τη διάρκεια κάθε ανανεούμενης περιόδου, η διανομέας θα ενεργούσε ως αυτόνομη και ανεξάρτητη επιχειρηματίας και δεν θα είχε καμία εξουσία να αναλαμβάνει ή να δημιουργεί υποχρεώσεις για λογαριασμό ή στο όνομα της προμηθεύτριας ή να δεσμεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο την προμηθεύτρια.
Υποχρεούτο, μεταξύ άλλων, να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση και διάθεση των προϊόντων, να προστατεύει τα συμφέροντα της προμηθεύτριας στον τομέα κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να ενεργεί με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις αρχές με τις οποίες η προμηθεύτρια και η μητρική της εταιρία δραστηριοποιούνται στην αγορά, να προσφέρει τις απαραίτητες υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης των προϊόντων, καθώς και υπηρεσίες επιστημονικής υποστήριξης μετά τις πωλήσεις, να μη διαθέτει, όπως και ο εκπρόσωπός της ατομικά, προϊόντα εκτός του τομέα, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της προμηθεύτριας, να αποστέλλει στην προμηθεύτρια, ανά τρίμηνο, έγγραφη αναφορά, σχετικά με τις δραστηριότητές της, τα ονόματα των πελατών της στα προϊόντα, τους τζίρους ανά πελάτη και ανά κατηγορία προϊόντων και τις συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού που επικρατούν στον τομέα, κατ' εξαίρεση δε και κατά κωδικό προϊόντος σε εύλογο αριθμό πελατών, εφόσον το τελευταίο αυτό στοιχείο ζητηθεί από την προμηθεύτρια, να απαντά σε κάθε εύλογο αίτημά της για πληροφόρηση, να κρατά τα κατάλληλα βιβλία και στοιχεία για όλες τις σχετικές με τα προϊόντα συναλλαγές, να διαφημίζει και να προωθεί προϊόντα, καθώς και να αποθηκεύει και να χρησιμοποιεί καταλλήλως όλα διαφημιστικά έντυπα, τα προωθητικά υλικά και τα δείγματα που θα της προμηθεύει η προμηθεύτρια, να καταβάλλει το τίμημά τους, όπως συμφωνήθηκε και αναφέρθηκε ανωτέρω, να ενημερώνει την προμηθεύτρια, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με την κατάσταση της αγοράς και τις σχετικές, για τα προϊόντα, επικρατούσες πληροφορίες.
Περαιτέρω, αναγνωρίστηκε από τις συμβαλλόμενες εταιρίες ότι η διανομέας έχει και δικαιούται να διατηρήσει και κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και κάθε ανανεούμενης περιόδου τις αντιπροσωπείες άλλων, ανταγωνιστικών προϊόντων. Ταυτόχρονα, όμως, η διανομέας υποσχέθηκε ότι θα προσπαθήσει, κατά το δυνατόν, να μεταφέρει τους πελάτες της, των προϊόντων των άλλων εταιριών, στη σύμβαση διανομής και στα προϊόντα της αντισυμβαλλομένης της, και ότι η ίδια και ο εκπρόσωπός της ατομικά δεν θα αναλάβουν νέες αντιπροσωπείες, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα, για ανταγωνιστικά προϊόντα που θα πωλούνταν στον τομέα.
Επίσης ανέλαβε την υποχρέωση ενημέρωσης της προμηθεύτριας (με αναφορά προμηθευτών και κατηγοριών προϊόντων και τυχόν υποχρεώσεις ελάχιστων αγορών) για τυχόν συμφωνίες που είχε ήδη συνάψει με τρίτους και που αφορούν την κατασκευή, αντιπροσώπευση και διανομή ανταγωνιστικών προϊόντων. Όφειλε τέλος να παραγγέλλει τα προϊόντα εγκαίρως και να αποστέλλει σχετικό έγγραφο, τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν, και το τελευταίο δεκαήμερο κάθε τριμήνου, υποχρεούτο να προβαίνει σε πρόβλεψη της ποσότητας των προϊόντων που σχεδιάζει να αγοράσει το επόμενο τρίμηνο.
Η προμηθεύτρια δεν θα ευθυνόταν έναντί της για αδυναμία ή καθυστέρηση παράδοσης των προϊόντων που θα οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας, όπως ενδεικτικά ορίστηκαν αυτοί στον όρο 13.1, όπως η πυρκαγιά, η πλημμύρα, ο σεισμός, τα ατυχήματα, το εμπάργκο, η διακοπή ή καθυστερήσεις των μεταφορών, η έλλειψη ενέργειας ή φυσικών πρώτων υλών κλπ, με την προϋπόθεση ειδοποίησης της διανομέως το συντομότερο δυνατόν.
Η προμηθεύτρια από την έναρξη της ισχύος της σύμβασης και καθόλη τη διάρκειά της όφειλε να ενεργεί με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υποχρεούνταν να μην αποσύρει τα μηχανήματά της που βρίσκονταν ήδη, υπό τη μορφή μίσθωσης ή χρησιδανείου, εγκατεστημένα σε πελάτες του τομέα οι οποίοι πλέον θα εξυπηρετούνταν από τη διανομέα.
Επίσης όφειλε, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, να μη αναθέσει σε κανένα άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ούτε σε θυγατρική της εταιρία, το δικαίωμα αντιπροσώπευσης, διανομής ή διάθεσης, επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης των προϊόντων στον τομέα, να αναφέρει τη διανομέα στα διαφημιστικά της φυλλάδια και δημοσιεύσεις, αφού, όμως, προηγηθεί έγγραφη συναίνεση της διανομέως, να παρέχει όλες τις απαραίτητες για τα προϊόντα πληροφορίες, να παραδίδει εγκαίρως στη διανομέα τις ποσότητες των προϊόντων και των ανταλλακτικών που αυτή έχει παραγγείλει, να την προμηθεύει δωρεάν, εκτός των εγχειριδίων που συνοδεύουν κάθε προϊόν, με τα απαραίτητα τεχνικά εγχειρίδια για την εγκατάσταση, επισκευή και συντήρηση των προϊόντων, να ειδοποιεί τη διανομέα για την παύση κατασκευής των προϊόντων και για την κυκλοφορία νέων ή εξελιγμένων μορφών, έγκαιρα και πάντως τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από την παύση ή τη νέα κυκλοφορία τους.
Όπως προαναφέρθηκε η αρχική, από 27-7-2006, σύμβαση συμπληρώθηκε στις 31-10-2006 και την 1-3-2007, με τα αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά, που καταρτίστηκαν μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων εταιριών, με τα οποία ορίστηκε και διευκρινίστηκε ότι οι όποιες γενόμενες πωλήσεις από τη συμβληθείσα ως διανομέα εταιρία, σε πελάτες (ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια) μετά την κατάρτιση της σύμβασης διανομής, δεν θα ενεργοποιούν τη σύμβαση διανομής και ότι εξακολουθεί ο συμβατικός της όρος για έναρξη της ισχύος της μετά την έκδοση του πρώτου τιμολογίου από τη διανομέα.
Ακολούθως, στη θέση της συμβαλλομένης προμηθεύτριας εταιρίας "... ... ΑΕ", υπεισήλθε- όπως είχε προβλεφθεί με τον όρο 17.1 του πρώτου ιδιωτικού συμφωνητικού- μετά από απόσχιση του κλάδου της εισαγωγής και διάθεσης των ιατρικών διαγνωστικών μηχανημάτων, ως εκδοχέας της, η εναγομένη-ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "... ... (...) ΑΕ".
Μεταξύ της τελευταίας πλέον, ως προμηθεύτριας, και της διανομέως-εταιρίας "... ΑΕ" καταρτίστηκε το από 26-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση διανομής ως άνω. Μεταξύ των τροποποιημένων όρων είναι και ο υπ' αριθμ. 15.1.2 όρος της. Με αυτόν ορίστηκε ότι "σε τυχόν περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετίας διάρκειάς της ή μη αυτόματης ανανέωσής της, με τη λήξη του πέμπτου χρόνου, χωρίς αυτός να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που να αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα οφείλει να καταβάλει στη διανομέα, ως αποζημίωση, συμφωνούμενη από την ημέρα υπογραφής, ποσό ίσο με το διακόσια δέκα τοις εκατό (210%) υπολογιζόμενη είτε α) επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων των προϊόντων του αμέσως προηγούμενου δωδεκαμήνου β) είτε επί της συμφωνηθείσας για το τρέχον τότε δωδεκάμηνο αξίας των ελάχιστων αγορών, πολλαπλασιαζόμενης με τον συντελεστή 2,5 (ο οποίος παραμένει ίδιος τα δύο πρώτα έτη και αυξάνεται σε 2,632 κατά το τρίτο και τέταρτο έτος και στη συνέχεια αυξάνεται σε 2,777), ώστε να προκύψει το ύψος των πωλήσεων (τζίρος), όποιο από τα ποσά αυτά είναι μεγαλύτερο, προστιθεμένου στο ποσό αυτό του πενταπλασίου των προμηθειών, που η διανομέας δικαιούται από τυχόν απευθείας πωλήσεις της προμηθεύτριας μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Στο άθροισμα δε των ποσών αυτών θα προστίθεται και η αναπόσβεστη αξία των μηχανημάτων και συσκευών των προϊόντων που θα παραμένουν αδιάθετα στην κυριότητα της διανομέως κατά την ημερομηνία λήξης της σύμβασης. Στη συνέχεια, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν τη λήξη της δεύτερης πενταετίας διάρκειάς της, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα οφείλει να καταβάλει στη διανομέα ως αποζημίωση, εάν η προμηθεύτρια λύσει τη σύμβαση κατά του διάρκεια του έκτου έτους ποσοστό 188%...συν το τετραπλάσιο των προμηθειών...συν την αναπόσβεστη αξία των μηχανημάτων για τον έβδομο χρόνο, ομοίως, με ποσοστό 166%, και προμήθειες τριών ετών, για τον όγδοο χρόνο ποσοστό 144% και προμήθειες δύο ετών, για τον ένατο χρόνο ποσοστό 122% και προμήθειες ενός έτους και για το δέκατο χρόνο ποσοστό 100%, χωρίς προμήθειες.
Σε περίπτωση μη συμφωνίας των μερών για περαιτέρω ανανέωση της σύμβασης με τη λήξη της δεκαετίας, η διανομέας θα δικαιούται μόνο αποζημίωσης ίσης με το 100%...Παράλληλα, σε κάθε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα υποχρεούται να συνεχίσει να προμηθεύει τη διανομέα για χρονικό διάστημα έως τριών (3) ακόμη ετών, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου η διανομέας να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες που η ίδια προμήθευε με τα προϊόντα, κατά το αμέσως προηγούμενο 12μηνο.
Η προς αυτούς απ' ευθείας πώληση των προϊόντων ή οποιαδήποτε συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση, κατά την περίοδο αυτή, από την προμηθεύτρια, είτε άμεσα, είτε μέσω τρίτου, απαγορεύεται απολύτως πλην εάν συντρέξει σοβαρός λόγος εξυπηρέτησης κάποιων πελατών, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης όμως έγγραφης σύμφωνης γνώμης της διανομέα και υπό την προϋπόθεση ότι η προμηθεύτρια θα αποδίδει στη διανομέα προμήθεια ίση με το 55% της αξίας των τιμολογίων της προμηθεύτριας προς αυτούς τους πελάτες.
Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, οι πελάτες θα παραμένουν στην προμηθεύτρια, η δε διανομέας και ο εκπρόσωπός της ατομικά υποχρεούνται να μη συναλλάσσονται ή να προσεγγίζουν εμπορικά για την επόμενη τριετία τους πελάτες αυτούς, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα, αρκούμενοι από όσα ανωτέρω έλαβαν από τους όρους της σύμβασης.
Μετά το τέλος του χρόνου αυτού η διανομέας υποχρεούται να μεταβιβάσει δωρεάν στην προμηθεύτρια όλους τους αναλυτές που είναι τοποθετημένοι σε πελάτες του τομέα και των οποίων η λογιστική αξία έχει αποσβεστεί, τους δε αναλυτές των οποίων η λογιστική αξία δεν έχει αποσβεστεί υποχρεούται επίσης να τους μεταβιβάσει στην τότε αναπόσβεστη αξία τους".
Περαιτέρω, με τον όρο 15.6 συμφωνήθηκε ότι η προβλεπόμενη από τον προαναφερόμενο 15.1.2 όρο αποζημίωση δεν οφείλεται όταν η διανομέας καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν η καταγγελία της έγινε για σπουδαίο λόγο που αφορά στην προμηθεύτρια, σύμφωνα με όσα είχαν οριστεί για το ζήτημα αυτό με προηγούμενους όρους.
Συγκεκριμένα με τους προηγούμενους υπ' αριθμ. 15.2.3 έως και 15.2.7 όρους, ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας που αφορά στην προμηθεύτρια ορίστηκε περιοριστικά (όρος 15.2.2)- εκτός από α) την πτώχευσή της, την αναγκαστική ή ειδική εκκαθάρισή της (15.2.4), β) την ανάκληση από δημόσια αρχή της αναγκαίας άδειας λειτουργίας της (15.2.4) - 1(γ)), η άμεση ή έμμεση παραβίαση της αποκλειστικότητας της διανομέως στη διάθεση των προϊόντων στο τομέα στην περιοχή, εφόσον η προμηθεύτρια δεν προβεί σε αποκατάσταση των πραγμάτων μέσα σε εξήντα ημέρες από την παραλαβή έγγραφης διαμαρτυρίας της διανομέως (15.2.6) και 2.(6) η υπαίτια παράβαση του όρου 6.2.9 (δηλαδή της ειδοποίησης για την παύση κατασκευής των προϊόντων και για την κυκλοφορία νέων ή εξελιγμένων μορφών αυτών έγκαιρα και πάντως τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την παύση ή τη νέα κυκλοφορία τους) και η συστηματική και υπαίτια μη προμήθεια της διανομέως με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων που η τελευταία θα της παραγγέλλει, εφόσον για το τελευταίο αυτό θα έχει προηγηθεί έγγραφη διαμαρτυρία της διανομέως και μη συμμόρφωση της προμηθεύτριας εντός 60 ημερών.
Η ανωτέρω καταγγελία συμφωνήθηκε να είναι έγγραφη και ορίστηκε ότι θα επιφέρει τη λύση της σύμβασης δύο μήνες αργότερα. Επίσης μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε ότι με τη λήξη ή λύση της σύμβασης και με την επιφύλαξη των αναφερομένων στον όρο 15.1.2, θα ακυρώνονται όλες οι παραγγελίες της διανομέως για τα προϊόντα, οι οποίες δεν έχουν εκτελεστεί (όρος 15.3.1) και ότι η λήξη ή η λύση της σύμβασης για οποιοδήποτε λόγο δεν επηρεάζει την ισχύ των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων που έχουν ρητώς οριστεί στην παρούσα ότι θα διαρκέσουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (όρος 15.3.2.) Επιπρόσθετα, με ρητό όρο της σύμβασης επιτράπηκε στη διανομέα να ενεργεί και ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της προμηθεύτριας, μόνο στην περίπτωση που αυτό θα προκύπτει από σχετική μεταξύ τους συμφωνία, υπογεγραμμένη από τα δύο μέρη, όπως αυτή τυχόν διαμορφωθεί (όρος 1.3, όπως τροποποιήθηκε).
Πράγματι, μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων εταιριών στις 18-7-2007 καταρτίστηκε εγγράφως και σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Με την σύμβαση αυτή η προαναφερόμενη διανομέας συμφωνήθηκε να είναι ταυτόχρονα και μοναδική εμπορική αντιπρόσωπος της αντισυμβαλλομένης της (καλούμενη εντεύθεν στη σύμβαση αυτή ως Εταιρία), με την υποχρέωση να εισάγει, να διαθέτει και να πωλεί στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας το σύνολο των διαγνωστικών προϊόντων αυτής (όμοια με αυτά της σύμβασης διανομής), του παραρτήματος 1Α, (καλούμενα στη σύμβαση εφεξής Προϊόντα), με το δικό της ή με άλλο εμπορικό σήμα, σε όλους τους φορείς υγείας του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα (που ορίστηκε ως Τομέας), τα οποία διέθετε σ' αυτούς μέχρι τότε η ίδια (η αντιπροσωπευομένη Εταιρία), έναντι συμφωνημένης προμήθειας της, ποσοστού 60%, επί της τιμολογημένης καθαρής αξίας των προϊόντων.
Από τη σύμβαση αυτή εξαιρέθηκαν ως πελάτες της αντιπροσωπείας, α) οι αναφερόμενοι στο κεφάλαιο Α του παραρτήματος 2-μεγάλα ιδιωτικά εργαστήρια, β) οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και εν γένει των νοσοκομείων και γ) τα εργαστήρια ασφαλιστικών ταμείων. Ειδικότερα ορίστηκε ότι οι πελάτες του Κεφαλαίου Α του παραρτήματος 2 της από 27-7-2006 σύμβασης εμπορικής διανομής, καθώς και τα τυχόν μελλοντικά υποκαταστήματα και οι συγγενείς (θυγατρικές) εταιρίες αυτών, θα συνεχίσουν να προμηθεύονται απ' ευθείας τα προϊόντα από την εταιρία και δεν περιλαμβάνονται στους όρους της σύμβασης αντιπροσωπείας.
Ακολούθως, με το από 16-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό προστέθηκαν και εντάχθηκαν στη σύμβαση αντιπροσωπείας άλλοι έντεκα επιπλέον πελάτες, ιδιωτικά εργαστήρια, της αντιπροσωπευομένης, που είχαν αρχικά εξαιρεθεί από την αντιπροσωπεία. Η αντιπρόσωπος εταιρία θα αναλάμβανε την ανωτέρω δραστηριότητά της εκδίδοντας η ίδια τα σχετικά τιμολόγια προς τους πελάτες του Τομέα, επ' ονόματι και για λογαριασμό της αντιπροσωπευομένης της, και περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι αυτή θα δικαιούται να εξυπηρετεί πελάτες του ίδιου τομέα ως διανομέας, με βάση την από 27-7-2006 σύμβαση εμπορικής διανομής.
Η εν λόγω σύμβαση αντιπροσωπείας εξυπηρετούσε οικονομικά την εταιρία "... ΑΕ", καθόσον με τις προμήθειες που θα εισέπραττε εξασφάλιζε έσοδα για την αγορά ή μίσθωση προϊόντων της προμηθεύτριας στα πλαίσια της σύμβασης διανομής, αλλά παράλληλα διευκόλυνε και την προμηθεύτρια-αντιπροσωπευόμενη εταιρία για φορολογικούς λόγους.
Ήταν δε επικουρική και παρακολουθηματική προς την αρχική και βασική σύμβαση διανομής των συμβαλλομένων μερών, όπως τούτο καταδεικνύεται, α) από το προοίμιό της, όπου αναφέρεται ότι αυτή καταρτίστηκε για την καλύτερη εφαρμογή της από 27-7-2006 συμβάσεως εμπορικής διανομής, της οποίας δεν αίρει, ούτε μεταβάλλει σε καμία περίπτωση, οποιονδήποτε όρο ή δικαιώματα των συμβαλλομένων, β) από τον υπ' αριθμ. 15.1.1 όρο της, σύμφωνα με τον οποίο η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας διαρκεί και ανανεώνεται παράλληλα με την από 27-7-2006 σύμβαση εμπορικής διανομής μεταξύ των συμβαλλομένων εταιριών, ώστε πάντοτε να έχει ταυτόχρονη ισχύ με αυτή και η λήξη ή λύση της συμβάσεως εμπορικής διανομής αυτομάτως συνεπάγεται και λήξη ή λύση της σύμβασης αυτής και γ) από τον υπ' αριθμ. 15.3.2 όρο της, που αναφέρεται ότι η σύμβαση αυτή υπογράφεται για την καλύτερη εφαρμογή της ήδη υπογραφείσας σύμβασης διανομής.
Η διάρκεια της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ορίστηκε επίσης πενταετής, με έναρξή της ταυτόχρονη με τη σύμβαση διανομής, και συμφωνήθηκε ότι και αυτή θα ανανεώνεται αυτομάτως για μία ακόμη πενταετία, παράλληλα με τη σύμβαση εμπορικής διανομής και ότι θα λήγει ταυτόχρονα με αυτή. Με τον όρο 1.4 συμφωνήθηκε, ότι κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης αντιπροσωπείας, η αντιπρόσωπος δικαιούται να αγοράζει από την εταιρία μηχανήματα (αναλυτές) που βρίσκονται εγκατεστημένα σε πελάτες του τομέα, στις τιμές που αναγράφονται στο παράρτημα 3 της από 27-7-2006 σύμβασης εμπορικής διανομής.
Προβλέφθηκε επίσης, ότι η αντιπρόσωπος θα έχει τη δυνατότητα και χωρίς την έγγραφη συναίνεση της Εταιρίας να μεταφέρει τους πελάτες της αυτούς στην σύμβαση εμπορικής διανομής. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1.7 όρου της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας από την έναρξη της ισχύος της και καθ' όλη τη διάρκειά της η Εταιρία ανέλαβε τη ρητή υποχρέωση να μην αποσύρει τα μηχανήματά της που βρίσκονται ήδη, υπό τη μορφή μίσθωσης ή χρησιδανείου, εγκατεστημένα σε πελάτες, οι οποίοι θα εξυπηρετούνται πλέον από την αντιπρόσωπο και ότι η τελευταία δικαιούται να λαμβάνει από την εταιρία αντίγραφα των σχετικών συμφωνιών.
Επιπρόσθετα ορίστηκε, ότι η Εταιρία κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και κατά τη διάρκεια κάθε ανανεούμενης περιόδου, δεν θα αναθέσει σε κανένα άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, ούτε σε θυγατρική της εταιρία το δικαίωμα αντιπροσώπευσής της στην πώληση των εν λόγω προϊόντων στον τομέα. Η αντιπρόσωπος υποχρεούτο να προστατεύει τα συμφέροντα της Εταιρίας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων στον τομέα, να διατηρεί επαρκές προσωπικό και έμπειρους πωλητές, να παραλαμβάνει εγκαίρως από την Εταιρία και να διατηρεί στις αποθήκες της για λογαριασμό της τελευταίας επαρκές απόθεμα προϊόντων, να προσφέρει τις απαραίτητες υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης των προϊόντων στον τομέα καθώς και τις απαραίτητες υπηρεσίες επιστημονικής υποστήριξης μετά τις πωλήσεις, να αποστέλλει ηλεκτρονικά στην Εταιρία αναλυτική κατάσταση των εκδοθέντων επ' ονόματί της τιμολογίων, με λεπτομερή καταγραφή των προϊόντων, τα ονόματα των πελατών, τους τζίρους ανά πελάτη και ανά κατηγορία προϊόντων, να απαντά σε κάθε εύλογο αίτημα της Εταιρίας για πληροφόρησή της και να την ενημερώνει για την κατάσταση της αγοράς.
Για την καταβολή του τιμήματος στην Εταιρία από τις πωλήσεις των προϊόντων της, μέσω της αντιπροσώπου της στους πελάτες της στον τομέα, χορηγήθηκε στην αντιπρόσωπο πίστωση διάρκειας 210 ημερών, από το χρόνο έκδοσης των τιμολογίων που θα εξέδιδε αυτή για λογαριασμό της Εταιρίας και ορίστηκε, ότι η τελευταία όφειλε να της καταβάλει για την ανωτέρω συμφωνημένη δραστηριότητά της στον τομέα προμήθεια, ίση με ποσοστό 60% επί της τιμολογημένης αξίας των προϊόντων προς τους πελάτες.
Η Εταιρία επίσης υποχρεούτο να παρέχει στην αντιπρόσωπο όλες τις απαραίτητες για τα προϊόντα και τον τομέα πληροφορίες, καθώς και εκείνες που θα της είναι χρήσιμες για να εκπληρώσει σωστά τις υποχρεώσεις της, να της παραδίδει έγκαιρα τα προϊόντα που αυτή της έχει παραγγείλει προς εξυπηρέτηση της σύμβασης, να την προμηθεύει δωρεάν, εκτός από τα εγχειρίδια που συνοδεύουν κάθε προϊόν, με τα απαραίτητα τεχνικά εγχειρίδια για την εγκατάσταση, επισκευή και συντήρηση των προϊόντων και να της αποδίδει την προμήθειά της επί των τιμολογηθεισών πωλήσεων στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου ημερολογιακού μήνα, εφόσον η αντιπρόσωπος είχε εκδώσει και της είχε αποστείλει τα σχετικά παραστατικά.
Επίσης με τον υπ'αριθμ. 15.1.2 όρο της εν λόγω συμβάσεως, αντίστοιχα με τον ταυτάριθμο όρο της σύμβασης εμπορικής διανομής, συμφωνήθηκαν τα εξής: "Σε τυχόν περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν τη λήξη της πρώτης 5ετίας διάρκειας της ή μη αυτόματης ανανέωσης αυτής με τη λήξη του πέμπτου χρόνου, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά στην αντιπρόσωπο, η Εταιρία θα οφείλει να καταβάλει στην αντιπρόσωπο, ως αποζημίωση, συμφωνούμενη από σήμερα, ποσό ίσο με το 210% υπολογιζόμενο, α) είτε επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων των προϊόντων από την αντιπρόσωπο στον τομέα το αμέσως προηγούμενο 12μηνο, β) είτε επί της συμφωνηθείσας για το τρέχον τότε 12μηνο αξίας των ελάχιστων πωλήσεων, όποιο από τα δύο ποσά είναι μεγαλύτερο, προστιθεμένου στο ποσό αυτό του πενταπλάσιου των προμηθειών, που η αντιπρόσωπος δικαιούται από τις απ' ευθείας πωλήσεις της εταιρείας κατά τους όρους του παρόντος, μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Στη συνέχεια σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν τη λήξη της δεύτερης 5ετίας διάρκειας της, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά την αντιπρόσωπο, η εταιρία θα οφείλει να καταβάλει στην αντιπρόσωπο, ως αποζημίωση, εάν η Εταιρία λύσει τη σύμβαση κατά τη διάρκεια του 6ου έτους ποσοστό 188%, υπολογιζόμενου επί του ως άνω α ή β ποσού, όποιο είναι μεγαλύτερο, συν το τετραπλάσιο των προμηθειών, κατά τα ανωτέρω, για τον 7° χρόνο, ομοίως, με ποσοστό όμως 166% και προμήθειες 3 τριών, για τον 8° χρόνο ποσοστό 144% και προμήθειες δύο ετών, για τον 9° χρόνο ποσοστό 122% και προμήθειες ενός έτους και για τον 10° χρόνο ποσοστό 100% χωρίς προμήθειες.
Σε περίπτωση μη συμφωνίας των μερών για περαιτέρω ανανέωση της παρούσας μετά τη λήξη της 10ετίας, η αντιπρόσωπος θα δικαιούται μόνο αποζημίωσης ίσης με το 100%, υπολογιζόμενο και πάλι, α) είτε επί των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων των προϊόντων από την αντιπρόσωπο στον τομέα του αμέσως προηγούμενου 12μηνου, β) είτε επί της συμφωνηθείσας για το τρέχον τότε 12μηνο αξίας των ελάχιστων πωλήσεων, όποιο από τα δύο ποσά είναι μεγαλύτερο.
Παράλληλα, σε κάθε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο, που να αφορά στην αντιπρόσωπο, η Εταιρία θα υποχρεούται να συνεχίσει να προμηθεύει την αντιπρόσωπο για χρονικό διάστημα έως τριών (3) ετών, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου η αντιπρόσωπος να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες, που η ίδια (η αντιπρόσωπος) προμήθευε με τα προϊόντα κατά το αμέσως προηγούμενο 12μηνο.
Η προς αυτούς απ' απευθείας πώληση των προϊόντων ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση, κατά περίοδο αυτή, από την Εταιρία, είτε άμεσα είτε μέσω τρίτου, απαγορεύεται απολύτως, πλην εάν συντρέξει σοβαρός λόγος εξυπηρέτησης κάποιων πελατών, υπό την προϋπόθεση όμως της προηγούμενης έγγραφης σύμφωνης γνώμης της αντιπροσώπου και υπό την προϋπόθεση ότι η Εταιρία θα αποδίδει στον αντιπρόσωπο προμήθεια ίση με το 55% της αξίας των τιμολογίων της Εταιρίας προς αυτούς τους πελάτες.
Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, οι πελάτες θα παραμένουν στην Εταιρία, ή δε αντιπρόσωπος και ο συμβαλλόμενος εκπρόσωπός της ατομικά θα υποχρεούνται να μην συναλλάσσονται ή έστω προσεγγίζουν εμπορικά για την επόμενη τριετία τους πελάτες αυτούς ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα, αρκούμενοι στα όσα ανωτέρω έλαβαν από τους όρους της παρούσας".
Περαιτέρω, με τον όρο 15.6 συμφωνήθηκε ότι η προβλεπόμενη από τον προαναφερόμενο 15.1.2 όρο αποζημίωση δεν οφείλεται όταν η αντιπρόσωπος καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν η καταγγελία της έγινε για σπουδαίο λόγο που αφορά στην προμηθεύτρια, σύμφωνα με όσα είχε οριστεί για το ζήτημα αυτό με προηγούμενους όρους.
Συγκεκριμένα με τους προηγούμενους υπ'αριθμ. 15.2.3 έως και 15.2.10 όρους, ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας που θα επιφέρει πρόωρη λύση της σύμβασης και θα αφορά στην Εταιρία (την αντιπροσωπευόμενη) ορίστηκε περιοριστικά (όρος 15.2.2)- εκτός από α) την πτώχευσή της, την αναγκαστική ή ειδική εκκαθάριση ή διαχείρισή της (15.2.4), β) την ανάκληση από δημόσια αρχή της αναγκαίας άδειας λειτουργίας της (15.2.5)- 1(γ)), η άμεση ή έμμεση παραβίαση της αποκλειστικότητας της αντιπροσώπου στους πελάτες του τομέα, εφόσον η Εταιρία δεν προβεί σε αποκατάσταση των πραγμάτων μέσα σε εξήντα ημέρες από την παραλαβή έγγραφης διαμαρτυρίας της αντιπροσώπου (15.2.6), 2(δ)), η συστηματική και υπαίτια μη ικανοποίηση των παραγγελιών της αντιπροσώπου, εφόσον για το τελευταίο αυτό θα προηγηθεί σχετική έγγραφη διαμαρτυρία της αντιπροσώπου και μη συμμόρφωση της Εταιρίας εντός 60 ημερών (15.2.7), 3(ε)), η παράβαση της δεύτερης περιόδου του όρου 8.1, έγγραφη προσφορά της Εταιρίας για μεταβολή των τιμών των προϊόντων σε πελάτες του τομέα, εφόσον δεν αποκαταστήσει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση εντός εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή σχετικής έγγραφης διαμαρτυρίας της αντιπροσώπου (15.2.8), 4(στ)), η επανειλημμένη καθυστέρηση πληρωμής των προμηθειών που οφείλει στην αντιπρόσωπο, εφόσον δεν προβεί σε πλήρη εξόφληση των οφειλομένων μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την παραλαβή σχετικής έγγραφης διαμαρτυρίας της αντιπροσώπου (15.2.9) και ζ) κάθε άλλη κατά την κρίση των Ελληνικών Δικαστηρίων, υπαίτια και επανειλημμένη παραβίαση συμβατικής ή νόμιμης υποχρέωσης από την Εταιρεία, εφόσον από την παραβίαση αυτή θίγονται ουσιωδώς τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της αντιπροσώπου και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η Εταιρία δεν έχει προβεί σε αποκατάσταση των πραγμάτων μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την παραλαβή σχετικής έγγραφης διαμαρτυρίας της αντιπροσώπου.
Η καταγγελία συμφωνήθηκε να είναι έγγραφη και ορίστηκε ότι θα επιφέρει τη λύση της σύμβασης δύο μήνες αργότερα. Περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι με τη λήξη ή λύση της σύμβασης θα ακυρώνονται όλες οι παραγγελίες της αντιπροσώπου για τα προϊόντα, οι οποίες δεν έχουν εκτελεστεί (όρος 15.3.1) και ότι η λήξη ή η λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο δεν επηρεάζει την ισχύ των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων-που έχουν ρητώς οριστεί στην παρούσα ότι θα διαρκέσουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, καθώς επίσης και την ισχύ και το κύρος της ήδη υπογραφείσας σύμβασης διανομής, για την καλύτερη εφαρμογή της οποίας υπογράφεται η παρούσα (15.3.2).
Η συμφωνηθείσα αποζημίωση, με τον προαναφερόμενο, ταυτάριθμο και των δύο συμβάσεων (διανομής και αντιπροσωπείας) όρο 15.1.2, είναι συμβατική αποζημίωση, η οποία συνομολογήθηκε στα πλαίσια ελευθερίας των συμβάσεων, κατ' άρθρον 361 ΑΚ, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη υπό το στοιχείο
ΙΙΙ μείζονα σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η ενάγουσα, στην ένδικη αγωγή της κατά την κύρια βάση της. Ειδικότερα, αυτή έχει αποκλειστικά αποζημιωτική λειτουργία και το ύψος του ποσού της, με βάση τα κριτήρια υπολογισμού του, συνδέεται με την αναμενόμενη-όπως θεωρούσαν τότε οι συμβαλλόμενοι-ζημία της διανομέα-αντιπροσώπου σε περίπτωση λύσης των συμβάσεων αυτών.
Προβλέφθηκε η καταβολή της, μετά από δικαιολογημένο εξορθολογισμό αποτίμησης της εν λόγω ζημίας της διανομέως, με λήψη υπόψη συγκεκριμένων παραγόντων που ορίστηκαν συμβατικά, εκ των οποίων μάλιστα κάποιοι συνάδουν και λαμβάνονται υπόψη στην αποζημίωση πελατείας και στην ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας του εμπορικού αντιπροσώπου, κατά τις σχετικές διατάξεις του π.δ. 219/1991.
Συνομολογήθηκε δε και συμφωνήθηκε ο προσδιορισμός του ποσού της εν λόγω αποζημίωσης κατά τα άνω, για απαλλαγή από το βάρος αποδείξεως του ύψους και της εκτάσεως της ζημίας αυτής της διανομέως-αντιπροσώπου και όχι προς άσκηση πίεσης στην προμηθεύτρια-αντιπροσωπευόμενη εταιρία για την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων με την επιβολή χρηματικής ποινής.
Το γεγονός ότι τα μέρη προσδιόρισαν την αποζημίωση αυτή σε υψηλό ποσό, στο οποίο κατά την εκτίμησή τους ήταν τότε εύλογο, με βάση τις κρατούσες συνθήκες της αγοράς στο συγκεκριμένο εμπορικό τομέα, που είχαν υπόψη τους κατά τη συνομολόγηση της αποζημίωσης, δεν της προσδίδει το χαρακτήρα της ποινικής ρήτρας, όπως εσφαλμένος υπολαμβάνει η πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα.
Για το λόγο αυτό παρέλκει η έρευνα του λόγου της έφεσής της, με τον οποίο επαναφέρεται, η εκ του άρθρου (406 ΑΚ), προταθείσα, και πρωτοδίκως ένστασή της, για μείωση της ποινικής ρήτρας, η οποία για τον ίδιο λόγο δεν ερευνήθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις άρχισαν να λειτουργούν στις 20-8-2007, με την έκδοση του πρώτου παραστατικού στοιχείου της διανομέως εταιρίας, όπως συμφωνήθηκε.
Από την έναρξή τους μέχρι τον Μάρτιο του 2011 λειτούργησαν χωρίς ποτέ η διανομέας-αντιπρόσωπος να διαμαρτυρηθεί ή να εκφράσει δυσαρέσκεια για οποιοδήποτε λόγο. Το ανωτέρω διάστημα η εν λόγω εταιρία, ως αντιπρόσωπος, πωλούσε για λογαριασμό της αντιπροσωπευομένης εταιρίας στους μη εξαιρούμενους πελάτες της τελευταίας, όπου υπήρχαν εγκατεστημένοι αναλυτές της-με συμβάσεις μισθώσεως ή χρησιδανείου-τα αναλώσιμα προϊόντα αυτής, αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, ως και αναλυτές στους νέους πελάτες και σε αυτούς που επιθυμούσαν ανανέωση του εξοπλισμού τους, και παρείχε επίσης υπηρεσίες συντήρησης των μηχανημάτων.
Τα τιμήματα πωλήσεως που εισέπραττε για λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης, μετά από είσπραξη, στο συμφωνημένο χρόνο, της δικής της προμήθειας ποσοστού 60%, τα κατέβαλε στην αντιπροσωπευόμενη εταιρία μεταγενέστερα, με την πίστωση που της είχε χορηγηθεί από την τελευταία. Ακολούθως, η αντιπρόσωπος εταιρία, ενεργώντας στα πλαίσια της συμβάσεως διανομής-ως διανομέας, αγόραζε, αν ήθελε, μετά από σχετική δήλωσή της προς την αντισυμβαλλομένη της, με τις συμφωνημένες τιμές του παραρτήματος 3 τα μεταχειρισμένα μηχανήματα-αναλυτές αυτής, που ήταν εγκατεστημένα στους μέχρι τότε πελάτες της τελευταίας, τους οποίους ακολούθως ενέταξε στη σύμβαση διανομής και εξυπηρετούσε πλέον η ίδια.
Τα μεταχειρισμένα μηχανήματα που αγόραζε υποχρεωτικά, τα τοποθετούσε επίσης σε πελάτες της διανομής. Τους άλλους αναλυτές, που δεν ήταν εγκατεστημένοι σε ιατρικά διαγνωστικά κέντρα, αυτούς που αναφέρονταν στο παράρτημα 3 της σύμβασης ως καινούργιοι και προσφερόμενοι και προς μίσθωση, η διανομέας, μετά από σχετική δήλωσή της προς την προμηθεύτρια, σπανίως τους αγόραζε, κυρίως τους μίσθωνε για μία πενταετία, σταθερά με τα ίδια μισθώματα, που είχαν οριστεί στο άνω παράρτημα.
Τα νέα μοντέλα αναλυτών, που δεν υπήρχαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης διανομής και εντάσσονταν μεταγενέστερα σε αυτή, η διανομέας επίσης κυρίως τα μίσθωνε, και σπανίως τα αγόραζε, από την προμηθεύτρια, κατόπιν σχετικής δήλωσής της, για μία πενταετία, με τις τιμές που όριζε κατά το χρόνο της πρώτης ένταξης και κυκλοφορίας τους στη διανομή η τελευταία (όρος 3.5) και παρέμεναν σταθερές για όλες τις μεταγενέστερες, διαδοχικά καταρτιζόμενες μεταξύ τους, συμβάσεις μισθώσεως.
Ακολούθως η διανομέας τους αναλυτές τους υπεκμίσθωνε-και σπανίως χρησιδάνειζε- στους δικούς της πελάτες, της διανομής, για μία πενταετία, για την περαιτέρω προώθηση, μέσω αυτών, των προϊόντων (αντιδραστηρίων, αναλώσιμων και ανταλλακτικών) της προμηθεύτριας. Από την προώθηση των αναλυτών στους πελάτες της η διανομέας δεν είχε κέρδη, αλλά ζημία, από την έναρξη της σύμβασης και για όλα τα επόμενα χρόνια διάρκειά της, καθόσον αυτή, κατά τη συνήθη εμπορική πρακτική στον κλάδο, αποσκοπούσε και αποκόμιζε κέρδος από την πώληση των αντιδραστηρίων και των αναλωσίμων υλικών τους προς τα διαγνωστικά εργαστήρια, όπου τους εγκαθιστούσε.
Για το λόγο αυτό την ενδιέφερε η όσο το δυνατόν χαμηλότερη τιμή των αναλυτών, ώστε να προσελκύσει με αυτούς πελάτες, στους οποίους ακολούθως πωλούσε, με σημαντικό κέρδος (65% μικτό), τα απαραίτητα για τη λειτουργία τους προϊόντα της διανομής (αντιδραστήρια και ανταλλακτικά). Οι τιμές των μισθωμάτων των αναλυτών, που είχαν συμφωνηθεί ή είχαν οριστεί από την προμηθεύτρια, ήταν πάντοτε σημαντικά κατώτερες των τιμημάτων πωλήσεώς τους, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο παράρτημα 3 σε συνδυασμό με τον όρο 3.5, και για το λόγο αυτό η διανομέας κατήρτιζε με την προμηθεύτρια για τους αναλυτές, κυρίως συμβάσεις μισθώσεως πενταετούς διάρκειας και σπανίως πώλησης, όπως προαναφέρθηκε.
Το ανωτέρω χρονικό διάστημα τα μοντέλα αναλυτών που είχαν τη μεγαλύτερη ζήτηση στην αγορά και προωθούσε κατά κύριο λόγο η διανομέας στους πελάτες της διανομής ήταν : cobas e 411 disk, cobas c 311 analyser, cobas c 111 w/o ise, cobas with ise, cobas 6000 "ce", cobas 561, cobas 6000 e 601, Sysmex XS-lOOOi without Sampler, Sysmex XS- lOOOi with Sampler. Η διανομέας εταιρία ενέταξε στη σύμβαση διανομής, εκτός από τους 320 πελάτες της αντισυμβαλλομένης της, τους περισσότερους από τους υφιστάμενους, κατά την κατάρτισή της, πελάτες της (που μέχρι τότε εξυπηρετούσε με ανταγωνιστικά προϊόντα), όπως συμβατικά είχε υποσχεθεί, αλλά και νέους πελάτες που βρήκε, δημιουργώντας ένα σημαντικό δικό της πελατολόγιο για τη διανομή.
Τα τιμήματα πωλήσεως των αναλυτών, αντιδραστηρίων και ανταλλακτικών, που αγόραζε από την προμηθεύτρια τα κατέβαλε στην τελευταία με την πίστωση που της είχε χορηγηθεί γι' αυτά, με την ίδια δε πίστωση της κατέβαλε και τα ετήσια μισθώματα των εκμισθωμένων αναλυτών. Για εγγύηση καταβολής εκ μέρους της των χρηματικών ποσών των γενόμενων συναλλαγών της, δεδομένης της μεγάλης πιστώσεώς τους και του σημαντικού ποσού τους, από την έναρξη της σύμβασης και στο τέλος κάθε μήνα η αντιπρόσωπος-διανομέας παρέδιδε στην αντισυμβαλλομένη της ισόποσες των οφειλών της του αντίστοιχου μήνα, μεταχρονολογημένες επιταγές της, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ τους κατά την έναρξη των συμβάσεών τους.
Μετά την κατά τα ανωτέρω ομαλή λειτουργία των συμβάσεων επί τέσσερα περίπου έτη η διανομέας - αντιπρόσωπος, το πρώτον εξέφρασε δυσαρέσκεια το Μάρτιο του 2011. Τότε η αντισυμβαλλόμενη της για το έτος αυτό δεν της χορήγησε, όπως ζητούσε, μεγαλύτερη πίστωση, από τη συμφωνημένη των 210 ημερών, και ειδικότερα πίστωση ενός έτους (360 ημερών), προς διευκόλυνσή της στην καταβολή των οφειλομένων εκ μέρους της στα πλαίσια των συμβάσεών τους.
Τη μεγαλύτερη αυτή πίστωση η αντισυμβαλλομένη της της είχε χορηγήσει, διαδοχικά, δύο φορές και προσωρινά κάθε φορά, στο παρελθόν, τα προηγούμενα δύο έτη, κατά αποδοχή όμοιου αιτήματος της προς αντιμετώπιση οικονομικών της προβλημάτων. Παράλληλα η διανομέας, επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη πίστωση, επικαλέστηκε εκ νέου οικονομικά της προβλήματα, σημαντική μείωση του τζίρου της, λόγω της εξακολούθησης της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, των παράλληλων εισαγωγών ομοίων προϊόντων σε χαμηλές τιμές και των μεγάλων περικοπών και περιορισμών των διαγνωστικών εξετάσεων από τους ασφαλιστικούς φορείς των ασθενών.
Η αντισυμβαλλομένη της, η οποία το έτος 2011 είχε νέο διευθύνοντα σύμβουλο, τον δεύτερο εναγόμενο G. H., αντίθετα ζητούσε την πιστή τήρηση όλων των όρων των συμβάσεών τους, μεταξύ των οποίων και αυτό για την πίστωση, ο οποίος δεν είχε τροποποιηθεί οριστικά, όπως αβάσιμα διατεινόταν η διανομέας-αντιπρόσωπος και αβάσιμα η ίδια ισχυρίζεται ως ενάγουσα.
Στο πνεύμα αυτό η προμηθεύτρια αξίωσε την άμεση συμμόρφωση της διανομέως στη συμβατική της υποχρέωσης, της παροχής σε αυτήν πληροφοριών και στοιχείων για όλες τις συναλλαγές που είχε διενεργήσει από την αρχή της συνεργασίας τους στα πλαίσια των συμβάσεών τους, προς έλεγχο τούτων, καθόσον ουδέποτε είχε προσκομίσει τα σχετικά στοιχεία.
Επίσης, διαμαρτυρήθηκε για την παύση παράδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών, από τις αρχές του τρέχοντος έτους, ως εγγύηση καταβολής των οφειλών της, ενώ η ίδια μείωσε διαδοχικά, δύο φορές, όπως συμβατικά υποχρεούτο, τις τιμές των αντιδραστηρίων. Μεταγενέστερα, στις 26-3-2011, η προμηθεύτρια εταιρία αξίωσε αύξηση, από τις 4-7-2011, των τιμών μηχανημάτων- αναλυτών, με τους οποίους προμήθευε την διανομέα μέχρι τότε στα πλαίσια της σύμβασης διανομής, επικαλούμενη ότι είχε προς τούτο συμβατικό δικαίωμα και επέμενε στην άσκησή του, παρά τις διαφωνίες της αντιδίκου της.
Κατόπιν τούτων, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους και συγκεκριμένα στις 19-10-2011, η διανομέας-αντιπρόσωπος εταιρία "... ΑΕ", με την από 19-10-2011 εξώδικη, έγγραφη, καταγγελία της, η οποία επιδόθηκε στην αντισυμβαλλόμενη της, προμηθεύτρια-αντιπροσωπευομένη "... ... (...) Α.Ε", αυθημερόν (βλ. την υπ'αριθμ. …97Ε /19-10- 2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Κ.), κατήγγειλε αμφότερες τις ένδικες συμβάσεις τους. Με την ανωτέρω εξώδικη δήλωσή της η καταγγέλλουσα διανομέας- αντιπρόσωπος εξέθετε ότι από την έναρξη του έτους 2011 η στάση της αντισυμβαλλομένης της μεταστράφηκε πλήρως, εκδηλώνοντας όλως αντισυμβατική, κακόπιστη και απαράδεκτη συμπεριφορά έναντι της, αναφέροντας ειδικότερα ότι η τελευταία, ενδεικτικά (όπως εκτίθεται στην καταγγελία): 1) ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη της διεύθυνσης της εταιρίας της από τον G.
H., όχι μόνο δεν την κάλεσε (για διάστημα 10 μηνών)-σε γνωριμία, συνάντηση και συζήτηση από κοινού για τα γνωστά, διογκούμενα προβλήματα που διαμορφώνονται στην ελληνική αγορά, που της είχε επισημάνει προφορικά, αλλά και γραπτά μετέπειτα με τις από 3-6-2011 και 8-8-2011 επιστολές της, αλλά αντίθετα αγνόησε αυτές, επιδεικνύοντας επιθετική συμπεριφορά, επιτεινόμενη συν τω χρόνω με γεωμετρική πρόοδο, 2) ότι σε εμφανή αντίφαση με το παρελθόν, εφάρμοσε αμέσως τακτική έγγραφης και σε επιτακτικό ύφος επικοινωνίας, απευθύνοντάς της διαδοχικές επιστολές και με την από 4-3-2011 επιστολή της τροποποίησε τον εγγράφως και από κοινού συμφωνηθέντα μεγαλύτερο χρόνο πίστωσής της εταιρίας της, θέτοντας έτσι σε εφαρμογή συγκεκριμένο και οργανωμένο σε βάρος της σχέδιο, 3) ότι δεν της παρέδωσε ποτέ, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της, όλα τα συμβόλαια που είχε υπογράψει αυτή (η αντισυμβαλλόμενη της-ως αντιπροσωπευόμενη εταιρία), μέχρι την έναρξη της μεταξύ τους σύμβασης αντιπροσωπείας, με πελάτες της, και ήταν στοιχεία αναγκαία για την ενημέρωσή της για τη διάρκεια των συμβολαίων αυτών, με συνέπεια την οικονομική της ζημία από τη συνεχιζόμενη δωρεάν, εκ μέρους της, παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης σε όλους ανεξαιρέτως τους πελάτες, δηλαδή ακόμη και σε εκείνους που δεν τη δικαιούνταν, 4) ότι δεν την συνέδραμε στο πρόβλημά της, αναφορικά με τις παράλληλες εισαγωγές προϊόντων στην Ελλάδα και ότι απέκρουσε κάθε συζήτηση για τη διερεύνηση παράνομων πρακτικών στο ζήτημα των παράλληλων εισαγωγών, 5) ότι, σε συνάρτηση με το ανωτέρω, ουδέποτε, παρά την πάροδο της 60ήμερης προθεσμίας από τη σχετική διαμαρτυρία της, ανάρτησε στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο, αλλά ούτε και στα διαφημιστικά της φυλλάδια, στις δημοσιεύσεις και στα έντυπα του κλάδου, όπως υποχρεούτο με τη σύμβαση διανομής, την δική της εταιρία, ως τη μόνη διανομέα της και ως την επίσημα εξουσιοδοτημένη να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των προϊόντων της στη συμβατική περιοχή, 6) ότι, παρά την πάροδο της 60ήμερης προθεσμίας από τη σχετική διαμαρτυρία της, κατά παράβαση των όρων 6.2.1 και 6.2.7 της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και 6.2.1 και 6.2.8 της σύμβασης εμπορικής διανομής, δεν της απέστειλε τα απολύτως αναγκαία λογισμικά για την εξ αποστάσεως επικοινωνία των τεχνικών της με τους εγκατεστημένους στους πελάτες της αναλυτές 311, του συστήματος cobas 6000 και τους αναλυτές e411, 7) παραβίασε την υποχρέωση αποκλειστικότητας στην περίπτωση του Συνεταιρισμού Εργαστηριακών Ιατρών, προμηθεύοντάς τον εν αγνοία της με τα συμβατικά προϊόντα, εν γνώσει της ότι ο συνεταιρισμός αυτός συστηματικά τα μεταπωλεί στους πελάτες του τομέα, 8) ότι δεν της μεταβίβασε, όπως υποχρεούτο από τον όρο 1.7 της μεταξύ τους σύμβασης διανομής, τα δύο μηχανήματα (αναλυτές) cobas Integra 400 plus και τα τρία μηχανήματα (αναλυτές) Elecsys 2010 disk που της ζητούσε, στην αποσβεσθείσα τιμή αγοράς, 9) ότι το σπουδαιότερο όμως όλων ήταν η αυθαίρετη και εξωπραγματική αύξηση των τιμών των αναλυτών, με τους οποίους την προμήθευε, είτε με αγορά, είτε με ενοικίαση, προκειμένου να τους διαθέτει περαιτέρω στους πελάτες της, ως μέσο προώθησης και πώλησης των προϊόντων ..., σε αντίθεση με τον όρο 3.5 της σύμβασης εμπορικής διανομής, καθώς δεν πρόκειται για νέα μηχανήματα, αφού οι τιμές τους είχαν ήδη καθοριστεί και αυθαίρετα αναβιβάστηκαν μέχρι και σε ποσοστό 150%, με συνέπεια να είναι απαγορευτικές για την προσέγγισή των πελατών, να οδηγούν στη διαρκή συρρίκνωση του πελατολογίου της, στην αποβολή της από την αγορά και στην οικονομική της καταστροφή, 10) ότι ακόμη και όταν η ίδια (η δηλούσα εταιρία), πιεζόμενη, αποδέχθηκε την καταβολή των νέων αυξημένων τιμών που της αξίωνε, έφθασε στο σημείο να της αρνηθεί πλέον κάθε παράδοση μηχανημάτων, όταν επιφυλάχθηκε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της;
εφόσον δεν προέβαινε στην άρση ακόμη και της επιφύλαξής της αυτής και ειδικότερα με την από 16-9-2011 επιστολή της, της κατέστησε σαφές ότι εφεξής η παράδοση των μηχανημάτων της θα γίνει μόνο υπό τον όρο της ανεπιφύλακτης αποδοχής των νέων τιμών και 11) ότι τέλος, σε επιστέγασμα και πλήρη επιβεβαίωση των ανωτέρω και απροκάλυπτη αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεών της και του μεθοδευμένου σχεδίου της, σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της (της ... ...) στις 11-10-2011, ο νέος γενικός διευθυντής της εταιρίας της K.G.
H., της ανακοίνωσε με τρόπο κατηγορηματικό και απερίφραστο ότι η συγκεκριμένη αγορά που της ανέθεσε (δηλαδή των ιδιωτικών εργαστηρίων και των διαγνωστικών κέντρων), δεν ενδιαφέρει πλέον τη ... και ότι εμμένει ασυζητητί στην καταβολή των αυξημένων τιμών, αρνούμενος οποιαδήποτε άλλη πρόταση ή έστω περαιτέρω διάλογο για την πορεία της συνεργασίας τους.
Τέλος, με την εξώδικη αυτή δήλωσή της η εταιρία "... ΑΕ", ισχυρίστηκε, ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις της αντισυμβαλλομένης της, τόσο η κάθε μία μόνη της, όσο, ιδίως, και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανατρέπουν κάθε σχέση εμπιστοσύνης και κάθε βάση συνεργασίας και καθιστούν οικονομικά υπέρμετρα επαχθή και ασύμφορη την εξακολούθηση των συμβάσεών τους, και ως εκ τούτου συνιστούν σπουδαίους λόγους καταγγελίας, των μεταξύ τους συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας.
Ότι, λόγω των ανωτέρω σπουδαίων λόγων από υπαιτιότητα της αντισυμβαλλομένης της, η ίδια καταγγέλλει τις άνω συμβάσεις τους, με χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της εξήντα ημέρες μετά την επίδοσή της. Με βάση το περιεχόμενο της ανωτέρω καταγγελίας της ο σπουδαιότερος όλων λόγος αυτής για την ίδια την καταγγέλλουσα, ήταν η αναφερόμενη, με τον αριθμό 9, υπαίτια και αντισυμβατική αύξηση από την προμηθεύτρια των τιμών των αναλυτών που της διέθετε μέχρι τότε η τελευταία.
Ο λόγος αυτός αφορά αποκλειστικά στη σύμβαση εμπορικής διανομής, καθόσον μόνο στα πλαίσια αυτής η διανομέας αποκτούσε στο όνομά της από την προμηθεύτρια αναλυτές, είτε κατά κατοχή για μία πενταετία μισθώτρια, συνήθως, είτε κατά κυριότητα, σπανίως, κατ' επιλογήν συμβάσεις μισθώσεως ή πωλήσεως, αντίστοιχα, έναντι συμφωνημένων τιμών.
Έτσι, μόνο στη σύμβαση διανομής περιλαμβάνονταν όροι για τις τιμές των προϊόντων και ειδικότερα: α) α1 στο παράρτημα 3, είχαν συμφωνηθεί συγκεκριμένες τιμές για τα τιμήματα πωλήσεως και τα ετήσια μισθώματα των αναφερόμενων στο παράρτημα αυτό αναλυτών, οι οποίοι υπήρχαν κατά το χρόνο κατάρτισης της αρχικής (από 27-7-2006) σύμβασης διανομής και εντάχθηκαν σ'αυτή α2.
για την πώληση των μεταχειρισμένων, παλαιότερων της πενταετίας, αναλυτών, που ήταν ήδη εγκατεστημένοι σε διαγνωστικά εργαστήρια- πελάτες της προμηθεύτριάς εταιρίας και α3. για τα αντιδραστήρια- αναλώσιμα και ανταλλακτικά, και τέλος β) προβλεπόταν ο τρόπος καθορισμού από την προμηθεύτρια των τιμών για τα νέα μοντέλα αναλυτών- δηλαδή αυτών που δεν υπήρχαν κατά την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης- κατά το χρόνο της πρώτης ένταξής τους στη διανομή και κυκλοφορίας τους, μέσω της διανομέως, στην αγορά.
Οι τιμές των αναλυτών, οι αναφερόμενες στο παράρτημα 3, αλλά και όσες καθορίζονταν από την προμηθεύτρια, κατά τον όρο 3.5, κατά την πρώτη κυκλοφορία τους και ένταξή τους στη σύμβαση διανομής, ήταν σταθερές και αμετάβλητες, καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, καθόσον, ερμηνευομένης της συμβάσεως κατά τούτο - επειδή υπάρχει κενό- λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης προς αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αυτή ήταν η βούληση των συμβαλλομένων.
Και τούτο διότι στην εν λόγω σύμβαση, που ήταν αναλυτική και λεπτομερής, για τις τιμές όλων ανεξαιρέτως των αναλυτών-είτε αυτών του παραρτήματος 3, είτε αυτών που θα όριζε η προμηθεύτρια, κατ' άρθρον 3.5, όχι μόνο δεν είχε προβλεφθεί αναπροσαρμογή τους και μάλιστα συγκεκριμένη, αλλά ούτε καν δυνατότητα αναπροσαρμογής ή τροποποίησής τους από την προμηθεύτρια, σε αντίθεση με τις τιμές των λοιπών προϊόντων της διανομής.
Για τις τιμές των λοιπών προϊόντων και συγκεκριμένα των αντιδραστηρίων, αναλώσιμων και ανταλλακτικών (του παραρτήματος ΙΒ), τα μέρη ήθελαν και για το λόγο αυτό όρισαν γι' αυτά τα προϊόντα και μόνο, τροποποίηση και αναπροσαρμογή τους, με ρητό όρο της σύμβασή τους, τον υπ'αριθμ. 8.2. Εξάλλου, τούτο ήταν σύμφωνο και με τα κρατούντα, προ και κατά την κατάρτιση της σύμβασης, στις συναλλαγές, καθόσον οι αναλυτές είναι μηχανήματα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου απαξιώνονται, κυκλοφορούν νέα, βελτιωμένα, μοντέλα τους στην αγορά και συνεπώς δεν δικαιολογείται αύξηση των τιμών τους μετά την πρώτη κυκλοφορίας τους. 'Αλλωστε κατά την κατάρτιση της σύμβασης και η προμηθεύτρια εταιρία, όπως και η διανομέας, ενδιαφερόταν κυρίως για την προώθηση των αντιδραστηρίων της στην αγορά και όχι για τις τιμές των αναλυτών, που αποτελούσαν το δέλεαρ για την προσέλκυση πελατών-αγοραστών των ανωτέρω, απαραίτητων για την λειτουργία τους, αντιδραστηρίων.
Τέλος, επιβεβαιωτικό της βούλησης των μερών για τη σταθερότητα των τιμών (μίσθωσης και πώλησης) των αναλυτών, είναι και το γεγονός ότι, παρότι η σύμβαση διανομής τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (27-7-2007), δεν προβλέφθηκε, ούτε τότε συμβατικά η δυνατότητα αναπροσαρμογής ή τροποποίησης των τιμών τους από την προμηθεύτρια.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας των μερών, όλες οι διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως, και σπανίως πωλήσεως, αναλυτών, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους, από την έναρξη ισχύος της σύμβασης (20-8-2007) και για τα επόμενα τέσσερα περίπου έτη, είχαν πάντοτε τις ίδιες, σταθερές τιμές, για όλα τα μοντέλα των αναλυτών από το χρόνο ένταξής τους στη σύμβαση και την πρώτη κυκλοφορία τους στα πλαίσια αυτής, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίησή τους.
Παρά ταύτα, τον Ιούνιο του 2011, αιφνιδίως η προμηθεύτρια αξίωσε αύξηση των τιμών όλων των αναλυτών, με τους οποίους μέχρι τότε προμήθευε τη διανομέα, πάντοτε με σταθερές τιμές από την ένταξή τους στη σύμβαση, χωρίς να έχει τέτοιο συμβατικό δικαίωμα. Συγκεκριμένα, στις 23-6-2011, δια των αρμοδίων οργάνων της, με μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας προς την διανομέα, δήλωσε στην τελευταία ότι από τις 4-7-2011 θα ισχύσουν νέες τιμές για όλα τα μοντέλα των αναλυτών της, που κυκλοφορούσαν γενικώς στην αγορά, κατά τα αναφερόμενα στο συνημμένο πίνακα (τιμοκατάλογο).
Στον τιμοκατάλογο αυτό αναφέρονταν είκοσι συνολικά μοντέλα αναλυτών, μεταξύ όμως αυτών ήταν και όλα τα προαναφερόμενα μοντέλα αναλυτών, τα οποία ήδη κυκλοφορούσε η διανομέας και σχεδόν αποκλειστικά εμπορευόταν και προωθούσε, μέχρι τότε στους πελάτες της, με βάση τις τιμές που της είχε ήδη ορίσει γι' αυτά στο παρελθόν η προμηθεύτρια εταιρία, κατά την πρώτη ένταξή τους στη σύμβαση διανομής και την κυκλοφορία τους, μέσω αυτής, στην αγορά.
Ειδικότερα, η προμηθεύτρια, αφού πρώτα εξομοίωσε σχεδόν τις τιμές πώλησης και πενταετούς μίσθωσης των αναλυτών, σε αντίθεση με όσα προβλέπονταν από το παράρτημα 3 της σύμβασης, ακολούθως αύξησε την τιμή του πενταετούς μισθώματος ως εξής: 1) για τον αναλυτή Cobas e 411 disk, που είχε τη μεγαλύτερη κυκλοφορία, την αύξησε, από το ποσό των 16.500 ευρώ, που η ίδια είχε ορίσει, ήδη από τις 19-12-2008 και είχε διατηρήσει σταθερά σε όλες τις από τότε διαδοχικά συναφθείσες με την αντισυμβαλλομένη της, συνολικά 68, συμβάσεις μισθώσεως, στο διπλάσιο και πλέον ποσό των 38.700 ευρώ, 2) για τον αναλυτή Cobas c 311 analyser, από το ποσό των 18.000 ευρώ, που η ίδια είχε ορίσει, ήδη από τις 2-12-2009 και είχε διατηρήσει σταθερά σε όλες τις από τότε, διαδοχικά συναφθείσες με την αντισυμβαλλόμενη της, συνολικά 7, συμβάσεις μισθώσεως, στο διπλάσιο σχεδόν ποσό των 40.700 ευρώ, 3) για τον αναλυτή Cobas c 111, από το ποσό των 6.800 ευρώ, που η ίδια είχε ορίσει, ήδη από τις 19-7-2010, και είχε διατηρήσει σε όλες τις από τότε, διαδοχικές συναφθείσες με την αντισυμβαλλόμενη, συμβάσεις μισθώσεως, στο ποσό των 10.400 ευρώ, 4) για τον αναλυτή Cobas 6000 (αποτελούμενο από cobas 6000 more unit 150 cobas 6000 e 601 και cobas 6000 c 501), από το ποσό των 100.000 ευρώ, που η ίδια είχε ορίσει ήδη από τις 16-1-2007 και είχε διατηρήσει σε όλες τις από τότε, διαδοχικά, συναφθείσες με την αντισυμβαλλόμενη της, συνολικά 10, συμβάσεις μισθώσεως, στο ποσό των 159.000 ευρώ, 5) για τον αναλυτή Cobas 6000 (e 601) από το ποσό των 60.000 ευρώ, που ή ίδια είχε ορίσει από τις 4-3-2009 και είχε συμφωνήσει στη σύμβαση μισθώσεως που είχε συνάψει με την αντισυμβαλλόμενη της, στο ποσό των 65.600 ευρώ, 6) για τον αναλυτή Sysmex Xs-1000 without Stampler, από το ποσό των 11.000 ευρώ, που είχε ορίσει η ίδια για πρώτη φορά, ήδη από τις 9-10- 2008, όπως και σε όλες τις από τότε, διαδοχικά, συναφθείσες με την αντισυμβαλλόμενη της, συνολικά, 64, συμβάσεις μισθώσεως, στο ποσό των 14.400 ευρώ και 7) για τον αναλυτή Sysmex XS-1000 with Stampler, από το ποσό των 12.500 ευρώ, που είχε ορίσει η ίδια για πρώτη φορά ήδη από τις 16-12-2008, και είχε διατηρήσει σε όλες τις, διαδοχικά από τότε, συναφθείσες με την αντισυμβαλλόμενη της, συνολικά 59, συμβάσεις μισθώσεως, στο ποσό των 16.500 ευρώ.
Η αύξηση αυτών των τιμών των πενταετών μισθωμάτων (και αντίστοιχα των τιμών πώλησης) των ανωτέρω αναλυτών, τις οποίες αξίωσε η προμηθεύτρια από τη διανομέα, ήταν αντισυμβατική και σημαντική, σε σχέση με τις σταθερές και αμετάβλητες τιμές τους, που κατέβαλε μέχρι τότε η διανομέας. Η αύξηση αυτή, εκτός από το ότι αντίκειτο, στους όρους της σύμβασης, δημιουργούσε ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες στη διανομέα, στη διάθεση των εν λόγω αναλυτών, καθόσον μείωνε σημαντικά την ανταγωνιστική της θέση, δεδομένου ότι οι νέες τιμές τους, χωρίς οποιοδήποτε δικό της κέρδος, ήταν πολύ υψηλές για τις κρατούσες στην αγορά συνθήκες κατά το χρόνο εκείνο, λαμβανομένης υπόψη της επέκτασης και των παράλληλων εισαγωγών τους από διάφορους τρίτους- ανταγωνιστές με πολύ χαμηλές τιμές.
Άμεση και βέβαιη συνέπεια της σημαντικής αυτής αύξησης των τιμών τους θα ήταν η μεγάλη πτώση του τζίρου της διανομέως από τις πωλήσεις των αντίστοιχων αντιδραστηρίων, που ήταν ο κύριος κερδοφόρος τομέας της. Και τούτο διότι προϋπόθεση για την πώληση των αντιδραστηρίων, ήταν η διάθεση των μηχανημάτων-αναλυτών σε χαμηλές, ανταγωνιστικές τιμές, ώστε να προσελκυστούν από αυτές οι πελάτες, να τους εγκαταστήσουν στα διαγνωστικά τους κέντρα και να ακολουθήσει, αμέσως μετά, η κερδοφόρα, για τη διανομέα, πώληση σε αυτούς των αντιδραστηρίων της προμηθεύτριας, τα επόμενα έτη.
Επιπρόσθετα, τα προαναφερόμενα μοντέλα αναλυτών ήταν αυτά, που σχεδόν, αποκλειστικά, διέθετε η διανομέας στους πελάτες της και δεν είχε τη δυνατότητα να παύσει να τα προμηθεύεται από την αντισυμβαλλομένη της, καθόσον αυτοί οι αναλυτές τότε είχαν ζήτηση και επικρατούσαν στην αγορά. Οι παλαιότεροι αναλυτές, που είχαν χαμηλότερες τιμές, ήταν ήδη παρωχημένοι και στην πλειοψηφία τους είχαν ήδη αντικατασταθεί από τα προαναφερόμενα μοντέλα.
Περαιτέρω, με βάση τη σύμβαση διανομής η διανομέας δεν είχε τη δυνατότητα εναλλακτικής προμήθειας των εν λόγω αναλυτών από ανταγωνιστή της προμηθεύτριάς της, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η τελευταία και ισχυρίζεται ως εκκαλούσα. Και τούτο διότι ο όρος 3.5 της σύμβασης της διανομής, έδινε τη δυνατότητα στην διανομέα να προμηθευτεί από ανταγωνιστές της προμηθεύτριάς της, μόνο τους αναλυτές, για τους οποίους η τιμή που όριζε η ίδια, κατά το χρόνο της πρώτης ένταξής τους (ως νέα μοντέλα, με βελτιώσεις), στη σύμβαση, ήταν μεγαλύτερη, κατά 10%, της μέσης πανευρωπαϊκής.
Η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω, διότι όλα τα προαναφερόμενα μοντέλα αναλυτών δεν ήταν νέα, καθόσον δεν εντάσσονταν για πρώτη φορά στη σύμβαση διανομής, αφού ήδη, μέσω αυτής, κυκλοφορούσαν ήδη στην αγορά. Η προμηθεύτρια, επομένως, δεν όριζε πρώτη φορά την τιμή τους ώστε να έχει η δυνατότητα η διανομέας, εάν αυτή ήταν μεγαλύτερη της μέσης πανευρωπαϊκής, να απευθυνθεί σε ανταγωνιστές της αντισυμβαλλομένης της, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβατικού όρου.
Αλλά ούτε είχε περιθώριο η διανομέας, να μειώσει το ποσοστό του κέρδους της επί των εν λόγω αναλυτών για να αποκτήσει ανταγωνιστική θέση στην αγορά, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η προμηθεύτρια, καθόσον αυτή από τη διάθεσή τους δεν είχε ποτέ κέρδος, αλλά ζημίες, από την αρχή της σύμβασης και για τα επόμενα χρόνια της διάρκειάς της.
Το γεγονός ότι η προμηθεύτρια εταιρία, κατάφερε αργότερα, να καταρτίσει η ίδια κάποιες, ελάχιστες, συμβάσεις μίσθωσης των ίδιων αναλυτών με ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα της επαρχίας, με τις νέες αυξημένες τιμές μισθωμάτων, και άγνωστο με ποιους όρους για την πώληση των απαιτούμενων αντιδραστηρίων και ανταλλακτικών, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι τιμές αυτές ήταν ανταγωνιστικές και οι κρατούσες στην αγορά.
Περαιτέρω, αναφορικά με την προμηθεύτρια, αυτή κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε, απέβλεπε κυρίως στην προώθηση στην αγορά των προϊόντων της, μέσω της δραστηριότητας της διανομέα και ο στόχος της αυτός επετεύχθη. Μετά δε από διαπραγματεύσεις, δια των τότε νομίμων εκπροσώπων της, και με ελεύθερη βούληση, συμφώνησε για το σημαντικό μικτό κέρδος της διανομέα, ποσοστού 65%, λαμβάνοντας υπόψη και την υφιστάμενη δική της οικονομική θέση και αποσκοπώντας στη βελτίωση αυτής μελλοντικά, με την αναμενόμενη, κατά εκτιμήσεις των στελεχών της, τότε, μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης των ανωτέρω προϊόντων στην αγορά, με βάση τις κρατούσες καλές οικονομικές συνθήκες κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης.
Η διανομέας, μετά την δηλωθείσα αύξηση των τιμών των ανωτέρω αναλυτών, εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης της, διαμαρτυρήθηκε άμεσα και επανειλημμένα, επικαλούμενη τους προαναφερόμενους όρους της σύμβασης για τις τιμές τους, πλην όμως η προμηθεύτρια ενέμενε στην αντισυμβατική αύξηση των τιμών τους, διατεινόμενη, αβάσιμα, ότι δήθεν είχε προς τούτο σχετικό συμβατικό δικαίωμα και επανέλαβε ότι οι νέες τιμές θα ισχύουν για τις νέες παραγγελίες της διανομέως, από τις 4-7-2011 και εντεύθεν.
Η επίκληση αυτή της προμηθεύτριας, για δήθεν τέτοια συμβατική της δυνατότητα, εύλογα δημιουργούσε φόβο και ανησυχία, ότι ήταν πιθανόν αυτή διαδοχικά να αξιώνει, αντίθετα με τα συμφωνηθέντα, την αύξηση των τιμών των ίδιων αναλυτών και άλλες φορές στο μέλλον και σε όποιο ποσοστό θέλει. Κατόπιν όλων των ανωτέρω η αντισυμβατική μονομερής, από την προμηθεύτρια, σημαντική αύξηση των τιμών των αναλυτών που προωθούσε στην αγορά η διανομέας, συνιστά, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης διανομής εκ μέρους της τελευταίας, παρότι δεν περιλαμβάνεται στους αναφερόμενους στην ίδια σύμβαση λόγους που αφορούν στην προμηθεύτρια.
Και τούτο διότι συνιστά πραγματικό περιστατικό, που καθιστά, κατά αντικειμενική κρίση, μη ανεκτή για την καταγγέλλουσα διανομέα τη συνέχιση της ένδικης σύμβασης διανομής μέχρι τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, υπό το στοιχείο. III. Ειδικότερα, ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των συμβαλλόμενων εταιριών, υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση υπέρβαση των ορίων ανοχής της συμβάσεως, που δικαιολογεί την απαλλαγή της καταγγέλλουσας διανομέας από τη συμβατική της δέσμευση, παρά τη συμφωνημένη διάρκεια αυτής, που δεν αποκλείει, σύμφωνα με την ίδια μείζονα σκέψη, το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση διανομής και προ της επελεύσεως του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, για τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο που αναφέρεται στην ένδικη καταγγελία της και είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη-προμηθεύτρια. Ειδικότερα, η τελευταία, προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού ισχυρίστηκε, ότι η ίδια ήταν υποχρεωμένη να προβεί στις ανωτέρω αυξήσεις των τιμών των μηχανημάτων-αναλυτών, για να μην πωλεί κάτω του κόστους, είχε ήδη μειώσει τις τιμές των αντιδραστηρίων, ενώ η διανομέας δεν επρόκειτο να υποστεί επιβάρυνση, καθώς είχε εναλλακτικές δυνατότητες και έχοντας μεγάλο μικτό κέρδος, ποσοστού 65%, θα μπορούσε να το μειώσει και να απορροφήσει τις αυξήσεις αυτές για να είναι ανταγωνιστική.
Τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είναι αβάσιμα, καθόσον η αύξηση των τιμών των προαναφερόμενων αναλυτών από την προμηθεύτρια ήταν αντισυμβατική, ακόμη και εάν οι προηγούμενες τιμές τους που η ίδια είχε ορίσει κατά την ελεύθερη βούλησή της, ήταν κάτω του κόστους, όπως ισχυρίζεται. Περαιτέρω, η διανομέας δεν είχε εναλλακτική λύση προμήθειας όμοιων αναλυτών που να την εξυπηρετούν, με καλύτερες τιμές, ούτε από την προμηθεύτρια, ούτε από άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες, όπως προαναφέρθηκε, και τέλος δεν μπορούσε να απορροφήσει τις αυξήσεις των αναλυτών μειώνοντας το κέρδος της, καθόσον είχε ζημία από τη διάθεσή τους στην αγορά και όχι κέρδος.
Επομένως, η λύση της σύμβασης που οδήγησε η καταγγελία της διανομέως για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητές της, δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της και έτσι δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της....
Κατόπιν τούτων, η ανωτέρω ένσταση της εναγομένης-προμηθεύτριας, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, αναφορικά με την σπουδαιότητα και της βασιμότητα του λόγου αυτού της καταγγελίας, και τη λύση της σύμβασης διανομής, κατά το νόμο, συνεπεία τούτου και απέρριψε επίσης ως αβάσιμη την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της εναγόμενης, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερόμενες, στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, διατάξεις, αναφορικά με την ένδικη καταγγελία, και περαιτέρω ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ).Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρία-εναγόμενη της πρώτης αγωγής, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, με τους οποίους επανέφερε και την ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια εταιρία, μετά την αύξηση των τιμών των ανωτέρω αναλυτών και προ του χρόνου της καταγγελίας της σύμβασης διανομής, έφθασε στο σημείο να αρνηθεί κάθε παράδοση μηχανημάτων στην διανομέα, εάν η τελευταία- που πιεζόμενη αποδέχθηκε τις νέες τιμές τους- δεν προέβαινε σε άρση της δηλωθείσης επιφύλαξής της για άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, αναφορικά με την αντισυμβατική αυτή αύξηση των τιμών των άνω αναλυτών, και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η καταγγέλλουσα στον σχετικό, υπ' αριθμ. 10, λόγο της καταγγελίας της είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Ειδικότερα, η προμηθεύτρια ουδέποτε προέβη στην ανωτέρω επικαλούμενη εκβιαστική δήλωση προς την διανομέα, αλλά ούτε η τελευταία της δήλωσε ποτέ, πριν τη καταγγελία της, ότι αποδέχεται τις νέες αυξημένες τιμές των αναλυτών, επιφυλασσόμενη εντεύθεν των νομίμων δικαιωμάτων της για την αντισυμβατική αύξησής τους.
Μετά την μονομερή αύξηση των τιμών των κυκλοφορούντων αναλυτών, οι σχετικές με αυτή δηλώσεις των συμβαλλομένων εταιριών ήταν οι εξής κατά το κρίσιμο μέρος τους: Όταν η διανομέας, με το από 30-6-2011, ηλεκτρονικό μήνυμα αρμοδίου στελέχους της κάλεσε την προμηθεύτρια να ανακαλέσει τη δήλωσή της για αύξηση των τιμών των ανωτέρω αναλυτών, η προμηθεύτρια, με το από 26-7-2011 δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα, σε απάντηση της δήλωσε ότι εμμένει στις νέες τιμές, διότι έχει τέτοιο συμβατικό δικαίωμα, και είναι αναγκασμένη να χρεώσει τις τιμές αυτές διότι οι προηγούμενες ήταν κάτω του κόστους.
Στο μεταξύ η διανομέας είχε ήδη υπογράψει δύο συμβάσεις μισθώσεως αναλυτών που της είχε αποστείλει προς υπογραφή η προμηθεύτρια σε εκτέλεση δύο διαφορετικών χρονικά παραγγελιών της του ίδιου αναλυτή, c-311. Μία με την ισχύουσα, συμβατικά, τιμή των 18.000 ευρώ, και μία με τη νέα τιμή των 40.700 ευρώ και απέστειλε εκ νέου η διανομέας τις δύο αυτές συμβάσεις υπογεγραμμένες από την ίδια, στην αντισυμβαλλομένη της.
Μετά την υπογραφή και αποστολή των δύο αυτών συμβάσεων, με το από 25-7-2011 ηλεκτρονικό της μήνυμα, η διανομέας δήλωσε προς την προμηθεύτρια ότι υπέγραψε από παραδρομή τη σύμβαση του άνω αναλυτή με την εσφαλμένη (νέα) τιμή, ότι αυτή δεν αποδέχεται αλλαγή τιμών μηχανημάτων που διαθέτει εδώ και χρόνια στην αγορά και ότι θέλοντας να πιστεύει ότι η αναγραφή της μεγαλύτερης τιμής, σε μία από τις συμβάσεις που της απεστάλησαν για τον ίδιο αναλυτή, οφείλεται σε σφάλμα, της ξαναστέλνει τη συγκεκριμένη σύμβαση με την ορθή τιμή (των 18.000 ευρώ) υπογεγραμμένη από την ίδια.
Σε απάντηση η προμηθεύτρια με την από 1-8-2011 επιστολή της, της δήλωσε ότι οι νέες αυξημένες τιμές των αναλυτών που της έχει ανακοινώσει είναι σε πλήρη ισχύ και η αναγραφή της νέας αυξημένης τιμής στην από 25-7-2011 σύμβαση για τον αναλυτή c-311 δεν οφείλεται σε σφάλμα της, αλλά στο ότι η σύμβαση αυτή αφορά πρόσφατη παραγγελία της (της διανομέα), μετά την αύξηση των τιμών από τις 4-7-2011 και εντεύθεν.
Μεταγενέστερα, η διανομέας με την από 8-8-2011 επιστολή της προς την αντισυμβαλλομένη της επανήλθε και ανέφερε ότι ο ανακαθορισμός των από ετών δοθεισών τιμών των άνω αναλυτών είναι αντισυμβατικός, σύμφωνα με τον όρο 3.5, αλλά και οικονομικά καταστροφικός για την ίδια και ζήτησε εκ νέου από την προμηθεύτρια την άμεση ανάκληση του προταθέντος νέου τιμοκαταλόγου γι' αυτούς.
Ακολούθως επέστρεψε στην προμηθεύτρια δύο, χωρίς ημεροχρονολογία, σχέδια συμβάσεων μίσθωσης δύο αναλυτών, που αυτή της είχε στείλει, με αναγραφόμενες τις νέες τιμές τους, έχοντας προσθέσει στο τέλος τους, υπό την ένδειξη "Για την μισθώτρια", επί λέξει τα εξής: "Μετά τη ρητή επιφύλαξη για την άσκηση παντός νομίμου δικαιώματος μας, ως προς το αναγραφόμενο τίμημα, την αναπροσαρμογή του οποίου δεν αποδεχόμαστε, όπως και στις από 30-6-2011, 25-7-2011 και 8-8-2011 επιστολές μας έχουμε αναφέρει".
Μετά ταύτα η προμηθεύτρια, με την από 16-9-2011 επιστολή της προς τη διανομέα, την οποία επικαλείται και η τελευταία στην ένδικη καταγγελία της- στον υπό κρίση λόγο με αριθμό 10- της δήλωσε, ότι η προσθήκη αυτή (της μη αποδοχής των αναπροσαρμοσμένων νέων τιμών που είχαν αναγραφεί στα σχέδια συμβάσεων) δεν γίνεται αποδεκτή και ότι τα μη υπογραφέντα εν λόγω σχέδια συμβάσεων μισθώσεως με την προσθήκη αυτή δεν έχουν καμία ισχύ.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω διαμειφθέντα μεταξύ των διαδίκων εταιριών, η προαναφερόμενη δήλωση της διανομέως στα σχέδια των συμβάσεων μισθώσεων που της απέστειλε η προμηθεύτρια προς υπογραφή, με τις νέες τιμές αναλυτών, δεν συνιστά επιφύλαξή της για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της μετά την αντισυμβατική αύξηση των τιμών τους εκ μέρους της προμηθεύτριας, την οποία η ίδια (η διανομέας) δήθεν πιεζόμενη αποδέχθηκε.
Αντίθετα, με τη δήλωσή της αυτή η διανομέας ρητά απέκρουσε την πρόταση της προμηθεύτριας για εκμίσθωση των συγκεκριμένων αναλυτών με τις αναγραφόμενες νέες τιμές τους και ακολούθως της γνωστοποίησε την απορριπτική αυτή δήλωσή της με την επιστροφή των σχεδίων αυτών που την περιείχαν. Κατόπιν δε της δήλωσης και της ενέργειας αυτής της διανομέως δεν καταρτίστηκαν οι δύο συμβάσεις μισθώσεως και βάσιμα η προμηθεύτρια, με την ανωτέρω, από 16-9-2011, επιστολή της, επισήμανε στη διανομέα ότι, μετά την ανωτέρω μη αποδοχή των αναγραφόμενων στα έγγραφα των συμβάσεων μισθώσεων τιμών, που παρέμειναν ανυπόγραφα, αυτά δεν έχουν καμία ισχύ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε αναφορικά με τον προαναφερόμενο λόγο καταγγελίας της ενάγουσας της πρώτης αγωγής-διανομέας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ), και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η τελευταία ως εκκαλούσα, με τον σχετικό λόγο της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, αναφορικά με την ιστορούμενη στην ένδικη αγωγή υπαίτια μη παράδοση, εκ μέρους της προμηθεύτριας 27 μηχανημάτων-αναλυτών, κρίσιμο για την βασιμότητα της ένδικης καταγγελίας, είναι-εκτός από την επικαλούμενη υπαίτια παράλειψη παράδοσης-ποια από αυτά τα μηχανήματα είχε παραγγείλει η διανομέας στα πλαίσια της σύμβασης διανομής πριν την καταγγελία της και μάλιστα 60 τουλάχιστον ημέρες από αυτή, ώστε να δύναται υπάρξει μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση της προμηθεύτριας, μετά από σχετική όχλησή της για το ζήτημα αυτό από τη διανομέα, για να καταγγελθεί η σύμβαση από την τελευταία.
Κατά το χρόνο της καταγγελίας (19-10-2011) αποδείχθηκε ότι εκκρεμούσαν προς παράδοση στην διανομέα 12 αναλυτές, με χρόνο παραγγελίας τους 60 τουλάχιστον ημέρες πριν και συγκεκριμένα: α) πέντε (5) αιματολογικοί αναλυτές τύπου "Hematology Analyzer Sysmex XS-1000i without sampler", τους οποίους η διανομέας είχε παραγγείλει από τις 14-7-2011 β) ένας (1) αναλυτής, τύπου "Cobas Integra 400 plus", τον οποίο παρήγγειλε στις 27-7-2011, γ) τέσσερις (4) αιματολογικοί αναλυτές, τύπου "Cobas e- 411 disk", τους οποίους η διανομέας είχε παραγγείλει από τις 27-7-2011 και δ) δύο (2) αναλυτές τύπου "Cobas 6000 "c501/e601", τους οποίους η διανομέας είχε παραγγείλει από τις 17-3-2011.
Ειδικότερα, αναφορικά με τη μη παράδοση των δύο τελευταίων αναλυτών (τύπου Cobas 6000 c501/e601), που ήταν εισαγόμενοι από την …. και είχαν παραγγελθεί από τις 17-3-2011, αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της προμηθεύτριας, αλλά σε γεγονός ανωτέρας βίας για το οποίο και συμβατικά είχε αποκλειστεί η ευθύνη της, και συγκεκριμένα οφειλόταν στο σεισμό της …, που είχε συμβεί λίγες ημέρες πριν την άνω παραγγελία, στις 11-3-2011.
Ειδικότερα, από τον σεισμό αυτό είχαν προκληθεί σημαντικές ζημιές στο εργοστάσιο της ….στην πόλη …της …. όπου κατασκευάζονται για λογαριασμό του οίκου R. τα εν λόγω μοντέλα αναλυτών, τύπου Cobas 6000, όπως και τα μοντέλα αναλυτών Cobas e411, c411 και Cobas c311. Επομένως, η μη παράδοσή τους οφειλόταν σε γεγονός ανωτέρας βίας, για το οποίο η προμηθεύτρια είχε ειδοποιήσει την διανομέα, όπως συμβατικά υποχρεούτο, και μάλιστα σχεδόν άμεσα, ήδη από τις 14-3-2011, ενημερώνοντάς της ότι το συγκεκριμένο εργοστάσιο που κατασκευάζει τους παραγγελθέντες αναλυτές είναι κλειστό λόγω του σεισμού και ότι με άμεση ισχύ διακόπτεται η αποστολή των άνω μηχανημάτων και των ανταλλακτικών τους.
Η ενημέρωση αυτή και η γνώση της διανομέως του εν λόγω γεγονότος του σεισμού αποτυπώνεται και στο από 27-4-2011 έγγραφο της τελευταίας. Μεταγενέστερα, στις 9-6-2011, με νέο ηλεκτρονικό της μήνυμα η προμηθεύτρια επανήλθε στο ίδιο ζήτημα και της δήλωσε, ότι λόγω του σεισμού στην ..., δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η ημερομηνία παραλαβής του συγκεκριμένου αναλυτή που παράγεται εκεί.
Την οφειλόμενη, στις ζημιές που προκάλεσε ο σεισμός στο εργοστάσιο παραγωγής, καθυστέρηση στην παράδοση των ανωτέρω δύο αναλυτών επανέλαβε η ενάγουσα προμηθεύτρια εταιρία και στην από 25-8-2011 επιστολή της προς την διανομέα. Επομένως, σύμφωνα και με τους όρους 7.3 και 13.1 της σύμβασης διανομής, με τους οποίους προβλέπεται απαλλαγή από την ευθύνη της προμηθεύτριας για αδυναμία ή καθυστέρηση παράδοσης προϊόντων, που οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, μεταξύ των οποίων ρητά περιλαμβάνεται και ο σεισμός, η προμηθεύτρια δεν ευθύνεται, λόγω συνδρομής λόγου ανωτέρας βίας για την καθυστέρηση παράδοσης των δύο αναλυτών τύπου Cobas 6000 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως διανομής.
Αναφορικά με τον ένα αναλυτή τύπου "Cobas Integra 400 plus", τον οποίο η διανομέας είχε παραγγείλει στην προμηθεύτρια στις 27-7-2011, η καθυστέρηση στην παράδοσή του μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας, οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο επίσης δεν ευθυνόταν η προμηθεύτρια. Συγκεκριμένα οφειλόταν στην μεγάλη και αιφνίδια αύξηση της ζήτησής του μετά τον προαναφερόμενο σεισμό της ...ς, καθόσον ο εν λόγω αναλυτής, του οποίου η παραγωγή θα σταματούσε στο τέλος του 2011, είχε αντικατασταθεί από το νέο αναλυτή C311.
Ο τελευταίος παρουσίαζε έλλειψη στην αγορά λόγω του σεισμού της ...ς, δεδομένου ότι παραγόταν και αυτός εκεί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεγάλη και απρόβλεπτη ζήτηση, διεθνώς, του λειτουργικά εναλλάξιμου τούτου, αναλυτή τύπου "Cobas Integra 400 plus", που είχε παραγγείλει η διανομέας. Λόγω μάλιστα της μεγάλης ζήτησης του τελευταίου αναλυτή η μητρική εταιρία της προμηθεύτριας έλαβε απόφαση παράτασης της παραγωγής του έως το 2014.
Η απόφαση αυτή, όταν ελήφθη, άμεσα γνωστοποιήθηκε από την προμηθεύτρια εταιρία στην διανομέα, στις 18- 10-2011, δηλαδή την προηγουμένη της ένδικης καταγγελίας της. Επομένως, ούτε για την καθυστέρηση στην παράδοση αυτού του αναλυτή είχε ευθύνη η προμηθεύτρια εταιρία. Αναφορικά με τους πέντε αναλυτές τύπου "Hermatology Analyzer Sysmex XS-1000i", που είχε παραγγείλει επίσης 60 ημέρες πριν την καταγγελία της η διανομέας, και συγκεκριμένα στις 14-7-2011, η προμηθεύτρια ζήτησε αντισυμβατικά, κατά τα ανωτέρω, αύξηση των τιμών τους.
Η διανομέας, τελικώς, αποδέχτηκε, μεταγενέστερα, με επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων της τις νέες τιμές τους και καταρτίστηκαν οι σχετικές συμβάσεις μισθώσεως τους καθυστερημένα, στις 12-9-2011 και μέχρι την καταγγελία, που έγινε ένα μήνα περίπου αργότερα, δεν της είχαν παραδοθεί. Για την καθυστέρηση στην κατάρτιση των συμβάσεων των εν λόγω αναλυτών και συνακόλουθα στην παράδοσή τους, ευθύνεται, όπως τεκμαίρεται, λόγω της ενδοσυμβατικής της ευθύνης, η προμηθεύτρια εταιρία.
Όμως για την καθυστέρηση αυτή- των εν λόγω αναλυτών δεν είχε προηγηθεί έγγραφη όχληση της διανομέως προς την προμηθεύτρια και μη συμμόρφωση της τελευταίας εντός 60 ημερών. Η επικαλούμενη από τη διανομέα της από 8-8-2011 εξώδικης όχλησή της προς την προμηθεύτρια, αναφορικά με τις εκκρεμούσες παραδόσεις αναλυτών, ουδόλως αναφέρεται στους προαναφερόμενους πέντε αναλυτές, καθόσον, αυτοί δεν περιλαμβάνονται στον επισυναπτόμενο στην εν λόγω επιστολή πίνακα των υπόλοιπων ανεκτέλεστων παραγγελιών μέχρι τις 23-6-2011, δεδομένου ότι όλοι είχαν παραγγελθεί αργότερα από την κατάρτιση του εν λόγω πίνακα.
Οι λοιποί δε 15, από τους ιστορούμενους στην αγωγή αναλυτές ως καθυστερούμενοι κατά την παράδοσή τους, και κατά τα εκτιθέμενα παραγγέλθηκαν όλοι μεταγενέστερα από την ανωτέρω, από 8- 8-2011 έγγραφη όχληση της διανομέως (στις 15-9-2011, στις 5-9-2011 και στις 6-10-2011), και έτσι δεν υπάρχει ούτε γι' αυτούς προηγούμενη έγγραφη όχληση της διανομέως και μη συμμόρφωση της προμηθεύτριας εντός 60 ημερών.
Μάλιστα για τους τέσσερις (4), τούτων, τους αναλυτές, τύπου "Hermatology Analyzer Sysmex ΚΧ-21Ν", δεν στοιχειοθετείται καν η έννοια της καθυστέρησης στην παράδοσή τους, καθόσον παραγγέλθηκαν από τη διανομέα μόλις στις 6-10-2011, δηλαδή δώδεκα μόνο ημέρες πριν την, από 19-10-2011, καταγγελία της. Με βάση όλα τα ανωτέρω δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος και προβλεπόμενος από τη σύμβαση διανομής, υπ'αριθμ. 15.2.7 σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της από την ενάγουσα-διανομέα, της συστηματικής και υπαίτιας μη προμήθειάς της από την προμηθεύτρια με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων που θα αυτή παράγγειλε και μη συμμόρφωση της προμηθεύτριας εντός 60 ημερών, μετά από προηγούμενη, σχετική, έγγραφη διαμαρτυρία της.
Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα-καταγγέλλουσα διανομέας, επικαλούμενη συνδρομή του ανωτέρω λόγου για την καταγγελία είναι ουσιαστικά αβάσιμα. Τέλος, ο ίδιος ως άνω λόγος καταγγελίας της σύμβασης διανομής δεν θεμελιώνεται, όπως αβάσιμα επιχειρείται από την ίδια ενάγουσα, ούτε με τον αναφερόμενο στην έγγραφη καταγγελία της υπ'αριθμ. 11 λόγο.
Ειδικότερα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο νέος γενικός διευθυντής G. H. της προμηθεύτριας- δεύτερος εναγόμενος της πρώτης αγωγή σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 11-10-2011 στα γραφεία της εταιρίας ". ..." ανακοίνωσε στα στελέχη της διανομέως, ότι δεν ενδιαφέρει πλέον την προμηθεύτρια η συγκεκριμένη αγορά των ιδιωτικών εργαστηρίων και διαγνωστικών κέντρων στην Ελλάδα, για την εξυπηρέτηση των οποίων την προμήθευε μέχρι τότε με τα προϊόντα της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καταγγέλλουσα διανομέας.
Στις 11-10-2011 υπήρξε πράγματι συνάντηση στελεχών της διανομέως με τον προαναφερόμενο νέο γενικό διευθυντή της προμηθεύτριας εταιρίας- δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο-εκκαλούντα μετά την ανωτέρω αντισυμβατική αύξηση των τιμών των μηχανημάτων-αναλυτών από την προμηθεύτρια και την εύλογη αντίδραση της διανομέως.
Κατά τη συνάντηση εκείνη ο νέος γενικός διευθυντής της προμηθεύτριας, αναγνωρίζοντας την ισχύ της ένδικης σύμβασης διανομής και τη δέσμευση από αυτή της εταιρίας που εκπροσωπούσε, τη χαρακτήρισε ζημιογόνα για την τελευταία, δήλωσε ότι εάν εκπροσωπούσε την προμηθεύτρια εταιρία ο ίδιος κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων, εμπορικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, δεν θα τις υπέγραφε με τους προαναφερόμενους όρους τους, οι οποίοι, όπως δήλωσε, είναι καταστροφικοί και ζημιογόνοι για την προμηθεύτρια- αντιπροσωπευομένη εταιρία, αλλά και ταυτόχρονα αδιαπραγμάτευτοι.
Περαιτέρω, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για την κατάσταση αυτή εξέθεσε ότι ο μόνος συμβατικός όρος της σύμβασης διανομής που έδινε την δυνατότητα στην προμηθεύτρια εταιρία για μείωση της ζημίας της, ήταν η αύξηση των τιμών των νέων μηχανημάτων-αναλυτών-μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενοι αναλυτές- όπως και είχε ήδη πράξει.
Οι προαναφερόμενες δηλώσεις του νέου διευθύνοντος συμβούλου της προμηθεύτριας-αντιπροσωπευόμενης εταιρία, σε συνδυασμό μάλιστα με τη βασιμότητα του ισχυρισμού του για ζημία της εταιρίας του κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την αντισυμβαλλόμενη της στα πλαίσια των επιδίκων συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας, δεν δύναται να θεμελιώσουν τον προαναφερόμενο λόγο καταγγελίας για την προμηθεύτρια, της υπαίτιας και συστηματικής εκ μέρους της μη προμήθειας της διανομέως με τα προϊόντα της, ούτε αυτοτελώς μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιώδης παράβαση συμβατικών όρων των συμβάσεων από την προμηθεύτρια-αντιπροσωπευομένη εταιρία, ώστε να εκτιμηθούν ως σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας που την αφορούν.
Επίσης δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του επικαλούμενου, υπ'αριθμ. 8 λόγου της ένδικης εξώδικης καταγγελίας της διανομέως, για υπαίτια και αντισυμβατική, εκ μέρους της προμηθεύτριας, μη μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας των δύο αναλυτών τύπου "Cobas Integra 400 plus" και των τριών αναλυτών τύπου "Elecsys 2010 disk", στην αποσβεσθείσα τιμή, που ζητούσε επανειλημμένα έχοντας προς τούτο συμβατικό δικαίωμα, με περαιτέρω συνέπεια και την έκθεσή της στους πελάτες της.
Η διανομέας είχε πράγματι το συμβατικό δικαίωμα (όρος 1.7) κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης διανομής να αγοράζει από την προμηθεύτρια μηχανήματα, παλαιότερα της πενταετίας, που βρίσκονταν εγκατεστημένα σε πελάτες του τομέα, οι οποίοι ακολούθως θα εξυπηρετούνταν από την ίδια (τη διανομέα). Παράλληλα με τον όρο 1.4 της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας συμφωνήθηκε ότι η αντιπρόσωπος δικαιούται να αγοράζει από την αντιπροσωπευομένη μηχανήματα (αναλυτές) που βρίσκονται εγκατεστημένα σε πελάτες του τομέα.
Η τιμή αγοράς των μεταχειρισμένων αυτών μηχανημάτων (αναλυτών) ορίστηκε στο παράρτημα 3 της σύμβασης διανομής, στο οποίο παρέπεμπε και ο ανωτέρω όρος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, με βάση την παλαιότητά τους, κατά προαναφερόμενα. Η διανομέας είχε την υποχρέωση να χρησιμοποιήσει τα μεταχειρισμένα μηχανήματα που αγόραζε από την προμηθεύτρια αποκλειστικά για εγκατάσταση σε πελάτες του τομέα (όρος 1.7 εδ.
β' της σύμβασης διανομής) και περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 5.2.7 της σύμβασης διανομής και τον όρο 5.2.6 της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αυτή υποχρεούτο να απαντά σε κάθε εύλογο αίτημα πληροφόρησης της αντισυμβαλλομένης της. Αναφορικά με τους τρεις αναλυτές "Elecsys 2010 disk" με σειριακούς αριθμούς 1555-04,1434-30, 1389-05, που ζήτησε η διανομέας να αγοράσει από την προμηθεύτρια εταιρία, υπήρξε αρχικά καθυστέρηση στην αποπαγιοποίησή τους και περαιτέρω, επανειλημμένως η προμηθεύτρια ζητούσε πληροφορίες από την διανομέα αναφορικά με τους πελάτες του τομέα που θα τους εγκαθιστούσε, όπως υποχρεούτο, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία αποπαγιοποίησής τους.
Τις ίδιες πληροφορίες της ζήτησε και για τους δύο αναλυτές τύπου "cobas integra 400 plus" με σειριακούς 36-1482 και 35-5395, έχοντας το δικαίωμα αυτό κατά τα προαναφερόμενα, τους οποίους επίσης είχε ζητήσει να αγοράσει από αυτή η διανομέας. Η τελευταία, παρά τα ανωτέρω αιτήματα πληροφόρησης της αντισυμβαλλομένης της, που ήταν εύλογα και σύμφωνα με τις ένδικες συμβάσεις, αλλά και αναγκαία για την λειτουργία τους, αρνήθηκε τις πληροφορίες αυτές που της ζητήθηκαν στην αντισυμβαλλομένη της, κατά παράβαση της σχετικής δικής της συμβατικής υποχρέωσης.
Προς τούτο επικαλέστηκε, ότι δήθεν δεν γνώριζε που επρόκειτο να εγκαταστήσει τους αναλυτές αυτούς μετά την παραλαβή τους, και ότι σε κάθε περίπτωση, τις πληροφορίες αυτές θα τις είχε η αιτούσα από την εγκατάστασή τους και μετά σε διαγνωστικό εργαστήρια, χωρίς να αναφέρει πως, αφού η ίδια δεν της έδινε από την αρχή της συνεργασίας τους τα στοιχεία αυτά.
Επομένως, η μη παράδοση των ανωτέρω πέντε μεταχειρισμένων αναλυτών στην διανομέα- αντιπρόσωπο δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της προμηθεύτριας- αντιπροσωπευομένης, αλλά της διανομέως. Έτσι ο ανωτέρω επικαλούμενος λόγος καταγγελίας δεν αποτελεί ουσιώδη παράβαση συμβατικής υποχρέωσης από την πλευρά της προμηθεύτριας- αντιπροσωπευομένης, ώστε να είναι σπουδαίος λόγος καταγγελίας των συμβάσεων, διανομής και αντιπροσωπείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καταγγέλλουσα εταιρία.
Περαιτέρω, η προμηθεύτρια δεν παρέβη την υποχρέωσή της για αποκλειστικότητα στην περίπτωση του Συνεταιρισμού Εργαστηριακών Ιατρών, παρά τις επανειλημμένες έγγραφες διαμαρτυρίες της διανομέως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία στον υπ'αριθμ. 7 λόγο της από 19-10-2011 εξώδικης καταγγελίας της. Αντίθετα, σχετικά με την επικαλούμενη παραβίαση της οφειλόμενης, στα πλαίσια της σύμβασης διανομής, αποκλειστικότητας, αναφορικά με τον ανωτέρω Συνεταιρισμό ανταποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Ο ιστορούμενος στην καταγγελία Συνεταιρισμός έχει την επωνυμία "Πανελλήνιος Προμηθευτικός Παραγωγικός και Πιστωτικός Συνεταιρισμός Εργαστηριακών Γιατρών ΣΥΝ.ΠΕ" και ανήκει στους πελάτες του πρώτου κεφαλαίου του παραρτήματος 2 της σύμβασης διανομής, οι οποίοι ρητά εξαιρέθηκαν από τη σύμβαση διανομής, όπως και οι θυγατρικές του εταιρίες.
Επομένως, οι όροι και οι συμφωνίες της σύμβασης διανομής, όπως η διαλαμβανόμενη σε αυτή ρήτρα αποκλειστικότητας, ουδόλως αφορούσαν στον ανωτέρω συνεταιρισμό και τις όποιες θυγατρικές του εταιρίες. Έτσι ουδέποτε η διανομέας πώλησε προϊόντα της διανομής στον άνω συνεταιρισμό, καθόσον αυτός ήταν πάντοτε πελάτης της αντισυμβαλλομένης της.
Ούτε όμως μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας, πώλησε τέτοια προϊόντα η προμηθεύτρια εταιρία με την επωνυμία "Συνεταιριστική εταιρία εμπορίας ιατρικών ειδών παροχής υπηρεσιών και υποστήριξης μονοπρόσωπη ΑΕ", της οποίας μοναδικός μέτοχος ήταν ο συνεταιρισμός. Η διανομέας ουδόλως απέδειξε παραβίαση της ρήτρας αποκλειστικότητας εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης της, μέσω των πωλήσεων των προϊόντων της προς τον άνω συνεταιρισμό, όπως ισχυρίστηκε στην καταγγελία της.
Και τούτο διότι προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού δεν επικαλέστηκε, αλλά ούτε απέδειξε πραγματικά περιστατικά, όπως απαιτείται, για συγκεκριμένες πωλήσεις προϊόντων στον συνεταιρισμό από την αντίδικό της, με γνώση της τελευταίας, ότι τα προϊόντα της πωλούνται περαιτέρω από τον συνεταιρισμό, σε συγκεκριμένα ιδιωτικά κέντρα γιατρών-μελών του και παρά ταύτα συνέχισε να τον προμηθεύει με τα προϊόντα της.
Αορίστως κατατέθηκε από τον μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι "...παραβιάστηκε η αποκλειστικότητα.. τον Ιούνιο του είδαμε ότι κάποιοι γιατροί προμηθεύονται κάποια προϊόντα. από το Συνεταιρισμό.. και στείλαμε μία επιστολή στην εναγομένη να της πούμε ότι εδώ παραβιάζεται η αποκλειστικότητα, δηλαδή ή παραβιάζεται η αποκλειστικότητα ή αυτοί κάνουν παράλληλες εισαγωγές...".
Με τις κατωτέρω δε επιστολές της, απευθυνόμενη η διανομέας προς την αντισυμβαλλομένη της εξέφρασε μόνο σχετικές υπόνοιες και την ανησυχία της και μάλιστα για τη δράση του συνεταιρισμού και όχι της ίδιας. Ειδικότερα, με την από 28-7-2011 επιστολή της δήλωσε στην προμηθεύτρια, ότι υπέπεσε στην αντίληψή της, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα διατίθενται προϊόντα στον τομέα από τον Συνεταιρισμό Εργαστηριακών Γιατρών (ΣΥΝ.ΠΕ), ο οποίος είναι πελάτης της (της προμηθεύτριας) και ζητούσε να την ενημερώσει εάν τα προϊόντα αυτά τα προμήθευε η ίδια στον συνεταιρισμό αυτό ή εάν αποτελούν προϊόν παράλληλων εισαγωγών.
Η προμηθεύτρια, με την από 1-8-2011 απαντητική επιστολή της, ενημέρωσε την διανομέα ότι πράγματι προμηθεύει τον ΣΥΝ.ΠΕ, ο οποίος είναι πελάτης της, όμως δεν γνωρίζει εάν ο τελευταίος διακινεί περαιτέρω τα προϊόντα αυτά σε τρίτους και ότι, παρότι η ίδια δεν έχει ευθύνη για τις όποιες περαιτέρω ενέργειές του, εντούτοις ως ένδειξη καλής θέλησης προς αυτήν, θα του αποστείλει άμεσα επιστολή, με την οποία θα τον ενημερώνει, ότι εάν τα μέλη του επιθυμούν να προμηθεύονται προϊόντα., τότε θα πρέπει να απευθύνονται στη διανομέα.
Με την επιστολή της αυτή η προμηθεύτρια, με τον ανωτέρω περιεχόμενο, δεν συνομολογεί παραβίαση εκ μέρους της της ρήτρας αποκλειστικότητας, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η ενάγουσα-διανομέας. Αργότερα, η τελευταία επανήλθε με την από 8-8-2011 επιστολή της, με την οποία ζητούσε από την προμηθεύτρια να την ενημερώσει για τον αριθμό των αναλώσιμων προϊόντων που προμήθευσε τον Συνεταιρισμό, ως και εάν στη σχετική τους συμφωνία είχαν συμπεριληφθεί διασφαλιστικοί όροι για την μη επαναπροώθηση των προϊόντων σε πελάτες του τομέα.
Απαντώντας, στις 25-8-2011, η προμηθεύτρια της υπενθύμισε, ότι ο ΣΥΝΠΕ ανήκει στους εξαιρούμενους από τη σύμβασή τους πελάτες, ότι δεν υπάρχει σχετικά με αυτόν οποιαδήποτε παραβίασή της και συνεχίζοντας της δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πως χρησιμοποιεί ο τελευταίος τα αναλώσιμα που προμηθεύεται και της επισήμανε, εύλογα και βάσιμα, ότι η ίδια δεν μπορεί να ελέγξει κάτι τέτοιο, ούτε ευθύνεται για ενέργειες του ΣΥΝΠΕ που δεν μπορεί να ελέγξει και ότι παρόλα αυτά ενεργώντας καλοπίστως απέστειλε στον ΣΥΝΠΕ σχετική επιστολή της, αντίγραφο της οποίας της επισύναψε.
Με την επισυναπτόμενη επιστολή της, η προμηθεύτρια αποκαθιστούσε πλήρως και τόνιζε τη θέση της διανομέως ως αποκλειστικά αρμόδιας της πώλησης και διάθεσης των προϊόντων της στον τομέα. Η εν λόγω απαντητική επιστολή απευθυνόταν στην προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία, που είχε συστήσει ο συνεταιρισμός και ήταν ο μοναδικός της μέτοχος, η οποία είχε αρχίσει να έχει δραστηριότητα με ελάχιστη παραγωγή.
Με τον τρόπο αυτό η προμηθεύτρια, λίγες ημέρες μετά την άνω εξώδικη όχληση της διανομέως, ακόμη και εάν η άνω εταιρία, λόγω της εμπορικής της ιδιότητας, δεν συμπεριλαμβάνονταν στους εξαιρούμενους πελάτες της διανομής, ως θυγατρική εταιρία τέτοιου πελάτη, όπως ισχυρίζεται η διανομέας, συμμορφώθηκε πλήρως στην όχληση της τελευταίας.
Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια έκτοτε πώλησε η ίδια προϊόντα της στην ανωτέρω εταιρία και μάλιστα εν γνώσει της ότι αυτή τα διαθέτει περαιτέρω σε ιατρούς- μέλη του συνεταιρισμού. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη παραβίαση της αποκλειστικότητας της σύμβασης διανομής εκ μέρους της προμηθεύτριας, αλλά ούτε και η μη συμμόρφωσή της εντός 60ημερών από τη σχετική όχληση της διανομέως, όπως απαιτείτο για να καταγγείλει η τελευταία για το λόγο αυτό τη σύμβασή τους.
Μόνο δε το ότι μεταγενέστερα της άνω επιστολής της προμηθεύτριας, στις 3-10-2011 και στις 15-5-2012, η προαναφερόμενη παραλήπτριά της, εμπορική εταιρία του Συνεταιρισμού, πώλησε σε δύο πελάτες της διανομής προϊόντα., αγνοώντας τις περί του αντιθέτου επισημάνσεις της προμηθεύτριας, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η τελευταία δεν συμμορφώθηκε στην άνω όχληση της διανομέως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία, πρωτίστως διότι αυτή δεν ευθύνεται για ενέργειες τρίτων τις οποίες μάλιστα αγνοεί.
Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια-αντιπροσωπευόμενη εταιρία αντισυμβατικά και παρά την πάροδο της 60ήμερης προθεσμίας από την όχληση της αντισυμβαλλομένης της, δεν απέστειλε στην τελευταία τα αναγκαία λογισμικά για την εξ αποστάσεως επικοινωνία, αλλά ούτε και το πρόγραμμα για εξ αποστάσεως επέμβαση των τεχνικών της στους εγκατεστημένους στους πελάτες της αναλυτές "c-311", του συστήματος "cobas 6000" και τους αναλυτές "e 411", όπως αβάσιμα ιστορείται στον υπ'αριθμ. 6 λόγο της από 19-10-2011 εξώδικης καταγγελίας.
Ειδικότερα, η διανομέας-αντιπρόσωπος ζήτησε από την προμηθεύτρια- αντιπροσωπευομένη, στις 4-1-2011 για τους δύο πρώτους αναλυτές και στις 29-3-2011 για τον τρίτο τούτων, πρόγραμμα απομακρυσμένης σύνδεσης, ώστε να διορθώνονται και να ελέγχονται τα μηχανήματα αυτά από τους τεχνικούς της από το γραφείο της, για δικό της κέρδος χρόνου και δαπανών.
Επιπλέον επανειλημμένως της ζήτησε την παροχή λογισμικού για την εξ αποστάσεως επικοινωνία. Τέτοια όμως συμβατική υποχρέωση δεν βάρυνε την αντισυμβαλλομένη της, ούτε στα πλαίσια της σύμβασης διανομής, ούτε της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Παρά ταύτα η προμηθεύτρια-αντιπρόσωπος επανειλημμένα, με διαδοχικές επιστολές της, εύλογα επισήμανε στην διανομέα- αντιπρόσωπό της ότι η αιτούμενη παροχή του λογισμικού της προς χρήση από την ίδια, δεν ήταν δυνατή για λόγους ασφαλείας του δικτύου της, ότι πρόσβαση στο λογισμικό της είχαν αποκλειστικά οι υπάλληλοί της και όχι τρίτοι εξωτερικοί συνεργάτες, όπως η ίδια, καθόσον έτσι οι τελευταίοι θα αποκτούσαν, απαραδέκτως, πρόσβαση σε απόρρητα αρχεία της.
Ακολούθως μάλιστα η ίδια, χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωσή της, προς διευκόλυνση της αντισυμβαλλομένης της και μόνο, ζήτησε από την μητρική της εταιρία "..." να δημιουργήσει ένα ειδικό πρόγραμμα λογισμικού για τους τρίτους, αντιπροσώπους και διανομείς, χωρίς η πρόσβαση στο λογισμικό να απαιτεί είσοδο στο δίκτυό της, τούτο όμως απαιτούσε πολύ χρόνο.
Κατόπιν τούτων η μη παροχή του λογισμικού για την προαναφερόμενη χρήση από την διανομέα-αντιπρόσωπο, η οποία δεν συνιστά καν παράβαση συμβατικής υποχρέωσης της αντισυμβαλλόμενης της, δεν δύναται να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της πρώτης, λόγω ουσιώδους παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της δεύτερης, όπως αβάσιμα ιστορείται στο υπό κρίση λόγο καταγγελίας από την τελευταία.
Επιπρόσθετα ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο υπ'αριθμ. 5 λόγος της ίδιας καταγγελίας, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι παρήλθε η 60ήμερη προθεσμία συμμόρφωσης της προμηθεύτριας-αντιπροσωπευόμενης στην έγγραφη διαμαρτυρία της καταγγέλλουσας για τη μη εμφάνισή της στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο και στα διαφημιστικά της φυλλάδια ως μόνης διανομέως της και επίσημα εξουσιοδοτημένης να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των προϊόντων της, κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής υποχρεώσεώς της.
Όπως προαναφέρθηκε η προμηθεύτρια εταιρία, κατά τη σύμβαση διανομής, είχε υποχρέωση τέτοιας αναφοράς στις δημοσιεύσεις της στα έντυπα του κλάδου και στις καταχωρήσεις στο διαδίκτυο. Για την ενεργοποίηση όμως αυτής της υποχρέωσής της έπρεπε να προηγηθεί η έγγραφη συναίνεση της διανομέα (όρος 6.2.2 εδ. β').
Τούτο συμφωνήθηκε λόγω του ότι η διανομέας, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης αυτής συνεργαζόταν με ανταγωνίστριες, της προμηθεύτριας, εταιρίες και δεν ήταν δεδομένη η βούλησή της για διαφήμισή της μέσω του εντύπων της τελευταίας και με καταχωρίσεις στο διαδίκτυο, ως μόνης διανομέως των προϊόντων της, εκτός εάν η ίδια συναινούσε προηγουμένως σε αυτό ρητά και εγγράφως.
Τέτοια έγγραφη και σαφή δήλωση συναίνεσή της προς την προμηθεύτρια εταιρία διατύπωσε η διανομέας και απέστειλε στην προμηθεύτρια το πρώτον στις 8-8-2011και όχι προγενέστερα, με την από 24-6-2011, επιστολή της, όπως εσφαλμένα αυτή υπολαμβάνει. Κατόπιν της ανωτέρω σαφούς δήλωσης συναίνεσης της διανομέα η προμηθεύτρια άμεσα προέβη σε ειδική καταχώρησή της στο ιατρικό περιοδικό "..." στο τεύχος ....
Σχετικά δε με το διαδίκτυο η προμηθεύτρια δεν διατηρούσε δικής της ιστοσελίδα, ώστε να έχει τη δυνατότητα άμεσης καταχώρησης σε αυτή της αντισυμβαλλόμενης της ως αποκλειστικής της διανομέως της, αλλά η ίδια ήταν ενταγμένη στην ιστοσελίδα του ομίλου της μητρικής της εταιρίας και η καταχώρηση της διανομέως στην ιστοσελίδα αυτή, έπρεπε να γίνει μέσω της μητρικής της εταιρίας και ήταν χρονοβόρα.
Τη σχετική διαδικασία καταχώρησης σ'αυτή η προμηθεύτρια την ξεκίνησε αμέσως μετά την προαναφερόμενη συναίνεση της διανομέως, πλην, όμως, δεν κατέστη δυνατή η ολοκλήρωσή της λόγω της ένδικης καταγγελίας των συμβάσεων εκ μέρους της τελευταίας, δύο περίπου μήνες αργότερα. Επομένως, αφού η προμηθεύτρια ενήργησε άμεσα, εντός της 60ήμερης προθεσμίας μετά την έγγραφη συναίνεση της διανομέως για την ανωτέρω διαφήμισή της, δεν υφίσταται παράβαση της σχετικής με αυτή συμβατικής υποχρέωσης της προμηθεύτριας, που δεν είναι και ουσιώδης, και συνακόλουθα σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης διανομής.
Περαιτέρω, αναφορικά με την επικαλούμενη, στον υπ'αριθμ. 4 λόγο της καταγγελίας, αιτίαση της καταγγέλουσας για παράλληλες εισαγωγές προϊόντων στην Ελλάδα και τη μη συνδρομή της από την προμηθεύτρια αποδείχθηκαν τα εξής: η διανομέας με ηλεκτρονικό της μήνυμα στις 12-11-2010 ανέφερε στην προμηθεύτρια ότι υπάρχουν έμποροι, οι οποίοι προσπαθούν να πουλήσουν αντιδραστήρια για τους δύο τύπους αναλυτών "Integra" και "Elecsys" που εμπορευόταν η ίδια, σε τιμές χαμηλότερες (50-60% του τιμοκαταλόγου) και ότι απαιτείται οπωσδήποτε η συνδρομή της για την εξάλειψη του φαινομένου αυτού.
Ακολούθως με δύο επόμενα μηνύματά της, στις 14-2-2011 και στις 3-3-2011, της απέστειλε στοιχεία για τα ύποπτα αντιδραστήρια που διακινούνται με παράλληλες εισαγωγές και επισήμανε την ανάγκη διακοπής τους, καθώς οι πελάτες είναι επιρρεπείς να ενδώσουν σε συναλλαγές χαμηλού κόστους. Η προμηθεύτρια στις 4-4-2011, ανταποκρίθηκε, έστερξε στο να αναζητήσει τα στοιχεία των αντιδραστηρίων που της απεστάλησαν και να συνδράμει στον εντοπισμό των ύποπτων αντιδραστηρίων, δεν διαπιστώθηκε όμως κάποιο ιδιαίτερο εύρημα.
Ακολούθως, στις 11-4-2011, της δήλωσε ότι το ποιο σημαντικό είναι η καταπολέμηση των γκρίζων αντιδραστηρίων με παράλληλες εισαγωγές, που αποτελεί σοβαρό πλήγμα στην κερδοφορία των εταιριών. Στις 3-6-2011 η διανομέας διαμαρτυρήθηκε εκ νέου για τις παράλληλες εισαγωγές, ότι τρεις ή τέσσερις εταιρίες εμπλέκονται σε αυτές, ότι οι οικονομικές της απώλειες είναι ιδιαίτερα μεγάλες, ανερχόμενες σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Η προμηθεύτρια όμως δεν είχε συμβατική υποχρέωση παρεμπόδισης των τυχόν παράλληλων εισαγωγών, κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν αντίθετο και με τις διατάξεις του εθνικού και κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως και η ίδια δήλωσε στην διανομέα με την από 17-6-2011 επιστολή της, επικαλούμενη περαιτέρω, βάσιμα, ότι οι παρεμποδιστικές των παράλληλων εισαγωγών πρακτικές ανήκουν στις αυστηρά απαγορευμένες συμφωνίες και πρακτικές και κάλεσε την διανομέα να μην της απευθύνει κανενός είδους αίτημα που μπορεί να την εκθέσει σε τεράστιους κινδύνους παράβασης της αντικαρτελικής νομοθεσίας και του δικαίου περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Περαιτέρω, συνέχισε την ενημέρωση της διανομέως για το ζήτημα αυτό με την 8-12-2011 επιστολή του αρμοδίου στελέχους της, της προϊσταμένης της Διεύθυνσης του Ελέγχου Παραγωγής και Κυκλοφορίας Προϊόντων. Με την τελευταία-της γνωστοποιούσε τις ισχύουσες διατάξεις για τη διάθεση ~ στο εμπόριο και την έναρξη χρήσης "in vitro" διαγνωστικών ιατροτεχνολογικών προϊόντων που προβλέπουν:
προηγούμενη εγγραφή του κατασκευαστή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου εδρεύει, αφού βεβαιωθεί ότι το προϊόν συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις, ότι αντίγραφο της φόρμας εγγραφής αποστέλλεται σε όλα τα κράτη όπου πρόκειται να κυκλοφορήσουν τα προϊόντα και ότι στη συνέχεια ισχύει η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων που φέρουν τη σήμανση CE, που σημαίνει ότι δεν παρεμβάλλονται εμπόδια στη διάθεσή τους στην αγορά όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε.
Επομένως, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της προμηθεύτριας δεν ήταν παράνομη, ούτε αντίθετη με τις συμβατικές της υποχρεώσεις ή την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η καταγγέλλουσα, και δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω επικαλούμενο σπουδαίο λόγο καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων.
Περαιτέρω, η καταγγέλλουσα εταιρία στον υπ'αριθμ. 3 λόγο της προαναφερόμενης εξώδικης καταγγελίας της εκθέτει ότι η αντισυμβαλλομένη της δεν της παρέδωσε ποτέ, όπως υποχρεούτο ως αντιπροσωπευομένη, όλες τις συμβάσεις που είχε υπογράψει με τους πελάτες της αντιπροσωπείας, με αποτέλεσμα να υφίσταται η ίδια οικονομική ζημία από την παροχή τεχνικής και επιστημονικής στήριξης δωρεάν, σε πελάτες της, που δεν την δικαιούνται.
Πράγματι, με βάση τους υπ'αριθμ. 1.7, 10.2 και 11.2 όρους της σύμβασης αντιπροσωπείας, η αντιπρόσωπος ήταν υπεύθυνη για τη συντήρηση των μηχανημάτων-αναλυτών, σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή, που ήταν εγκατεστημένα, με τη μορφή μίσθωσης ή χρησιδανείου σε πελάτες της αντιπροσωπευόμενης, και δεν έπρεπε να απομακρυνθούν από την τελευταία, και τους πελάτες αυτούς θα τους εξυπηρετούσε πλέον από την ίδια, τηρώντας τις εγγυήσεις που τους παρείχε μέχρι τότε η αντιπροσωπευόμενη.
Προς υλοποίηση των όρων αυτών, κατά την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων στα πλαίσια της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντιπροσωπευόμενη εταιρία παρέδωσε στην αντιπρόσωπό της με καταλόγους περίληψη όλων των υφισταμένων συμβάσεων που αυτή είχε καταρτίσει με πελάτες της, δυνάμει των οποίων είχε εγκαταστήσει αναλυτές στα διαγνωστικά τους εργαστήρια.
Οι περιλήψεις αυτές περιλάμβαναν όλα τα, απαιτούμενα για την ομαλή λειτουργία των προαναφερόμενων συμβατικών όρων της εμπορικής αντιπροσωπείας, στοιχεία και συγκεκριμένα τους σειριακούς αριθμούς όλων των μηχανημάτων -που καταδεικνύουν την ταυτότητα και την παλαιότητά τους - τα ονόματα και τις διευθύνσεις των πελατών στους οποίους ήταν εγκαταστημένα στα πλαίσια συγκεκριμένης συμβάσεως, ως και το είδος της συμβάσεως και το χρόνο έναρξης κάθε μίας τούτων, απ' όπου προέκυπτε και ο χρόνος λήξης των διαρκών συμβάσεων, που εν γνώσει της διανομέως ήταν πάντοτε πενταετής.
Γνωρίζοντας όλα τα ανωτέρω στοιχεία η αντιπρόσωπος εταιρία εκπλήρωνε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις και εξυπηρετούσε τους πελάτες αυτούς κανονικά, με επισκέψεις των αρμοδίων υπαλλήλων της στο χώρο τους, και παρέχοντας την τεχνική της υποστήριξη για την λειτουργία των αναλυτών, δωρεάν, μόνο σε όσους την δικαιούνταν, με βάση το χρόνο κατάρτισης και λήξης της σύμβασης.
Τις υπηρεσίες της αυτές τις παρείχε η αντιπρόσωπος απρόσκοπτα και επιτυχώς, καθόλη της διάρκεια της τετραετούς περίπου συνεργασίας της με την αντισυμβαλλομένη της, χωρίς ποτέ να επικαλεστεί άγνοια οποιουδήποτε στοιχείου των συμβάσεων που συνέδεαν την τελευταία με τους πελάτες της, πριν την έναρξη της συνεργασίας τους, τους οποίους ακολούθως εξυπηρετούσε η ίδια.
Από την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής διαμαρτυρίας της, αλλά και από την κερδοφόρα γι' αυτήν, όπως και η ίδια ισχυρίζεται, συνεργασία της με την αντισυμβαλλομένη της, καταδεικνύεται ότι είχε πλήρη γνώση όλων των απαιτούμενων, για την λειτουργία των ενδίκων συμβάσεων, στοιχείων των επιμέρους συμβάσεων που είχε συνάψει, πριν από την έναρξη της συνεργασίας τους η αντισυμβαλλομένη της, με τους πελάτες της για την εγκατάσταση των μηχανημάτων της.
Όψιμα μόνο, μόλις στις 3-6-2011-και αφού πρώτα η αντισυμβαλλόμενη της της είχε ήδη ζητήσει στοιχεία για τις γενόμενες συναλλαγές της καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους-η αντιπρόσωπος-διανομέας με την από 3-6-2011 επιστολή-όχλησή της, ισχυρίστηκε ότι δήθεν αυτή αγνοούσε τα στοιχεία των άνω συμβάσεων και ζήτησε από την αντισυμβαλλόμενη της, αλυσιτελώς, να της παραδώσει αντίγραφα των συμβάσεων αυτών, που της ήταν ήδη γνωστές κατά περιεχόμενο.
Η αντιπροσωπευόμενη- προμηθεύτρια, επειδή δεν εντόπισε στα αρχεία της έγγραφο πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των αιτούμενων αντιγράφων των συμβάσεων των πελατών της, δήλωσε τούτο στην αντιπρόσωπο-διανομέα. Μετά ταύτα η τελευταία επανήλθε στο ανωτέρω αίτημά της εντονότερα. Η αντιπροσωπευόμενη εταιρία, λόγω του μεγάλου όγκου των εγγράφων της και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει από την έναρξη της συνεργασίας της με την αντιπρόσωπό της, της παρέδιδε σταδιακά όσες από τις συμβάσεις της έβρισκε στα αρχεία της, συντάσσοντας τα αντίστοιχα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής των αντιγράφων τους.
Συγκεκριμένα της παρέδωσε 123 συμβάσεις στις 24-6-2011, 99 στις 4-7-2011 και 93 συμβάσεις την 1-9-2011, συμμορφούμενη εντός της προθεσμίας των 60 ημερών με το ανωτέρω, έστω και αλυσιτελές, αίτημά της αντιδίκου της, κατά το μεγαλύτερο μέρος του ως ήταν δυνατόν. Με βάση τα παραπάνω, αφού η αντιπρόσωπος γνώριζε όλα τα στοιχεία των εν λόγω συμβάσεων αυτή δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη, ούτε θίχτηκαν με οποιονδήποτε τρόπο τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η κύρια κερδοφόρα δραστηριότητά της ήταν η εμπορία των αντιδραστηρίων και όχι η παροχή υπηρεσιών επισκευής των αναλυτών.
Επομένως ουδόλως αποδείχθηκε η συνδρομή του σχετικού, προβλεπόμενου με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγου καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, της βλάβης των καλώς εννοούμενων συμφερόντων της αντιπροσώπου εταιρίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στον υπό κρίση λόγο της καταγγελία της.
Η όποια δε καθυστέρηση στην τυπική παράδοση κάποιων αντιγράφων των συμβάσεων αυτών, δεν συνιστά παραβίαση ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσης της αντιπροσωπευομένης, πρωτίστως διότι η παράδοσή τούτων δεν ήταν η κύρια συμβατική της υποχρέωση, αλλά επιβοηθητική της λειτουργίας της σύμβασης αντιπροσώπευσης, η οποία λειτούργησε κανονικά.
Επομένως ούτε η αιτίαση αυτή συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσώπευσης. Τέλος, η προμηθεύτρια-αντιπρόσωπος, μετά την αλλαγή του διευθύνοντος συμβούλου της, δεν επέβαλε την έγγραφη και σε τυπικό ύφος επικοινωνία με την αντισυμβαλλομένη της, δεν επέδειξε προσβλητική ή επιτακτική συμπεριφορά δια των οργάνων της σ'αυτή, ούτε τροποποίησε μονομερώς τη συμφωνημένη με τις συμβάσεις τους πίστωση των εξ αυτής οφειλομένων, όπως αβάσιμα ιστορείται από την καταγγέλλουσα στους υπ'αριθμ. 1 και 2, λόγους της ένδικης καταγγελίας της.
Η άρνηση της προμηθεύτριας - αντιπροσωπευομένης στην εξακολούθηση της προσωρινής οικονομικής διευκόλυνσης της αντισυμβαλλομένης της με την επιμήκυνση της συμφωνημένης πίστωσης, κατά τα προαναφερόμενα, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά τροποποίηση εκ μέρους της πρώτης της συμφωνημένης πίστωσης. Τα λοιπά δε περιστατικά που ιστορούνται στους ανωτέρω λόγους καταγγελίας δεν συνιστούν σπουδαίους λόγους καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων, δεδομένου ότι δεν συνιστούν καν παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων της προμηθεύτριας, και μάλιστα ουσιωδών.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, για τη σύμβαση διανομής αποδείχθηκε ότι υπήρξε βάσιμος σπουδαίος λόγος καταγγελίας της εκ μέρους της ενάγουσας-διανομέως με υπαιτιότητα της αντισυμβαλλομένης της και ήταν η αιφνίδια, αντισυμβατική και σημαντική αύξηση των τιμών αναλυτών, τους οποίους ήδη εμπορευόταν η διανομέας, όπως ειδικότερα προεκτέθηκε.
Επομένως, λόγω της συνδρομής αυτού του σπουδαίου λόγου καταγγελίας, επήλθε πρόωρα η λύση της σύμβασης διανομής, εξήντα ημέρες μετά την επίδοση της καταγγελίας και συγκεκριμένα στις 19-12-2011, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών. Ουδόλως, όμως, αποδείχθηκε, ότι μέχρι την ένδικη καταγγελία της αντιπροσώπου, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, υπήρξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και δη από υπαιτιότητα της αντιπροσωπευομένης εταιρίας, και συνεπώς τα αντίθετα ισχυριζόμενα στην πρώτη αγωγή της είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με βάση τα προαναφερόμενα, λύθηκε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, λόγω της φύσης της ως διαρκούς σύμβασης που προϋποθέτει αμοιβαία εμπιστοσύνη των συμβαλλόμενων, αλλά και επιπρόσθετα λόγω του συμφωνημένου παρακολουθηματικού της χαρακτήρα, σε σχέση με τη σύμβαση εμπορικής διανομής, και του ρητού όρου της ότι η λύση της τελευταίας θα επιφέρει και τη δική της λύση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, αναφορικά με την καταγγελία, δηλαδή τη λύση (μόνο) της σύμβασης διανομής για τον ίδιο σπουδαίο λόγο με υπαιτιότητα της προμηθεύτριας, απορρίπτοντας τους λοιπούς λόγους καταγγελίας αυτής για τη σύμβαση διανομής και όλους τους λόγους της για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούσες εταιρίες, με τους σχετικούς λόγους των εφέσεών τους, παραπονούμενες, η μεν εκκαλούσα-διανομέας- αντιπρόσωπος για την κριθείσα αβασιμότητα των λοιπών λόγων της καταγγελίας της για τη σύμβαση διανομής και όλων των λόγων αυτής για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η δε εκκαλούσα-προμηθεύτρια- αντιπροσωπευομένη για την κριθείσα βασιμότητα του προαναφερόμενου σπουδαίου λόγου καταγγελίας της αντιδίκου της με υπαιτιότητά της, της μεταξύ τους σύμβασης διανομής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επιπρόσθετα, με βάση όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια δεν παρέδωσε στην διανομέα τους ανωτέρω 27 αναλυτές που η τελευταία της είχε παραγγείλει, εντός του τελευταίου εξαμήνου του 2011, με υπαιτιότητά της για λόγους αντίθετους με τα χρηστά ήθη και με σκοπό τον ανταγωνισμό της διανομέως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία με την άνω αγωγή της, ζητώντας για το λόγο αυτό εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Αντίθετα σαφώς ανταποδείχθηκε, ότι η μη παράδοση των εν λόγω μηχανημάτων, είτε οφείλεται στα προαναφερόμενα γεγονότα για τα οποία δεν ευθύνεται η προμηθεύτρια, είτε στη μη κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεών τους, μετά την μονομερή αύξηση των τιμών τους από την προμηθεύτρια, για να μειώσει η τελευταία τη ζημία της από τη διάθεσή της με τις προηγούμενες τιμές.
Η τελευταία αυτή συμπεριφορά της προμηθεύτριας, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, δεν συνιστά γεγονός αντίθετο με τα χρηστά ήθη και με σκοπό ανταγωνισμού της αντιδίκου της, αλλά ούτε αδικοπραξία, παρά μόνο παράβαση συμβατικής της υποχρέωσης, με τεκμαιρόμενη την υπαιτιότητά της λόγω της ενδοσυμβατικής της ευθύνης.
Επομένως, η ενάγουσα δεν δικαιούται την αιτούμενη, με την πρώτη αγωγή της, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, κατ' άρθρον 932 ΑΚ, προϋποθέτει αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, αναφορικά με την συμβατική αποζημίωση, που συνομολογήθηκε και με τις δύο συμβάσεις και αξιώνεται από την ενάγουσα της πρώτης αγωγής-καταγγέλλουσα, με το κύριο αίτημα της αγωγής της, με επίκληση του σχετικού όρου και των δύο συμβάσεων, η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται στην καταγγέλλουσα εταιρία από την εναγομένη-αντισυμβαλλομένη της.
Και τούτο διότι, με βάση τα ανωτέρω, οι ένδικες συμβάσεις δεν λύθηκαν με καταγγελία της διανομέως- αντιπροσωπευομένης εταιρίας για κάποιον από τους περιοριστικά συμφωνημένους στις συμβάσεις σπουδαίους λόγους, που προαναφέρθηκαν, ώστε, με βάση τα ρητά συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών, να οφείλεται στην καταγγέλλουσα διανομέα-αντιπρόσωπο η αιτούμενη συμβατική αποζημίωση (του όρου 15.1.2) και των δύο συμβάσεων.
Ειδικότερα η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αυτή δεν λύθηκε καν για σπουδαίο λόγο με καταγγελία της αντιπροσώπου εταιρίας από υπαιτιότητα της αντιπροσωπευόμενης. Πρωτίστως για το λόγο αυτό τα συνδεόμενα με την εν λόγω σύμβαση αγωγικά αιτήματα, κύριο και επικουρικά, της καταβολής της συμβατικής αποζημίωσης, άλλως της αποζημίωσης πελατείας και των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας αντιπροσώπου, είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη προϋπόθεσή τους, της λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας για σπουδαίο λόγο με υπαιτιότητα της αντιπροσωπευομένης, στην οποία τα αιτήματα αυτά θεμελιώνονται. Αναφορικά με τη σύμβαση διανομής ο προαναφερόμενος σπουδαίος λόγος της καταγγελίας της, της αύξησης της τιμής των μηχανημάτων- αναλυτών από την προμηθεύτρια, δεν συνιστά κανένα από τους συμφωνημένους, με τους υπ'αριθμ. 15.2.4 έως και 15.2.7 όρους της σύμβασης διανομής, σπουδαίους λόγους καταγγελίας της, οι οποίοι ορίστηκαν, για την καταβολή της συμβατικής αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της διανομέως και συμφωνήθηκαν περιοριστικά (υπ'αριθμ. 15.6 και 15.2.2 όροι).
Ο συμβατικός αυτός όρος του περιοριστικού προσδιορισμού των λόγων που συνιστούν σπουδαίους λόγους καταγγελίας και δικαιολογούν την καταβολή της συμφωνημένης αποζημίωσης, είναι έγκυρος, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Η ρύθμιση για τους όρους υπό τους οποίους οφείλεται η αποζημίωση ανήκει στην εξουσία της ιδιωτικής βούλησης (αρθ.361 ΑΚ) και στην προκειμένη περίπτωση ήταν αντικείμενο επιτρεπόμενης, ελεύθερης και ενδελεχούς διαπραγμάτευσης, και κατά την αρχική κατάρτιση της σύμβασης και κατά την τροποποίησή της.
Εξάλλου, είναι σύμφωνο και με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη οι συμβαλλόμενοι να ορίζουν και να γνωρίζουν ακριβώς τους λόγους για τους οποίους θα καταβάλλεται η συμβατική αποζημίωση και μάλιστα τόσο σημαντικού ποσού, όπως η ένδικη. Ρητά, εξάλλου, τα μέρη, με τον υπ'αριθμ. 15.4 όρο, σε συνδυασμό με τον υπ'αριθμ. 15.6 όρο της σύμβασης διανομής, απέκλεισαν συμβατικά την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης στην περίπτωση καταγγελίας της από την διανομέα για οποιοδήποτε άλλο λόγο, πλην αυτών που είχαν συμφωνήσει ως σπουδαίους.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-ενάγουσα, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, για μη νόμιμο περιορισμό των λόγων καταβολής της αποζημίωσης αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αβάσιμα δε, όπως προαναφέρθηκε, η ίδια ισχυρίζεται και εσφαλμένα υπολαμβάνει, ότι με την ένδικη καταγγελία της δήθεν κατήγγειλε τη σύμβαση διανομής για δύο από τους συμφωνημένους αυτούς σπουδαίους λόγους που αφορούν την προμηθεύτρια και - συγκεκριμένα, α) λόγω της παραβίασης της αποκλειστικότητάς της ως διανομέως των προϊόντων της, με μη συμμόρφωση της προμηθεύτριας εντός 60 ημερών από τη δική της σχετική έγγραφη διαμαρτυρία (υπ'αριθμ. 15.2.6 όρος) και β) λόγω της υπαίτιας και συστηματικής μη προμήθειάς της με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων, με μη συμμόρφωση της προμηθεύτριας εντός 60 ημερών από τη δική της σχετική έγγραφη διαμαρτυρία (υπ'αριθμ. 15.2.7 όρος).
Επομένως, το εν λόγω αγωγικό αίτημα περί καταβολής της συμβατικής αποζημίωσης, λόγω της για σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης διανομής με υπαιτιότητα της προμηθεύτριας, με επίκληση των ανωτέρω όρων της ίδιας σύμβασης, είναι ουσιαστικά αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, αναφορικά με τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα της πρώτης αγωγής, και απέρριψε το κύριο, της συμβατικής αποζημίωσης, και ως προς τις δύο συμβάσεις, ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως και τα προαναφερόμενα επικουρικά, αιτήματα για την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ως επίσης και την αξίωση της ενάγουσας, με την ίδια αγωγή, της εύλογης χρηματικής ικανοποίησής της, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της η εκκαλούσα-ενάγουσα εταιρία της αγωγής αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν τούτων, λόγω της απόρριψης του πρώτου αγωγικού αιτήματος, δεν ερευνώνται οι λόγοι της αντίθετης έφεσης, (της πρώτης εναγομένης της ίδιας αγωγής) που προβλήθηκαν επικουρικά, για την περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης της αντιδίκου τους σχετικά με το αίτημα αυτό, με τους οποίους προβάλλεται παράπονο για την απόρριψη, με την εκκαλουμένη απόφαση, των ενστάσεών της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος για καταβολή της συμβατικής δικαιώματος και περί περιορισμού αυτής στο προσήκον μέτρο.
Περαιτέρω, πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι των κρινόμενων εφέσεων που αφορούν στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των επικουρικών σε σχέση, με το πρώτο, αγωγικών αιτημάτων της ίδιας αγωγής, της αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών της διανομής, λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης διανομής (μόνο) με την ένδικη καταγγελία της διανομέα για σπουδαίο λόγο από υπαιτιότητα της προμηθεύτριας.
Η εν λόγω αγωγή, ως προς τα συνδεόμενα με τη σύμβαση διανομής επικουρικά της αιτήματα (της αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών), παραδεκτά συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσια συνεδρίασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.
β' ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα παραδεκτά συμπληρώθηκε ως προς μία σελίδα του 22ου τόμου της, του αποσπάσματος των εμπορικών της βιβλίων, σχετικά με τη σύμβαση διανομής (του παραρτήματος Ε.25- Πωλήσεις Διανομής ανά πελάτη από 1-1-2010 έως 31-12-2010). Και τούτο καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, ούτε είναι νέα πραγματικά περιστατικά, όπως εσφαλμένος υπολαμβάνει η εκκαλούσα-εναγομένη.
Η άνω σελίδα του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της ενάγουσας συνιστά απλή εξειδίκευση της πρώτης αγωγής, καθόσον στο πολύτομο δικόγραφό της γίνεται επίκληση του συνόλου των συναλλαγών της ενάγουσας στα πλαίσια της σύμβασης διανομής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, ως προς την παραδεκτή αυτή συμπλήρωση της αγωγής, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, και συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι με το σχετικό λόγο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ακολούθως, αναφορικά με το αίτημα επιδίκασης διαφυγόντων κερδών, λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης διανομής, με υπαιτιότητα της εναγόμενης προμηθεύτριας, για το χρονικό διάστημα της πρώτης τριετίας από τη λύση της σύμβασης αυτής (δηλαδή από 19-12-2011 έως 19-12-2014), λεκτέα τα εξής: Υπό τα εκτιθέμενα, κατά το διάστημα αυτό (μετασυμβατική τριετία) είχε συμφωνηθεί η πλήρης εξακολούθηση των συναλλακτικών σχέσεων των διαδίκων, με τους ίδιους ακριβώς όρους της λυθείσης συμβάσεως διανομής, γεγονός που συνεπάγεται για την ενάγουσα, κατά λογική αναγκαιότητα, την αποκόμιση όσων κερδών αυτή θα είχε εάν δεν είχε λυθεί η σύμβαση.
Επομένως, η επικαλούμενη πρόωρη, από υπαιτιότητα της εναγομένης λύση της σύμβασης διανομής, δεν της προκάλεσε, με βάση τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή, αποθετική ζημία, κατά την τριετία αυτή (από 19-12-2011 έως 19-12-2014).
Συνεπώς, αφού κατά τα εκτιθέμενα η ενάγουσα δεν θα υποστεί αποθετική ζημία το χρονικό αυτό διάστημα, που συνιστά την απαιτούμενη κατά νόμο προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 208 ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε υπό το στοιχείο III, το σχετικό αγωγικό αίτημα επιδίκασης διαφυγόντων κερδών για το εν λόγω χρονικό διάστημα (της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας) είναι μη νόμιμο.
Επίσης, μη νόμιμο είναι και το αίτημα της επιδίκασης αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία κατά τα ιστορούμενα θα αποκέρδαινε μετά πιθανότητος η ενάγουσα το χρονικό διάστημα των πέντε ετών και οκτώ μηνών, από τη λύση της σύμβασης διανομής (19-12-2011) έως και τη λήξη του συμβατικού της χρόνου (20-8-2017), και το απώλεσε, λόγω της επικαλούμενης υπαίτιας παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης, για παράδοση σε αυτήν 27 μηχανημάτων (αναλυτών), που της είχε παραγγείλει (η ενάγουσα) κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής.
Και τούτο διότι η ενάγουσα με το αίτημα αυτό ζητεί αποζημίωση από διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας παράβασης συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης προμηθεύτριας κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, για χρόνο όμως μετά τη λύση της σύμβασης αυτής, κατά τον οποίο μόνο αποζημίωση λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης μπορεί να ζητήσει εάν υπέστη ζημία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην ίδια μείζονα σκέψη, όπως και πράττει.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, κατ' άρθρον 68 ΚΠολΔ, το αίτημα της ενάγουσας για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας, και ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα διαφυγόντων κερδών, λόγω παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης για παράδοση των 27 παραγγελθέντων αναλυτών, ενώ έπρεπε να απορρίψει τα αιτήματα αυτά ως μη νόμιμα, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων άρθρων 297 και 298 ΑΚ.
Συνεπώς, αναφορικά με το δεύτερο αίτημα, που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο με τον σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεσή της ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το ανωτέρω αίτημα της πρώτης αγωγής, λόγω της δημιουργίας διαφορετικού δεδικασμένου, κατά τα ανωτέρω, και αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό, κατά το μέρος που χωρεί η άνω εξαφάνιση, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της, ως μη νόμιμη, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες διατάξεις και τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (Π), παρότι δεν υποβάλλεται ειδικό παράπονο γι' αυτό.
Και τούτο διότι δεν καθίσταται δυσμενέστερη η θέση της εκκαλούσας-ενάγουσας, αφού η αγωγή της κατά το μέρος αυτό απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αντίθετα, αναφορικά με το έτερο μη νόμιμο αίτημα των διαφυγόντων κερδών της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας, το οποίο εσφαλμένως απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως απαράδεκτο, παρά το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας που παραπονείται για την απόρριψή του, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης ως αβάσιμος, διότι με την έκδοση απόφασης που θα απέρριπτε το αγωγικό αυτό αίτημα ως μη νόμιμο, θα καθίστατο, απαραδέκτως, χειρότερη η θέση της εκκαλούσας-ενάγουσας.
Περαιτέρω, με βάση το προαναφερόμενο περιεχόμενο η αγωγή, καθό μέρος αξιώνεται με αυτή από την ενάγουσα διανομέα αποζημίωση πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσή της (διαφυγόντων κερδών), λόγω της υπαιτιότητας της εναγομένης προμηθεύτριας για την πρόωρη λύση της σύμβασής του με την καταγγελία της για σπουδαίο λόγο, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε υπό το στοιχείο (III).
Και τούτο καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, η καταρτισθείσα σύμβαση είναι σύμβαση αποκλειστικής διανομής και γίνεται επίκληση ένταξης της ενάγουσας διανομέως στο δίκτυο διανομής και στην εμπορική οργάνωση, της εναγομένης προμηθεύτριας εταιρίας (σελ.332 επ. πρώτης αγωγής). Επομένως κατά τα ιστορούμενα, και δεδομένης της πρόωρης λύσης της συμβάσεως αυτής, για σπουδαίο λόγο με καταγγελία της ενάγουσας διανομέως από υπαιτιότητα της προμηθεύτριας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ.219/1991.
Στο δικόγραφό της δε ιστορούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, για την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας, κατά το άρθρο 9 του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα υπό το στοιχείο III στη μείζονα σκέψη, και συγκεκριμένα: α) η εισφορά εκ μέρους της ενάγουσας-διανομέως νέων πελατών και η σημαντική προαγωγή, του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών της εναγομένης κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η επιβίωση διαρκών συμβάσεων και εκμετάλλευση του γνωστού στην εναγομένη προμηθεύτριας πελατολογίου της ενάγουσας διανομέως για την περιοχή, δηλαδή η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών της μετά τη λύση της σύμβασης από τους πελάτες αυτούς και γ) η εύλογη και δίκαιη αποζημίωση πελατείας, με βάση τις ιστορούμενες περιστάσεις για τα κριτήρια του ύψους, όπως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στην εναγομένη προμηθεύτρια, η ωφέλειά της, η δημιουργία κέρδους για την ενάγουσα διανομέα αν συνεχιζόταν η σύμβαση με αναφορά συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας.
Ειδικότερα, για τους νέους πελάτες η ενάγουσα εκθέτει ότι όλοι οι αναφερόμενοι συγκεκριμένα σε διακριτό πίνακα στην αγωγή της πελάτες, είναι όλοι νέοι πελάτες, τους οποίους η ίδια εισέφερε και προσδιορίζει σαφώς τους ετήσιους τζίρους τούτων στη διανομή. Για το ορισμένο δε της αγωγής της δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των ονομάτων των νέων πελατών, ούτε του τζίρου καθενός τούτων, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε υπό το στοιχείο III.
Το εάν οι πελάτες αυτοί ήταν όλοι νέοι ή όχι, ή κάποιοι ήταν παλαιοί πελάτες της εναγομένης, που εντάχθησαν στη σύμβαση διανομής και εξυπηρετούνταν πλέον από την ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη εταιρία, αρνούμενη (και) κατά τούτο την αγωγή της αντιδίκου της, είναι ζήτημα που άπτεται της ουσίας της διαφοράς και όχι του ορισμένου της αγωγής.
Εξάλλου η ενάγουσα, εκτός από εισφορά νέων πελατών εκ μέρους της, επικαλείται και σημαντική προαγωγή των εμπορικών συναλλαγών της εναγομένης κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Τέλος, πέραν των προαναφερομένων απαιτουμένων στοιχείων, δεν απαιτείται επιπρόσθετα για το ορισμένο της αγωγής και η εξειδίκευση όλων των οικονομικών συνθηκών στην αγορά στον συγκεκριμένο τομέα οικονομίας το επίδικο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγομένη της πρώτης αγωγής, περί αοριστίας της, λόγω έλλειψης και των πρόσθετων αυτών στοιχείων από το δικόγραφό της, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε επίσης ορισμένη και νόμιμη την αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις εκτεθείσες στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε διατάξεις, και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-πρώτη εναγομένη της πρώτης αγωγής, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Σύμφωνα με την όρο 4.1 της ένδικης, από 27-7-2006, σύμβασης διανομής, σε συνδυασμό με τον όρο 4 αυτής, όπως αυτός τροποποιήθηκε, η διανομέας εταιρία είχε και δικαιούνταν να διατηρήσει κατά τη διάρκεια της σύμβασης τις αντιπροσωπείες άλλων ανταγωνιστικών προϊόντων.
Όμως, έναντι της αντισυμβαλλομένης της- προμηθεύτριας εταιρίας, με ρητό όρο της σύμβασής τους, ταυτόχρονα δεσμεύτηκε ότι, τους πελάτες εκείνων των αντιπροσωπειών, θα προσπαθούσε να τους μεταφέρει στα προϊόντα της διανομής. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η διανομέας εταιρία, αλλά και ατομικά ο νόμιμος εκπρόσωπός της, που την εκπροσώπησε κατά την κατάρτιση της σύμβασης διανομής, ανέλαβαν την υποχρέωση να μην αναλάβουν νέες αντιπροσωπείες, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, για ανταγωνιστικά προϊόντα στον ίδιο τομέα.
Επιπρόσθετα, με τον όρο 5.2.1 η διανομέας όφειλε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση και διάθεση των προϊόντων της προμηθεύτριας στον τομέα, να προσλαμβάνει, εκπαιδεύει και διατηρεί δικό της επαρκές προσωπικό, αποτελούμενο από έμπειρους πωλητές, υπεύθυνους επιστημονικής στήριξης και τεχνικούς, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τις άνω υποχρεώσεις που είχε αναλάβει (όρος 5.2.3).
Επίσης, υποχρεούτο να διαθέτει και διατηρεί επαρκή και κατάλληλο εξοπλισμό, εγκαταστάσεις και αποθήκες για να είναι σε θέση να αποθηκεύει, πωλεί, συντηρεί και επισκευάζει καταλλήλως τα προϊόντα που θα αγόραζε από την προμηθεύτρια (όρος 5.2.4), να διατηρεί, για δικό της λογαριασμό, ένα επαρκές απόθεμα των προϊόντων (και ανταλλακτικών) αυτών, τουλάχιστον ενός μηνός, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις ανάγκες των πελατών της διανομής (5.2.5), να προσφέρει τις απαραίτητες στην περιοχή υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης των προϊόντων, καθώς και υπηρεσίες επιστημονικής υποστήριξης, μετά τις πωλήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του όρου 11 (όρος 5.2.6).
Να αποστέλλει στην προμηθεύτρια ανά τρίμηνο έγγραφη αναφορά, σχετικά με τις δραστηριότητές της, τα ονόματα των πελατών της στα προϊόντα της, τους τζίρους της ανά πελάτη και ανά κατηγορία προϊόντων και τις επικρατούσες συνθήκες αγοράς και ανταγωνισμού, κατ' εξαίρεση δε και κατά κωδικό προϊόντος, σε εύλογο αριθμό πελατών, εφόσον τούτο της εζητείτο από την προμηθεύτρια (όρος 5.2.7) και να διαφημίζει και να προωθεί τα προϊόντα, καθώς και να αποθηκεύει και να χρησιμοποιεί καταλλήλως όλα τα διαφημιστικά έντυπα, το προωθητικό υλικό και τα δείγματα που θα της προμηθεύει η προμηθεύτρια (όρος 5.2.9).
Επιπρόσθετα υποχρεώθηκε να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο της προμηθεύτριας (όρος 14), να ακολουθεί τις οδηγίες της τελευταίας ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων (όρος 10.1) και την εμφάνιση των προϊόντων, με απαγόρευση τροποποιήσεων επ' αυτών (όρος 10.2) και ορίστηκε γι' αυτήν ελάχιστο όριο αγορών (όρος 9).
Αντίστοιχα, η προμηθεύτρια ανέλαβε έναντι αυτής την υποχρέωση να μην αναθέσει σε κανένα άλλο πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, ούτε σε θυγατρική της εταιρίας το δικαίωμα αντιπροσώπευσης, διανομής ή διάθεσης, επιστημονικής ή τεχνικής υποστήριξης των προϊόντων στον ίδιο τομέα (όρος 2.2.). Επιπρόσθετα η προμηθεύτρια, με τον όρο 12.1 της σύμβασης, ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρεί δωρεάν στη διανομέα καθόλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης διανομής, καθώς και κατά τη διάρκεια της ανανεούμενης περιόδου, το δικαίωμα της χρησιμοποίησης των εμπορικών σημάτων και συμβόλων της, με μοναδικό σκοπό την προώθηση των πωλήσεων, τη διαφήμιση, τη διανομή και τη συντήρηση των προϊόντων σε ιδιωτικούς φορείς υγείας στην περιοχή, να μην παραχωρήσει η ίδια, ούτε να επιτρέπει να καταχωρήσουν άλλοι γι' αυτή στην περιοχή ή οπουδήποτε αλλού, κανένα εμπορικό σήμα, εμπορική της επωνυμία ή άλλα σύμβολα, τα οποία είναι παρόμοια με τα δικά της και μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση (όρος 12.3).
Με βάση όλους τους ανωτέρω όρους της σύμβασης, σε συνδυασμό με τον προεκτεθέντα υπ' αριθμ. 15.1.2 όρο της, που απαγόρευε τον ανταγωνισμό και μετά τη λύση της, η σύμβαση αυτή είναι σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Αντικείμενό της ήταν η αποκλειστική διανομή των προϊόντων της προμηθεύτριας από τη διανομέα στους πελάτες του τομέα.
Και συγκεκριμένα σε όλους τους νέους πελάτες που θα αυτή θα εύρισκε μετά την κατάρτιση της σύμβασης, αλλά και στους υφιστάμενους, πριν την κατάρτισή της, δικούς της πελάτες των άλλων αντιπροσωπειών της και γι' αυτό υποσχέθηκε να εντάξει και αυτούς στη διανομή- όπως και σε όλους τους παλαιούς πελάτες του τομέα της προμηθεύτριας από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, τους οποίους επίσης θα ενέτασσε στη διανομή της.
Η υποχρέωση της αποκλειστικότητας ήταν αμφιμερής αφού προβλέφθηκε συμβατικά, αντίστοιχα, και για την προμηθεύτρια εταιρία. Επιπρόσθετα, με βάση τους ανωτέρω όρους της, η σύμβαση αυτή, δεν ταυτίζεται, αλλά προσομοιάζει κατά το ανωτέρω περιεχόμενό της με αυτό της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών της διανομέως καθιστά αυτή ως επαγγελματία αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της προμηθεύτριας, καθόσον η εμπορική της δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό της κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για την εντολέα της.
Δηλαδή η τελευταία δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής υποχρέωσης της διανομέως, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις της τελευταίας, με σπουδαιότερο όφελος τη γνώση του πελατολογίου της, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη υπό το στοιχείο ΠΙ.
Άλλωστε, η ανωτέρω συνάφεια της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταδεικνύεται επίσης και από το ότι η συμφωνημένη, με τον όρο της 15.1.2 συμβατική αποζημίωση, ορίστηκε ρητά ότι περιλαμβάνει κατά τον προσδιορισμό του ποσού της και την αποζημίωση πελατείας, του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση αποκλειστικής διανομής και όχι απλής διανομής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγομένη και συνεπώς συντρέχουν εν προκειμένω, οι νόμιμες προϋποθέσεις, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και στην ίδια μείζονα σκέψη, για την αναλογική εφαρμογή επ' αυτής των διατάξεων του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος, που προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης πελατείας και την περαιτέρω αποζημίωση της διανομέως, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η ενάγουσα διανομέας στην πρώτη αγωγή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, χαρακτηρίζοντας την ένδικη σύμβαση, για τους ίδιους λόγους, ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής, και εφαρμόζοντας επ' αυτής αναλογικά τις διατάξεις του π.δ. 219/1991, για την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας και της περαιτέρω αποθετικής ζημίας της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος από 19-12-2014 έως 20-8-2017, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ) και συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγομένη προμηθεύτρια εταιρία με τους σχετικούς λόγους τις έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, η ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής λειτούργησε από τη συμβατική έναρξή της στις 20-8-2007. Η διανομέας, εντάχθηκε στο δίκτυο διανομής της προμηθεύτριας και ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής της οργάνωσης, όπως άλλωστε και η ίδια η προμηθεύτρια ανέφερε, σε ανύποπτο χρόνο, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, σε ηλεκτρονικό της μήνυμα προς αυτήν.
Μέχρι το τέλος του έτους 2007 η διανομέας εξυπηρετούσε με προϊόντα της διανομής συνολικά 242 πελάτες, το έτος 2008 630 πελάτες, το έτος 2009 751 πελάτες, το έτος 2010 785 πελάτες και το έτος 2011 (μέχρι τη λύση της σύμβασης στις 18-12-2011) εξυπηρετούσε με προϊόντα της διανομής συνολικά 758 πελάτες. Τους τελευταίους η διανομέας τους εξυπηρετούσε αποκλειστικά με προϊόντα της διανομής κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη λύση της σύμβασης, δηλαδή από 18-12-2010 έως 18-12-2011.
Από αυτούς οι 320 ήταν πελάτες της προμηθεύτριας, τους οποίους είχε μεταφέρει η διανομέας, κατά τη συμφωνία τους, από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στη σύμβαση διανομής. Οι άνω πελάτες της προμηθεύτριας, προ της ένταξής τους στη διανομή, πραγματοποιούσαν' σημαντικό τζίρο κατανάλωσης των προϊόντων της (αναλυτών, αντιδραστηρίων, ανταλλακτικών), που ανερχόταν σε 6.589.471,63 ευρώ.
Ο τζίρος τους αυτός δεν αυξήθηκε μετά την ένταξή τους στη διανομή και τη μεσολάβηση της διανομέως στις γενόμενες συναλλαγές.
Συνεπώς, σχετικά με τους άνω, ήδη υπάρχοντες πελάτες, από τη δική της μεσολάβηση, δεν υπήρξε αύξηση και μάλιστα ασυνήθιστη του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών για προϊόντα της εναγομένης-προμηθεύτριας και συνακόλουθα σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της τελευταίας κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, και τα αντίθετα επικαλούμενα από την ενάγουσα στην αγωγή της είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Η διανομέας όμως ενέταξε στη διανομή, α) 230 πελάτες από το δικό της, ήδη υφιστάμενο πελατολόγιο, τους οποίους μετέφερε από ανταγωνιστικά προϊόντα, στα ανωτέρω προϊόντα της προμηθεύτριάς της, όπως της είχε υποσχεθεί, β) 202 εντελώς νέους πελάτες, τους οποίους προσέλκυσε από την αγορά στα ίδια προϊόντα της (μηχανήματα, αντιδραστήρια και αναλώσιμα) και γ) 6 νέους πελάτες, τους οποίους προμήθευε μόνο με αντιδραστήρια.
Παρά, όμως, τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής με την ένδικη καταγγελία της διανομέως, τους πελάτες αυτούς δεν θα τους αποκτούσε όλους και μάλιστα αμέσως μετά τη λύση της σύμβασης η προμηθεύτρια, καθόσον η διανομέας είχε δικαίωμα να συνεχίσει την εμπορία των προϊόντων της σε πελάτες της διανομής.
Ειδικότερα, η διανομέας, σύμφωνα με τον όρο 15.1.2-κατόπιν ερμηνείας κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα- μετά τη λύση της σύμβασης (στις 19- 12-2011) θα εξακολουθούσε να προμηθεύει τους πελάτες της με τα αναλώσιμα προϊόντα της διανομής, αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσαν οι συμβάσεις που είχαν ήδη καταρτίσει μαζί της για τους αναλυτές, με απώτερο όμως χρονικό διάστημα τα τρία έτη (μέχρι τις 19-12-2014).
Επομένως, για το ίδιο χρονικό διάστημα η διανομέας θα συνέχιζε τον κύριο κερδοφόρο παράγοντα της εμπορίας της, της πώλησης αντιδραστηρίων και θα είχε η ίδια μόνο όφελος από τις εκκρεμείς διαρκείς συμβάσεις των πελατών της. Αντίστοιχα, για την προμηθεύτρια προβλέφθηκε ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού της διανομέως για τα προϊόντα αυτά, ενώ ακολούθως, για την επόμενη τριετία, απαγορεύτηκε η εμπορική προσέγγιση των ίδιων πελατών από την διανομέα.
Συνεπώς, η προμηθεύτρια, θα είχε ουσιαστικές ωφέλειες μέχρι τη συμπλήρωση της συμβατικής διάρκειας της σύμβασης διανομής (στις 20-8-2017), όχι από τις άνω εκκρεμείς διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει η διανομέας με τους πελάτες της, στους οποίους η ίδια πωλούσε αντιδραστήρια, με απώτερο χρόνο τη συμπλήρωση της τριετίας, αλλά από την εκμετάλλευση μέρους του λοιπού γνωστού σ' αυτήν πελατολογίου της.
Όμως, ήδη, κατά τη λύση της σύμβασης υπήρξε και οπωσδήποτε θα εξακολουθήσει να υπάρχει συρρίκνωση του πελατολογίου αυτού της διανομέως και πτώση του τζίρου κάθε πελάτη, λόγω της γενικευμένης μεγάλης οικονομικής κρίσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία διήρκησε και θα διαρκέσει ως τη λήξη του επιδίκου χρονικού διαστήματος, με ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες και στον συγκεκριμένο κλάδο.
Ειδικότερα, λόγω των συνθηκών αυτών, τουλάχιστον το 30% των πελατών της διανομέως, που ήταν όλα μικρά ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα των …. και της Επαρχίας-τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα είχαν εξαιρεθεί από τη διανομή-δεν θα αντέξουν την οικονομική κρίση και τον ανταγωνισμό, δεδομένου μάλιστα ότι ήδη πολλά διαγνωστικά κέντρα-πελάτες της διανομής, κατά τη διάρκεια ακόμα της σύμβασης, αδυνατούσαν να καταβάλουν στη διανομέα και της όφειλαν μεγάλα χρηματικά ποσά από τις συναλλαγές τους, μετά την κρίση, ιδίως τα δύο τελευταία έτη της σύμβασης (2010 και 2011).
Από τους υπόλοιπους πελάτες της διανομέως το ανωτέρω χρονικό διάστημα, στην ίδια περιοχή, θα υπάρξει για την προμηθεύτρια εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτήν, παρά τις άνω δυσμενείς συνθήκες και έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό από τις διαφημιστικές ενέργειες και της ίδιας της προμηθεύτριας.
Κατόπιν τούτων δεδομένης της πρόωρης λύσης της σύμβασης με καταγγελία της διανομέως για τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο με υπαιτιότητα της προμηθεύτριας, οφείλεται στην ενάγουσα διανομέα αποζημίωση πελατείας, με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1β' του π.δ.219/1991. Η αποζημίωση αυτή θα υπολογιστεί, αφού ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα απολεσθέντα μικτά κέρδη της διανομέως, η συμβολή της στη διανομή, το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στην προμηθεύτρια, η ωφέλεια της τελευταίας μετά τη λύση της σύμβασης, καθώς και η διατήρηση της κερδοφορίας της διανομέως για τα επόμενα έτη.
Ειδικότερα, από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων εταιριών μέχρι και τα μέσα του έτους 2009, τα οικονομικά αποτελέσματα της συνεργασίας τους ήταν ιδιαίτερα θετικά. Η διανομέας, λειτουργώντας στα πλαίσια της σύμβασης, με πραγματική έναρξη αυτής στις 20-8-2007, ήδη από τις αρχές του έτους 2009, δηλαδή μόλις σε ενάμιση έτος, είχε καταφέρει να υπερκαλύψει το στόχο των συμφωνημένων ελάχιστων αγορών προϊόντων που είχε οριστεί για τέλος της πρώτης πενταετίας (όρος 9:1).
Από τον Σεπτέμβριο όμως του 2009, με την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, άρχισε σταδιακά να μειώνεται η ζήτηση των προϊόντων της διανομής, υπήρχαν καθυστερήσεις στις καταβολές των πελατών της και η διανομέας αντιμετώπισε δυσκολίες στην ταμειακή της ρευστότητα. Για το λόγο αυτό τότε, για πρώτη φορά, ζήτησε από την προμηθεύτριά της να την διευκολύνει με την επιμήκυνση, προσωρινά, της συμφωνημένης πίστωσης των οφειλομένων εκ μέρους της, από τις 210 ημέρες στις 360 ημέρες, η οποία της χορηγήθηκε.
Η δυσχερής της κατάσταση συνεχίστηκε και το επόμενο έτος και για το λόγο αυτό και για το 2010 η διανομέας ζήτησε και έλαβε εκ νέου από την προμηθεύτρια την ανωτέρω μεγαλύτερη πίστωση των οφειλών της, την καταβολή των οποίων καθυστερούσε. Από τις αρχές του έτους 2011, πλέον, η οικονομική της θέση επιδεινώθηκε, ο τζίρος της είχε πτωτική πορεία, λόγω της συνεχιζόμενης γενικευμένης και πρωτοφανούς-όπως αναφέρει και η ίδια η διανομέας-οικονομικής κρίσης στη χώρα, του ελέγχου και του μεγάλου περιορισμού των διαγνωστικών εξετάσεων στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα.
Τούτο άλλωστε δήλωσε και η ίδια η διανομέας στην προμηθεύτριά της με το από 3-6-2011 ηλεκτρονικό της μήνυμα, προσδιορίζοντας την πτώση του τζίρου της τα δύο τελευταία χρόνια λειτουργίας της σύμβασης σε ποσοστό 25%. Λόγω της οικονομικής της δυσχέρειας, από τις αρχές του ίδιου έτους έπαψε να παραδίδει στην αντισυμβαλλόμενη της μεταχρονολογημένες επιταγές για την εξασφάλιση των οφειλών της, όπως έκανε τα προηγούμενα έτη.
Εκτός όμως από τη μεγάλη οικονομική κρίση και τον σημαντικό έλεγχο και περιορισμό των διαγνωστικών εξετάσεων από τους τότε ασφαλιστικούς φορείς, κυρίως του Δημοσίου, που είχε μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων, την κατάσταση για τα προϊόντα της διανομής, δυσχέραινε και ένας άλλος παράγοντας: οι παράλληλες εισαγωγές των προϊόντων από διάφορους τρίτους, με χαμηλότερες τιμές διάθεσης στην αγορά, που προσέλκυαν τους ενδιαφερομένους πελάτες του τομέα, όπως και η ίδια η διανομέας αναφέρει σε ηλεκτρονικό της μήνυμα και στην ένδικη καταγγελία της προς την προμηθεύτρια.
Επιπρόσθετα, αμέσως μετά την πρόωρη λύση της σύμβασης, από την 1-1-2012 λειτούργησε ο ΕΟΠΠΥ. Από τότε υπήρξε μεγαλύτερος έλεγχος των δαπανών των ασφαλιστικών ταμείων, σημαντική μείωση της συνταγογράφησης, με συνακόλουθη την περαιτέρω μείωση των διαγνωστικών εξετάσεων των ασφαλισμένων μέσω των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων, επιπρόσθετα δε καθυστερούσαν πολύ οι πληρωμές από τον άνω ασφαλιστικό φορέα στα τελευταία, με συνέπεια την οικονομική καταστροφή των ασθενέστερων τούτων.
Η ένταξη δε στον ΕΟΠΠΥ, εκτός από τους ασφαλισμένους του δημοσίου, και αυτών του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, οι οποίοι απέκτησαν έτσι δικαίωμα εξυπηρέτησης από ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, δεν θα επέφερε αύξηση των πελατών της διανομής και των εξ αυτών εσόδων της προμηθεύτριας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η διανομέας.
Και τούτο διότι τα διαγνωστικά κέντρα των ασφαλιστικών ταμείων-όπου μέχρι τότε εξυπηρετούνταν οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ και του ΟΓΑ είχαν ρητά εξαιρεθεί από τη σύμβαση διανομής, και τους πωλούσε απευθείας η προμηθεύτρια τα προϊόντα της. Επιπρόσθετα, τα επόμενα δύο έτη, 2013- 2014, από τον ΕΟΠΠΥ επεβλήθη στα διαγνωστικά κέντρα μείωση των καλυπτόμενων, από τον ίδιο, δαπανών των γενόμενων διαγνωστικών εξετάσεων, ποσοστού 20%, με συνέπεια την περαιτέρω μείωση της οικονομικής τους θέσης.
Εξάλλου, η αύξηση της ανεργίας, με συνακόλουθη μείωση του αριθμού των ασφαλισμένων, επέφερε πρόσθετη μείωση του τζίρου των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων πελατών της διανομής. Επομένως, όλες οι προαναφερόμενες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες το ανωτέρω χρονικό διάστημα οπωσδήποτε θα επέφεραν σημαντική μείωση και των μικτών κερδών της διανομέως από την πώληση των προϊόντων της διανομής.
Όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής λειτούργησε για χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε ετών από τις 20-8-2007 έως και 19-12- 2011 (τέσσερα έτη και τέσσερις μήνες), και το ποσό της αποζημίωσης πελατείας δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, δύναται όμως να είναι μικρότερο αυτού.
Η διανομέας είχε μικτό κέρδος από τις πωλήσεις των προϊόντων της προμηθεύτριας στους πελάτες της του τομέα α) το χρονικό διάστημα από 20-8-2007 έως 31-12-2007 ποσού 489.584,91 ευρώ, β) το έτος 2008 ποσού 2.069.348,66 ευρώ, γ) το έτος 2009 ποσού 3.432.032,88 ευρώ, δ) το έτος 2010 ποσού 3.725.708 ευρώ και ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως και 18-12-2011, ποσού 3.750.005,04 ευρώ.
Ο μέσος ετήσιος όρος του μικτού κέρδους της ενάγουσας διανομέως κατά την ανωτέρω διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης διανομής, ανέρχεται σε 3.107.695,25 ευρώ. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και ειδικών συνθηκών, μεταξύ των οποίων, η διατήρηση ωφελειών της σύμβασης από τη διανομέα κατά την πρώτη μετασυμβατική τριετία, της σταδιακά μειούμενης οικονομικής δραστηριότητας και ωφέλειας της εναγομένης προμηθεύτριας από τις υποθέσεις των λοιπών πελατών της διανομέως, λόγω της πτώσης της δυναμικής του συγκεκριμένου τομέα οικονομίας, η αποζημίωση πελατείας της ενάγουσας, η οποία είναι δίκαιη -(εύλογη), ανέρχεται σε μέρος του ανωτέρω μέσου όρου του μικτού της κέρδους.
Ειδικότερα ανέρχεται στο ποσό των 1.000.000 ευρώ, με κριτήριο το μέγεθος της πελατείας που παρέμεινε για τα άνω έτη στην προμηθεύτρια εταιρία, με αντίστοιχη ωφέλειά της, την οποία θα είχε η ενάγουσα διανομέας, εάν συνεχιζόταν για το ίδιο χρονικό διάστημα η ένδικη σύμβαση.
Συνεπώς η εναγομένη προμηθεύτρια οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα διανομέα το ανωτέρω ποσό των 1.000.000 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, με το νόμιμο τόκο επιδικίας μέχρι την εξόφληση, όπως ζητείται με την πρώτη αγωγή, κατ' άρθρον 346 ΑΚ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012. Περαιτέρω, λόγω της προαναφερόμενης υπαιτιότητας της προμηθεύτριας για την πρόωρη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η διανομέας δικαιούται, εκτός από την άνω αποζημίωση πελατείας, σωρευτικά και περαιτέρω αποζημίωση (διαφυγόν κέρδος), προς αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας, το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα η ζημία της αυτή συνίσταται στα διαφυγόντα κέρδη της, δηλαδή στα καθαρά κέρδη που θα εισέπραττε η διανομέας, μετά πιθανότητος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν συνεχιζόταν η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, μέχρι τη συμπλήρωση της συμβατικής της διάρκειας υπό τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει η ίδια.
Τα μέτρα αυτά που είχε λάβει η διανομέας για την προώθηση των προϊόντων της προμηθεύτριας από την έναρξη της σύμβασης, όλα με δικές της δαπάνες, ήταν η διατήρηση κατάλληλης οργάνωσης και υλικοτεχνικής υποδομής, η διάθεση επαρκούς αποθέματος προϊόντων και ανταλλακτικών, η διαφήμιση των προϊόντων, η διατήρηση επαρκούς, εξειδικευμένου και εκπαιδευμένου επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού και οι σημαντικές προσπάθειες του προσωπικού της για την προώθηση των προϊόντων της διανομής στην αγορά.
Τα αναγκαία λειτουργικά της έξοδα, για να ανταποκριθεί στα ανωτέρω μέτρα που είχε λάβει, ανέρχονταν στο ποσό των 2.000.000 ευρώ, κατά μέσο όρο ετησίως, το οποίο οπωσδήποτε θα εξακολουθούσε να καταβάλλει η διανομέας για να διατηρηθεί, ανταγωνιστικά στον κλάδο, με τις κρατούσες δυσχερείς συνθήκες. Έχοντας λάβει όλα τα ανωτέρω προπαρασκευαστικά μέτρα, σε συνδυασμό με το σημαντικό ποσοστό (65%) του μικτού της κέρδους επί των πωλήσεων που είχε συνομολογηθεί με την επίδικη σύμβαση, παρά τη μείωση του πελατολογίου της και του τζίρου της, κατά τα ανωτέρω, η διανομέας, το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις 19-12-2004 έως 20-8-2017, κατά οποίο κρίθηκε νόμιμη η αγωγή της, θα είχε κέρδη και όχι ζημίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη προμηθεύτρια εταιρία.
Όμως τα καθαρά της κέρδη, τα οποία μετά πιθανότητας θα αποκόμιζε και απώλεσε η ενάγουσα διανομέας, από την, με υπαιτιότητα της εναγομένης προμηθεύτριας, πρόωρη λύση της σύμβασης, το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας και μέχρι τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, δεν θα ανέρχονταν στο ποσό των 1.629.582,92 ευρώ, ετησίως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Στο ποσό αυτό ανερχόταν ο μέσος όρος των καθαρών κερδών της τα δύο τελευταία έτη διάρκειας της σύμβασης (2010 και 2011), με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ίδια έγγραφα στοιχεία της επιχείρησής της, τηρούμενα σε ηλεκτρονική μορφή, τα οποία κατά την κατάθεση του μάρτυρά της είναι αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων, σύμφωνα και με την τεχνική έκθεση του ορκωτού της λογιστή Γ.
Ν.. Τα κέρδη αυτά, εκτός του ότι ήταν μόνο λογιστικά- καθόσον δεν είχαν εισρεύσει τα αντίστοιχα ποσά τα ανωτέρω έτη στα ταμεία της διανομέως, λόγω των μεγάλων οφειλών των πελατών της-σε καμία περίπτωση δεν θα διατηρούνταν και μετά την πάροδο της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας και καθόλο το επίδικο διάστημα των επόμενων δύο ετών και οκτώ μηνών (από 19-12-2014 έως 20-8-2017).
Και τούτο διότι η οικονομική κρίση που έχει ενσκήψει στην ελληνική οικονομία είναι μεγάλη και οι οικονομικές συνθήκες της αγοράς στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο, κατά τα προαναφερόμενα, ιδιαίτερα δυσχερείς και επιδεινώθηκαν σημαντικά από την 1-1-2012 και εντεύθεν. Οι δυσμενείς αυτοί παράγοντες διατηρήθηκαν μέχρι και το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και με πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα διατηρηθούν και για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι τη συμπλήρωση της συμβατικής διάρκειας της σύμβασης στις 20-8-2017.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, τα καθαρά κέρδη, τα οποία θα αποκέρδαινε η ενάγουσα διανομέας, μετά πιθανότητος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τα οποία απώλεσε, λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης διανομής από υπαιτιότητα της εναγόμενης, θα ανέρχονταν, το επίδικο χρονικό διάστημα, από 19-12-2014 έως 20-8-2017, στο ποσό των 500.000 ευρώ, κατά μέσο όρο, ετησίως.
Επομένως, η ενάγουσα από υπαιτιότητα της εναγομένης προμηθεύτριας εταιρίας θα υποστεί αποθετική ζημία συνολικού ποσού ((500.000 X 2 έτη=) 1.000.000 ευρώ+(500.000:12=41.666 Χ8 μήνες=) 333.328 ευρώ))=1.333.328 ευρώ. Το ποσό αυτό, των 1.333.328 ευρώ, οφείλει να της καταβάλει η εναγομένη προμηθεύτρια ως αποζημίωση, προς αποκατάσταση της αποθετικής αυτής ζημίας της, ως και το ποσό των 1.000.000 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, δηλαδή συνολικά 2.333.328 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ'αριθμ. 4779/2014 και 5052/2014 αποφάσεις του, προσδιόρισε την οφειλόμενη στην ενάγουσα διανομέα αποζημίωση πελατείας στο ποσό των 3.107.695,26 ευρώ και ακολούθως προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας για το ανωτέρω επίδικο χρονικό (από 19-12-2014 έως 20-8-2017) στο ποσό των 4.345.554,45 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα- εναγομένη προμηθεύτρια με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της.
Πρέπει επομένως να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, αναφορικά με την πρώτη αγωγή της διανομέως ως προς την πρώτη εναγομένη 1 ανώνυμη εταιρία (και) προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης πελατείας και της αποζημίωσης των διαφυγόντων κερδών, και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο και δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα της ίδιας αγωγής το ποσό των 2.333.328 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.....Αναφορικά με την δεύτερη αγωγή της διανομέως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα:
Κατά το χρόνο της ένδικης καταγγελίας, στις 19-10-2011, όπως προεκτέθηκε, εκκρεμούσε η παράδοση, από την προμηθεύτρια, στη διανομέα, 27 μηχανημάτων-αναλυτών, τα οποία είχε παραγγείλει η τελευταία για πελάτες της διανομής και συγκεκριμένα: α) έντεκα (11) αιματολογικών αναλυτών τύπου Hematology Analyzer Sysmex XS lOOOi without sampler, που είχαν παραγγελθεί, οι πέντε πρώτοι από 14-7-2011 και οι 6 υπόλοιποι από 15-9-2011, β) ενός (1) αιματολογικού αναλυτή, τύπου Hermatology Analyzer Sysmex XS-lOOOi with sampler, που είχε παραγγελθεί από 15-9-2011, γ) πέντε (5) αναλυτών τύπου Cobas Integra 400 plus, που είχαν παραγγελθεί, ο ένας από 27-7-2011 και οι υπόλοιποι τέσσερις από 5-9-2011, δ) τεσσάρων (4) αναλυτών τύπου Cobas e-411 disk, που είχαν παραγγελθεί από 27-7-2011, ε) τεσσάρων (4) αιματολογικών αναλυτών τύπου Hermatology Analyzer Sysmex ΚΧ 21- Ν, που είχαν παραγγελθεί από 6-10-2011, και στ) δύο αναλυτών Cobas 6000 "c501/e601", που είχαν παραγγελθεί από 17-3-2011.
Όπως ήδη προαναφέρθηκε για τους υπό στοιχείο ε' αναλυτές δεν θεμελιώνεται καν η έννοια της καθυστέρησης στην-παράδοσή τους, λόγω της παρέλευσης λίγων μόνον ημερών από την παραγγελία τους και για τους, υπό τα στοιχεία γ και στ, η καθυστέρηση στην παράδοσή τους οφειλόταν σε γεγονότα για τα οποία δεν επείχε ευθύνη η προμηθεύτρια, κατά τις ήδη προεκτεθείσες διακρίσεις.
Τέλος, όπως επίσης αναφέρθηκε, για τους, υπό τα στοιχεία α, β και δ, συνολικά 16 αναλυτές, που περιλαμβάνονταν, όλοι, σε αυτούς για τους οποίους η προμηθεύτρια αύξησε τις τιμές τους, καθυστέρησε η κατάρτιση των συμβάσεων και συνακόλουθα η παράδοσή τους, λόγω της αντισυμβατικής αυτής αξίωσης της προμηθεύτριας.
Η τελευταία αυτή συμπεριφορά της προμηθεύτριας, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, συνιστά μόνο παράβαση συμβατικής υποχρέωσης, και όχι αδικοπραξία- όπως προεκτέθηκε- και δεν αποτελεί πράξη ανταγωνισμού. Και τούτο διότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αύξηση αυτή των τιμών των αναλυτών έγινε από την προμηθεύτρια με σκοπό τη βλάβη της διανομέως, με δόλια μεθόδευση και σχέδιο, για εξαναγκασμό της σε καταγγελία της σύμβασης, με σκοπό την εξοβελισμό της από την αγορά και τον σφετερισμό της πελατείας της και στα πλαίσια καταχρηστικής εκμετάλλευσής της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα-διανομέας.
Αντίθετα, σαφώς ανταποδείχθηκε ότι σκοπός της προμηθεύτριας για την αύξηση των τιμών των αναλυτών της ήταν μόνο η μείωση της μέχρι τότε σημαντικής ζημίας της από την εκμίσθωσή τους, αλλά και από την εν γένει λειτουργία της σύμβασης διανομής, όπως επισημάνθηκε και από τον νέο διευθυντή της λίγο καιρό μετά την ανάληψη των καθηκόντων του και διαπιστώθηκε, μεταγενέστερα και από τον ορκωτό λογιστή της.
Η ανωτέρω κρίση επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι, λίγες ημέρες πριν την καταγγελία της αντιδίκου της η προμηθεύτρια την περιέλαβε, αμέσως μετά την έγγραφη συναίνεσή της, στις διαφημίσεις της, στο περιοδικό του κλάδου, ως διανομέα των προϊόντων της και είχε μέχρι τότε σταθερή επικοινωνία μαζί της στα πλαίσια της συνεργασίας τους.
Μάλιστα μία μόλις ημέρα πριν την εξώδικη καταγγελία της διανομέως, στις 18-10-2011, με ηλεκτρονικό μήνυμα των αρμοδίων στελεχών της, ζητούσε από τη διανομέα να προετοιμάσει και να της αποστείλει πλάνο παραγγελιών για τον αναλυτή Integra 400, για τα επόμενα έτη και ανά έτος, για να το προωθήσει στο εξωτερικό. Από αυτά καταδεικνύεται, όχι μόνο ότι η προμηθεύτρια δεν είχε οποιοδήποτε σχέδιο προς εξαναγκασμό της διανομέως σε καταγγελία της σύμβασής τους με την αύξηση των τιμών που είχε ζητήσει ήδη από τις 23-6-2011, αλλά και ότι αυτή μέχρι και την προηγουμένη της καταγγελίας αγνοούσε παντελώς και σε καμία περίπτωση δεν ανέμενε την καταγγελία της αντισυμβαλλομένης της, για το λόγο αυτό αλλά και για οποιοδήποτε άλλο λόγο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο τα ίδια ως άνω έκρινε, αναφορικά με την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης προμηθεύτριας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται από τις παρούσας (αρθ.534 ΚΠολΔ) και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-διανομέας με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ενόσω διαρκούσαν ακόμα οι συμβάσεις, μετά την ένδικη καταγγελία, επί ένα και πλέον μήνα, οι συμβαλλόμενες εταιρίες, με ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων- οι οποίες μάλιστα κάποιες φορές παρερμηνεύονταν εκατέρωθεν- διαφωνούσαν για το είδος και την έκταση των συναλλακτικών τους σχέσεων, μετά την λύση των συμβάσεών τους, οι οποίες ρυθμίζονταν από τον ταυτάριθμο υπ'αριθμ. 15.1.2, όρο τους.
Η προμηθεύτρια, η οποία αρχικά αρνιόταν πλήρως την εφαρμογή του όρου αυτού, λόγω έλλειψης σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της αντιδίκου της, ακολούθως, επικουρικά δεχόμενη τη λύση της σύμβασής τους, ισχυριζόταν ότι, με βάση τον άνω όρο, υποχρεούται να της πωλεί μόνο τα αναλώσιμα προϊόντα της (αντιδραστήρια-αναλώσιμα τούτων και ανταλλακτικά), για την εξυπηρέτηση των πελατών της, που είχαν εκκρεμείς συμβάσεις μαζί της για τους αναλυτές, και για όσο διαρκούσαν οι συμβάσεις αυτές, με απώτερο χρονικό σημείο τα τρία έτη.
Η διανομέας αντίθετα διατεινόταν ότι η αντισυμβαλλόμενη της με τον όρο 15.1.2 υποχρεούτο να την προμηθεύει για τα επόμενα τρία έτη, με όλα τα προϊόντα της, και με αναλυτές, προς εξυπηρέτηση όλων των πελατών της, και αυτών των οποίων οι συμβάσεις είχαν ήδη λήξει ή θα έληγαν εντός της τριετίας. Όπως προαναφέρθηκε, με τον όρο 15.1.2 της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, είχαν οριστεί τα εξής: "Σε κάθε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα υποχρεούται να συνεχίσει να προμηθεύει τη διανομέα για χρονικό διάστημα έως τριών (3) ακόμη ετών, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου η διανομέας να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες που η ίδια προμήθευε με τα προϊόντα κατά το αμέσως προηγούμενο 12μηνο.
Η προς αυτούς απ' απευθείας πώληση των προϊόντων ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση κατά την περίοδο αυτή από την προμηθεύτρια, απαγορεύεται απολύτως, εκτός εάν συντρέξει σοβαρός λόγος εξυπηρέτησης κάποιων πελατών.. Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού οι πελάτες θα παραμένουν στην προμηθεύτρια, η δε διανομέας και ο παριστάμενος εκπρόσωπός της ατομικά υποχρεούνται να μην συναλλάσσονται ή έστω να προσεγγίσουν εμπορικά για την επόμενη τριετία τους πελάτες αυτούς".
Έχοντας το άνω περιεχόμενο ο όρος αυτός, επειδή υπάρχει ασάφεια, για το ποια ακριβώς προϊόντα και για ποιες συμβάσεις πελατών της θα προμήθευε στη διανομέα η προμηθεύτρια, με ρήτρα απαγόρευσης γι' αυτή του ανταγωνισμού, συντρέχει περίπτωση ερμηνείας του, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης προς αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά άρθρα 173 και 200 ΑΚ, με τον όρο αυτό - που έχει την ανωτέρω διατύπωση, λαμβάνοντας υπόψη τους λοιπούς όρους της σύμβασης για τη λειτουργία της, τη φύση της ως ορισμένου χρόνου, με συγκεκριμένη συμβατική διάρκεια και το σκοπό της - τα μέρη συμφώνησαν ότι:
η προμηθεύτρια, μετά την πρόωρη λύση της σύμβασης, μετά από καταγγελία της διανομέως για σπουδαίο λόγο (όπως εν προκειμένω), θα έχει την υποχρέωση να προμηθεύει τη διανομέα μόνο με αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, και μάλιστα με τις ποσότητες αυτών των προϊόντων, που ήταν αναγκαίες για τη συνέχιση της εξυπηρέτησης των πελατών της διανομής, τους οποίους η τελευταία προμήθευε με τα ανωτέρω αναλώσιμα προϊόντα της προμηθεύτριας, το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο, στα πλαίσια των μεταξύ τους εκκρεμών-κατά το χρόνο της πρόωρης λύσης της σύμβασης- διαρκών συμβάσεων για τους αναλυτές.
Η βούληση των συμβαλλόμενων ήταν η ανωτέρω, καθόσον, πέραν του ότι είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο και τη διατύπωση του άνω όρου, τα αντιδραστήρια και τα ανταλλακτικά ήταν τα προϊόντα που απαιτούνταν για να συνεχίσει η διανομέας να εξυπηρετεί, και μετά την πρόωρη λύση της σύμβασης, τους υφιστάμενους πελάτες της, στα διαγνωστικά κέντρα των οποίων, με διαρκείς συμβάσεις, είχε ήδη η ίδια εγκαταστήσει αναλυτές.
Οι αναλυτές αποτελούσαν το βασικό εξοπλισμό των ιατρικών διαγνωστικών κέντρων, που εγκαθίσταντο εκεί από τη διανομέα μία φορά, κατά την έναρξη κάθε σύμβασης μισθώσεως ή χρησιδανείου τους. Μετά την εγκατάστασή τους η διανομέας προμήθευε, με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, κάθε πελάτη της, σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης-κυρίως, ή -..χρησιδανείου, των αναλυτών, με όλες τις αναγκαίες,- για την εξυπηρέτησή τους και τη σωστή λειτουργία των αναλυτών, ποσότητες αντιδραστηρίων και ανταλλακτικών, που της παράγγελναν.
Επομένως οι αναλυτές ήταν τα αναγκαία προϊόντα της προμηθεύτριας για την έναρξη της συνεργασίας της διανομέως με τους πελάτες της και όχι για τη συνέχιση της εξυπηρέτησής τους, καθόσον αυτοί διατίθεντο από τη διανομέα μία φορά σε κάθε πελάτη, κατά την έναρξη της μεταξύ τους σύμβασης, και όχι συνεχώς και επαναλαμβανόμενα κατά τη διάρκειά της.
Έτσι, η αναφερόμενη στον εν λόγω όρο προμήθεια των πελατών της διανομέως για το προηγούμενο, της λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δωδεκάμηνο, δηλαδή διαδοχικά, και η επίσης αναφερόμενη στον ίδιο όρο συνέχιση της εξυπηρέτησής τους, είναι έννοιες που δεν συνάδουν με την προμήθεια των πελατών της με αναλυτές, αλλά μόνο με την προμήθεια αυτών με αντιδραστήρια και ανταλλακτικά για τους αναλυτές, που ήταν διαρκής και διαδοχική.
Η υποχρέωση δε της προμηθεύτριας για προμήθεια των προαναφερομένων προϊόντων της δεν θα διαρκούσε υποχρεωτικά για τα επόμενα τρία έτη από την πρόωρη λύση της σύμβασης, αλλά θα διαρκούσε όσο θα διαρκούσαν οι εν λόγω εκκρεμείς συμβάσεις των ανωτέρω πελατών της διανομέως και "έως" τρία έτη, δηλαδή η τριετία ορίστηκε ως απώτερη χρονική της διάρκεια.
Έτσι θα έληγε (η εν λόγω υποχρέωση της προμηθεύτριας) προγενέστερα της τριετίας, για τις εκκρεμείς συμβάσεις αναλυτών που είχαν μικρότερο αυτής υπόλοιπο συμβατικής τους διάρκειας, με τη συμπλήρωση του υπολοίπου, μικρότερου της τριετίας, συμβατικού τους χρόνου, και θα διαρκούσε μέχρι τη συμπλήρωση των τριών ετών, κατ' ανώτατο όριο, για τις εκκρεμείς συμβάσεις αναλυτών με μεγαλύτερο, της τριετίας, υπόλοιπο συμβατικής τους διάρκειας.
Αντίστοιχα, η προμηθεύτρια για όσο χρόνο διαρκούσαν οι εν λόγω συμβάσεις για τους αναλυτές, με απώτερο χρόνο την τριετία, κατά τις άνω διακρίσεις, απαγορευόταν να πωλεί στους πελάτες αυτούς απευθείας αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, ως και να τους προσεγγίσει γι' αυτά με οποιονδήποτε τρόπο εμπορικά. Μετά την πάροδο του ίδιου ως άνω διαστήματος, δηλαδή μετά τη λήξη κάθε επιμέρους σύμβασης με τους ανωτέρω πελάτες της, με απώτερο χρόνο τη συμπλήρωση τριετίας από τη λύση της σύμβασης διανομής, οι πελάτες της αυτοί θα παρέμεναν στην προμηθεύτρια και απαγορεύτηκε στη διανομέα, και στο νόμιμο εκπρόσωπό της, ατομικά, να προσεγγίζουν εμπορικά τους πελάτες αυτούς για την επόμενη τριετία.
Με τη συμφωνία αυτή, που ήταν σύμφωνη με όλη τη λειτουργία και το σκοπό της σύμβασης, εξασφαλιζόταν σταδιακά και βαθμιαία, η μείωση των συναλλαγών μεταξύ των συμβαλλομένων εταιριών, μετά την πρόωρη λύση της σύμβασής τους, μέχρι την οριστική τους παύση. Ταυτόχρονα διασφαλιζόταν και η ομαλή και χωρίς αιφνίδιες αλλαγές, εξυπηρέτηση των πελατών της διανομής, που είχαν εκκρεμείς με τη διανομέα συμβάσεις αναλυτών, για ένα εύλογο χρονικό διάστημα- γι' αυτές που είχαν μεγαλύτερη, της τριετίας υπόλοιπο συμβατικής διάρκειας-με τα αναγκαία για τη λειτουργία τους αναλώσιμα προϊόντα, προς όφελος της διανομέως για τον αντίστοιχο χρόνο, από την κερδοφόρα εμπορία τους (κυρίως των αντιδραστηρίων), με συνακόλουθη και αντίστοιχη, για κάθε μέρος ρύθμιση της απαγόρευσης του ανταγωνισμού.
Επιπρόσθετα, ο συμβατικός αυτός όρος, ερμηνευόμενος ως άνω, ήταν απόλυτα σύμφωνος και εναρμονισμένος με τη σαφή βούληση των μερών για τη λύση της σύμβασης εξήντα ημέρες μετά την καταγγελία, αλλά και με τον όρο 15.3.1, που προέβλεπε- με την επιφύλαξη βεβαίως των ανωτέρω συμφωνημένων με τον όρο 15.1.2- την ακύρωση όλων των υπολοίπων παραγγελιών της διανομέως για προϊόντα, μετά τη λήξη της σύμβασης, εάν αυτές δεν είχαν μέχρι τότε εκτελεστεί.
Στην περίπτωση που είχε συμφωνηθεί, μεταξύ των μερών- κατ' εσφάλμενη ερμηνεία τού όρου αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα διανομέας ότι: η προμηθεύτρια και μετά τη λύση της σύμβασης διανομής και καθόλη τη διάρκεια της μετασυμβατικής τριετίας, είχε υποχρέωση προμήθειάς της με όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα της (αντιδραστήρια, ανταλλακτικά και αναλυτές), προκειμένου η τελευταία να εξυπηρετεί με τα προϊόντα αυτά όλους τους πελάτες της του τελευταίου δωδεκαμήνου-και αυτούς των οποίων οι διαρκείς συμβάσεις για τους αναλυτές είχαν ήδη λήξει ή θα έληγαν εντός της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας-εγκαθιστώντας στα διαγνωστικά τους κέντρα τους αναλυτές με νέες διαρκείς συμβάσεις, υπομισθώσεώς τους, κυρίως, πενταετούς διάρκειας που θα κατάρτιζε μαζί τους και προμηθεύοντάς τους περαιτέρω με αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, αυτό θα ήταν ευθέως αντίθετο με όλους τους προαναφερόμενους όρους της σύμβασης, αλλά και με τη φύση της ως ορισμένου χρόνου με την ανωτέρω συμβατική διάρκεια.
Και τούτο καθόσον, στη περίπτωση αυτή η σύμβαση ουσιαστικά θα διαρκούσε, ακριβώς με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, σαν να μην είχε επέλθει ποτέ η λύση της- και δη μετά την πάροδο εξήντα ημερών-από την ένδικη καταγγελία της διανομέως, τουλάχιστον επί τρία συνεχή έτη μετά από αυτή, σε πλήρη αντίθεση με τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων.
Εξάλλου, και η επικαλούμενη από τη διανομέα ρύθμιση του όρου 15.3.2. ότι η λήξη ή λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε όρο δεν επηρεάζει την ισχύ των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων που έχουν ρητά συμφωνηθεί με αυτή ότι θα διαρκέσουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, είναι επίσης απόλυτα σύμφωνη και αυτή- και σε καμία περίπτωση αντίθετη- με τον όρο 15.1.2.
όπως αυτός ερμηνεύτηκε. Μάλιστα με την ρύθμιση αυτή (του όρου 15.3.2) προς πλήρη διευκρίνιση, αμέσως μετά την αναφερόμενη, στον προηγούμενο όρο 15.3.1., ακύρωση των ανεκτέλεστων παραγγελιών κατά τη λύση της σύμβασης, διευκρινίζεται ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών με μεγαλύτερη διάρκεια από τη λύση της σύμβασης-όπως αυτά του εν λόγω όρου 15.1.2 (και οι εκκρεμείς συμβάσεις μισθώσεως αναλυτών πενταετούς διάρκειας που είχαν παραδοθεί στη διανομέα) θα εξακολουθήσουν να ισχύουν παρά τη λύση της σύμβασης.
Τα ίδια ως άνω ισχύουν και για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ερμηνευόμενου του ταυτάριθμου, ομοίου όρου της (15.1.2), αναλόγως, ως ανωτέρω. Κατόπιν τούτων, η προμηθεύτρια, απόλυτα σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, δήλωσε σαφώς στην αντισυμβαλλόμενη της ότι ήταν διατεθειμένη να την προμηθεύει με τα προϊόντα του όρου 15.1.2, δηλαδή με τα αναλώσιμα προϊόντα της, για όσο χρόνο διαρκούν οι εκκρεμείς συμβάσεις της για τους αναλυτές με τους πελάτες της διανομής, που αυτή εξυπηρετούσε το τελευταίο δωδεκάμηνο.
Προς κάλυψη δε του σημαντικού ανοικτού υπολοίπου της αντισυμβαλλομένης της του τρέχοντος έτους 2011, ως και των γενόμενων παραγγελιών κάθε μήνα, αξίωσε επανειλημμένα, την παράδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως γινόταν μεταξύ τους- στα πλαίσια σχετικής συμφωνίας τους-τα προηγούμενα έτη, από την έναρξη της συνεργασίας τους.
Η διανομέας, αρχικά αρνήθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς και την άνω αξίωση της προμηθεύτριας, διατεινόμενη ότι ο όρος 15.1.2 της σύμβασης διανομής είχε δήθεν διαφορετικό περιεχόμενο και συγκεκριμένα το προαναφερόμενο, που η ίδια αβασίμως επικαλείται και ως ενάγουσα. Περαιτέρω δε χαρακτήρισε την αξίωση παράδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών αντισυμβατική και αυθαίρετη, διότι, δήθεν, ουδέποτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο μεταξύ τους.
Μεταγενέστερα όμως, στις 29-11-2011, δήλωσε στην αντισυμβαλλόμενη της, με επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων της, ότι αποδέχεται τις άνω προτάσεις της που αφορούν στις συναλλαγές τους , κατά τη διάρκεια της μετασυμβατικής τριετίας και στις 19-1-2012 της παρέδωσε, για την κάλυψη του πιστούμενου υπολοίπου του έτους 2011, μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού 9.937.942,84 ευρώ, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης από 30-6-2012 έως και 31-12-2012.
Όπως προαναφέρθηκε η διανομέας-αντιπροσωπευομένη, πράγματι παρέδιδε, τέτοιες, μεταχρονολογημένες, επιταγές στην προμηθεύτρια και αντιπροσωπευομένη εταιρία για τον ίδιο λόγο, από την έναρξη της συνεργασίας τους, στο τέλος κάθε μήνα προς κάλυψη των πιστουμένων οφειλών της προς αυτή, σε εκπλήρωση σχετικής συμβατικής υποχρέωσης, που είχε αναλάβει έναντι της ανωτέρω αντισυμβαλλόμενης της, κατ' αποδοχή σχετικής προτάσεως της τελευταίας.
Αυτή η επιμέρους σύμβαση των μερών ήταν σύμφωνη με την καλή πίστη και συνήθης στις συναλλαγές, σε περίπτωση πίστωσης σημαντικών χρηματικών ποσών, όπως εν προκειμένω. Την εν λόγω συμφωνία αμφισβήτησε όψιμα και μη πειστικά η διανομέας-αντιπρόσωπος, πολύ μεταγενέστερα, μετά την ανάληψη των καθηκόντων της νέας διοίκησης της αντισυμβαλλομένης της, που αξίωσε τήρηση όλων των μεταξύ τους συμφωνηθέντων.
Την αμφισβήτησε επίσης και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, επίσης μη πειστικά, όπως κρίθηκε, καθόσον με την εκδοθείσα επί της αιτήσεώς της υπ'αριθμ. 6176/2012 απόφαση, μετά από πιθανολόγηση της βασιμότητας της κατάρτισης της αμφισβητούμενης αυτής σύμβασης και της εξ αυτής σχετικής συμβατικής της υποχρέωσης, η διανομέας-αντιπρόσωπος υποχρεώθηκε να παραδίδει στο τέλος κάθε μήνα στην προμηθεύτρια μεταχρονολογημένες επιταγές προς κάλυψη των αντίστοιχων οφειλών της προς αυτήν.
Επομένως, με βάση όλα τα προαναφερόμενα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια- αντιπροσωπευομένη, επέβαλε στην διανομέα-αντιπρόσωπο, αντίθετα με τα χρηστά ήθη και με καταχρηστική εκμετάλλευση της μεταξύ τους σχέσης οικονομικής εξάρτησης, αυθαίρετους, αντισυμβατικούς και αντίθετους με τον άρθρο 15.1.2 της σύμβασης διανομής-και εμπορικής αντιπροσωπείας, όρους συναλλαγής τους κατά τη διάρκεια της πρώτης μετασυμβατικής τριετίας και εξαναγκάζοντάς της να της παραδώσει '' μεταχρονολογημένες επιταγές, όπως αβάσιμα ιστορείται στη δεύτερη αγωγή.
Ακολούθως, αποδείχθηκε, ότι με από 2-2-2012 ηλεκτρονικό μήνυμά της, η προμηθεύτρια-αντιπροσωπευομένη , δια του αρμοδίου στελέχους της, αλλά και με την από 17-2-2012 εξώδικη δήλωσή της, ενημέρωσε την αντισυμβαλλομένη της, ότι η ίδια πρόκειται να αναλάβει σταδιακά απευθείας την τροφοδοσία των πελατών της αντιπροσωπείας του τελευταίου δωδεκαμήνου, των οποίων οι συμβάσεις για τους αναλυτές έχουν λήξει, όπως και την προμήθεια προϊόντων της και την παροχή υπηρεσιών επισκευής στους πελάτες της διανομής, των οποίων οι συμβάσεις για τους αναλυτές έχουν λήξει.
Πράγματι, στις αρχές του επόμενου μήνα, απέστειλε προς τους συνεργάτες της, από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, επιστολή της με το εξής περιεχόμενο: "Αγαπητοί συνεργάτες, με την παρούσα επιστολή η εταιρεία μας "... θα ήθελε να σας ενημερώσει σχετικά με το - ρόλο της εταιρείας "...
ΑΕ", η οποία μέχρι πρότινος ήταν διανομέας/αντιπρόσωπος της εταιρείας μας. Προς διευκρίνιση των πραγμάτων θα θέλαμε να σας γνωστοποιήσουμε τα ακόλουθα: Η συνεργασία της εταιρείας μας με την εταιρεία "... ΑΕ", έληξε την 19-12-2011, λόγω καταγγελίας, στην οποία προέβη η εταιρεία "... ΑΕ". Κατόπιν τούτου η εταιρείας μας "...
ΑΕ" προωθεί, πωλεί, διακινεί και υποστηρίζει η ίδια απευθείας τα προϊόντα της σε όλα τα εργαστήρια του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα. Πιο συγκεκριμένα, τα προϊόντα αυτά είναι οι βιοχημικοί, ανοσολογικοί και αιματολογικοί αναλυτές, καθώς και αναλυτές ούρων, ηλεκτρολυτών και ξηράς χημείας συμπεριλαμβανομένων των αντιδραστηρίων και αναλωσίμων τους;
Η εταιρία "... ΑΕ", θα εξακολουθήσει να εξυπηρετεί (και να υποστηρίζει) αποκλειστικά και μόνο τις υπάρχουσες συμβάσεις, που αφορούν σε μηχανήματα (αναλυτές) της "... ΑΕ", μέχρι να λήξει ο συμβατικός τους χρόνος και όχι πέραν του τέλους του έτους 2014. Δηλαδή η εταιρεία "... ΑΕ", δεν έχει δικαίωμα να συνάπτει νέες συμβάσεις για προϊόντα της εταιρείας, ούτε έχει δικαίωμα να διαθέτει προϊόντα της εταιρείας μας σε πελάτες, των οποίων η σύμβαση έχει λήξει.
Συνεπώς, εάν έχει λήξει ο συμβατικός χρόνος, που αναγράφεται στη σύμβασή σας (πράγμα που θα το δείτε από τη σύμβαση, που έχετε υπογράψει) πλέον για προϊόντα ... θα πρέπει να απευθύνεστε αποκλειστικά και μόνο στην εταιρείας μας, καθόσον η εταιρεία "... ΑΕ" δεν έχει κανένα δικαίωμα να σας προμηθεύει με προϊόντα ....
Για οποιαδήποτε επιπλέον πληροφορία επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνο....Με εκτίμηση...". Περαιτέρω η προμηθεύτρια έδωσε προς δημοσίευση περίληψη της επιστολής της αυτής στο περιοδικό "Εργαστηριακός Εξοπλισμός" τεύχος 42 του πρώτου εξαμήνου του 2012. Η ανωτέρω επιστολή της προμηθεύτριας- αντιπροσωπευομένης είναι διατυπωμένη προσεκτικά, δεν περιέχει οποιοδήποτε μειωτικό για το κύρος και την επαγγελματική πίστη της διανομέως-αντιπροσώπου περιστατικό ή σχόλιο, είναι σύμφωνη με τον προαναφερόμενο υπ'αριθμ. 15.1.2, όρο της σύμβασης διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας και απολύτως ακριβής.
Δεν αναφέρεται προσβλητικά στη διανομέα-αντιπρόσωπο και περιορίζεται μόνο στην αναγκαία ενημέρωση των παραληπτών της, υφισταμένων και εύλογα ενδιαφερομένων, πελατών της διανομής και της αντιπροσωπείας, για τη, μετά τη λήξη των εν λόγω συμβάσεών της με την διανομέα-αντιπρόσωπό της, κατάσταση. Επίσης, με την επιστολή της αυτή η αποστολέας εταιρία, απευθυνόμενη στους πελάτες για πώληση των προϊόντων τους μετά τη λήξη των συμβάσεων που είχαν συνάψει με την αντισυμβαλλόμενη της για τους αναλυτές, δεν επιχείρησε ανεπίτρεπτη και αντίθετη με τον όρο 15.1.2 και τη ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού εμπορική τους προσέγγιση.
Αντίθετα ενήργησε σύννομα και είχε το συμβατικό αυτό δικαίωμα, καθόσον με τον άνω όρο απαγορευόταν σε αυτή να προσεγγίζει εμπορικά μόνο τους πελάτες με εκκρεμείς συμβάσεις αναλυτών, και μόνο για τα αναλώσιμα προϊόντα της (αντιδραστήρια και ανταλλακτικά), για όσο διάστημα διαρκούσαν οι συμβάσεις τους με απώτερο χρονικό διάστημα την τριετία.
Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια-αντιπροσωπευόμενη ανώνυμη εταιρία, επιχείρησε, αντίθετα με όσα η ίδια δήλωσε στην ανωτέρω επιστολή της, η οποία μάλιστα δημοσιεύτηκε και στον τύπο, να πωλήσει σε κάποιους πελάτες της διανομής, με εκκρεμείς συμβάσεις αναλυτών, αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η διανομέας-αντιπρόσωπος και μη πειστικά κατατέθηκε.
Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν συνηθίζεται στις εταιρίες μεγάλης εμβέλειας, όπως η εναγομένη. Επιπρόσθετα η αντίθεση των προφορικών ισχυρισμών της με τους γραπτούς και δημοσιευμένους στον τύπο ισχυρισμούς της θα ήταν, εκτός από μειωτική του κύρους της, απόλυτα αναποτελεσματική για την επιχειρούμενη ενέργεια, καθόσον δημιουργεί σύγχυση και προβληματισμό.
Επίσης είχε εύλογο ενδιαφέρον να αποστείλει την επιστολή της αυτή η προμηθεύτρια- αντιπροσωπευομένη και στους πελάτες της αντιπροσωπείας, όπως τα νοσοκομεία, για να προσεγγίσει ως νέους, δικούς της πελάτες, έχοντας προς τούτο δικαίωμα, τους ειδικευόμενους εκεί μελλοντικούς βιοπαθολόγους ιδιωτικών διαγνωστικών εργαστηρίων.
Επομένως, κατόπιν όλων των ανωτέρω η εν λόγω εταιρία, επιδεικνύοντας την ανωτέρω συμπεριφορά, ουδόλως αποδείχθηκε ότι παραβίασε τη ρήτρα ανταγωνισμού (του όρου 15.1.2), ούτε επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη αντίθετη με τα χρηστά ήθη και με σκοπό τον ανταγωνισμό της διανομέως-αντιπροσώπου της, εκμεταλλευόμενη μάλιστα την επικαλούμενη οικονομική εξάρτηση της επιχειρήσεώς της που δεν είχε ισοδύναμη εναλλακτική λύση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία με την δεύτερη αγωγή της.
Συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε η ιστορούμενη στην αγωγή αυτή, ως αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 1 και στις διατάξεις του άρθρου 18α του ν. 146/1910 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, άλλως ως αδικοπρακτική, συμπεριφορά της εναγόμενης εταιρίας, επί της οποίας ερείδεται η αιτούμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση της, το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι ουσιαστικά αβάσιμο. Συνακόλουθα, δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος επανάληψης των επικαλούμενων, αβασίμως, στην αγωγή πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού στο μέλλον από την εν λόγω εταιρία κατά της ενάγουσας εταιρίας, καθόσον δεν επέδειξε η εναγομένη τέτοια συμπεριφορά κατ' αυτής.
Επίσης, επειδή το περιεχόμενο της ένδικης επιστολής ήταν σύννομο και σύμφωνο με τους όρους των ενδίκων συμβάσεων, δεν συντρέχει λόγος ανάκλησής της από την αποστολέα της, με νέα επιστολή της προς τους πελάτες, αντιθέτου περιεχομένου και στην αιτούμενη ανακοίνωσή της στο περιοδικό "Εργαστηριακός Εξοπλισμός", όπως αβάσιμα ζητείται με την ίδια αγωγή.
Επομένως τα σχετικά αγωγικά αιτήματα είναι ουσιαστικά αβάσιμα.....Αναφορικά, όμως, με την έτερη κύρια, συρρέουσα, βάση της αγωγής αυτής, του αθεμίτου ανταγωνισμού, του άρθρου 1 ν. 146/1914, έκρινε τα αντίθετα και κατά ουσιαστική αποδοχή της υποχρέωσε τους εναγόμενους της δεύτερης αγωγής-ανώνυμη εταιρία και νόμιμο εκπρόσωπό της, να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, και επιπρόσθετα την πρώτη εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον τις ένδικες πράξεις ανταγωνισμού, και να αποστείλει στους πελάτες της αντιπροσωπείας και της διανομής επιστολή της και να δημοσιεύσει ανακοίνωσή της στο άνω περιοδικό με αντίθετο της ένδικης επιστολής περιεχόμενο, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται και οι εκκαλούντες-εναγόμενοι της αγωγής αυτής, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους....Αναφορικά με την τέταρτη αγωγή, την αναγνωριστική της κυριότητας της ενάγουσας διανομέως επί των επιδίκων 616 μηχανημάτων, αυτή είναι μη νόμιμη, ως το υπό το στοιχείο β' αίτημά της, της αναγνώρισης ότι η ενάγουσα θα καταστεί αυτοδικαίως κυρία των υπ'αριθμ. 286 έως 616 μηχανημάτων μεταγενέστερα της συζήτησης της αγωγής της, με τη λήξη της αντίστοιχης σύμβασης μισθώσεως και την αποπληρωμή εκ μέρους των μελλοντικών μισθωμάτων.
Και τούτο διότι ζητείται η αναγνώριση μελλοντικής έννομης σχέσης και συγκεκριμένα αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας, το οποίο κατά τα ιστορούμενα, θα αποκτηθεί στο μέλλον και η αναγνώριση αυτής της μελλοντικής έννομης σχέσης δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70 ΚΠολΔ.
Αλλά, ούτε είναι δυνατή κατά νόμο η έγερση της αγωγής ως προς αίτημα αυτό, από την, κατά τα εκτιθέμενα, μέλλουσα κυρία των ανωτέρω κινητών πραγμάτων, με επίκληση του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε' ΚΠολΔ, όπως υπολαμβάνει η ενάγουσα. Και τούτο διότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής, καθόσον η γένεση του επικαλούμενου μελλοντικού δικαιώματος, κυριότητας της ενάγουσας, δεν εξαρτάται μόνο από την επέλευση του" χρονικού σημείου λήξης των συμβάσεων μισθώσεως των εν λόγω μηχανημάτων, αλλά τελεί, ανεπίτρεπτα, υπό αίρεση και συγκεκριμένα την αίρεση καταβολής των μελλοντικών μισθωμάτων εκ μέρους της ενάγουσας στην εναγόμενη....
Κατά τα λοιπά, για την ουσιαστική βασιμότητα της άνω αγωγής και της συνεκδικαζόμενης, αντίθετης της, τρίτης αγωγής, μετά από προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των ιδίων ως άνω αποδεικτικών μέσων και με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά λεκτέα τα ακόλουθα: Ουδόλως αποδείχθηκε ότι με την σύμβαση αποκλειστικής διανομής είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων εταιριών η πώληση από την προμηθεύτρια στην διανομέα αναλυτών της, όπως οι επίδικοι και με τις δύο αγωγές, με πίστωση του συμφωνημένου τιμήματος πωλήσεώς τους για μία πενταετία και με τον όρο παρακράτησης της κυριότητάς τους, από την πωλήτρια- προμηθεύτρια, μέχρι την αποπληρωμή του πιστούμενου τιμήματος από την αγοράστριά τους-διανομέα.
Αλλά ούτε αποδείχθηκε, ότι μεταξύ των ίδιων εταιριών για τα ίδια μηχανήματα, είχε συμφωνηθεί η εκμίσθωσή τους από την προμηθεύτρια στην διανομέα για πέντε έτη, με τον πρόσθετο όρο της αυτόματης κτήσης της κυριότητάς τους από την τελευταία, με τη λήξη της πενταετούς εκμίσθωσής τους. Οι ανωτέρω, επικαλούμενες από τη ενάγουσα-εναγομένη διανομέα συμφωνίες, (κυρίως η πρώτη και επικουρικά η δεύτερη), για κτήση της κυριότητας επί των εν λόγω επιδίκων μηχανημάτων, δεν περιλαμβάνονται στην ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και ειδικότερα στο υπ'αριθμ. 3 παράρτημά της, όπως υπολαμβάνει η διανομέας.
Ειδικότερα, στην περικοπή του ανωτέρω παραρτήματος υπό το στοιχείο Β, την οποία επικαλείται η διανομέας- προς απόδειξη των - ανωτέρω συμφωνιών; αναφέρεται: "Β. Ενοικίαση με μεταβίβαση της κυριότητας των μηχανημάτων στο τέλος της διάρκειας ενοικίασης", ακολουθούν τα μοντέλα αναλυτών, με αναγραφόμενο, αντιστοίχως καθενός τούτων, χρηματικό ποσό, υπό την ένδειξη "ετήσιο ενοίκιο ανά τεμάχιο" και τέλος κάτω από την ένδειξη "Διάρκεια ενοικίασης (έτη), αναγράφεται ο αριθμός 5.
Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο το εν λόγω παράρτημα της ένδικης έγγραφης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει τις επικαλούμενες από την διανομέα, κυρίως και επικουρικώς, συμφωνίες των διαδίκων εταιριών για την πώληση, με παρακράτηση της κυριότητας ή για αυτόματη μεταβίβαση της κυριότητας των επιδίκων μηχανημάτων, με τη λήξη της μίσθωσής τους.
Αντίθετα, από το άνω παράρτημα, σαφώς προκύπτει ότι, για την προμήθεια της διανομέως με μηχανήματα καινούργια, που δεν ήταν τοποθετημένα σε πελάτες της προμηθεύτριας, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και ήταν νεώτερα της πενταετίας, προβλέφθηκε-εκτός από την πώλησής τους με συγκεκριμένα τιμήματα πωλήσεως που αναφέρονται υπό το στοιχείο Α-η εκμίσθωσή τους από την προμηθεύτρια σε αυτή, για πέντε έτη, αντί συγκεκριμένου ετησίου ενοικίου ανά τεμάχιο, με δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητάς τους στη λήξη της πενταετούς μισθώσεως.
Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής η διανομέας κατήρτιζε με την προμηθεύτρια κυρίως συμβάσεις μισθώσεως-και όχι πωλήσεως- για τους άνω αναλυτές, λόγω της πολύ χαμηλότερης τιμής των συμφωνημένων μισθωμάτων τους, από τα αντίστοιχα συμφωνημένα, με το ίδιο παράρτημα υπό το στοιχείο Α, τιμήματα πωλήσεώς τους.
Ακολούθως η διανομέας τους εγκαθιστούσε στους πελάτες της, όπως συμβατικά υποχρεούτο, κυρίως με συμβάσεις υπομισθώσεως, πενταετούς διάρκειας. Ειδικότερα, από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης διανομής, η προμηθεύτρια, μετά από σχετικό αίτημα της διανομέως, της εκμίσθωνε, με έγγραφες συμβάσεις μισθώσεως, τους άνω αναλυτές της, για πέντε έτη με το συμφωνημένο για κάθε αναλυτή μίσθωμα.
Κάθε μία από τις έγγραφες, προσκομιζόμενες με νόμιμη επίκληση, συμβάσεις μισθώσεως, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, έχει όλα τα στοιχεία της σύμβασης μισθώσεως, δηλαδή της συμφωνίας για παραχώρηση της χρήσης των μηχανημάτων από την προμηθεύτρια στην διανομέα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, πέντε ετών, αντί συμφωνημένου μισθώματος.
Σε καμία από τις συμβάσεις αυτές δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, ούτε σε πώληση των αναλυτών από την προμηθεύτρια προς την διανομέα, με πίστωση του τιμήματος πωλήσεως και παρακράτηση της κυριότητάς τους από την πρώτη, μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος πωλήσεως από τη δεύτερη, αλλά ούτε σε αυτόματη μεταβίβαση της κυριότητας των εκμισθωμένων αναλυτών από την εκμισθώτρια προμηθεύτρια στη μισθώτρια διανομέα, στο τέλος της μίσθωσης.
Για τα παλαιότερα της πενταετίας μηχανήματα, που βρίσκονταν εγκατεστημένα από την προμηθεύτρια σε πελάτες του τομέα, με τον όρο 1.7 της σύμβασης διανομής, είχε οριστεί ότι η διανομέας δικαιούται να τα αγοράζει από την προμηθεύτρια μόνο κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης διανομής. Για τους καινούργιους και νεώτερους της πενταετίας αναλυτές, που μίσθωνε η διανομέας, δεν περιλήφθηκε στη σύμβαση, αντίστοιχη ρύθμιση και ως προς τούτο υπάρχει κενό.
Ερμηνευομένης της συμβάσεως, κατά τούτο, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης προς αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, η βούλησή τους ήταν και για τους αναλυτές αυτούς η διανομέας να δύναται να αποκτήσει την κυριότητά τους κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, ζητώντας τη μεταβίβασή τους από την προμηθεύτρια;
μόνο για τους αναλυτές των οποίων οι συμβάσεις μισθώσεως θα έληγαν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης διανομής και όχι μετά τη λύση ή λήξη αυτής. Και τούτο καθόσον το ίδιο είχαν συμφωνήσει οι συμβαλλόμενες εταιρίες για τα παλαιότερα της πενταετίας μεταχειρισμένα μηχανήματα και δεν υπάρχει κανένας λόγος διαφοροποίησης της βούλησής τους αυτής για τα μηχανήματα τα καινούργια και νεώτερα της πενταετίας.
Τούτο εξάλλου ήταν σύμφωνο και με το σκοπό της έγγραφης συμβάσεως διανομής και με όλους τους προαναφερόμενους όρους αυτής, όπου ρητά είχε διατυπωθεί η βούληση των συμβαλλόμενων. Ειδικότερα, σκοπός και βούλησή τους, κατά τους ήδη εκτεθέντες συμβατικούς όρους, ήταν η διανομέας να αποκτά την κυριότητα των αναλυτών και να τους εγκαθιστά σε πελάτες της διανομής, μόνο κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής.
Μετά τη λύση της η διανομέας δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αναλυτών, καθόσον δεν μπορούσε έκτοτε να συνάπτει νέες συμβάσεις υπομίσθωσής τους ή χρησιδανείου με πελάτες της διανομής και απαγορευόταν σε αυτή οποιαδήποτε άλλη χρήση τους. Γι' αυτό το λόγο, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, κάθε παραγγελία της για τους αναλυτές- όπως και για όλα τα λοιπά προϊόντα- που δεν είχε εκτελεστεί, ακυρωνόταν, σύμφωνα με τον όρο 15.3.1.
Επιπρόσθετα η διανομέας, μετά τη λύση της μίσθωσης, είχε την υποχρέωση, κατά τον ειδικότερα συμφωνημένο, με τον όρο 15.1.2, χρόνο και κατ' εφαρμογή του όρου αυτού, α) να αποδώσει στην προμηθεύτρια τη χρήση των αναλυτών που ήταν μισθωμένοι με εκκρεμείς συμβάσεις μισθώσεως, μετά τη λήξη των συμβάσεων αυτών και β) να της μεταβιβάσει την κυριότητα τω ν αναλυτών που είχαν περιέλθει στη δική της κυριότητα, μέχρι τη λύση της σύμβασης διανομής (όπως σαφώς προκύπτει από το εδ.
γ' του ίδιου όρου) και ήταν τοποθετημένοι σε πελάτες της διανομής, έναντι της αναπόσβεστης λογιστικής τους αξίας, εάν υπήρχε τέτοια, και δωρεάν εάν αυτή είχε αποσβεστεί (όρος 15.1.2 εδ. τελευτ.). Έτσι, εξασφαλιζόταν απόλυτα η απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης χρήσης αναλυτών από την διανομέα, εκτός των πλαισίων της ένδικης σύμβασης διανομής μετά τη λύση της.
Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνηθέντων, η διανομέας κατά τη-μικρότερη της πενταετίας- διάρκεια της σύμβασης διανομής, ζητούσε από την προμηθεύτρια, όταν το επιθυμούσε, με ηλεκτρονικά της μηνύματα, να της μεταβιβάσει η τελευταία την κυριότητα ήδη μισθωμένων, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, αναλυτών που είχαν ενταχθεί στη διανομή, μετά τη λήξη της μίσθωσής τους.
Κατόπιν της δήλωσης αυτής της διανομέως μετά τη λήξη της μίσθωσής τους η προμηθεύτρια της πωλούσε τους ανωτέρω αναλυτές, έναντι συμβολικού τιμήματος πωλήσεως, και εκδιδόταν από την πωλήτρια εταιρία το απαιτούμενο παραστατικό, τιμολόγιο πωλήσεως. Εξάλλου, αυτή η ακολουθούμενη διαδικασία ήταν η νόμιμη και απαιτούμενη από τη φορολογική νομοθεσία για τη μεταβίβαση της κυριότητας προϊόντων από τη μία εταιρία στην άλλη, που ήταν ανώνυμες, με υποχρεωτικά οργανωμένο λογιστήριο για να τηρείται η οικονομοτεχνική και φορολογική τάξη.
Η διανομέας και τους αναλυτές αυτούς που αποκτούσε κατά κυριότητα, εξακολουθούσε, υποχρεωτικά, να τους έχει τοποθετημένους σε πελάτες της διανομής με συμβάσεις υπομισθώσεως ή χρησιδανείου. Η τελευταία όμως, σε αντίθεση με όλα τα προαναφερόμενα, που συμφωνήθηκαν με την έγγραφη σύμβαση διανομής ισχυρίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, ως ενάγουσα- εναγομένη των άνω αγωγών, και τα εξής:
Ότι για να καρπούται η προμηθεύτρια τα φορολογικά οφέλη συμφωνήθηκε οι συμβάσεις που κατάρτιζαν μεταξύ τους για τους αναλυτές, να ονομαστούν "μισθώσεις" πενταετούς διάρκειας, με αυτοδίκαιη μεταβίβαση της κυριότητάς τους
στο τέλος της μίσθωσης, με την εξόφληση του τιμήματος τους, λαμβανομένων υπόψη και των πιστώσεων που είχαν συμφωνηθεί για την καταβολή του. Ότι οι συμβάσεις αυτές, που κατάρτιζαν με την προμηθεύτρια για τους αναλυτές, ήταν αυτοτελείς σε σχέση με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δεν επηρεάζονταν από την τύχη της τελευταίας, θα συνέχιζαν δηλαδή να ισχύουν ανεξάρτητα από τη λύση ή τη λήξη αυτής, η ίδια δε θα αποκτούσε αυτοδικαίως την κυριότητα των αναλυτών κατά τη λήξη της μίσθωσής τους, και θα συνέχιζε να τους εγκαθιστά σε πελάτες της διανομής, οι οποίοι επίσης θα εξακολουθούσαν να καταναλώνουν αντιδραστήρια και αναλώσιμα προϊόντα της προμηθεύτριας προς όφελος της τελευταίας.
Ότι επίσης ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της προμηθεύτριας, ότι στις συμβάσεις που θα υπέγραφε η ίδια (η διανομέας) με τους πελάτες της διανομής θα περιλαμβάνονταν όρος, με βάση τον οποίο οι πελάτες της, μετά την πλήρη εξόφληση των υπομισθωμάτων προς αυτήν, θα είχαν δικαίωμα να αξιώσουν την προς αυτούς μεταβίβαση της κυριότητας του αναλυτή που είχαν υπομισθώσει, έναντι συμβολικού τιμήματος.
Ότι έτσι οι αναλυτές θα παρέμεναν σε πελάτες της διανομής, οι οποίοι θα εξακολουθούσαν να καταναλώνουν αντιδραστήρια ... προερχόμενα από την προμηθεύτρια. Όλες οι ανωτέρω, επικαλούμενες από τη διανομέα, σημαντικές, για τις σχέσεις τους, συμφωνίες των διαδίκων εταιριών, όχι μόνο δεν περιλήφθησαν στη σύμβαση διανομής που ήταν αναλυτική, αλλά είναι παντελώς αντίθετες με το περιεχόμενό της, ιδίως αυτό που ρυθμίζει τις σχέσεις των συμβαλλομένων εταιριών μετά τη λύση της με το οποίο είναι αντίθετες και οι σχετικές καταθέσεις -στις προσκομιζόμενες, με επίκληση από τη διανομέα, ένορκες βεβαιώσεις.
Εξάλλου, σε μία τέτοια περίπτωση, η σύμβαση διανομής δεν θα διαρκούσε για το συμφωνημένο χρόνο, ούτε θα έληγε με το συμφωνημένο τρόπο, αλλά ουσιαστικά θα εξακολουθούσε να διαρκεί, "και μετά τη λύση της" για αόριστο χρόνο, σε αντίθεση με τη σχετική, ρητά εκπεφρασμένη, βούληση των συμβαλλομένων. Επιπρόσθετα, η επικαλούμενη από την ενάγουσα διανομέα συμφωνία για περαιτέρω μεταβίβαση της κυριότητας αναλυτών από αυτή σε πελάτες της μετά λύση της σύμβασης διανομής, καθιστά ανέφικτη, στην ουσία ακυρώνει, την ρητά προβλεπόμενη, στον όρο 15.1.2 όρο της σύμβασης διανομή υποχρέωση της διανομέως για μεταβίβαση στην προμηθεύτρια των αναλυτών, που βρίσκονται, αδιάθετοι, στην κυριότητά της κατά τη λύση της σύμβασης διανομής.
Ταυτόχρονα, αντίθετα με το σκοπό της σύμβασης αυτής, αναλυτές της προμηθεύτριας θα βρίσκονταν στην κυριότητα, μετά τη λύση της, αορίστου αριθμού προσώπων, που δεν θα συνδέονταν μαζί της συμβατικά και δεν είχαν οποιαδήποτε έναντι αυτής υποχρέωση, ούτε για την αγορά αντιδραστηρίων από την ίδια, αλλά ούτε για τη χρήση των αναλυτών της, τους οποίους θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν ανέλεγκτα, κατά την ελεύθερη βούλησή τους, επί ζημία των συμφερόντων της διανομέως.
Τα επίδικα μηχανήματα είναι αναλυτές που είχε μισθώσει η διανομέας από την προμηθεύτρια με συμβάσεις πενταετούς μισθώσεως, οι οποίες όλες έληξαν μετά τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και η διανομέας δεν μπορούσε, κατά τα προαναφερόμενα, να ζητήσει τη μεταβίβαση της κυριότητάς τους, αλλά ούτε και τη ζήτησε κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής.
Έτσι τα μηχανήματα αυτά μετά τη λήξη της μίσθωσής τους δεν περιήλθαν στην κυριότητά της, διότι η προμηθεύτρια ουδέποτε της μεταβίβασε την υφιστάμενη κυριότητά της επ' αυτών. Για το λόγο αυτό η τελευταία και δεν εξέδωσε ποτέ για οποιοδήποτε των εν λόγω μηχανημάτων το απαιτούμενο φορολογικό παραστατικό (τιμολόγιο πωλήσεως) στο όνομα της διανομέως, όπως έπραττε πάντοτε όταν της μεταβίβαζε την κυριότητά της επί κάποιου μηχανήματος.
Επομένως, σαφώς αποδείχθηκε, από την προσήκουσα εκτίμηση όλων των ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ότι η προμηθεύτρια εξακολουθεί να είναι κυρία των επιδίκων, με την αγωγή της, 613 μηχανημάτων και επειδή τούτο αμφισβητείται από την εναγομένη-ενάγουσα διανομέα, συντρέχει νόμιμος λόγος αναγνώρισης της κυριότητάς της επ' αυτών.
Η διανομέας, η οποία κατέχει τα ανωτέρω μηχανήματα οφείλει να αποδώσει τη χρήση τους στην προμηθεύτρια κυρία τους, κατά το χρόνο λήξης κάθε σύμβασης μισθώσεως, όπως βάσιμα ζητείται με την αγωγή της τελευταίας. Η άσκηση του αγωγικού αυτού δικαιώματος δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.
Και τούτο διότι δεν βλάπτει δυσανάλογα και άδικα τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες της εναγομένης σε σχέση με την ωφέλεια που επιδιώκει να αποκομίσει η ενάγουσα, ούτε έρχεται σε προφανή αντίθεση με οποιαδήποτε προηγούμενη πρακτική, συμφωνία και κατάσταση που είχε επί σειρά ετών δημιουργηθεί, που δεν αναμενόταν να ανατραπεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται κατ' ενσταση, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, η εναγομένη.
Αντίθετα δεν είχε δημιουργηθεί, σχετικά με τα μηχανήματα οποιαδήποτε αντίθετη με τη επιδιωκόμενη, κατάσταση και πρακτική μεταξύ των διαδίκων για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθόσον το ζήτημα για την κυριότητα και την απόδοση των ενδίκων μηχανημάτων προέκυψε πρόσφατα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, μεταξύ των μερών, ήταν εγγράφως συμφωνημένος ο χρόνος απόδοσής τους και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αδράνεια της ενάγουσας.
Επιπρόσθετα η ενιστάμενη διανομέας, δεν υφίσταται δυσανάλογα μεγάλη ζημία, καθόσον αυτή ναι μεν κατέβαλε τα μισθώματα των ενδίκων αναλυτών στην ενάγουσα κατά τη διάρκεια των συμβάσεων μισθώσεων τους, αλλά παράλληλα και η ίδια εισέπραξε υπομισθώματα από τους πελάτες της διανομής, στους οποίους τους υπεκμίσθωσε, συνεχίζοντας μάλιστα μέχρι τη λήξη των εκκρεμών αυτών συμβάσεων να τους πωλεί αντιδραστήρια με δικό της κέρδος.
Επομένως, η ανωτέρω ένσταση της διανομέως, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα. Η ίδια ως άνω ένσταση είχε προβληθεί από την εναγομένη - διανομέα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του την ερεύνησε και την απέρριψε επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τα μηχανήματα, ως προς τα οποία έκανε δεκτή την αγωγή της προμηθεύτριας.
Συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-διανομέας, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων για την ανωτέρω ένστασή της, επαναφέροντάς την με το σχετικό λόγο της έφεσής της και τον πρόσθετο λόγο αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, η μη απόδοση των επιδίκων με την άνω αγωγή μηχανημάτων στη ενάγουσα-προμηθεύτρια από την εναγομένη-διανομέα, μέχρι το χρόνο της πρώτης συζήτησής της, δεν συνιστά αδικοπραξία, όπως αβάσιμα αυτή επικαλείται στην αγωγή της, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του νομίμου εκπροσώπου της κατά την άσκηση των καθηκόντων του, λόγω του συμφωνημένου, μεταγενέστερου της άσκησης της αγωγής, χρόνου απόδοσής τους και της αμφισβήτησης της κυριότητας της εναγομένης επ' αυτών, που κατέστη αντικείμενο της δίκης.
Συνεπώς, η ασκηθείσα με την αγωγή αυτή αξίωση της προμηθεύτριας κατά των εναγόμενων, για καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της προσβολής του κύρους της από τη μη απόδοση των επιδίκων μηχανημάτων κυριότητός της, είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Αντίθετα η σωρευόμενη στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο της διεκδικητική αγωγή των επιδίκων αναλυτών είναι ουσιαστικά βάσιμη στο σύνολό της, απορριπτομένης κατ'ουσίαν της ένστασης ιδίας κυριότητας που πρότεινε η εναγομένη-διανομέας, ως και η αντίθετη, τέταρτη συνεκδικαζόμενη-αγωγή της τελευταίας, περί αναγνώρισης της κυριότητάς της επί των υπ'αριθμ. 1 έως 285 μηχανημάτων. Τέλος ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η αιτούμενη από την ενάγουσα-διανομέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση της τρωθείσας φήμης της από την μη απόδοση των επιδίκων, με την ανωτέρω αβάσιμη διεκδικητική αγωγή της, μηχανημάτων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, τα ίδια ως άνω έκρινε, αναφορικά με την αιτούμενη, από κάθε ενάγουσα, εύλογη χρηματική ικανοποίηση και απέρριψε την τρίτη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, στο σύνολό της ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, και κατά το μέρος τούτο ως προς τις εναγόμενες εταιρίες κάθε αγωγής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζονται με τους σχετικούς λόγους έφεσής τους οι εκκαλούσες-ενάγουσες και εξ αυτών η εκκαλούσα διανομέας και με το σχετικό πρόσθετο λόγο της έφεσής της, είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος της εκκαλουμένης αποφάσεώς του, με το οποίο απέρριψε κατ'ουσίαν την τρίτη αγωγή (της ενάγουσας προμηθεύτριας ), ως προς τα αναφερόμενα σε αυτή με αριθμούς από 1 έως και 37 και από 39 έως και 442 μηχανήματα και έκανε δεκτή κατ'ουσίαν την τέταρτη αγωγή (της ενάγουσας διανομέως) ως προς τα αναφερόμενα σε αυτή με αριθμούς από 1 έως και 285 μηχανήματα, μετά από αντίστοιχη ουσιαστική παραδοχή των ενστάσεων ιδίας κυριότητας των εκατέρωθεν εναγόμενων, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα - ενάγουσα - εναγομένη προμηθεύτρια, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της.
Αντίθετα, όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα-εναγομένη-ενάγουσα διανομέας, με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσής της, παραπονούμενη για τη μερική ουσιαστική παραδοχή της τρίτης αγωγής, της αντιδίκου της, αναφορικά με τα λοιπά μηχανήματα, τα αναφερόμενα σε αυτή με τους αριθμούς 38, 443 έως και 613, είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Και τούτο διότι, με βάση τα προαναφερόμενα, με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτιμήθηκαν οι αποδείξεις κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή αυτή, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση της ενάγουσας της τρίτης αγωγής-εναγομένης της τέταρτης αγωγής και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τις ανωτέρω αγωγές εν μέρει και συγκεκριμένα α) ως προς την από 27-5- 2013 αγωγή της προμηθεύτριας εταιρίας, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η σωρευόμενη στο δικόγραφό της διεκδικητική αγωγή (και μόνο και όχι και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή αυτή, για την οποία δεν χωρεί εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως) και β) ως προς την από 10-11-2013 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή της διανομέως, κατά το μέρος που έγινε αυτή δεκτή.
Περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος που χωρεί η εξαφάνιση και δικαστεί κατά τούτο από το Δικαστήριο αυτό, πρέπει να απορριφθεί η από 10-11- 2013 αγωγή της διανομέως, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1034 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 27-5-2013 αγωγή, κατά το μέρος τούτο, η οποία είναι επίσης νόμιμη, στηριζόμενη στις ίδιες διατάξεις, ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία των αναφερομένων στο μέρος αυτό της αγωγής της μηχανημάτων, με τους αριθμούς 1 έως και 37 και από 39 έως και 442 και συγκεκριμένα....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 7-1-2015 αντέφεση, ενώ δέχθηκε τις από 22-10-2014 και 23-10-2014 εφέσεις. Ακολούθως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση α) ως προς την από 15-10- 2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 170834/5495/2012) αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, και ως προς τα κεφάλαια 1) των διαφυγόντων κερδών λόγω της αντισυμβατικής μη παράδοσης των επιδίκων 27 μηχανημάτων (αναλυτών), 2) της αποζημίωσης πελατείας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και 3) των διαφυγόντων κερδών λόγω πρόωρης λύσης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής του χρονικού διαστήματος από 19-12-2014 έως 20-8-2017, και ως προς τη σχετική με την αγωγή αυτή διάταξη της περί επιβολής των δικαστικών εξόδων στους εναγόμενους, β) ως προς την από 23-7-2012 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 133947/4353/2012) αγωγή και ως προς τα κεφάλαια 1) της προμήθειας της διανομέως με όλες τις ποσότητες προϊόντων με τους ίδιους όρους και συμφωνίες των συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας, για το χρονικό διάστημα από 19-12-2011 έως 19-12-2014, 2) της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά την κύρια βάση της, του αθέμιτου ανταγωνισμού, 3) της παράλειψης από την εναγόμενη το χρονικό διάστημα των επιδίκων πράξεων αθεμίτου ανταγωνισμού στο μέλλον, 4) της αποστολής εκ μέρους της εναγόμενης της νέας επιστολής σε όλους τους πελάτες και δημοσίευσης της ένδικης ανακοίνωσης σε περιοδικό, και ως προς τη σχετική με την αγωγή αυτή διάταξή της περί επιβολής των δικαστικών εξόδων, γ) ως προς την από 27-5-2013 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 76712/2170/2013) αγωγή, κατά το μέρος που η αγωγή αυτή απορρίφθηκε και ως προς την πρώτη εναγομένη (και μόνο) δηλαδή για την αιτούμενη αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας επί των αναφερομένων στην άνω αγωγή της μηχανημάτων, με τους αριθμούς από 1 έως και 37 και από 39 έως και 442 και της απόδοσης αυτών στην ίδια από την πρώτη εναγομένη και προς τη σχετική με την αγωγή αυτή διάταξή της περί επιβολής των δικαστικών εξόδων και δ) ως προς την από 10-11-2013 αγωγή (αριθμ.
εκθ. καταθ. 165183/4737/2013) κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή αυτή (και μόνο), δηλαδή ως προς την αναγνώριση της ενάγουσας κυρίας των αναφερομένων στην άνω αγωγή της, με τους αριθμούς 1 έως και 285, μηχανημάτων και την υποχρέωση της εναγομένης για έκδοση των σχετικών φορολογικών παραστατικών- τιμολόγια πώλησης, ως και τη σχετική με την αγωγή αυτή διάταξη περί επιβολής των δικαστικών εξόδων.
Α) Επί της από 30-3-2016 αίτησης αναίρεσης:
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατ' ορθή δε εφαρμογή αυτών δέχθηκε τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ανεξάρτητα από την περιοριστική απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας αυτής, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Τις ίδιες ως άνω διατάξεις το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Την κρίση του δε αυτή και το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίζουν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) με το από 27-7-2006 "ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής διανομής", η αναιρεσείουσα (προμηθεύτρια), όρισε την αναιρεσίβλητη εταιρία μοναδική διανομέα της στην Ελλάδα προϊόντων της (ιατρικά διαγνωστικά συστήματα) που φέρουν το δικό της εμπορικό σήμα "...", είτε άλλο εμπορικό σήμα εταιριών που η ίδια αντιπροσώπευε-όπως τα προϊόντα Sysmex- για να τα προωθεί και να διαθέτει σε ιδιωτικά εργαστήρια, ιατρικά κέντρα, ιδιωτικές κλινικές και άλλους φορείς υγείας του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα, παρέχοντάς στους πελάτες αυτούς ταυτόχρονα υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής αυτών, β) αναγνωρίστηκε από τις συμβαλλόμενες εταιρίες ότι η διανομέας έχει και δικαιούται να διατηρήσει και κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και κάθε ανανεούμενης περιόδου τις αντιπροσωπείες άλλων, ανταγωνιστικών προϊόντων, υποσχέθηκε όμως ότι θα προσπαθήσει, κατά το δυνατόν, να μεταφέρει τους πελάτες της (προϊόντων των άλλων εταιριών), στη σύμβαση διανομής και στα προϊόντα της αντισυμβαλλομένης της, και ότι η ίδια και ο εκπρόσωπός της ατομικά δεν θα αναλάβουν νέες αντιπροσωπείες, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα, για ανταγωνιστικά προϊόντα που θα πωλούνταν στον τομέα, ενώ παράλληλα ανέλαβε την υποχρέωση ενημέρωσης της προμηθεύτριας (με αναφορά προμηθευτών και κατηγοριών προϊόντων και τυχόν υποχρεώσεις ελάχιστων αγορών) για τυχόν συμφωνίες που είχε ήδη συνάψει με τρίτους και που αφορούν την κατασκευή, αντιπροσώπευση και διανομή ανταγωνιστικών προϊόντων, γ) η αναιρεσείουσα (προμηθεύτρια) τον Ιούνιο του 2011, αιφνιδιαστικά αξίωσε αύξηση των τιμών όλων των αναλυτών, με τους οποίους μέχρι τότε προμήθευε την αναιρεσίβλητη, πάντοτε με σταθερές τιμές από την ένταξή τους στη σύμβαση, χωρίς να έχει τέτοιο συμβατικό δικαίωμα και ειδικότερα, αύξησε την τιμή του πενταετούς μισθώματος κατά τα ως άνω αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη, δ) η αύξηση αυτών των τιμών των πενταετών μισθωμάτων (και αντίστοιχα των τιμών πώλησης) των ανωτέρω αναλυτών, τις οποίες αξίωσε η αναιρεσείουσα από τη διανομέα, ήταν αντισυμβατική και σημαντική, σε σχέση με τις σταθερές και αμετάβλητες τιμές τους, που κατέβαλε μέχρι τότε η τελευταία, με συνέπεια να της δημιουργήσει ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες στη διάθεση των συγκεκριμένων μηχανημάτων, αφού μείωνε την ανταγωνιστική της θέση, ενόψει των συνθηκών της αγοράς την περίοδο εκείνη και των παράλληλων εισαγωγών από τρίτους με πολύ χαμηλές τιμές, ε) τα προαναφερόμενα μοντέλα αναλυτών ήταν αυτά, που σχεδόν, αποκλειστικά, διέθετε η αναιρεσίβλητη εταιρεία στους πελάτες της και δεν είχε τη δυνατότητα να παύσει να τα προμηθεύεται από την αντισυμβαλλομένη της, καθόσον αυτοί οι αναλυτές τότε είχαν ζήτηση στην αγορά, στ) οι παλαιότεροι αναλυτές, που είχαν χαμηλότερες τιμές, ήταν ήδη παρωχημένοι και στην πλειοψηφία τους είχαν ήδη αντικατασταθεί από τα προαναφερόμενα μοντέλα, ενώ με βάση τη σύμβαση διανομής η διανομέας δεν είχε τη δυνατότητα εναλλακτικής προμήθειάς τους από ανταγωνιστή της προμηθεύτριάς της, ζ) η διανομέας, μετά την δηλωθείσα αύξηση των τιμών των ανωτέρω αναλυτών, διαμαρτυρήθηκε άμεσα και επανειλημμένα, επικαλούμενη συμβατικούς όρους για τις τιμές τους, πλην όμως η προμηθεύτρια ενέμενε στην αντισυμβατική αύξηση των τιμών τους, διατεινόμενη, αβάσιμα, ότι δήθεν είχε προς τούτο σχετικό συμβατικό δικαίωμα και επανέλαβε ότι οι νέες τιμές θα ισχύουν για τις νέες παραγγελίες από τις 4-7-2011 και εντεύθεν, η) η επίκλησή της αυτή, για δήθεν σχετική συμβατική της δυνατότητα, εύλογα δημιουργούσε φόβο και ανησυχία στην αναιρεσίβλητη εταιρεία ότι ήταν πιθανόν εκείνη να αξιώνει, αντίθετα με τα συμφωνηθέντα, την αύξηση των τιμών των ίδιων μηχανημάτων και άλλες φορές στο μέλλον και σε όποιο ποσοστό θέλει, θ) κατόπιν όλων αυτών, η αντισυμβατική μονομερής, από την προμηθεύτρια, σημαντική αύξηση των τιμών των αναλυτών, που προωθούσε στην αγορά η διανομέας, συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης διανομής εκ μέρους της τελευταίας, παρότι δεν περιλαμβάνεται στους αναφερόμενους στην ίδια σύμβαση λόγους που αφορούν στην προμηθεύτρια, αποτελεί δε πραγματικό περιστατικό, που καθιστά, κατά αντικειμενική κρίση, μη ανεκτή για την καταγγέλλουσα διανομέα τη συνέχιση της ένδικης σύμβασης διανομής μέχρι τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των συμβαλλόμενων εταιριών, ι) υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση υπέρβαση των ορίων ανοχής της συμβάσεως, που δικαιολογεί την απαλλαγή της καταγγέλλουσας αναιρεσίβλητης εταιρείας από τη συμβατική της δέσμευση, παρά τη συμφωνημένη διάρκεια αυτής, που δεν αποκλείει το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση διανομής και προ της επελεύσεως του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, για τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο που αναφέρεται στην ένδικη καταγγελία της, ια) καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα, καθόσον δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ότι η ίδια ήταν υποχρεωμένη να προβεί στις ανωτέρω αυξήσεις των τιμών των μηχανημάτων-αναλυτών, για να μην πωλεί κάτω του κόστους, ενόψει του ότι είχε ήδη μειώσει τις τιμές των αντιδραστηρίων, ενώ η διανομέας δεν επρόκειτο να υποστεί επιβάρυνση, καθώς είχε εναλλακτικές δυνατότητες και έχοντας μεγάλο μικτό κέρδος, ποσοστού 65%, θα μπορούσε να το μειώσει και να απορροφήσει τις αυξήσεις αυτές για να είναι ανταγωνιστική, αφού τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά είναι αβάσιμα, η δε αύξηση των τιμών των προαναφερόμενων αναλυτών από την προμηθεύτρια ήταν αντισυμβατική, ακόμη και εάν οι προηγούμενες τιμές τους που η ίδια είχε ορίσει κατά την ελεύθερη βούλησή της, ήταν κάτω του κόστους, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, ενώ η διανομέας δεν είχε εναλλακτική λύση προμήθειας όμοιων αναλυτών που να την εξυπηρετούν, με καλύτερες τιμές, ούτε από την προμηθεύτρια, ούτε από άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες και τέλος δεν μπορούσε να απορροφήσει τις αυξήσεις των αναλυτών μειώνοντας το κέρδος της, καθόσον είχε ζημία από τη διάθεσή τους στην αγορά και όχι κέρδος και ιβ) η λύση της σύμβασης στην οποία οδήγησε η καταγγελία της αναιρεσίβλητης εταιρείας για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητές της, δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της και έτσι δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της.
Κατόπιν τούτων οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και οι πρώτος και πέμπτος λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι "...το Εφετείο δέχθηκε κενό στη σύμβαση διανομής ως προς τον τρόπο καθορισμού των τιμών/μισθωμάτων των νέων μηχανημάτων, που κυκλοφόρησαν μετά τη σύναψη της διανομής στις 27.7.2006 και προέβη σε σχετική ερμηνεία του όρου 3.5.
της σύμβασης διανομής εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρ. 173, 200 ΑΚ, τις οποίες όμως διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, παραβιάζοντας τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών....". Με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη, με τη χρησιμοποίηση των αναφερθέντων επιχειρημάτων του και ειδικότερα ότι α) στην επίμαχη σύμβαση, που ήταν αναλυτική και λεπτομερής, για τις τιμές όλων ανεξαιρέτως των αναλυτών-είτε αυτών του παραρτήματος 3, είτε αυτών που θα όριζε η προμηθεύτρια, κατ' άρθρο 3.5, όχι μόνο δεν είχε προβλεφθεί αναπροσαρμογή τους και μάλιστα συγκεκριμένη, αλλά ούτε καν δυνατότητα αναπροσαρμογής ή τροποποίησής τους από την προμηθεύτρια, σε αντίθεση με τις τιμές των λοιπών προϊόντων της διανομής, β) για τις τιμές των λοιπών προϊόντων και συγκεκριμένα των αντιδραστηρίων, αναλώσιμων και ανταλλακτικών (του παραρτήματος ΙΒ), τα μέρη ήθελαν και για το λόγο αυτό όρισαν γι' αυτά τα προϊόντα και μόνο, τροποποίηση και αναπροσαρμογή τους, με ρητό όρο της σύμβασή τους, τον υπ'αριθμ. 8.2., γ) τούτο ήταν σύμφωνο και με τα κρατούντα, προ και κατά την κατάρτιση της σύμβασης, στις συναλλαγές, καθόσον οι αναλυτές είναι μηχανήματα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου απαξιώνονται, κυκλοφορούν νέα, βελτιωμένα, μοντέλα τους στην αγορά και συνεπώς δεν δικαιολογείται αύξηση των τιμών τους μετά την πρώτη κυκλοφορίας τους, δ) κατά την κατάρτιση της σύμβασης και η προμηθεύτρια εταιρία, όπως και η διανομέας, ενδιαφερόταν κυρίως για την προώθηση των αντιδραστηρίων της στην αγορά και όχι για τις τιμές των αναλυτών, που αποτελούσαν το δέλεαρ για την προσέλκυση πελατών-αγοραστών των ανωτέρω, απαραίτητων για την λειτουργία τους, αντιδραστηρίων, ε) επιβεβαιωτικό της βούλησης των μερών για τη σταθερότητα των τιμών (μίσθωσης και πώλησης) των αναλυτών, είναι και το γεγονός ότι, παρότι η σύμβαση διανομής τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (27-7-2007), δεν προβλέφθηκε, ούτε τότε συμβατικά η δυνατότητα αναπροσαρμογής ή τροποποίησης των τιμών τους από την προμηθεύτρια και στ) σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας των μερών, όλες οι διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως, και σπανίως πωλήσεως, αναλυτών, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους, από την έναρξη ισχύος της σύμβασης (20-8-2007) και για τα επόμενα τέσσερα περίπου έτη, είχαν πάντοτε τις ίδιες, σταθερές τιμές, για όλα τα μοντέλα των αναλυτών από το χρόνο ένταξής τους στη σύμβαση και την πρώτη κυκλοφορία τους στα πλαίσια αυτής, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίησή τους, στη συγκεκριμένη ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης αυτών.
Η ερμηνεία δε αυτή εκφράζει στην προκείμενη περίπτωση την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνεπώς το Εφετείο έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως και τους όρους των εν λόγω διατάξεων.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος (2ος) είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 30-3-2016 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Β) Επί της από 25-4-2016 αίτησης αναίρεσης και των από 28-2-2017 προσθέτων λόγων:
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 724, 725 ΑΚ και κατ' ορθή εφαρμογή αυτών, δέχθηκε ότι οι διάδικοι επιτρεπτώς καθόρισαν συγκεκριμένους λόγους, που θα θεωρούνταν σπουδαίοι για την πρόωρη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ενώ παράλληλα συμφώνησαν για την περίπτωση αυτή την καταβολή κατ' αποκοπή αποζημίωσης, το ποσό της οποίας προσδιορίστηκε σε συγκεκριμένο ύψος, για την απαλλαγή από το βάρος απόδειξης του ύψους και της έκτασης της ζημίας, χωρίς εξ αυτού του λόγου να αποκλείεται η συνδρομή άλλου σπουδαίου λόγου, πέραν των ήδη συμφωνηθέντων, δικαιολογούντος την καταγγελία της σύμβασης, όπως άλλωστε δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.
Ειδικότερα, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η συμφωνία κατά το επίμαχο μέρος δεν συνιστά περιορισμό των σπουδαίων λόγων καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και επέλευσης των εκ του νόμου συνεπειών, αλλά προσδιορισμό από τη συμβατική βούληση των λόγων, που συμφωνούνται, ως σπουδαίοι, για τη θεμελίωση της εκ της συμβάσεως αξίωσης καταβολής της κατ' αποκοπή αποζημίωσης και εντεύθεν της επέλευσης των συμβατικών συνεπειών.
Επί πλέον, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δέχθηκε ότι η κατ' αποκοπή αποζημίωση συμφωνήθηκε, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μόνο για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής για τους σπουδαίους λόγους που καθόρισαν συμβατικά οι διάδικοι. Εξάλλου, όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση της διάταξης του άρθρου 332 ΑΚ, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν εφάρμοσε τη συγκεκριμένη διάταξη, ούτε αυτή ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές αυτές, εφόσον δεν δέχθηκε την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα κατάρτιση εκ των προτέρων συμφωνίας αποκλείουσας ή περιορίζουσας την ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 801/2017).
Το δε σχετικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζουν επαρκώς οι παραδοχές της ότι α) με τον 15.1.2 όρο της σύμβασης διανομής ορίστηκε ότι σε τυχόν περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετίας διάρκειάς της ή μη αυτόματης ανανέωσής της, με τη λήξη του πέμπτου χρόνου, καθώς και σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πριν τη λήξη της δεύτερης πενταετίας διάρκειάς της, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα οφείλει να της καταβάλει αποζημίωση, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην πληττόμενη απόφαση, β) η προβλεπόμενη από τον προαναφερόμενο 15.1.2 όρο αποζημίωση δεν οφείλεται όταν η διανομέας καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν η καταγγελία της έγινε για σπουδαίο λόγο που αφορά στην προμηθεύτρια και γ) με τους υπ' αριθμ. 15.2.3 έως και 15.2.7 όρους, συμφωνήθηκαν, ως σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας, που αφορούν την προμηθεύτρια και ορίστηκαν, περιοριστικά, εκτός από την πτώχευσή της, την αναγκαστική ή ειδική εκκαθάρισή της, την ανάκληση από δημόσια αρχή της αναγκαίας άδειας λειτουργίας της, η άμεση ή έμμεση παραβίαση της αποκλειστικότητας της διανομέως στη διάθεση των προϊόντων στο τομέα στην περιοχή, εφόσον η προμηθεύτρια δεν προβεί σε αποκατάσταση των πραγμάτων μέσα σε εξήντα ημέρες από την παραλαβή έγγραφης διαμαρτυρίας της διανομέως και η υπαίτια παράβαση του όρου 6.2.9 (δηλαδή της ειδοποίησης για την παύση κατασκευής των προϊόντων και για την κυκλοφορία νέων ή εξελιγμένων μορφών αυτών έγκαιρα και πάντως τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την παύση ή τη νέα κυκλοφορία τους) και η συστηματική και υπαίτια μη προμήθεια της διανομέως με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων, που η τελευταία θα της παραγγέλλει, εφόσον για το τελευταίο αυτό θα έχει προηγηθεί έγγραφη διαμαρτυρία της διανομέως και μη συμμόρφωση της προμηθεύτριας εντός 60 ημερών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο συμπληρωματικός αυτού πρώτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των εφαρμοζομένων στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής διατάξεων είναι και εκείνη του άρθρου 725 Α.Κ., κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή οποτεδήποτε, αν δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα αυτό.
Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η παραίτηση είναι χωρίς αποτέλεσμα. Αν η καταγγελία έγινε άκαιρα χωρίς σπουδαίο λόγο, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που η καταγγελία προξένησε στον εντολέα. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, σπουδαίος λόγος συντρέχει στις περιπτώσεις που τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καθιστούν την εξακολούθηση της σύμβασης για το συμβαλλόμενο που την καταγγέλλει μη αξιώσιμη, σύμφωνα με την καλή πίστη.
Τα πραγματικά δε περιστατικά που συνθέτουν τον σπουδαίο λόγο, δεν είναι απαραίτητο να αφορούν μόνο εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία, δηλαδή να αφορούν το πρόσωπό του ή να εμπίπτουν στη σφαίρα των κινδύνων του - χωρίς, όμως, να απαιτείται και πταίσμα αυτού - αλλά, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναφέρονται και στη σφαίρα συμφερόντων του καταγγέλλοντος, ή και μόνον του καταγγέλλοντος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του και τούτο διότι κατά γενική αρχή του δικαίου, κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά του ή από δικό του πταίσμα.
Και ναι μεν η συνδρομή ή όχι των συνιστώντων τον σπουδαίο λόγο πραγματικών περιστατικών ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πλην όμως το εάν τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος γίνεται με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή καταρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. (ΑΠ 540/2018, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 1582/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα από αυτό δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά στη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε, όπως έχει εκτεθεί, ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ήταν επικουρική και παρακολουθηματική, ως προς τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καθόσον α) αυτή καταρτίστηκε για την καλύτερη εφαρμογή εκείνης, β) σύμφωνα με τον 15.1.1 όρο αυτής, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας διαρκεί και ανανεώνεται παράλληλα με την από 27-7-2006 σύμβαση διανομής, ώστε πάντοτε να έχει ταυτόχρονη ισχύ με αυτή και η λήξη ή λύση της πρώτης (διανομής) αυτομάτως συνεπάγεται και λήξη ή λύση της δεύτερης και γ) η σύμβαση αυτή υπογράφηκε για την καλύτερη εφαρμογή εκείνης (σύμβασης διανομής), ακολούθως κατέληξε στο ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα για σπουδαίο λόγο με αποτέλεσμα να απορρίψει το αγωγικό αίτημα της τελευταίας για καταβολή της υπό τις προϋποθέσεις της σύμβασης, κατ' αποκοπή αποζημίωσης, καθώς και τα συναφή επικουρικά αιτήματα της καταβολής αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Ενώ έπρεπε, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 725, 288 ΑΚ, να δεχθεί ότι υπό τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης αντιπροσωπείας, που είχε παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με εκείνη της αποκλειστικής διανομής και ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα, μετά την καταγγελία της τελευταίας δεν είχε συμφέρον στην εκτέλεσή της πρώτης στη συνέχεια δε να ερευνήσει το αν τυχόν ο λόγος αυτός συνιστούσε και "σπουδαίο λόγο", κατά τη σύμβαση, θεμελιωτικό της κατ'αποκοπή συμβατικής αποζημίωσης.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο σχετικός (δεύτερος) αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επί πλέον, η πληττόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, για λόγο συναπτόμενο με τους καθορισθέντες συμβατικά σπουδαίους λόγους, οι οποίοι θεμελίωναν την αξίωση για καταβολή της συμφωνηθείσας κατ' αποκοπή αποζημίωσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού δέχθηκε α) ότι η σύμβαση αυτή ήταν επικουρική και παρακολουθηματική σε σχέση με εκείνη της διανομής, β) ότι θα έληγε ταυτόχρονα με αυτή, γ) ότι η αναιρεσείουσα θα είχε τη δυνατότητα και χωρίς την έγγραφη συναίνεση της αντιπροσωπευμένης να μεταφέρει πελάτες από τη σχέση της αντιπροσωπείας στη σύμβαση διανομής, δ) ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύθηκε ύστερα από καταγγελία της εκ μέρους της αναιρεσείουσας για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια και αντισυμβατική αύξηση από την προμηθεύτρια των αναλυτών που της διέθετε μέχρι τότε εκείνη και για την οποία (αύξηση) εκείνη, με το από 30-6-2011 ηλεκτρονικό μήνυμα, την κάλεσε να ανακαλέσει τη δήλωσή της για αύξηση των τιμών των συγκεκριμένων μηχανημάτων, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθόσον η προμηθεύτρια, με το από 26-7-2011 παρόμοιο μήνυμά της, της κατέστησε γνωστό ότι εμμένει στις νέες τιμές, ε) ότι σε περίπτωση που λυθεί η σύμβαση (αντιπροσωπείας) πριν τη λήξη της πρώτης πενταετίας διαρκείας της ή της μη αυτόματης ανανέωσης αυτής με τη λήξη του πέμπτου χρόνου, χωρίς αυτό να οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, ο οποίος θα αφορά την αντιπροσωπευόμενη, η τελευταία θα υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα αποζημίωση, το ποσό της οποίας καθορίστηκε με σαφήνεια από τους διαδίκους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και στ) ότι ως σπουδαίος λόγος, οι οποίος θα είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας και ο οποίος ήταν θεμελιωτικός της αξίωσης καταβολής της κατ' αποκοπή αποζημίωσης, καθορίστηκε συμβατικά, εκτός των άλλων, κάθε κατά την κρίση των Ελληνικών Δικαστηρίων παραβίαση συμβατικής ή νόμιμης υποχρέωσης εκ μέρους της αντιπροσωπευομένης, εφόσον από την παραβίαση αυτή θίγονται ουσιωδώς τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της αντιπροσώπου και υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η πρώτη δεν θα αποκαταστήσει τα πράγματα εντός εξήντα (60) ημερών από την παραλαβή σχετικής έγγραφης διαμαρτυρίας της δεύτερης, ακολούθως κατέληξε στο ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λύθηκε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, τα συνδεόμενα με τη σύμβαση αυτή αιτήματα, ήτοι της καταβολής της κατ' αποκοπή αποζημίωσης και επικουρικά της αποζημίωσης πελατείας και των διαφυγόντων κερδών.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, δεδομένου ότι δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο η αντισυμβατική και υπαίτια αύξηση των τιμών των αναλυτών, στα πλαίσια της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, για την οποία διαμαρτυρήθηκε η αναιρεσείουσα και η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αποτέλεσε σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της, δεν αποτέλεσε και σπουδαίο λόγο που δικαιολογούσε την εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού λόγω του συμφωνηθέντος παρακολουθηματικού χαρακτήρα της η συνέχιση της λειτουργίας της έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, με συνέπεια την τυχόν συνδρομή του σπουδαίου λόγου υπ' αριθμ. 15.2.10 της σύμβασης, θεμελιωτικού της αξίωσης καταβολής της συμφωνηθείσας κατ' αποκοπή αποζημίωσης.
Συνεπώς, είναι βάσιμος και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991, απέρριψε το επικουρικό αγωγικό αίτημα της αποζημίωσης πελατείας, όσον αφορά τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, μολονότι δέχθηκε ότι αυτή ήταν επικουρική και παρακολουθηματική σε σχέση με εκείνη της διανομής και ότι η τελευταία λύθηκε ύστερα από καταγγελία της εκ μέρους της αναιρεσείουσας για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια και αντισυμβατική αύξηση από την προμηθεύτρια των αναλυτών που της διέθετε μέχρι τότε εκείνη, ήτοι για λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα εκείνης, ανεξαρτήτως του ότι, κατά την κρίση του, δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την καταγγελία της.
Επομένως, ο σχετικός έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι, όσον αφορά τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας, θεμελιωτικός της κατ' αποκοπή αξίωσης αποζημίωσης, ορίστηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων και η συστηματική και υπαίτια μη προμήθεια της διανομέως με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων, που εκείνη θα της είχε παραγγείλει και με την προϋπόθεση ότι θα είχε προηγηθεί έγγραφη διαμαρτυρία για την άρνηση αυτή και ότι η προμηθεύτρια δεν θα είχε συμμορφωθεί εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών (όρος 15.2.7), ότι τον Ιούνιο του 2011, η τελευταία, χωρίς να έχει συμβατικό δικαίωμα, προχώρησε σε αύξηση των τιμών όλων των αναλυτών, με τους οποίους μέχρι τότε προμήθευε την αναιρεσείουσα και ειδικότερα είκοσι συνολικά μοντέλων αναλυτών, τα οποία προωθούσε στους πελάτες της με βάση τις τιμές που είχαν ήδη οριστεί για τα εν λόγω μηχανήματα και ότι η αντισυμβατική αύξηση των τιμών των αναλυτών δημιουργούσε στην αναιρεσείουσα ανυπέρβλητες οικονομικές δυσκολίες στη διάθεση των συγκεκριμένων μηχανημάτων, αφού μείωσε την ανταγωνιστική της θέση, ενόψει και του ότι δεν ήταν δυνατό να τα προμηθευθεί από άλλη πηγή, ότι η αναιρεσείουσα, μετά τη ανακοίνωση της αύξησης των τιμών, διαμαρτυρήθηκε αμέσως και κατ' επανάληψη προς την προμηθεύτρια, πλην όμως εκείνη επέμενε στην αντισυμβατική αύξηση των τιμών και ότι διαμαρτυρήθηκε και πάλι με την από 8-8-2011 επιστολή της για το γεγονός αυτό και ζήτησε την ανάκληση του νέου τιμοκαταλόγου, ακολούθως κατέληξε στο ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα για κάποιον από τους σπουδαίους λόγους, που καθορίστηκαν συμβατικά, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος που προβλέφθηκε με τον όρο 15.2.7, για τον οποίο έγινε λόγος αμέσως προηγουμένως και θεμελίωνε την αξίωση της κατ' αποκοπή αποζημίωσης και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα της τελευταίας (για καταβολή της κατ' αποκοπή αποζημίωσης).
Ενώ θα έπρεπε, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 725, 288 ΑΚ, να δεχθεί ότι υπό τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και αναφορικά με τη συστηματική και υπαίτια μη προμήθειας της διανομέως με τις απαραίτητες ποσότητες προϊόντων, που εκείνη θα της είχε παραγγείλει, λόγω της αντισυμβατικής αύξησης των τιμών των αναλυτών και υπό την παραδοχή, ότι μάλιστα, είχε προηγηθεί διαμαρτυρία για την άρνηση αυτή, με την από 8-8-2011 επιστολή της αναιρεσείουσας και η προμηθεύτρια δεν συμμορφώθηκε εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών και ο οποίος (σπουδαίος λόγος) θεμελίωνε την αξίωση της κατ' αποκοπή αποζημίωσης.
Τη συνδρομή δε του συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου δεν αναιρούσε η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι στην ανωτέρω επιστολή δεν γίνεται αναφορά των πέντε αναλυτών τύπου "Hermatology Analyzer Sysmex XS - 1000i", οι οποίοι είχαν παραγγελθεί στις 14-7-2011. Άλλωστε, και σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πριν την αποστολή της ως άνω επιστολής, η αναιρεσείουσα είχε κατ' επανάληψη διαμαρτυρηθεί για την αύξηση των τιμών των αναλυτών.
Κατά συνέπεια, οι συναφείς όγδοος και ένατος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης πελατείας στη σύμβαση διανομής, δεν έλαβε υπόψη τη συνομολογηθείσα ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 9 § 1 εδ.
τελευταίο ΠΔ 219/1991. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραδοχών της πληττόμενης απόφασης που έχουν προαναφερθεί, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι συνομολογήθηκε ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού για την αναιρεσείουσα για τρία έτη και ως εκ τούτου, η προμηθεύτρια θα είχε ουσιαστικές ωφέλειες μέχρι τη συμπλήρωση της συμβατικής διάρκειας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής (20-8-2017), ακολούθως για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας έλαβε υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνη της συνομολογηθείσας ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού, επί πλέον δε τα απολεσθέντα μικτά κέρδη της διανομέως, τη συμβολή της στη διανομή, το μέγεθος της πελατείας που παρέμεινε στην προμηθεύτρια μετά τη λύση της σύμβασης, καθώς και τη σχετική ωφέλειά της, καθώς και τη διατήρηση της κερδοφορίας της διανομέως για τα επόμενα έτη.
Συνεπώς ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Εξάλλου, τη συγκεκριμένη διάταξη το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και προσδιόρισε το ύψος της αποζημίωσης πελατείας σε 1.000.000 ευρώ. Ειδικότερα, την κρίση αυτή στήριζαν επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι α) η διανομέας, λειτουργώντας στα πλαίσια της σύμβασης, από τις αρχές του έτους 2009, δηλαδή μόλις σε ενάμιση έτος, είχε καταφέρει να υπερκαλύψει το στόχο των συμφωνημένων ελάχιστων αγορών προϊόντων που είχε οριστεί για τέλος της πρώτης πενταετίας, β) από τον Σεπτέμβριο όμως του 2009, με την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, άρχισε σταδιακά να μειώνεται η ζήτηση των προϊόντων της διανομής, υπήρχαν καθυστερήσεις στις καταβολές των πελατών της και η διανομέας αντιμετώπισε δυσκολίες στην ταμειακή της ρευστότητα, λόγος για τον οποίο ζήτησε την επιμήκυνση του συμφωνηθέντος χρόνου πίστωσης από τις 210 ημέρες σε 360 ημέρες, γ) η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και το επόμενο έτος και για το λόγο αυτό και για το 2010 η διανομέας ζήτησε και έλαβε εκ νέου από την προμηθεύτρια πίστωση των οφειλών της, την καταβολή των οποίων καθυστερούσε, ενώ από τις αρχές του έτους 2011, η οικονομική της θέση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, ο τζίρος της είχε πτωτική πορεία, λόγω της συνεχιζόμενης γενικευμένης οικονομικής κρίσης στη χώρα και του μεγάλου περιορισμού των διαγνωστικών εξετάσεων στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και δ) την επόμενη διετία (2013 - 2014), από τον ΕΟΠΠΥ επιβλήθηκε στα διαγνωστικά κέντρα μείωση των καλυπτόμενων, από τον ίδιο (ΕΟΠΠΥ), δαπανών των γενόμενων διαγνωστικών εξετάσεων, ποσοστού 20%, με συνέπεια την περαιτέρω μείωση της οικονομικής θέσης της αναιρεσείουσας, ενώ η αύξηση της ανεργίας, με τη συνακόλουθη μείωση του αριθμού των ασφαλισμένων, επέφερε πρόσθετη μείωση του τζίρου των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων πελατών της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο σχετικός, ενδέκατος, αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος από 19-12-2011 έως 19-12-2014, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ.
Όμως, ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται, καθόσον το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα του πιο πάνω αγωγικού κονδυλίου και δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους, αλλά το απέρριψε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, ως μη νόμιμο, (ΑΠ 405/2017).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009).
Συνεπώς, αβάσιμος είναι ο δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα καταβολής των διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος από 19-12-2011 έως 19-12-2014 και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ούτε ο λόγος αυτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δέκατο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει την προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την απόρριψη του αιτήματος καταβολής των διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος από 19-12-2011 έως 19-12-2014, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 281, 288 ΑΚ και 9 § 1 ΠΔ 291/1991, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της μετασυμβατικής τριετίας η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να προμηθεύει με προϊόντα μόνο τους πελάτες που προμήθευε τους τελευταίους δώδεκα μήνες, πριν τη λήξη της σύμβασης διανομής, χωρίς όμως να μπορεί να προσελκύσει νέους πελάτες ή να μεταφέρει πελάτες από τη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Όμως, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, υπό την επίφαση δε της σχετικής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επικαλούμενη, με τον ίδιο λόγο, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Ενόψει αυτών ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007).
Mε τον δέκατο πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και, κατ' εκτίμηση, 10 ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, χωρίς να αποδειχθούν και χωρίς να γίνει επίκλησή τους από την προμηθεύτρια εταιρεία, ότι "..α) μέχρι και τα μέσα του έτους 2009, τα οικονομικά αποτελέσματα της συνεργασίας της εταιρείας μας με την αντίδικο ήταν ιδιαίτερα θετικά, β) ότι η εταιρεία μας είχε μικτό κέρδος από τις πωλήσεις των προϊόντων της αντιδίκου στους πελάτες της του τομέα i) το χρονικό διάστημα από 20-6-2007 έως 31-12-2007 ποσού 489.584,91 ευρώ, ii) το έτος 2008 ποσού 2.089.348,68 ευρώ, iii) το έτος 2009 ποσού 3.432.032.88 ευρώ, iv) το έτος 2010 ποσού 3.725.708 ευρώ και v) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως και 18-12-2011, ποσού 3.750.005,04 ευρώ, κατά μέσον όρο, ήτοι δέχτηκε ως αποδεδειγμένο ότι από την έναρξη της συνεργασίας μας με την αντίδικο, το μικτό μας κέρδος αυξανόταν διαρκώς και ποτέ δεν μειώθηκε, γ) ότι ήδη από τις αρχές του έτους 2009, δηλαδή μόλις σε ενάμισυ έτος, η εταιρεία μας είχε καταφέρει να υπερκαλύψει το στόχο των συμφωνημένων ελάχιστων αγορών προϊόντων που είχε οριστεί για τέλος της πρώτης πενταετίας (όρος 9.1), δ) ότι ο μέσος όρος των καθαρών κερδών της εταιρείας μας τα δύο τελευταία έτη διάρκειας της σύμβασης (2010 και 2011) ανέρχονταν στο ποσό των 1.629.582,92 ευρώ, ήτοι δέχτηκε ότι τα καθαρά κέρδη της εταιρείας μας ανέρχονταν, για το έτος 2010 στο ποσό των 1.463.838,70 ευρώ και για το έτος 2011 στο ποσό των 1.795.327.14 ευρώ, ο μέσος όρος των οποίων συμποσούται σε 1.629.582,92 ευρώ, ήτοι δέχτηκε ως αποδεδειγμένο ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας και κυρίως τα δύο τελευταία έτη αυτής (2010 -2011), εν μέσω της Οικονομικής Κρίσης που είτε ξεσπάσει στην Ελληνική Οικονομία από τις αρχές του έτους 2009, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας μας αυξάνονταν συνεχώς και ποτέ δεν μειώθηκαν {Ενδεικτικά όπως προκύπτει από απλή μαθηματική πράξη, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας μας μεταξύ 2010 και 2011, αυξήθηκαν κατά περίπου 22.5%, εν μέσω της Οικονομικής Κρίσης, ε) ότι με την έναρξη λειτουργίας του ΕΟΠΥΥ, εντάχθηκαν στον οργανισμό αυτό εκτός από τους ασφαλισμένους του Δημοσίου και οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, οι οποίοι απέκτησαν έτσι για πρώτη φορά δικαίωμα εξυπηρέτησης από ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα.
Δηλαδή δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι τα εκατομμύρια των ασφαλισμένων του Δημοσίου, του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, με την ίδρυση του ΕΟΠΥΥ, για πρώτη φορά αποκτούσαν πρόσβαση στα διαγνωστικά κέντρα που τροφοδοτούσαμε κατ' αποκλειστικότητα εμείς με μηχανήματα και αντιδραστήρια της αντιδίκου, στ) ότι τα διαγνωστικά κέντρα των ασφαλιστικών ταμείων - όπου μέχρι τότε εξυπηρετούνταν οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ και του ΟΓΑ- είχαν ρητά εξαιρεθεί από τη σύμβαση διανομής και τους πωλούσε απευθείας η προμηθεύτρια τα προϊόντα της.
Δηλαδή δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι, με την έναρξη λειτουργίας του ΕΟΠΥΥ η αντίδικος - προμηθεύτρια θα έπαυε να εξυπηρετεί όλους αυτούς τους ασφαλισμένους δια των διαγνωστικών κέντρων των ασφαλιστικών ταμείων, δεδομένου ότι οι ασφαλισμένοι θα διοχετεύονταν πλέον στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα που προμηθεύαμε εμείς.
Επομένως η αντίδικος θα έχανε κύκλο εργασιών και θα αυξανόταν θεαματικά ο κύκλος εργασιών και τα καθαρά κέρδη της εταιρείας μας...". Υποστηρίζει περαιτέρω η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε "και τα ακόλουθα, χωρίς να έχουν προταθεί την αντίδικο, και σε κάθε περίπτωση χωρίς να έχει προσκομίσει η αντίδικος προς απόδειξή τους οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι :
α) ότι από τον Σεπτέμβριο όμως του 2009, με την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, άρχισε σταδιακά να μειώνεται η ζήτηση των προϊόντων της διανομής..., β) ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στις καταβολές των πελατών της εταιρείας μας και η εταιρεία μας - διανομέας αντιμετώπισε δυσκολίες στην ταμειακή της ρευστότητα...., γ) ότι η δυσχερής οικονομική κατάσταση της εταιρείας μας συνεχίστηκε κα" το επόμενο έτος και για το λόγο αυτό και για το 2010 η διανομέας ζήτησε και έλαβε εκ νέου από την προμηθεύτρια την ανωτέρω μεγαλύτερη πίστωση των οφειλών της, την καταβολή των οποίων καθυστερούσε...,δ) ότι από τις αρχές του έτους 2011, πλέον, η οικονομική θέση της εταιρεία μας επιδεινώθηκε, ο τζίρος της είχε πτωτική πορεία, λόγω της συνεχιζόμενης γενικευμένης και πρωτοφανούς-όπως αναφέρει και η ίδια η εταιρεία μας-οικονομικής κρίσης στη χώρα, του ελέγχου και του μεγάλου περιορισμού των διαγνωστικών εξετάσεων στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα...,ε) Ότι η ένταξη δε στον ΕΟΠΠΥ, εκτός από τους ασφαλισμένους του δημοσίου, και αυτών του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, οι οποίοι απέκτησαν έτσι δικαίωμα εξυπηρέτησης από ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, δεν θα επέφερε αύξηση των πελατών της διανομής και των εξ αυτών εσόδων της προμηθεύτριας... ,στ) ότι τούτο διότι τα διαγνωστικά κέντρα των ασφαλιστικών ταμείων - όπου μέχρι τότε εξυπηρετούνταν οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ και του ΟΓΑ - είχαν ρητά εξαιρεθεί από τη σύμβαση διανομής, και τους πωλούσε απευθείας η προμηθεύτρια τα προϊόντα της..., ζ) ότι επιπρόσθετα, τα επόμενα δύο έτη, 2013-2014, από τον ΕΟΠΠΥ επεβλήθη στα διαγνωστικά κέντρα μείωση των καλυπτόμενων, από τον ίδιο, δαπανών των γενόμενων διαγνωστικών εξετάσεων, ποσοστού 20%, η) ότι η αύξηση της ανεργίας, με συνακόλουθη μείωση του αριθμού των ασφαλισμένων, επέφερε πρόσθετη μείωση του τζίρου των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων - πελατών της διανομής, θ) ότι τα καθαρά της κέρδη, τα οποία μετά πιθανότητας θα αποκόμιζε και απώλεσε η εταιρεία μας από την, με υπαιτιότητα της αντιδίκου - προμηθεύτριας, πρόωρη λύση της σύμβασης, το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα, από 19-12-2014 και μέχρι τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, δεν θα ανέρχονταν στο ποσό των 1.629.582,92 ευρώ, ετησίως, τα οποία ήταν μόνο "λογιστικά", αλλά θα ανέρχονταν, το επίδικο χρονικό διάστημα, από 19-12-2014 έως 20-8-2017, στο ποσό των 500.000 ευρώ, κατά μέσο.
όρο, ετησίως....". Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι από 28-12-2012, 24-1-2014 τεχνικές εκθέσεις του ορκωτού λογιστή Γ.
Ν. και η από 30-4-2013 τεχνική έκθεση του ορκωτού λογιστή I. Σ., ως και από τις ληφθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις α) υπ'αριθμ. …48/14-5- 2013, ….46/14-5-2013 και …45/14-5-2012 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Γ. Κ. Κ., β) υπ' αριθμ.
…49/14-5-2013, ….47 και ….08/24-1-2014 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, γ) υπ'αριθμ. …11/28-1-2014 και …10/28-1-2014 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου δ) υπ' αριθμ. …65, …66/14-5-2013 και …67/15-5-2013 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Ι.
Δ. Δ., ε) υπ' αριθμ. …68 και ..69/20-5-2013 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, στ) υπ'αριθμ. …18/3-2-2014 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ζ) υπ' αριθμ. …..10, …11, …12/28-1-2014 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου και η) υπ'αριθμ.
…16, …17 και ….15/3-2-2014 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της ανώνυμης εταιρίας. Κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για λήψη υπόψη μη προταθέντων πραγμάτων, είναι απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν, δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Με τον δέκατο έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ήτοι της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τον προσδιορισμό του ύψους των διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος από 19-12-2014 έως 20-8-1027. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος τούτο είναι αβάσιμος, καθόσον η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Αβάσιμος, εξάλλου, είναι ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και τούτο διότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που αναφέρθηκαν αμέσως προηγουμένως (στον δέκατο πέμπτο λόγο αναίρεσης), στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ύψος των διαφυγόντων κερδών του χρονικού διαστήματος από 19-12-2014 έως 20-8-1027.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αποθετική ζημία της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2014 έως 20-8-2017 ανήλθε σε 1.333.328 ευρώ και όχι σε 1.629.582,92 ευρώ ετησίως, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα. Κατέληξε δε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη α) τα προπαρασκευαστικά μέτρα αυτά που είχε λάβει η διανομέας για την προώθηση των προϊόντων της προμηθεύτριας από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης και ειδικότερα τη διατήρηση κατάλληλης οργάνωσης και υλικοτεχνικής υποδομής, τη διάθεση επαρκούς αποθέματος προϊόντων και ανταλλακτικών, τη διαφήμιση των προϊόντων, τη διατήρηση επαρκούς, εξειδικευμένου και εκπαιδευμένου επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού, καθώς και τις σημαντικές προσπάθειες του προσωπικού της για την προώθηση των προϊόντων της διανομής στην αγορά, σε συνδυασμό με το σημαντικό ποσοστό (65%) του μικτού της κέρδους, το οποίο είχε συμφωνηθεί και β) την οικονομική κρίση και ειδικότερα τις οικονομικές συνθήκες της αγοράς στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο, που ήταν ιδιαίτερα δυσχερείς και επιδεινώθηκαν σημαντικά από την 1-1-2012 και εντεύθεν, παράγοντες που διατηρήθηκαν μέχρι και το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και με πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα διατηρηθούν και για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι τη συμπλήρωση της συμβατικής διάρκειας της σύμβασης στις 20-8-2017.
Με τον δέκατο έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης, που έγινε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αντίδικός της, όσον αφορά τα καθαρά της κέρδη από τη σύμβαση της διανομής, ανέφερε στις προτάσεις της ότι "θα θέλαμε εν προκειμένω να επισημάνουμε και τα εξής:
όπως φαίνεται από τον πίνακα η κερδοφορία της αντιδίκου και από την σύμβαση διανομής αύξανε συνεχώς. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι το 2011 με ελαφρώς μικρότερο τζίρο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η αντίδικος αύξησε σημαντικά τα καθαρά της κέρδη.", η ομολογία της δε αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.
Όπως ήδη έχει αναφερθεί το Εφετείο δέχθηκε σχετικά τα εξής: "Η διανομέας είχε μικτό κέρδος από τις πωλήσεις των προϊόντων της προμηθεύτριας στους πελάτες της του τομέα α) το χρονικό διάστημα από 20-8-2007 έως 31-12-2007 ποσού 489.584,91 ευρώ, β) το έτος 2008 ποσού 2.069.348,66 ευρώ, γ) το έτος 2009 ποσού 3.432.032,88 ευρώ, δ) το έτος 2010 ποσού 3.725.708 ευρώ και ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως και 18-12-2011, ποσού 3.750.005,04 ευρώ....".
Είναι προφανές ότι ο δικαστήριο δεν δέχθηκε διαφορετικά περιστατικά, από εκείνα που, κατά την αναιρεσείουσα, φέρεται να συνομολόγησε η πρώτη αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1650/2012). Στην από 23-7-2012 αγωγή της η αναιρεσείουσα εξέθετε, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του περιεχομένου της από το Εφετείο, ότι "στην από 27-7-2006 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως αυτή τροποποιήθηκε, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης, και στην από 18-7-2007 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης, εκτός των προαναφερόμενων όρων που εκτίθενται στην ανωτέρω αγωγή της, συνομολογήθηκε ότι, σωρευτικά με την υποχρέωσή της για καταβολή της συμβατικής αποζημίωσης σε περίπτωση λύσης των συμβάσεων, η αντισυμβαλλόμενη της θα συνεχίσει να την προμηθεύει με όλα της τα προϊόντα με τους ίδιους όρους και συμφωνίες για μία τριετία από τη λύση των συμβάσεων τους, προκειμένου αυτή να δύναται να εξυπηρετεί όλους τους πελάτες της διανομής και αντιπροσωπείας του τελευταίου δωδεκαμήνου, ως και ότι απαγορεύεται στην πρώτη εναγόμενη οποιαδήποτε πώληση προϊόντων της προς τους ανωτέρω πελάτες της ενάγουσας, του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν τη λύση των συμβάσεων, ή ακόμα και η εμπορική τους προσέγγιση.
Ότι μετά τη λύση των ανωτέρω συμβάσεων στις 19-12-2011, με την από 19-10-2011, δική της καταγγελία, η πρώτη εναγομένη, κατά παράβαση των προαναφερόμενων συμβατικών όρων, αλλά για να μεθοδεύσει την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της και τον εξοβελισμό της από την αγορά των ιδιωτικών βιοπαθολογικών- μικροβιολογικών εργαστηρίων, αρνήθηκε να την προμηθεύει με τα προϊόντα της για την τριετία μετά τη λύση των συμβάσεων, δηλαδή έως και τις 19-12-2014, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, προς εξυπηρέτηση των πελατών της, της διανομής και αντιπροσωπείας, του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν τη λύση των συμβάσεων.
Ότι επίσης η πρώτη εναγομένη με την από Μαρτίου του 2012 επιστολή της προς όλους τους πελάτες της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και της διανομής και στην αγορά γενικώς, υπαίτια παρέβη τη ρήτρα ανταγωνισμού και προσέγγισε εμπορικά τους πελάτες της (της ενάγουσας) της διανομής, και αντίθετα με τα χρηστά ήθη και με σκοπό τον ανταγωνισμό, απαίτησε από αυτή την επιστροφή των εξοφληθέντων και ήδη μεταβιβασθέντων διαγνωστικών μηχανημάτων, της επέβαλε αυθαίρετα όρους συναλλαγής και άμεσα διέκοψε την προμήθεια όλων των προϊόντων της, εκτός αυτών για τις συμβάσεις των πελατών της που δεν είχαν λήξει.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ζήτησε, εκτός των άλλων...Α. να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να συνεχίσει να την προμηθεύει για μία τριετία από τη λύση των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής καί εμπορικής αντιπροσωπείας, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 19-12-2011 έως 19-12-2014, με όλα τα προϊόντα της, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες των ανωτέρω συμβάσεων, προκειμένου να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες, της αντιπροσωπείας και της διανομής, του τελευταίου δωδεκαμήνου, με καταδίκη σε χρηματική ποινή ποσού 50.000 ευρώ και απαγγελία σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της-δευτέρου εναγόμενου, προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης...".
Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε το συγκεκριμένο αίτημα της αγωγής, ως αόριστο, με το σκεπτικό ότι "με το αίτημα αυτό ζητείται ως οφειλόμενη συμβατική παροχή της εναγομένης διανομέως προμηθεύτριας, όχι μία συγκεκριμένη παροχή της, προσδιορισμένη κατά αντικείμενο, είδος και ποσότητα, αλλά μία γενική υποχρέωσή της, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα, συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, με τις ένδικες διαρκείς συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας στο πλαίσιο της εμπορικής συνεργασίας τους, για τους όρους και το είδος των επιμέρους συμβάσεων προμήθειας των προϊόντων, που θα καταρτίζονταν μεταξύ τους το επίδικο χρονικό διάστημα.
Με το αόριστο αυτό αίτημα το αντίστοιχο αντικείμενο της διαφοράς που κατάγεται προς διάγνωση δεν περιγράφεται ακριβώς, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει, σε σχέση με αυτό, απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης, καθόσον δεν ζητείται - μετά από επίκληση κατάρτισης συγκεκριμένης επιμέρους συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων (πωλήσεως ή μισθώσεως ή χρησιδανείου) - συμβατική παροχή της εναγόμενης για παράδοση στην ενάγουσα συγκεκριμένων, κατά είδος και ποσότητα προϊόντων-αντικειμένων της διανομής και αντιπροσωπείας..".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων, που, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ρυθμίζουν τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, απέρριψε το αίτημα αυτό ως απαράδεκτο και συνεπώς ο σχετικός, δέκατος όγδοος λόγος αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο 14 και όχι 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Με τον δέκατο ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο κατά την ερμηνεία του υπ' αριθμ. 15.1.2. όρου τόσο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όσο και της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Με τις προεκτεθείσες, όμως, παραδοχές, το Εφετείο, προέβη στην ερμηνεία του επίμαχου όρου, κατά τον οποίο, "σε κάθε περίπτωση λήξης ή λύσης της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο που να αφορά τη διανομέα, η προμηθεύτρια θα υποχρεούται να συνεχίσει να προμηθεύει τη διανομέα για χρονικό διάστημα έως τριών (3) ακόμη ετών, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, με όλες τις ποσότητες των προϊόντων που είναι αναγκαίες, προκειμένου η διανομέας να συνεχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες που η ίδια προμήθευε με τα προϊόντα κατά το αμέσως προηγούμενο 12μηνο.
Η προς αυτούς απ' απευθείας πώληση των προϊόντων ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση κατά την περίοδο αυτή από την προμηθεύτρια, απαγορεύεται απολύτως, εκτός εάν συντρέξει σοβαρός λόγος εξυπηρέτησης κάποιων πελατών.. Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού οι πελάτες θα παραμένουν στην προμηθεύτρια, η δε διανομέας και ο παριστάμενος εκπρόσωπός της ατομικά υποχρεούνται να μην συναλλάσσονται ή έστω να προσεγγίσουν εμπορικά για την επόμενη τριετία τους πελάτες αυτούς", και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αλλά, αντιθέτως, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και με ρητή προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έκρινε ανελέγκτως ότι, με βάση το συγκεκριμένο συμβατικό όρο, ταυτόσημο και στις δύο συμβάσεις, η προμηθεύτρια θα έχει υποχρέωση να εφοδιάζει τη διανομέα μόνο με αντιδραστήρια και ανταλλακτικά, και μάλιστα με τις ποσότητες αυτών των προϊόντων, που ήταν αναγκαίες για τη συνέχιση της εξυπηρέτησης των πελατών της διανομής, τους οποίους η τελευταία προμήθευε με τα ανωτέρω αναλώσιμα προϊόντα της προμηθεύτριας, το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο, στα πλαίσια των μεταξύ τους εκκρεμών - κατά το χρόνο της πρόωρης λύσης της σύμβασης- διαρκών συμβάσεων για τους αναλυτές.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όσον αφορά το σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, με το οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα την από 27-7-2006 σύμβαση διανομής, καθώς και την από 18-7-2007 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στα παραρτήματα των οποίων γίνεται σαφής ορισμός των προϊόντων, τέτοια δε είναι τα ακόλουθα:
α) Βιοχημικοί Αναλυτές, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά, β) Ανοσολογικοί Αναλυτές, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά, γ) Αιματολογικοί Αναλυτές, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά, δ) Αναλυτές αερίων πλάσματος και αίματος, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά, ε) Ουρολογικοί Αναλυτές, Βιοχημικοί Αναλυτές, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά και ταινίες ούρηση, στ) Αναλυτές ξηρής χημείας, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά και ζ) Αναλυτές Καρδιακών Δεικτών, Αντιδραστήρια (συμπεριλαμβανομένων αντιδραστηρίων ελέγχου και βαθμονομητών), Αναλώσιμα, Ανταλλακτικά.
Αν όμως είχε αναγνώσει ορθά τα παραρτήματα των συμβάσεων, θα είχε αποκλείσει τη συνδρομή ασάφειας στην έννοια των προϊόντων και δεν θα είχε προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητηθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος τούτο, είναι αβάσιμος και τούτο διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ασάφεια ως προς την έννοια των προϊόντων, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά μόνο ως προς το ποια ακριβώς προϊόντα και για ποιες συμβάσεις πελατών της θα εξακολουθούσε να προμηθεύει την αναιρεσείουσα η προμηθεύτρια μετά τη λήξη ή τη λύση χωρίς σπουδαίο λόγο των συμβάσεων και μάλιστα με ρήτρα απαγόρευσης γι' αυτήν του ανταγωνισμού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εάν από τον αναιρεσείοντα έγινε εσφαλμένος χαρακτηρισμός του προτεινομένου σφάλματος, που συνιστά λόγο αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στο ως άνω άρθρο διαφορετικό από εκείνον που πραγματικά θεμελιώνει, ο Άρειος Πάγος κάνει τον ορθό χαρακτηρισμό και εξετάζει τον λόγο αναίρεσης (ΑΠ 695/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 69 του ΚΠολΔ δικαστική προστασία επιτρέπεται να ζητηθεί και αν η παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, συνδέεται με την επέλευση χρονικού σημείου, προτού επέλθει το χρονικό αυτό σημείο...
ε) αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος. Στην περίπτωση του εδαφ. α', ο εναγόμενος καταδικάζεται να καταβάλει ή να παραδώσει το πράγμα μόλις επέλθει το χρονικό σημείο... Στην περίπτωση του εδαφ. ε', καταδικάζεται στην παροχή μόλις πληρωθεί η αίρεση ή επέλθει το γεγονός και αυτό διαπιστωθεί με τον τρόπο που ορίζει η απόφαση.
Η τελευταία αυτή περίπτωση έχει την έννοια ότι από την πλήρωση της αίρεσης ή την επέλευση του γεγονότος εξαρτάται μόνο το απαιτητό του δικαιώματος και όχι η συνδρομή των όρων της γέννησής του, οι οποίοι και κατά τη διάταξη αυτή πρέπει να συντρέχουν, κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας.
Με τον εικοστό λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' ορθή εκτίμηση, 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 10-11-2013 αγωγή της, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο ζητούσε να αναγνωριστεί ότι θα καταστεί αποκλειστικά κυρία των μηχανημάτων με αύξοντα αριθμό από 286 έως 616 μετά τις 30-9-2013 και ειδικότερα κατά το χρόνο εξόφλησης εκάστου μηχανήματος.
Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε το συγκεκριμένο αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο "διότι ζητείται η αναγνώριση μελλοντικής έννομης σχέσης και συγκεκριμένα αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας, το οποίο κατά τα ιστορούμενα, θα αποκτηθεί στο μέλλον και η αναγνώριση αυτής της μελλοντικής έννομης σχέσης δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70 ΚΠολΔ.
Αλλά, ούτε είναι δυνατή κατά νόμο η έγερση της αγωγής ως προς αίτημα αυτό, από την, κατά τα εκτιθέμενα, μέλλουσα κυρία των ανωτέρω κινητών πραγμάτων, με επίκληση του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε' ΚΠολΔ, όπως υπολαμβάνει η ενάγουσα. Και τούτο διότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής, καθόσον η γένεση του επικαλούμενου μελλοντικού δικαιώματος.
κυριότητας της ενάγουσας, δεν εξαρτάται μόνο από την επέλευση του" χρονικού σημείου λήξης των συμβάσεων μισθώσεως των εν λόγω μηχανημάτων, αλλά τελεί, ανεπίτρεπτα, υπό αίρεση και συγκεκριμένα την αίρεση καταβολής των μελλοντικών μισθωμάτων εκ μέρους της ενάγουσας στην εναγομένη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 69 § 1 ε' ΚΠολΔ, απέρριψε το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Η αναιρεσείουσα με τον εικοστό πρώτο λόγο του αναιρετηρίου επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζομένη ότι το Εφετείο, μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασαφείας και κενού στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί της εννοίας του στοιχείου Β του παραρτήματος 3 της σύμβασης διανομής και συγκεκριμένα όσον αφορά τις, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, εμπεριεχόμενες στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής συμφωνίες των διαδίκων για την πώληση με παρακράτηση της κυριότητας των επιδίκων μηχανημάτων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων.
Με βάση όμως τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης είναι προφανές ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού στις σχετικές δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβληθέντων διαδίκων. Χαρακτηριστικά το Εφετείο δέχθηκε, εκτός των άλλων, ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι με την σύμβαση αποκλειστικής διανομής είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων εταιριών η πώληση από την προμηθεύτρια στην διανομέα αναλυτών της, όπως οι επίδικοι και με τις δύο αγωγές, με πίστωση του συμφωνημένου τιμήματος πωλήσεώς τους για μία πενταετία και με τον όρο παρακράτησης της κυριότητάς τους, από την πωλήτρια- προμηθεύτρια, μέχρι την αποπληρωμή του πιστού μενού τιμήματος από την αγοράστριά τους-διανομέα.
Αλλά ούτε αποδείχθηκε, ότι μεταξύ των ίδιων εταιριών για τα ίδια μηχανήματα, είχε συμφωνηθεί η εκμίσθωσή τους από την προμηθεύτρια στην διανομέα για πέντε έτη, με τον πρόσθετο όρο της αυτόματης κτήσης της κυριότητάς τους από την τελευταία, με τη λήξη της πενταετούς εκμίσθωσής τους. Οι ανωτέρω, επικαλούμενες από τη ενάγουσα-εναγομένη διανομέα συμφωνίες, (κυρίως η πρώτη και επικουρικά η δεύτερη), για κτήση της κυριότητας επί των εν λόγω επιδίκων μηχανημάτων, δεν περιλαμβάνονται στην ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και ειδικότερα στο υπ' αριθμ. 3 παράρτημά της, όπως υπολαμβάνει η διανομέας.
Ειδικότερα, στην περικοπή του ανωτέρω παραρτήματος υπό το στοιχείο Β, την οποία . επικαλείται η διανομέας- προς απόδειξη των - ανωτέρω συμφωνιών - αναφέρεται: "Β. Ενοικίαση με μεταβίβαση της κυριότητας των μηχανημάτων στο τέλος της διάρκειας ενοικίασης", ακολουθούν τα μοντέλα αναλυτών, με αναγραφόμενο, αντιστοίχως καθενός τούτων, χρηματικό ποσό, υπό την ένδειξη "ετήσιο ενοίκιο ανά τεμάχιο" και τέλος κάτω από την ένδειξη "Διάρκεια ενοικίασης (έτη), αναγράφεται ο αριθμός 5.
Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο το εν λόγω παράρτημα της ένδικης έγγραφης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει τις επικαλούμενες από την διανομέα, κυρίως και επικουρικός, συμφωνίες των διαδίκων εταιριών για την πώληση, με παρακράτηση της κυριότητας ή για αυτόματη μεταβίβαση της κυριότητας των επιδίκων μηχανημάτων, με τη λήξη της μίσθωσής τους.
Αντίθετα, από το άνω παράρτημα, σαφώς προκύπτει ότι, για την προμήθεια της διανομέως με μηχανήματα καινούργια, που δεν ήταν τοποθετημένα σε πελάτες της προμηθεύτριας, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και ήταν νεώτερα της πενταετίας, προβλέφθηκε-εκτός από την πώλησής τους με συγκεκριμένα τιμήματα πωλήσεως που αναφέρονται υπό το στοιχείο Α-η εκμίσθωσή τους από την προμηθεύτρια σε αυτή, για πέντε έτη, αντί συγκεκριμένου ετησίου ενοικίου ανά τεμάχιο, με δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητάς τους στη λήξη της πενταετούς μισθώσεως.
Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής η διανομέας κατήρτιζε με την προμηθεύτρια κυρίως συμβάσεις μισθώσεως-και όχι πωλήσεως- για τους άνω αναλυτές, λόγω της πολύ χαμηλότερης τιμής των συμφωνημένων μισθωμάτων τους, από τα αντίστοιχα σύμφωνη μένα, με το ίδιο παράρτημα υπό το στοιχείο Α, τιμήματα πωλήσεώς τους.
Ακολούθως η διανομέας τους εγκαθιστούσε στους πελάτες της, όπως συμβατικά υποχρεούτο, κυρίως με συμβάσεις υπομισθώσεως, πενταετούς διάρκειας. Ειδικότερα, από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης διανομής, η προμηθεύτρια, μετά από σχετικό αίτημα της διανομέως, της εκμίσθωνε, με έγγραφες συμβάσεις μισθώσεως, τους άνω αναλυτές της, για πέντε έτη με το συμφωνημένο για κάθε αναλυτή μίσθωμα.
Κάθε μία από τις έγγραφες, προσκομιζόμενες με νόμιμη επίκληση, συμβάσεις μισθώσεως, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, έχει όλα τα στοιχεία της σύμβασης μισθώσεως, δηλαδή της συμφωνίας για παραχώρηση της χρήσης των μηχανημάτων από την προμηθεύτρια στην διανομέα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, πέντε ετών, αντί συμφωνημένου μισθώματος.
Σε καμία από τις συμβάσεις αυτές δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά, ούτε σε πώληση των αναλυτών από την προμηθεύτρια προς την διανομέα, με πίστωση του τιμήματος πωλήσεως και παρακράτηση της κυριότητάς τους από την πρώτη, μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος πωλήσεως από τη δεύτερη, αλλά ούτε σε αυτόματη μεταβίβαση της κυριότητας των εκμισθωμένων αναλυτών από την εκμισθώτρια προμηθεύτρια στη μισθώτρια διανομέα, στο τέλος της μίσθωσης".
Ενόψει τούτων ο σχετικός, εικοστός πρώτος, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Αντικείμενο της, κατ' άρθρα 352 επ. ΚΠολΔ ομολογίας μπορούν να είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, εκείνα δηλαδή, βασικά τα γεγονότα, τα οποία είναι προϋποθέσεις για την εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου. Δεν μπορούν να είναι αντικείμενο ομολογίας οι έννομες σχέσεις, οι αόριστες νομικές έννοιες, οι νομικοί κανόνες, εκτιμήσεις και χαρακτηρισμοί, η ερμηνεία των δικαιοπραξιών (ΑΠ 737/2005, ΑΠ 325/2001).
Με τον εικοστό δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης, που έγινε με την από 27-5-2013 αγωγή της. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αντίδικός της, εξέθετε στο δικόγραφό της ότι "στον όρο-πλαίσιο "Β.
Ενοικίαση με μεταβίβαση της κυριότητας των μηχανημάτων στο τέλος της διάρκειας ενοικίασης" του παραρτήματος 3 της σύμβασης διανομής (όπως τροποποιήθηκε με την από 26-7-2007 συμφωνητικό τροποποίησης) που διέγραφε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων εταιρειών στα πλαίσια της σύμβασης διανομής, είχε συμφωνηθεί μεταξύ μας στην πραγματικότητα η πώληση των μηχανημάτων αυτών με πίστωση του τιμήματος για πέντε έτη και παρακράτηση της κυριότητας αυτών μέχρι την αποπληρωμή τους....".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν ομολογία με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά πρόκειται για χαρακτηρισμό της καταρτισθείσας σύμβασης και του περιεχομένου της. Αβάσιμος είναι κατά συνέπεια ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ, 12 ΚΠολΔ αιτίαση.
Με τον εικοστό τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής καταρτίστηκαν παράλληλα και συμφωνίες των διαδίκων για την πώληση μηχανημάτων με παρακράτηση της κυριότητάς του, ότι στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής κατάρτιζε με την προμηθεύτρια συμβάσεις μισθώσεως και όχι πωλήσεως των επιδίκων μηχανημάτων (αναλυτών), ότι κάθε μία από τις συμβάσεις αυτές έχει τα στοιχεία σύμβασης μίσθωσης και ότι σε καμία από αυτές δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε πώληση αναλυτών από την προμηθεύτρια στην αναιρεσείουσα με πίστωση του τιμήματος και παρακράτηση της κυριότητας, αλλά ούτε και σε αυτόματη μεταβίβαση της κυριότητας των εκμισθωμένων αναλυτών στο τέλος της πενταετούς μίσθωσης, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεις των άρθρων 361, 201, 513, 532, 1094 και 1095 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και τούτο διότι υπό την επίφαση της συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας. Με τον εικοστό τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, έτσι όπως έκρινε ως το ζήτημα προς το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ παλαιών και νέων μηχανημάτων, ήτοι εκείνων που είχε μισθώσει η προμηθεύτρια σε πελάτες πριν την κατάρτιση της σύμβασης διανομής και εκείνων που εκμισθώθηκαν στην αναιρεσείουσα στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης, με αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά την ύπαρξη κενού και ασάφειας στους σχετικούς συμβατικούς όρους, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι "..επειδή οι "μισθώσεις" των επίδικων μηχανημάτων, έληξαν όλες μετά τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και η εταιρεία μας δεν μπορούσε να ζητήσει τη μεταβίβαση της κυριότητας τους, αλλά ούτε και τη ζήτησε κατά τη διάρκεια της σύμβασης διανομής, τα μηχανήματα αυτά μετά τη λήξη της μίσθωσης τους δεν περιήλθαν στην κυριότητα της εταιρείας μας, διότι η προμηθεύτρια ουδέποτε μας μεταβίβασε την υφιστάμενη κυριότητά της επ' αυτών.
Επίσης κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι επομένως αποδείχθηκε, ότι η προμηθεύτρια εξακολουθεί να είναι κυρία των επιδίκων, με την αγωγή της, 613 μηχανημάτων, αναγνώρισε δε την κυριότητα της αντιδίκου επί αυτών και διέταξε την εταιρεία μας να αποδώσει τη χρήση τους" και κατόπιν τούτων δέχθηκε την από 27-5-2013 αγωγή της, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 10-11-2013 δική της αγωγή για τα μηχανήματα με τους αριθμούς 1 έως 285.
Όπως ήδη έχει εκτεθεί στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας (ως προς τον εικοστό πρώτο λόγο του αναιρετηρίου), το Εφετείο, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβληθέντων περί της εννοίας του στοιχείου Β του παραρτήματος 3 της σύμβασης διανομής και συγκεκριμένα όσον αφορά τις, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, εμπεριεχόμενες στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής συμφωνίες των διαδίκων για την πώληση με παρακράτηση της κυριότητας των επιδίκων μηχανημάτων και ως εκ τούτου δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων.
Αντίθετα, το Εφετείο ως προς τους καινούργιους και νεώτερους της πενταετίας αναλυτές, που μίσθωνε η διανομέας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν περιλήφθηκε στη σύμβαση, αντίστοιχη ρύθμιση και ως προς τούτο υπάρχει κενό και ακολούθως με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και με ρητή προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτό του πόρισμα και ειδικότερα, ότι σκοπός των συμβαλλομένων ήταν η αναιρεσείουσα να αποκτά την κυριότητα των αναλυτών και να τους εγκαθιστά σε πελάτες της μόνο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης διανομής.
Ενόψει αυτών, ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, λ.χ. η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 826/2007). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το δεύτερο αίτημα της από 23-7-2012 αγωγής.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι με την αγωγή αυτή ζήτησε, πέραν των άλλων, "...Να υποχρεωθεί η αντίδικος για μία τριετία από την λύση των συμβάσεων αντιπροσωπείας και διανομής, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 19-12-2011 έως 19-12-2014, να παραλείπει οποιαδήποτε απευθείας πώληση προϊόντων (δηλαδή μηχανημάτων. ανταλλακτικών, αντιδραστηρίων κ.λ.π.).
συναλλαγή ή και εμπορική προσέγγιση, είτε άμεσα είτε μέσω τρίτου, των πιο πάνω αναλυτικά αναφερόμενων πελατών των συμβάσεων αντιπροσωπείας (υπό Πίνακα Α του Γ.4.3.) και διανομής (υπό Πίνακα Β του Γ.4.4.)... καθώς και οποιαδήποτε ανταγωνιστική πράξη προς την εταιρεία μας σε τρίτους στην αγορά, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) και με προσωπική κράτηση του νομίμου εκπροσώπου της, Προέδρου του Δ.Σ.
και Διευθύνοντος Συμβούλου της Gerald Hanninger διάρκειας τουλάχιστον έξι (6) μηνών...". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με ρητή διάταξη, απέρριψε την από 23-7-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της, χωρίς καμιά διάκριση ή επιφύλαξη, αναφορικά με το συγκεκριμένο αυτοτελές αίτημά της.
Έτσι, όμως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα, εκ μόνου του λόγου ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτό στο σκεπτικό του και συνεπώς, ο ανωτέρω τρίτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, α) κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα για σπουδαίο λόγο και απέρριψε το αγωγικό αίτημα της τελευταίας για καταβολή της κατ' αποκοπή αποζημίωσης, β) κατά το μέρος που απέρριψε το επικουρικό αίτημα της καταβολής αποζημίωσης πελατείας και γ) κατά το μέρος εκείνο που δέχθηκε ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα για κάποιον από τους σπουδαίους λόγους, που καθορίστηκαν συμβατικά, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος που προβλέφθηκε με τον όρο 15.2.7.
της σύμβασης και θεμελίωνε την αξίωσή της για καταβολή της κατ' αποκοπή αποζημίωσης και απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημά της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 30-3-2016 αίτηση αναίρεσης, την από 25-64-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 28-2-2017 πρόσθετους λόγους.
Αναιρεί την 811/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 30-3-2016 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2019.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ