Legislator Case Law & Legislation
1752/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's property ownership ruling due to inadmissible and baseless grounds.

Case Number 1752/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing private ownership of land. The State argued the lower court erred by considering an unsubmitted document and failed to declare the complaint vague, but the Court found these grounds inadmissible or baseless. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, upholding the original property title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal when the grounds are inadmissible due to lack of specific mention or are baseless because the lower court's assessment of evidence and the admissibility of documents fall within its exclusive jurisdiction.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague complaint unsubmitted evidence property ownership lower court assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 letter b of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1752 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1752/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ……… και 3)κατοίκων…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επειδή η ποιοτική και ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στο οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ. παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πρέπει κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 834/2013). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ. συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα, υπό κλίμακα, που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν ενσωματώνεται τέτοιο τοπογραφικό διάγραμμα ή δεν αναφέρονται η ακριβής έκταση του ακινήτου, οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι γείτονές του εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 121/2024, ΑΠ 1214/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) διαλαμβάνεται σ' αυτήν όσον αφορά την περιγραφή του ακινήτου ότι πρόκειται για ένα αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στη θέση ….της περιφέρειας …Σαλαμίνας, συνολικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών διακοσίων ογδόντα (280) κατά τον τίτλο και μέτρων τετραγωνικών διακοσίων εβδομήντα έξη (276) κατά την μέτρηση του Κτηματολογίου, όπου έχει ...

και φαίνεται επίσης στον αριθμό πέντε (5) του Ρ Οικοδομικού Τετραγώνου (Ο.Τ. N) στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ….., αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ., καθώς επίσης και στο από Σεπτεμβρίου 1984 σχεδιάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Κ.

Δ., σύμφωνα με το οποίο συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μέτρων με το με αριθμό τέσσερα (3) οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ. ιδιοκτησίας Ι. Ζ. με αριθμό ΚΑΕΚ 051313615001, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με το με αριθμό έξη (6) αγροτεμάχιο του Ιδίου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας των εναγόντων με αριθμό ΚΑΕΚ ..., ΝΟΤΙΑ με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μέτρων με το με αριθμό επτά (7) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου ιδιοκτησίας κληρονόμων …με αριθμό ΚΑΕΚ ...

και ΔΥΤΙΚΑ με πλευρά μήκους δεκατεσσάρων μέτρων (14,00) με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ..., χωρίς τα σχεδιαγράμματα αυτά να προσαρτώνται στην αγωγή. Πλην όμως από τη μη προσάρτηση αυτή καμία αμφιβολία δεν γεννάται ως προς την ταυτότητα του ακινήτου, αφού τούτο επακριβώς προσδιορίζεται από την όλη περιγραφή και από τον αριθμό ΚΑΕΚ ο οποίος είναι μοναδικός για κάθε ακίνητο και το χαρακτηρίζει.

Επομένως η αγωγή ως προς την περιγραφή του ακινήτου περιείχε τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 εδ. β Κ.Πολ.Δικ. στοιχεία και ήταν ορισμένη, παρά την μη προσάρτηση στο σώμα του δικογράφου, των, ως εκ περισσού, επικαλουμένων τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων. Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, που με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη κηρύξεως ακύρου του δικογράφου της αγωγής, λόγω αοριστίας (ένεκα μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου του οποίου εδιώκετο η αναγνώριση της κυριότητος), όπως τούτο είχε ζητηθεί πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν εχώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους.

Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος.

Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπαρόχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει, αποκλείει το συνυπολογισμό αυτό, ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν υπέκειτο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χάνονταν με το θάνατο του κληρονόμου.

Επίσης κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.

Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου λόγω υπεισέλευσης στην κληρονομία απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή (ΑΠ 69/2018, ΑΠ 289/2016).

Περαιτέρω, "καλή πίστη" ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία νοείται κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ [ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5-8), ν.27 Πανδ. (18-1), ν. 10, 17 και 48 (Πανδ. 11.41), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 109 πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού.

Τη συνδρομή της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (ΑΠ 1018/2018, ΑΠ 1182/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του(άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 του ίδιου Κώδικα, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 του ίδιου Κώδικα, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1608/2022).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Δηλαδή, είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη Θέση…., του Δημοτικού Διαμερίσματος …Σαλαμίνας, έκτασης 280 τ.μ., κατά το φερόμενο ως τίτλο κτήσης των εναγόντων, το οποίο, κατά την έναρξη του κτηματολογίου στη Σαλαμίνα, στις 6/10/2005, έλαβε ΚΑΕΚ ...

και καταχωρήθηκε μ' έκταση 276 τ.μ. και δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο, διότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Αττικής, υπέβαλλε την με αριθμό ... (με αρ. καταθ. ...) δήλωση ιδιοκτησίας, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.....Οι ενάγοντες κατέστησαν συννομείς του εν λόγω αγροτεμαχίου:

α) λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του Κ. Π. του Δ., πατρός του πρώτου των εναγόντων και παππού εκ πατρικής γραμμής του δεύτερου και του τρίτου των εναγόντων, ο οποίος ήταν συννομέας του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και απεβίωσε στις 5-9-1994, αφήνοντας ως πλησιέστερους συγγενείς του και κληρονόμους του, κατά το χρόνο θανάτου του, τη σύζυγό του, ..., σε 6/16 εξ αδιαιρέτου επί του ποσοστού του, τον υιό του Ά.

Π. (πρώτο των εναγόντων), σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου επί του ποσοστού του, και τα δύο εγγόνια του, τέκνα προαποβιώσαντος υιού του, ... (δεύτερο και τρίτο των εναγόντων αντίστοιχα), σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου έκαστο επί του ποσοστού του, την κληρονομιά του οποίου οι ενάγοντες αποδέχθηκαν νόμιμα, δυνάμει της με αριθμό ...

δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Νίκαιας, Σ. Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα και β) λόγω κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής, η οποία (διαθήκη) νόμιμα δημοσιεύθηκε, της Α., χήρας Κ. Π. το γένος Θ. και Ε. Π. (μητέρας του πρώτου των εναγόντων), η οποία απεβίωσε στις 22-4-2004 και εγκατέστησε ως κληρονόμο της επί του ποσοστού της των 10/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου (προερχομένων των 8/16 εξ αδιαιρέτου από συμβόλαιο αγοράς και των 2/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου από την άνω κληρονομιά του προβιώσαντος συζύγου της) τον πρώτο ενάγοντα υιό της, την ως άνω δε κληρονομιά ο τελευταίος αποδέχθηκε νόμιμα, δυνάμει της με αριθμό δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Νίκαιας, Σ.

Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.

Συνεπώς, υπεισήλθαν στη συννομή του ως άνω επίδικου ακινήτου, κατά τ' ανωτέρω, o μεν πρώτος ενάγων σε ποσοστό 81,25% εξ αδιαιρέτου, οι δε δεύτερος και τρίτος των εναγόντων σε ποσοστό 9,375% εξ αδιαιρέτου έκαστος. Το επίδικο ακίνητο στις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις περιγράφεται ως αγροτεμάχιο, με ισόγεια οικία, ευρισκόμενο εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, στη χερσόνησο Κυνοσούρα της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας …Σαλαμίνας, έκτασης 280 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με τον αριθμό 6 στο (Ρ) οικοδομικό τετράγωνο, στο από Ιούλιο του 1961 σχεδιάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ…, που έχει προσαρτηθεί στο με αριθμό ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ….., συνορευόμενο γύρωθεν, βόρεια με το με αριθμό 4 αγροτεμάχιο, νότια με το με αριθμό 8, ανατολικά με ιδιωτική οδό και δυτικά με το με αριθμό 5 αγροτεμάχιο. Το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη νομή των ως άνω καθολικών δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Κ. και Α. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σ' έκαστο εξ αυτών, δυνάμει του με αριθμ. ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ε. Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο 313 και με α.α. 39, λόγω πωλήσεως από την Ε. Κ., το γένος Γ. Μ.. Η ανωτέρω απώτερη δικαιοπάροχός τους (Ε. Κ.) είχε αποκτήσει τη νομή του επιδίκου, ως τμήμα μείζονος έκτασης 95.987 τετρ.

μέτρων, με αιτία την πώληση, δυνάμει του υπ' αριθμ. ….. συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας σε τόμο 87 και με α.α. 245, του Συμβολαιογράφου Αθηνών…., από τους κληρονόμους του Π. Α. ή Α. Σ., ο οποίος είχε αποβιώσει, στις 22.5.1932, αδιάθετος, και εν ζωή ήταν νομέας και κάτοχος της ανωτέρω έκτασης, οριοθετούμενης ανατολικώς με κτήμα κληρονόμων…., δυτικώς με κληρονόμους ….και αγνώστους, αρκτικώς με θάλασσα … και αγνώστους και μεσημβρινώς με θάλασσα Σελληνίων.

Μετά τη σύνταξη του υπ' αριθμ. ….συμβολαίου η ως άνω απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ε. Κ., προέβη σε νόμιμη κατάτμηση της όλης έκτασης και πώληση αγροτεμαχίων, ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο, όπως θα αναπτυχθεί κατωτέρω. Απώτατοι συννομείς της έκτασης αυτής και ακόμη μεγαλύτερης έκτασης, επιφάνειας 111.987 τ.μ., ήδη προ του έτους 1850 ήταν ο….., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, και ο….., κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι ασκούσαν επ' αυτής πράξεις φυσικής εξουσίασης και νομής με καλή πίστη, ήτοι πιστεύοντας ότι δεν προσέβαλαν την κυριότητα τρίτου και διανοία συγκυρίων, καθώς την χρησιμοποιούσαν κυρίως σαν βοσκότοπο, ενώ καλλιεργούσαν τα τμήματα αυτής.

Σημειωτέον ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε υπήρξε δημόσια δασική έκταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός, που είχε κριθεί από το έτος 1845, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής της νήσου Σαλαμίνας. Με την απόφασή της αυτή η Επιτροπή αναγνώρισε ως ιδιωτικά τα δάση της νήσου Σαλαμίνας, εκτός εκείνων που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή…., καθώς και εκείνων, που είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων και στα οποία δεν ανήκε η ως άνω μείζονα έκταση των 111.987 τετρ.

μέτρων. Μάλιστα οι ενάγοντες προσκομίζουν σε φωτοαντίγραφο από το ΓΑΚ-Τοπικό Αρχείο Σαλαμίνος την υπ' αριθμ. ….πράξη του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας…, στην οποία αναφέρεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών εφοδίασε τον κτηματία της περιοχής Ι. Π…, με το υπ' αριθμ. ….έγγραφο, δια του οποίου ειδοποιεί τον ανωτέρω κτηματία και κάτοικο της περιοχής, ως πληρεξούσιο των κατοίκων της νήσου Σαλαμίνας, ότι αναγνωρίζεται ως ιδιοκτησία τους, όχι μόνο επί των αγροκειμένων δασών αυτών, αλλά και στα ορεινά μέρη, εκτός των ανηκόντων στη διαλελυμένη Μονή Αγίου Νικολάου, ως ανωτέρω, έγγραφο, που δικαιολογεί μεταξύ άλλων την καλή πίστη των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, μελών της οικογένειας…., ότι ασκούσαν τη νομή τους ως κύριοι, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του.

Εν συνεχεία, απεβίωσε ο Ι. Σ. και κληρονομήθηκε από τους δύο υιούς του, Γ. και Δ. Σ., οι οποίοι νόμιμα υπεισήλθαν στην κληρονομία του με ανάμειξη σε αυτή, συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, όπως o προκτήτοράς τους. Το έτος 1899 απεβίωσε ο Α… ή Α. Σ. και κληρονομήθηκε, κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 1/2 επί της μείζονος έκτασης, σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο από το μοναδικό ενήλικο κληρονόμο του, υιό του, Π.

Σ., ο οποίος απέκτησε τη συννομή του στη μείζονα έκταση, κατά το παραπάνω κληρονομηθέν από αυτόν μερίδιο, έχοντας καλή πίστη και διάνοια κυρίου και συνεχίζοντας τις ίδιες διακατοχικές πράξεις νομής που ασκούσε ο πατέρας του. Ο ίδιος, Π. Σ., στη συνέχεια αγόρασε και του παραδόθηκε η συννομή και του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου της μείζονος έκτασης από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του Ι.

Σ., Γ. και Δ. Σ., δυνάμει του υπ' αρ. …17-3-1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σαλαμίνας Σ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 41 και α.α 59 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, δηλαδή απέκτησε την παραπάνω συννομή με νόμιμο συμβολαιογραφικό τίτλο και μεταγραφή, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν τυγχάνουν αβάσιμα.

O εν λόγω Π. Σ., το έτος 1925, μεταβίβασε από την αρχική μείζονα έκταση των 111.987 τ.μ., τμήμα επιφάνειας 16.000 τ.μ. (6 στρέμματα αγρού και 10 στρέμματα βραχώδους έκτασης) στον Α. Π.. Θ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ….1925 πωλητήριου συμβολαίου του Συμβ/φου Σαλαμίνος Α. Κ. κι έτσι απέμεινε στην ιδιοκτησία του έκταση 95.987 τετρ. μέτρων.

O ως άνω Π. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 22-5-1932, ασκούσε επί της ως άνω εκτάσεως, από τότε που αυτή περιήλθε στην κατοχή του, τμήμα της οποίας είναι και το επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, πράξεις φυσικής εξουσίασης, δηλαδή αφενός καλλιεργούσε αμπέλια στο ομαλό μέρος αυτής, αφετέρου χρησιμοποιούσε για κτηνοτροφία το υπόλοιπο τμήμα της όλης έκτασης.

Η ως άνω μείζονα έκταση των 95.987 τ.μ. συνόρευε ανατολικά με κτήμα κληρονόμων…, δυτικά με κληρονόμους …..και αγνώστους, βόρεια με θάλασσα Κόλπο Αμπελακίων και αγνώστους και νότια με θάλασσα Σεληνίων. Ο ως άνω αποβιώσας το έτος 1932, χωρίς διαθήκη, Π. Σ. του Α. ή Α. κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. και τα τέκνα του…….., που απεβίωσε το έτος 1951, ……, που απεβίωσε το έτος 1958, ……, που απεβίωσε το έτος 1960 και….., που απεβίωσε το έτος 1952 και οι οποίοι τον κληρονόμησαν η μεν σύζυγος του Π.

κατά τα τετρακόσια πενήντα χιλιοστά οκτακοσιοστά (450/1800) εξ αδιαιρέτου, έκαστος δε εκ των δέκα προαναφερομένων τέκνων κατά εκατόν τριάντα πέντε χιλιοστά οκτακοσιοστά (135/1800) εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω περιγραφόμενης έκτασης, οι δε ως άνω κληρονόμοι του νόμιμα υπεισήλθαν στην κληρονομιά, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομία και συνεχίζοντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους.

Όταν δε πέθανε και η Π. χήρα Π. Σ.υ, το γένος…, το έτος 1937, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την κληρονόμησαν τα παραπάνω δέκα τέκνα της κατ' ισομοιρία, δηλαδή, κατά τα 45/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η μερίδα εκάστου εξ αυτών επί της ως άνω μείζονος έκτασης ανήλθε στα 180/1800 εξ αδιαιρέτου, οι δε ως άνω κληρονόμοι της θανούσας υπεισήλθαν νόμιμα στην κληρονομία της, αναμειχθέντες σε αυτή και συνεχίζοντας τις πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου τους.

Σημειωτέον ότι το έτος 1940, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, χαρακτηρίζοντας την παραπάνω έκταση δημόσια, εξέδωσε σε βάρος του κληρονόμου του Π. Σ.υ και υιού του, Σ. Σ., το από 7 Μαρτίου του 1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της, κατά το άρθρον 5 του Ν. 5895, Επιτροπής, με το οποίο του επέβαλε να πληρώσει ως μίσθωμα για τη χρήση τριάντα περίπου στρεμμάτων γης από την παραπάνω έκταση, το ποσό των 150 δραχμών για τα έτη 1928-1939.

O Σ. Σ. άσκησε ανακοπή κατά του παραπάνω πρωτοκόλλου και με την 27/29.7.1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος ακυρώθηκε το παραπάνω πρωτόκολο, καθώς κρίθηκε ότι "εκ των κατατεθέντων νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων εν συνδυασμώ προς τα υπ' αριθμ. …συμβόλαια του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σαλαμίνης Σ.. Π., …..

Συμ/φου Σαλαμίνος ….και …Συμ/φου Σαλαμίνος Α.. Κ. απεδείχθη ότι η έκτασις η αφορώσα τα' ανακοπτόμενα Πρωτόκολλα μετ' άλλης συνεχομένης προς δυσμάς εκτάσεως ανήκεν εις τον ττάππον του ανακόπτοντος Αν. ….κατεχομένη και νεμομένη υπ' αυτού μέχρι του θανάτου του επισυμβάντος προ 50ετίας ότι περιήλθε αύτη εις τον υιόν του και πατέραν του ανακόπτοντος Π.

Σ. και τούτου δε αποβιώσαντος εν έτει 1932 εις τον ανακόπτοντα όστις έκτοτε κατέχη και νέμεται ταύτην ήτοι απεδείχθη ότι o ανακόπτων είναι κύριος νομεύς και κάτοχος της εκτάσεως...". Επομένως τα όσα υποστηρίζει με σχετικό λόγο έφεσής του το εκκαλούν προς στήριξη της δικής του κυριότητας ότι ασκούσε το ίδιο διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο, όπως προκύπτει και από την έκδοση πλήθους πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση κτημάτων του Δημοσίου σε βάρος ……- δικαιοπαρόχου των εναγόντων κατά το έτος 1940, δεν αποδίδουν τη συνολική εικόνα της παραπάνω αντιδικίας μεταξύ του Σ.

Σ. και του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. σχετ. ΜονΕφΠειρ 436/2019 ό.π., ΜονΕφΠειρ 437/2019 ό.π.). Ομοίως, οι όσες άλλες διακατοχικές πράξεις υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο ότι ασκούσε από το έτος 1927 επί του επίδικου, με την έκδοση εγγράφων, που τηρήθηκαν σε υπηρεσιακούς φακέλους, όπως προκηρύξεις των ετών 1932 και 1934 και πρακτικά επαναληπτικών δημοπρασιών του έτους 1934, διαταγές του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας των ετών 1928 και 1934 προς τον Αστυνομικό Σταθμάρχη, με τις οποίες του αναθέτει τη φύλαξη της, στη θέση "….", έκτασης 288.189 τ.μ.

από καταπατητές, αλληλογραφία της Αεροπορικής Άμυνας (η οποία προτίθεται να εκποιήσει τις γαίες "εις θέση …") προς τον Οικονομικό Έφορο Μεγαρίδος, προκειμένου να προβεί στις δέουσες ενέργειες για σύνταξη πρωτοκόλλων καταμέτρησης, εκθέσεις Οικονομικών Επιθεωρητών Κ., Τ. επ' αφορμή καταπατήσεων αποτελούν αυθαίρετες ενέργειες των παραπάνω οργάνων του Δημοσίου, προκειμένου αυτό να οικειοποιηθεί την παραπάνω έκταση, όπως κατέδειξε η ως άνω με αριθμ.

…/29.7.1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος (βλ. σχετ. ΜονΕφΠειρ ../2019 ό.π., ΜονΕφΠειρ ../2019 ό.π.). Περαιτέρω, εκ των κληρονόμων - τέκνων του Π. Σ.υ, τον αποβιώσαντα άνευ διαθήκης, το έτος 1952, Α. Σ. του Π., κληρονόμησαν η σύζυγός του ……….. Ο τελευταίος, δηλαδή ο Π. Σ. του Α. απεβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1954 και τον κληρονόμησαν η μητέρα του Λ.

χήρα Α. Σ. και οι αδελφοί του Π. ήδη σύζυγος ….. οι οποίοι κληρονόμοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά τόσο του Α. Σ., όσο και του Π. Σ., δυνάμει των υπ' αριθμ. ... του έτους 1961 δηλώσεων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκαν νόμιμα. Τον αποβιώσαντα, άνευ διαθήκης, το έτος 1951, Σ. Σ. του Π., κληρονόμησαν η σύζυγός του Ζ.

το γένος Ν. Φ. και τα πέντε τέκνα του, Π., Π., Φ., Α. και Ν., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με τη με αριθμ. ... δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Τον αποβιώσαντα, χωρίς διαθήκη και χωρίς τέκνα, το έτος 1958, Λ. Σ. του Π., κληρονόμησαν η σύζυγός του ….κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου τα επτά εν ζωή αδέλφια του, Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Α., τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του … και τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του…., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του παραπάνω αποβιώσαντος με την υπ' αριθμ. ...

πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Την αποβιώσασα, χωρίς διαθήκη το έτος 1960, Αθηνά σύζυγο Ν. Γ., κληρονόμησαν ο σύζυγός της Ν. Γ. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου τα πέντε τέκνα της, Ι., Μ., Π., Γ. και Μ. Γ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία με την υπ' αριθμ. ...

πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Την παραπάνω έκταση των 95.987 τετρ. Μέτρων νεμόταν οι παραπάνω συγκληρονόμοι, οι οποίοι, με καλή πίστη, ανεπίληπτα και αδιατάρακτα ασκούσαν συνεχώς επ' αυτής τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια συγκυρίων μέχρι τη μεταβίβασή της, με αιτία την πώληση, στην ως άνω Ε.

Κ. το γένος Γ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου, οπότε της παρέδωσαν τη νομή της ως άνω έκτασης. Ομοίως η Ε. Κ. συνέχισε να ασκεί στο ίδιο ακίνητο με καλή πίστη, ανεπίληπτα, αδιατάρακτα και αδιαλείπτως πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίας.

Μετά τη σύνταξη του παραπάνω αγοραπωλητήριου συμβολαίου, η Ε. Κ. προχώρησε σε κατάτμηση της όλης έκτασης σε αγροτεμάχια, δημιουργήσασα εν τοις πράγμασι ρυμοτομία αυτής της έκτασης, με οικοδομικά τετράγωνα αγροτεμαχίων και ιδιωτικούς δρόμους, που εμφανίζονται στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ.Ο.

Τα αγροτεμάχια αυτά η ανωτέρω (Ε. Κ.) μεταπωλούσε μετά την κατάτμηση) σε τρίτους μικροεισοδηματίες, εκ των οποίων σχετικά με το επίδικο ακίνητο ήταν και οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Κ. και Α. Π., και γίνονταν τμηματικές καταβολές αποπληρωμής του μεταξύ τους συμφωνηθέντος τιμήματος, συντασσομένων συμβολαιογραφικών προσυμφώνων.

Επ' αυτών οι αποκτήσαντες τα αγροτεμάχια, μεταξύ δε τούτων και οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων προχώρησαν σε καταμετρήσεις, απεικονίσεις σε σχέδια, περιφράξεις, φύτευση καλλωπιστικών φυτών και πολλών δένδρων καθ' όλη την κατατμηθείσα περιοχή και σε ανέγερση αυθαίρετων κτισμάτων ήδη από το έτος 1962, σε αυτά δε χορηγήθηκαν στη συνέχεια παροχές κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ), ασκώντας ακολούθως με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου πράξεις συντήρησης αυτών.

Ωστόσο, το έτος 1963 υπήρξε αμφισβήτηση ως προς το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ε. Κ., καθώς η Κοινότητα Σεληνίων άσκησε κατά αυτής την από 5.8.1963 (υπ' αριθμ. κατ. ...) αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί εκείνη κυρία ενός τμήματος 15 στρεμμάτων και 600 μέτρων από την ευρύτερη έκταση των 95.987 τετρ.

μέτρων, ως ανήκοντος στην Κοινότητα μετά την κατάρτιση, το έτος 1936, του Κτηματολογίου της και να της αποδοθεί. Επίσης, η ίδια Κοινότητα άσκησε κατά της Ε. Κ. ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την από 15.4.1965 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. ...) αγωγή της με όμοιο περιεχόμενο. Καμία από τις αγωγές αυτές δεν συζητήθηκε. Εν τω μεταξύ και η Κοινότητα Αμπελακίων άσκησε κατά της Ε.

Κ. την από 30.12.1964 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ…..1964) αγωγή της, ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπου με βάση ίδιους λόγους, που επικαλείτο η Κοινότητα Σεληνίων στις δικές της αγωγές, ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία του αναλυτικά περιγραφόμενου τμήματος εμβαδού 90 στρεμμάτων περίπου, που κατ' αυτή είχε καταλάβει παράνομα η εναγόμενη, καθώς και να της αποδοθεί η νομή αυτού.

Η δίκη επί της αγωγής αυτής καταργήθηκε με τον υπ' αριθ. …(εξώδικο) συμβιβασμό ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Σπυρίδωνος Παπαμιχαήλ, όπως τούτος τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 81/1969 απόφαση και την υπ' αριθμ. πρωτ. ….απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. …απόφαση.

Με βάση τον παραπάνω συμβιβασμό, η Κοινότητα Αμπελακίων παραιτήθηκε από το δικαίωμα της προαναφερόμενης από 30.12.1964 αγωγής της και συναίνεσε στη διαγραφή αυτής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, η δε Ε. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει, τμηματικώς, το ποσό των 200.000 δραχμών. Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι, από το έτος 1845, τη νομή στο ακίνητο, εμβαδού 111.987 τ.μ.

και από το έτος 1925, λόγω πώλησης, στον …..τμήματος 16.000 τ.μ., τη νομή στο ακίνητο, εμβαδού 95.987 τ.μ., ασκούσαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων (….), οι οποίοι ουδέποτε την είχαν απωλέσει.... ...... Επομένως στις 11-9-1915 ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Π. Σ. του…, είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς, κατά την ημερομηνία αυτή, είχε συμπληρώσει, με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, 30ετή καλόπιστη νομή επ' αυτού....Συνακόλουθα, κατά τα προαναφερθέντα, συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος έκτακτης χρησικτησίας σε βάρος του εναγόμενου επί του επίδικου τμήματος, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ενώ οι διάδοχοι του Π.

Σ.υ στη νομή του επίδικου ακινήτου παρέμειναν κύριοι αυτού με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, με έκτακτη χρησικτησία τόσο με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, όσο και με βάση το άρθρο 1051 του Αστικού Κώδικα.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, αλλά με διαφορετικές αιτιολογίες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, λαμβανομένων υπόψη των παραδοχών του ότι το επίδικο είναι αγροτεμάχιο και ότι αυτό ουδέποτε υπήρξε δημόσια δασική έκταση.

Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη απόδειξης της κυριότητας του Δημοσίου επ' αυτού.

Ειδικότερα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Σ. είχε καταστεί κύριος του ευρύτερου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι τις 11-9-1915, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των αναφερομένων δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι επίσης νέμονταν την έκταση αυτή με τα ίδια προσόντα από το έτος 1845 και ότι στη νομή της ευρύτερης αυτής έκτασης τον διαδέχθηκαν, μετά το θάνατό του το έτος 1932, οι αναφερόμενοι κληρονόμοι του, οι οποίοι αναμείχθηκαν στην κληρονομία, ασκώντας τις αναφερόμενες ειδικότερα πράξεις νομής στην ίδια ως άνω ευρύτερη έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, μέρος της οποίας μεταβίβασαν στη συνέχεια κατά κυριότητα με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στην Ε.

Κ.. Ότι η τελευταία προέβη στην κατάτμηση της έκτασης που αγόρασε σε μικρότερα τεμάχια, ένα από τα οποία, που αποτελεί το επίδικο, το οποίο περιγράφεται ως προς τη θέση και την έκτασή του, καθώς και με τον αριθμό ΚΑΕΚ με τον οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία κτηματολογίου, μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πώλησης στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, τους οποίους στη συνέχεια διαδέχθηκαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, λόγω κληρονομικής διαδοχής, όπως αυτή αναλυτικά περιγράφεται στην απόφαση του Εφετείου.

Για την νομική πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται και ο τρόπος της κληρονομικής διαδοχής του θανόντος το έτος 1899 …..από τον υιό του Π. Σ. (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), αφού αρκεί η παραδοχή της απόφασης ότι ο ως άνω κληρονόμος υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομιά του πατέρα του, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή του να αποκτήσει αυτήν, ενώ όσον αφορά τα δέκα τέκνα του Π.

Σ.υ, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν αυτά ήταν ανήλικα, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, οπότε απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούληση τους, ενώ επαρκώς προσδιορίζονται οι πράξεις νομής που ασκούσαν τα ως άνω τέκνα του προαναφερομένου κληρονομουμένου στο μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο (επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης) από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή τους ως κληρονόμων να αποκτήσουν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά στην οποία και αναμείχθηκαν.

Περαιτέρω, όσον αφορά τα τέκνα του Ι. Σ. ήτοι τον Γ. και Δ. Σ., που κληρονόμησαν τον πατέρα τους επίσης δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν αυτά ήταν ανήλικα, κατά το χρόνο του θανάτου του, καθόσον σαφώς αναφέρεται ότι υπεισήλθαν και αναμίχθησαν στην κληρονομία του ασκώντας τις προπεριγραφείσες πράξεις νομής.

Περαιτέρω, όσον αφορά τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων για τους οποίους η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι καλλιεργούσαν το μεγαλύτερο ακίνητο των 111.987 τ.μ, ως προς ορισμένα τμήματά του και το χρησιμοποιούσαν και ως βοσκότοπο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις νομής εντός του επιδίκου ακινήτου των 353 τ.μ, το οποίο αποτελούσε τμήμα της εκτάσεως των 111.987 τ.μ, ούτε αν στα τμήματα που καλλιεργήθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 353 τ.μ, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 358/2016, ΑΠ 1420/2014).

Τέλος, όσον αφορά την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπο των νεμηθέντων το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να επεξηγείται ειδικώς, με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, αρκούσης της μνείας αυτής ως έννοιας κοινώς γνωστής, η οποία άλλωστε ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, οι σχετικοί λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, ναι μεν η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ιδρύει τον από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή.

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 30/2002, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 561/2012)). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν υπήρξε ποτέ δημόσια δασική έκταση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του έγγραφο, το οποίο δεν προσκομίσθηκε στο δικαστήριο και δη το υπ' αρ. 2786/28-3-1845 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, δια του οποίου ειδοποιείται ο κτηματίας της ευρύτερης περιοχής της Σαλαμίνας, ως πληρεξούσιος των κατοίκων της νήσου, ότι το Δημόσιο αναγνωρίζει την ιδιοκτησία τους όχι μόνο επί των αγροκείμενων δασών αλλά και στα ορεινά μέρη, εκτός των ανηκόντων στη διαλελυμένη Μονή….

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφενός ότι το ως άνω έγγραφο λήφθηκε υπόψη και αναφέρεται στην υπ' αρ. ... πράξη του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας…, η οποία πράξη προσκομίζεται με επίκληση από τους εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβαλλομένους, συνεπώς δεν απαιτείτο να γίνει ειδική επίκληση τούτου από τους εφεσίβλητους, προκειμένου να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, και αφετέρου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην ανωτέρω παραδοχή του, για την περιέλευση του επίδικου ακινήτου, κατά κυριότητα στον δικαιοπάροχο των εναγόντων- εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, και των εγγράφων "τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δηλαδή δέχθηκε ανελέγκτως, ότι τα διάδικα μέρη προσκόμισαν τα πιο πάνω έγγραφα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν κατέθεσαν προτάσεις και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-05-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της …απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ