Legislator Case Law & Legislation
561/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of evidence evaluation.

Case Number 561/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to retry the case, dismissing both the original appeal and supplementary arguments. The court found the lower court properly considered all evidence and correctly applied legal rules regarding the weight of expert reports versus photographs. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a C.Pol.D.; Art. 559 no. 11, 12 C.Pol.D.; Art. 340, 387 C.Pol.D.: Supplementary appeal grounds must be filed within thirty days prior to the hearing; the Supreme Court reviews only legal errors, not factual disputes, and the lower court's free evaluation of evidence is not subject to appellate review unless the law's rules on evidentiary weight are violated.

Keywords

AI generated
supplementary appeal grounds procedural inadmissibility free evaluation of evidence evidentiary weight legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a C.Pol.D.
Art. 559 no. 11 C.Pol.D.
Art. 559 no. 12 C.Pol.D.
Art. 340 C.Pol.D.
Art. 387 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 561 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Α. Κ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Κ. Λ. του Γ., 2. Ν. συζ. Κ. Λ., το γένος Ε. Τ. και 3. Ε. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-11-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1997 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσείοντος, και με την από 24-2-1998 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου (Ε. Μ.) που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνδικαστήκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/1999 μη οριστική, 212/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 307/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-11-2007 αίτησή του, και με τους από 10-10-2011 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1135/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 22-11-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε α) την από 28-1-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και β) την από 16-11-2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτων των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα Α. Τ. με το από 10-10-2011 δικόγραφο.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 654/1984,143/1984).

Η ως άνω υιοθετεθείσα, με πάγια νομολογία, άποψη δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμά του για την άσκηση εμπροθέσμως των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 8-11-2007 αίτηση για αναίρεση της 307/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης κατατέθηκε στις 9-11-2007 στη Γραμματεία του Εφετείου Κρήτης και προσδιορίστηκε για να δικαστεί από το Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου στις 18-2-2009.

Με την 1135/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη δικάσιμο αυτή, κηρύχθηκε απαράδεκτη, λόγω μη κλήτευσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος θεωρήθηκε απών, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν είχε πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει. Η νέα συζήτηση της υπόθεσης, που ορίστηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο της 17-11-2010, ματαιώθηκε λόγων των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών της 7-11-2010.

Ο αναιρεσείων στις 21-10-2011 κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 10-10-2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Όμως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, είναι εκπρόθεσμοι και γι' αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

2.- Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δύο στοιχεία:

α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, (CORPUS), την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας (ANIMUS DOMINII), η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (OPINIO DOMINII).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε, τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με το 2875/1961 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθήνας δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία η από 7-4-1961 ιδιόγραφη διαθήκη του Ε. Τ. του Α., που απεβίωσε στις 16-4-1961. Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης άφησε στη σύζυγό του Ε. το ποσό των 500 δραχμών και τον ενάγοντα (γιο του αδελφού του Κ.) μοναδικό κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αποδέχθηκε την πιο πάνω κληρονομιά στις 19-6-1961 με δήλωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Καστελλίου Κισάμου Στέφανου Μαραγκουδάκη, η οποία μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κισάμου στις 3-7-1961. Στην πιο πάνω δήλωση ο ενάγων συμπεριέλαβε και ένα ακίνητο που βρίσκεται στο χωριό "Κουρφαλώνας" της Κοινότητας Κουλουδιανών Κισάμου και ήδη του Δήμου Μηθύμνης Χανίων, συγκεκριμένα το στη θέση "Γιαλός εις του Χ." ημιερειπωμένο δωμάτιο (παλαιό μαγαζί) μετά της αυλής του, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ.

Μ., δυτικά και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Μ. και βόρεια με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό, το οποίο φέρεται σύμφωνα με την αγωγή να καταλαμβάνει συνολική έκταση 1.544,13 τ.μ, ανήκε αρχικά κατά κυριότητα στον Ε. Μ. (παππού του προσθέτως παρεμβαίνοντος), ο οποίος με το .../3-5-1908 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καστελίου Μιχαήλ Αρχοντάκη, το οποίο μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα, πώλησε αυτό στον Π.

Ι. Κ. ως "ένα οικόπεδο 16 μ. πλάτος και 40 μ. περίπου μήκος, εκτεινόμενο προς το ανατολικό μέρος της κατοικίας Γ. Χ., του οποίου το μήκος θα εκτείνεται εκ του νοτίου προς το βόρειο μέρος σύμφωνα με τη διεύθυνση της γωνίας του πλυσταριού της οικίας Γ. Χ. εκ του νοτίου μέρους και μέχρι της παραθαλάσσιας εκ του βορείου μέρους, συνορευόμενου γύρωθεν δυτικώς και νοτίως με τα κτήματα του ιδίου πωλητού, ανατολικώς με όμοιο Γ.

Ι. Μ. και αρκτικώς με παραθαλασσίαν". Μέσα στο πιο πάνω ακίνητο ο αγοραστής Π. Κ. ανήγειρε ένα μαγαζί (καφενείο), δυτικά δε του ως άνω ακινήτου και εντός της ιδιοκτησίας του ο πωλητής ανήγειρε μαγαζί η ανέγερση του οποίου αποπερατώθηκε κατά το έτος 1909. Το έτος αυτό ο Π. Κ. με το .../20-3-1909 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Κονταδάκη πώλησε στον Μ.

Σ. το ως άνω ακίνητο που είχε αγοράσει από τον Ε. Μ., ως "ένα οικόπεδο πλάτους 14 μ. και βάθους 150 μέτρων περίπου, αρχομένου από του αγρού της θάλασσας και εκτεινόμενο από βορρά προς νότο μέχρι τη γωνία του πλυσταριού της οικίας Γ. Μ. (εννοεί Χ.), εντός του οποίου έχει κατασκευάσει μαγαζείον-πλάτους 6,25μ. και βάθους 15,20 μ.

συνορευόμενο βορείως με θάλασσα, ανατολικώς με οικόπεδο Γ. Μ., νοτίως με αγρό του Ε. Μ., δυτικώς με μαγαζείον του αυτού Ε. Μ.". Το ακίνητο αυτό το έτος 1912 μεταβιβάστηκε με άτυπη πώληση από τον Π. Κ. στον Α. Τ. (παππού του ενάγοντος), ο οποίος κατά το έτος 1945 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον γιο του Ε. Τ. (θείο του ενάγοντος), αμφότεροι δε οι πιο πάνω αγοραστές νεμήθηκαν το ακίνητο αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν αυτό περιέλθει κατά τα προεκτεθέντα το έτος 1961 στην κυριότητα του ενάγοντος ως κληρονόμου του Ε.

Τ.. Το ακίνητο αυτό, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, φέρεται να καταλαμβάνει έκταση 1544,13 τ.μ. τέμνει δρόμος που υπήρχε πριν από το έτος 1981, ο οποίος από το έτος 1986 χαρακτηρίστηκε ως κοινοτικός και το χωρίζει σε δύο επί μέρους οικόπεδα, ήτοι το προς βορρά κείμενο έκτασης 836,16 τ.μ. που συνορεύει γύρω-γύρω με αιγιαλό (βόρειο), με κοινοτικό δρόμο (νότια), με ιδιοκτησία Ε.

και Δ. Μ. (δυτικά) και Π. Τ. (ανατολικά) και το προς νότο κείμενο έκτασης 707,17 τ.μ, που συνορεύει γύρω-γύρω με κοινοτικό δρόμο (βόρεια), με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Μ. (νότια και δυτικά) και με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Μ. (ανατολικά). Όμως το δεύτερο ακίνητο, δηλαδή αυτό που έχει έκταση 707,97 τ.μ . περιλαμβάνεται στην μείζονα έκταση 1213,21 τ.μ., που βρίσκεται στον ίδιο οικισμό (κάτω Κουρφαλώνας), η οποία μεταβιβάστηκε στους εναγόμενους λόγω πώλησης από τον Ε.

Δ. Μ., (προσθέτως παρεμβαίνοντα), ο οποίος είναι εγγονός του ανωτέρου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Ε. Μ., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../1997 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καστελλίου Κισάμου Εμμ. Καλογριδάκη. Το ακίνητο αυτό συνορεύει βόρεια με κοινοτικό δρόμο 5 μ., βορειοδυτικά με τη διασταύρωση του κοινοτικού δρόμου με άλλον κοινοτικό δρόμο 6μ., δυτικά με δρόμο 6μ., νότια με ιδιοκτησία Δ.

Μ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. και Ι. Μ.. Από την αντιπαραβολή των προαναφερόμενων συμβολαιογραφικών εγγράφων, με τα οποία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν την κυριότητα του σ' αυτά αναφερομένου ακινήτου, σε συνδυασμό με τον τίτλο κτήσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και τις αεροφωτογραφίες και τα αποσπάσματα των χαρτών τόσο της ΓΥΕ όσο και τον χάρτη αναδασμού της ευρύτερης περιοχής "Καλουδιανών", τα οποία έλαβε υπόψη του και ο τοπογράφος μηχανικός που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την προδικαστική απόφαση, πριν προβεί στην πλήρη αποτύπωση της ευρύτερης περιοχής του αγροτεμαχίου των 707,97 τ.μ. (επίδικο) στο από του μηνός Μαΐου του έτους 2004 τοπογραφικό του διάγραμμα, προκύπτουν τα εξής:

Α) Μεταξύ των .../3-5-1908 και .../20-3-1909 προαναφερόμενων συμβολαίων, με τα οποία οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν το σ' αυτά αναφερόμενο ακίνητο, υπάρχει ουσιώδης διαφορά ως προς το μήκος του πωλούμενου ακινήτου, το οποίο, ενώ με το πρώτο συμβόλαιο προσδιορίζεται ως εκτεινόμενο από βορρά και συγκεκριμένα από "παραθαλάσσια" προς νότο σε μήκος 40 μέτρων, στο δεύτερο συμβόλαιο προσδιορίζει ως έχον μήκος 150 μέτρων με προς βορράν σημείο αναφοράς "τον αφρό της θάλασσας" και β) σε αμφότερα, τα πιο πάνω συμβόλαια το πλυσταριό της οικίας Γ.

Μ. (τέως Χ.) αναφέρεται ως αφετηρία του νοτιότερου σημείου του πωλουμένου ακινήτου οι λοιποί δε συνοράτορες δεν παραλάσσουν κατά τη διαδοχή τίτλων κτήσης μέχρι και τον τίτλο κτήσης του ενάγοντος. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, σύμφωνα και με τις σχετικές διαπιστώσεις του πιο πάνω πραγματογνώμονα, η ύπαρξη σταθερού σημείου, ήτοι προβλήτας, από πολλές δεκαετίες έστω και με διαφορετική μορφή-υπερκειμένου της βόρειας πλευράς του ακινήτου του ενάγοντος.

Αυτό αποτυπώνεται σύμφωνα με τα επαρκώς θεμελιωμένα και αξιόπιστα ευρήματα του ως άνω πραγματογνώμονα, τόσο στην αμυδρή αεροφωτογραφία της ΓΥΣ του έτους 1945, όσο και σαφώς καθαρότερα στο τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1988 της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου που συνοδεύει την απόφαση καθορισμού γραμμής αιγιαλού, όπου εμφαίνεται ότι η θάλασσα βρίσκεται νοτιότερα της βόρειας άκρης της προβλήτας.

Με δεδομένη την ύπαρξη του ανωτέρω σταθερού προς βορρά σημείου και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι στο .../20-3-1909 συμβόλαιο, όπου το ακίνητο του ενάγοντος φέρεται να εκτείνεται από βορρά προς νότο σε μήκος πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που φέρεται να έχει στο .../3-5-1908 συμβόλαιο το ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει δυτικά με μαγαζί του συνοράτορά του Ε.

και όχι με πέραν τούτου (του μαγαζιού) προς νότο εκτεινόμενο αγρό, συνάγεται ευχερώς ότι αν το μήκος της πωλούμενης στον ενάγοντα εδαφικής λωρίδας ήταν πράγματι 150 μέτρα, τότε θα υφίστατο εντελώς διαφορετική χωροθέτηση της ευρύτερης περιοχής από αυτήν που προκύπτει από όλα τα προσκομιζόμενα στοιχεία, ήτοι η προς βορρά του ακινήτου του ενάγοντος παραθαλάσσια περιοχή και ο αιγιαλός που προσδιορίστηκε μεταγενέστερα (έτος 1988) θα βρίσκονταν νοτιότερα της οικίας "Χ." (Γ.

Μ.) των προαναφερομένων μαγαζιών Κ. και Μ. και όλων γενικώς των ευρισκομένων, βορείως του επιδίκου, ακινήτων. Σημειωτέον ότι το μαγαζί του Π. Κ., το οποίο εκμεταλλεύονταν ως καφενείο όλοι οι μετέπειτα δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, βρισκόταν δυτικά της ιδιοκτησίας του, σε παράλληλη σχεδόν θέση με το προς δυσμάς μαγαζί του Ε.

Μ.. Όπως δε χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας του προσθέτως παρεμβαίνοντος Γ. Μ. (αδελφός αυτού και πρώτος εξάδελφος του ενάγοντος), ο οποίος είχε άμεση αντίληψη του χώρου από το έτος 1944 "οι νότιες πλευρές τον δύο μαγαζιών που χτιστήκανε ήταν ευθεία". Εξάλλου, τα πιο πάνω ενισχύονται από τις διαπιστώσεις του ως άνω πραγματογνώμονα σχετικά με την τοποθέτηση του σημείου που βρισκόταν το πλυσταριό της δυτικά του ακινήτου του ενάγοντος οικίας Μ. (Χ.), ως σημείου ταυτοποίησης του ανατολικά και σε ευθεία γραμμή ευρισκομένου νοτίου ορίου του ακινήτου του ενάγοντος.

Ειδικότερα από την αυτοψία που διενήργησε στην ευρύτερη περιοχή ο πιο πάνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε την ύπαρξη δύο φρεάτων, του ενός σε απόσταση 290 μέτρων δυτικά 209 μέτρων νότια της οικίας Γ. Χ. και του άλλου δίπλα στον σημερινό φούρνο της οικίας αυτής. Το πλυσταριό αυτό, το οποίο έχει κατεδαφιστεί πριν από τριάντα περίπου χρόνια, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά σε πηγάδι ή φρέαρ, τούτο διότι τότε δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης.

Η μεγάλη απόσταση των δύο πιο πάνω φρεατίων από την οικία Χ. αφενός θα είχε ως συνέπεια το πλυσταριό να τοποθετείται πολλά μέτρα νοτιότερα του επιδίκου, όπως ο ίδιος ο ενάγων το οριοθετεί, αφετέρου δεν θα καθιστούσε πρόσφορη τη λειτουργία του (πλυσταριού) αν αυτό βρισκόταν παράλληλα με το εκτιθέμενο ως νότιο όριο του ακινήτου του ενάγοντος, δηλαδή 50 περίπου μέτρα νοτιότερα από τον πιο πάνω κοινοτικό δρόμο του έτους 1986, που διέρχεται τόσο από το επίδικο όσο και από το φερόμενο λοιπό βόρειο τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, εμβαδού 836,16 τ.μ., τούτο διότι θα υπήρχε πολύ μεγάλη απόσταση μεταξύ φρεατίου και πλυσταριού.

Ενόψει αυτών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει ίχνος έστω πηγαδιού στην ευρύτερη περιοχή συνάγεται ότι το πλυσταριό της οικίας Γ. Χ. πρέπει να ήταν πολύ κοντά στο πηγάδι που βρίσκεται δίπλα στον σημερινό φούρνο της οικίας σ' αυτή δηλαδή δυτικά και νότια του ως βορείου τμήματος του ενάγοντος περιγραφομένου ακινήτου.

Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων και προσθέτως παρεμβαίνοντος Γ. Μ., ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του εισηγητή δικαστή ότι "... το πλυσταριό τότε το 1908, βρισκόταν κάτω από τη σκάλα που βαίνει στον οντά του σπιτιού του "Χ." (ή Γ. Μ.), η οποία σκάλα είναι και σήμερα εκεί που ήταν και τότε και το σπίτι του Χ.".

Τα πιο πάνω δεν αντικρούονται με αξιόπιστο και εξίσου τεκμηριωμένο τρόπο ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος ούτε και από την επικαλούμενη και προσαγόμενη από Σεπτέμβριο του έτους 2000 έκθεση φωτοερμηνείας των προσκομιζόμενων αεροφωτογραφιών της ευρύτερης περιοχής του επιδίκου, του δασολόγου Γ.

Μ.. Τούτο διότι τα ευρήματα αυτής ως εκ της φύσης αυτής ως εξ αποστάσεως ερμηνείας και διακρίβωσης γεωγραφικών και εδαφικών δεδομένων, στερούνται της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος αυτών που διαλαμβάνονται στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη, η οποία συντάχθηκε μετά από αυτοψία του χώρου από τον πιο πάνω πραγματογνώμονα.

Τα αναφερόμενα στην αυτοψία του πιο πάνω δασολόγου περί εντοπισμού άλλου πηγαδιού νότια της οικίας Χ. και στο ύψος της νότιας πλευράς του επιδίκου δεν επιβεβαιώνεται. Βεβαίως ο μάρτυρας του ενάγοντος Γ. Π. κατέθεσε ότι υπήρχε πλυσταριό το οποίο βρισκόταν πλησίον πηγαδιού 200 μέτρα νότια της οικίας "Χ.". Η κατάθεση όμως αυτή δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφού στην περίπτωση αυτή το νότιο όριο του επιδίκου θα βρισκόταν 100 περίπου μέτρα νοτιότερα σε σχέση από τον ίδιο τον ενάγοντα καθοριζόμενο νότιο όριο, ενώ αντιφάσκει με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε στη συνέχεια.

Συγκεκριμένα κατέθεσε ότι "το δυτικό όριο του κτήματος του ενάγοντος προσδιοριζόταν με το δυτικό τοίχο του καφενείου που είχε ανεγείρει εντός του ως άνω οικοπέδου ο θείος του ενάγοντος Ε. Α. Τ.", το οποίο δυτικό τοιχίο συνομολογείται ότι βρισκόταν στο βορειοδυτικό, ήτοι στο πάνω από τον κοινοτικό δρόμο, τμήμα του φερόμενου ως ακινήτου του ενάγοντος.

Εξάλλου, ο ίδιος στην συνέχεια της κατάθεσης αναφέρει ότι, "Αν τραβήξουμε μια γραμμή από το ως άνω πλυσταριό από δυσμάς προς ανατολάς, αυτή η γραμμή περνάει λίγο πιο πάνω από την συκιά, η οποία όπως προανέφερα βρίσκεται περίπου το όριο του νοτίου τμήματος του άνω οικοπέδου του ενάγοντος", κατ' αυτόν δε το σημείο πάνω από την συκιά βρίσκεται νότια της συκιάς.

Αυτό συνάγεται από τα κατατεθέντα από τον ίδιο ότι "Από την συκιά και επάνω η προς νότον ιδιοκτησία των κληρονόμων Μ. εκκαλιεργείτο". Από τα πιο πάνω, σύμφωνα με την κατάθεση αυτή, το επίδικο ακίνητο εκτείνεται νότια του δρόμου, καταλαμβάνοντας τμήμα του ακινήτου του Ε. Μ. (προσθέτως παρεμβαίνοντος), ο οποίος είναι ένας εκ των κληρονόμων του Δ.

Μ..

Συνεπώς, το επίδικο ακίνητο των 707,97 τ.μ., το οποίο εκτείνεται νοτίως του προαναφερομένου κοινοτικού δρόμου που αποτυπώνεται στο συνημμένο στην προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη, τοπογραφικό διάγραμμα, δεν έχει περιέλθει παραγώγως, δηλαδή με κανέναν από τους προαναφερόμενους τίτλους, κατ' αρχάς στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και στην συνέχεια στον ίδιο.

Το ακίνητο που περιήλθε σ' αυτόν, περιορίζεται στο τμήμα βόρεια του πιο πάνω κοινοτικού δρόμου ακινήτου, έκτασης 836,16 τ.μ, στο οποίο αυτός έχει ανεγείρει τριώροφο ξενοδοχείο. Σημειωτέον, ότι ο τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος Κ. Π. ουδέν αναφέρει στις προαναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις του, περί του αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους πιο πάνω τίτλους.

Αντίθετα αυτός περιορίστηκε: 1) Στην γνωμοδότηση περί της διαπίστωσης ανυπαρξίας καλλιέργειας, με βάση την ερμηνεία αεροφωτογραφιών της περιοχής των ετών 1945, 1960, 1962, 1973 και 1982 και 2) στην οριοθέτηση της ακτογραμμής. Όσον αφορά στο επίδικο ακίνητο, δεν αποδείχθηκε η άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος, των δικαιοπαρόχων του και των βοηθούντων αυτών προσώπων διακατοχικών πράξεων τέτοιας συχνότητας και φύσης που να υποδηλώνει άσκησή τους διάνοια κυρίου.

Ειδικότερα αποδείχθηκε: 1) Η πληρωμή τελών προς το ΤΟΕΒ της περιοχής (βλ. σχετικά τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες 57/29-5-1981 και 484/8-7-1983 αποδείξεις του ΤΟΕΒ). Σημειωτέον ότι καταβολή τελών στον ΤΟΕΒ για το επίδικο, γινόταν και από τον πατέρα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, άμεσο αυτού δικαιοπάροχο, 2) η εκτίμηση αναφορικά με την αξία των ακινήτων του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και του επιδίκου (βλ.

την με ημερομηνία 8-4-1978 έκθεση εκτίμησης του μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Χ. Τ.), 3) η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επ' αυτού, δυνάμει της 11794/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο (ακίνητο) σημειωτέον στην από 8-5-1997 περίληψη φέρεται να έχει έκταση 1.120 και όχι 707,97 τ.μ. και βόρειο σύνορο του κοινοτικό δρόμο, 4) το κατά καιρούς δέσιμο των προβάτων του ενάγοντος μέσα στο επίδικο από τους Γ.

και Σ., 5) η από 28-5-1997 διαμαρτυρία του ενάγοντος στο ΑΤ Κισσάμου ότι άγνωστοι πριν από 3-4 χρόνια αφαίρεσαν οικοδομικά υλικά και τοιχίο. Οι πιο πάνω πράξεις πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι όλες εξ αυτών αφορούσαν στο επίδικο τμήμα, δεν μπορούν από μόνες τους λαμβανομένου υπόψη ότι το επίδικο είναι εδαφική λωρίδα χέρσα και ανεπίδεκτη συστηματικής καλλιέργειας να καταδείξουν σταθερή βούληση του ενάγοντος να την εξουσιάζει διάνοια κυρίου.

Αντίθετα το επίδικο, το οποίο σύμφωνα με την προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη αποτελεί τμήμα ακινήτου 1213,21 τ.μ. το οποίο ο προσθέτως παρεμβαίνων μεταβίβασε λόγω πώλησης στους εναγόμενους κατά !/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου .../1997 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κισάμου Εμμανουήλ Καλογριδάκη, το νέμονταν με την θέληση να είναι κύριοι ασκώντας πράξεις νομής που προσιδιάζουν στην φύση του τόσο οι εναγόμενοι και κυρίως ο αμέσως δικαιοπάροχος τους (προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνων), από το έτος 1972, οπότε το ακίνητο αυτό περιήλθε σ' αυτόν ως τμήμα μείζονος έκτασης πέντε στρεμμάτων μετά από άτυπη δωρεά του πατέρα του Δ.

Μ. (κυρίου της εδαφικής αυτής έκτασης). Ειδικότερα σποραδικά ο κυρίως παρεμβαίνων δια του αδελφού του Γ. Μ. προσπάθησε να καλλιεργήσει το επίδικο με μηδική (τριφύλλι) καλαμπόκια και άλλα δημητριακά και σιτηρά κυρίως για ζωοτροφή με εσοδεία όμως πολύ μικρή λόγω της χέρσας ιδιοσυστασίας του εδάφους του επιδίκου.

Επίσης, αυτός (προσθέτως παρεμβαίνων) χρησιμοποιούσε το επίδικο για την τοποθέτηση καυσόξυλων και πριν μεταβιβάσει την κυριότητα αυτού στους εναγόμενους είχε προβεί κατ' επανάληψη σε πράξεις τοποθέτησης και ανανέωσης της περίφραξης του μείζονος ακινήτου του στο οποίο περιλαμβάνονταν και το επίδικο.

Ειδικότερα περιέφραξε με πασσάλους κατ' αρχήν τη μείζονα ιδιοκτησία του το έτος 1975, επανατοποθέτησε δε δέκα περίπου χρόνια μετά περιμετρική περίφραξη από σιδεροσωλήνες στην ιδιοκτησία του, αφήνοντας ακάλυπτη μόνο τη νότια πλευρά της, προτού προβεί στην κατά το έτος 1997, κατασκευή τσιμεντένιου τοιχίου μισού περίπου μέτρου πάνω από το έδαφος, το οποίο (τοιχίο) καταλαμβάνει τη βορεινή και δυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου, περιλαμβάνοντας σ' αυτό και το επίδικο το οποίο το ίδιο έτος μεταβίβασε στους εναγόμενους.

Για τις πιο πάνω πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου ουδέποτε έως τότε δεν είχε διαμαρτυρηθεί ο ενάγων, ο οποίος αν και ήταν μόνιμος κάτοικος Αττικής, παρόλα αυτά συχνά και ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες επισκέπτονταν την περιοχή που βρίσκεται το επίδικο, ιδιαιτέρως δε μετά την ανέγερση του ξενοδοχείου του περί τα έτη 1985-1990, στο βορείως του επιδίκου ακίνητο του εμβαδού 836,16 τ.μ.

Από τα πιο πάνω αποδείχθηκε ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων κατέστη κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία.) και στην συνέχεια οι εναγόμενοι με παράγωγο τρόπο (αγορά). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, που στηρίζεται στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσης της κυριότητας, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας, το Εφετείο ότι ο ενάγων- αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με το συνυπολογισμό στο χρόνο νομής του εκείνου των δικαιοπαρόχων του, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα (της μη απόκτησης της κυριότητας), αφού, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, και ενόψει του ότι οι προαναφερθείσες υπ' αριθ. 2 και 3 ενέργειες (εκτίμηση αξίας ακινήτου και εγγραφή προσημείωσης) δεν αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσίασης του ακινήτου, το επίδικο ακίνητο δεν βρισκόταν επί τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση αυτού (και των δικαιοπαρόχων του) και δεν υπήρχε πρόθεσή τους για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας (ANIMUS DOMINII), η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία και ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του αναιρεσείοντος με παράγωγο τρόπο, αφού εκτίθεται, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο το Εφετείο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, (που αφορούν την κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο), τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, αναφέρεται με σαφήνεια ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 707,97 τ.μ δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τον αναιρεσείοντα τίτλους, ενώ υπάρχει (και) ρητή παραδοχή, ότι αυτό αποτελεί τμήμα του μεγαλυτέρου ακινήτου των 1213,21 τ.μ., που περιήλθε στην κυριότητα των εναγομένων δυνάμει του προαναφερθέντος .../1997 συμβολαίου.

Η, δήθεν, επικαλούμενη από τον αναιρεσείουντα αντίφαση, εκ του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό και "ότι στον ενάγοντα και στους δικαιοπαρόχους του περιήλθε, με τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό αναίρεσης .../1908, .../1909 αγοραπωλητήρια συμβόλαια και άτυπες πωλήσεις και δωρεές, ακίνητο εμβαδού 1544,13 τ.μ., το οποίο έταμε ο πιο πάνω αναφερόμενος δρόμος σε δύο επί μέρους οικόπεδα, ήτοι το βορείως αυτού κείμενο, εμβαδού 836,16 τ.μ.

και προς νότο τούτου εκτεινόμενο, εμβαδού 707.97 τ.μ.(επίδικο)", στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι τα ως άνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν παραδοχές της, όπως από την εκτίμηση του όλου περιεχόμενου της προκύπτει, αλλά αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ' αντίθετα.

είναι αβάσιμος. Πέραν τούτου, ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, ενόψει της παραδοχής, ότι ο ανωτέρω Ε. Μ. (προσθέτως παρεμβαίνων) και δικαιοπάροχος των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το είχε στη νομή του από το 1972 και μέχρι το 1997, η προβαλλόμενη ως άνω πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, ως προς τη σχετική αιτιολογία της (με την οποία έγινε δεκτή η πιο πάνω ένσταση κυριότητας), δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

3.- Επειδή, ναι μεν η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ιδρύει τον από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή.

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 30/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του προσδιόρισε τη θέση του επίδικου ακινήτου, ως τμήμα του μείζονος ακινήτου του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, με συνέπεια να δεχθεί ότι τούτο περιήλθε κατά κυριότητα στους τελευταίους με αγορά από τον πρώτο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία δεν επικαλέσθηκαν, ούτε προσκόμισαν στο δικαστήριο οι εν λόγω διάδικοι, ήτοι α) την αμυδρή αεροφωτογραφία της ΓΥΣ του έτους 1945, β) το τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1988 της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, γ) τις αεροφωτογραφίες, δ) το απόσπασμα χαρτών της ΓΥΕ και ε) το χάρτη αναδασμού της ευρύτερης περιοχής "Καλουδιανών".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφενός ότι τα ως άνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από τον διορισθέντα, με την 173/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονα, τοπογράφο μηχανικό, Ι. Σ., και, επομένως, διαλαμβάνονται στην από 18-5-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού, συνεπώς δεν απαιτείτο να γίνει ειδική επίκληση τούτων από τους εναγομένους, προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, αφετέρου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στην ανωτέρω παραδοχή του, για την ακριβή θέση του επιδίκου και την περιέλευση τούτου κατά κυριότητα στο δικαιοπάροχο των εναγομένων και στη συνέχεια, με αγορά, στους τελευταίους, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, και των εγγράφων "τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δηλαδή δέχθηκε ανελέγκτως, ότι τα διάδικα μέρη προσκόμισαν τα πιο πάνω έγγραφα.

4.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι όμως και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 εδ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ , ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι σ' αυτήν δεν προσδιορίζονται από τα στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενα έγγραφα, που έλαβε υπόψη το Εφετείο, οι αεροφωτογραφίες κατ' αριθμό και απεικονίσεις, ούτε αναφέρονται στοιχεία των αποσπασμάτων Χαρτών ΓΥΕ και του Χάρτη αναδασμού ευρύτερης περιοχής Καλουδιανών, ώστε να προσδιορισθεί η ταυτότητά τους και αν αυτά απεικονίζουν ή αφορούν ουσιώδες αντικείμενο τη δίκης, δηλαδή το επίδικο ακίνητο και την περιοχή στην οποία αυτό ευρίσκεται, είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ουσιώδες ζήτημα, υπό τη έννοια που εκτέθηκε, αλλά στον προσδιορισμό των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

5.- Επειδή, κατά το αρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δε συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα, "τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, από τον ενάγοντα και το 74/2001 έγγραφο του ΤΟΕΒ Κόλπου Κισσάμου, την 11794/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την κτηματογραφική αποτύπωση από τον ΓΟΕΒ των κτημάτων της ευρύτερης περιοχής, όπου το επίδικο, την από του έτους 1986 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας Καλουδιανών, το τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Μ., την επιστολή της Α. Γ., απόσπασμα κτηματογράφησης της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, την έγγραφη διευκρίνιση της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, τα οποία, με επίκληση, προσκόμισε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

6.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε στην προσκομισθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα αεροφωτογραφίες της ευρύτερης περιοχής του δασολόγου Γ.

Μ., όπου το επίδικο ακίνητο, για τις οποίες έκρινε ότι "... στερούνται της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος αυτής που διαλαμβάνονται στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη η οποία συντάχθηκε μετά από αυτοψία του χώρου από τον πιο πάνω πραγματογνώμονα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει (άρθρ. 387ΚΠολΔ), αλλά την εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-11-2007 αίτηση του Α. Τ., για αναίρεση της 307/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 10-10-2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ