Legislator Case Law & Legislation
174/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against unjust enrichment claim dismissed due to concurrent tort claim existence.

Case Number 174/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment dismissing an unjust enrichment claim. The appellant argued that the lower court erred by applying unjust enrichment when a concurrent tort claim for unlawful retention of funds existed. The court held that unjust enrichment is accessory to the tort claim and cannot be invoked independently when the tort's conditions are met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 of the Civil Code; Unjust enrichment is an accessory claim that cannot be invoked independently when a concurrent tort claim exists and satisfies its specific requirements.

Keywords

AI generated
unjust enrichment tort claim accessory claim concurrent claims Civil Code appeal admissibility unlawful retention

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 174 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 174/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Γεωργιάδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Παυλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3333/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3574/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 15-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3574/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας ως εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 3333/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την από 24-9-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 904 εδ. α` του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ.

β` της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι:

α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ` άρθρο 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π.16/2008).

Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ` αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Π.2019/2007).

Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α` έως δ` για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.

α` του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση, όπως προεκτέθηκε, θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της συμβάσεως ή ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη, καθόσον πληρούται έτσι και ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (Ολ.Α.Π.2/2019, Ολ.Α.Π.22/2003, Α.Π. 1372/2022, Α.Π.408/2020, Α.Π.1325/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και ειδικότερα κατά τη διάταξη υπ' αριθ.1 αυτού που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 24-9-2015 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ιστορούσε ότι τον Ιούνιο του έτους 1985 τέλεσε με την ήδη αναιρεσείουσα - εναγομένη νόμιμο θρησκευτικό γάμο από τον οποίο απέκτησαν 16 τέκνα.

Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2015 η εναγομένη τον εκδίωξε από την οικογενειακή τους κατοικία και κατέθεσε σε βάρος του αγωγή διαζυγίου. Ότι κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους ο ίδιος (ενάγων) απασχολούνταν σε δύο εργασίες ενώ η εναγομένη δεν δούλευε, είχε δε αναθέσει στην τελευταία την αποκλειστική διαχείριση των οικονομικών της οικογένειας.

Ότι της εμπιστεύθηκε προς φύλαξη τις οικονομίες του και συγκεκριμένα το ποσό των 7.280 ευρώ, που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του και το ποσό των 10.000 ευρώ, που είχε εκταμιεύσει από κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό υπό το φόβο κατάρρευσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ήτοι συνολικά το ποσό των 17.280 ευρώ.

Ότι λίγες ημέρες πριν ο ενάγων εκδιωχθεί από τη συζυγική στέγη η εναγομένη αφαίρεσε κρυφά και χωρίς τη συγκατάθεσή του από τον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό το ποσό των 1.900 ευρώ. Ότι η εναγομένη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, αρνείται να του αποδώσει τα ως άνω ποσά και συνολικά το ποσό των 19.180 ευρώ, που αποτελεί αποταμιευμένες οικονομίες του, το οποίο παράνομα παρακρατά.

Βάσει των ανωτέρω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ως άνω ποσό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.3333/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού έκρινε νόμιμη την ως άνω αγωγή του αναιρεσίβλητου ως στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τη δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.180,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα - εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, θεμελιώνοντας αυτήν ευθέως στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ., ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Τούτο δε διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υφίσταται αξίωση του ενάγοντος από αδικοπραξία, ήτοι από παράνομη παρακράτηση εκ μέρους της εναγομένης του χρηματικού ποσού των 19.180 ευρώ, το οποίο αρνείται να του το αποδώσει και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, λόγω του ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, εν προκειμένω δεν μπορεί να ασκηθεί, αφού υφίστανται οι προϋποθέσεις της αγωγής από την αδικοπραξία και δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την αδικοπραξία (βλ.

ΑΠ 663/2018, ΑΠ 2058/2017, ΑΠ 1506/2009). Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ.3574/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ