Legislator Case Law & Legislation
1749/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and request for restoration of status due to lack of proof of voluntary payment.

Case Number 1749/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a labor court judgment and rejected the appellant's request to restore the case to its previous state. The appellant argued that the respondent had voluntarily paid the awarded sum, yet failed to provide any documentary evidence of this transfer. Consequently, the court ruled that the statutory requirement for proving voluntary execution was not met, leading to the rejection of the restoration request.

Legislator headnote

AI generated

Art. 579 para. 2 KPolD; The Supreme Court may order restoration of the case to the previous state upon proof of voluntary or forced execution of the appealed final judgment, and this applies to recognition judgments where the respondent complied without awaiting a ruling against them.

Keywords

AI generated
labor dispute voluntary execution restoration of status burden of proof appellate procedure payment evidence court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 579 para. 2 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 para. 1 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1749 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1749/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "Eurobank", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Τσιμπληνίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 26-3-2018 (...-2018) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 104/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6106/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τη με αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Κ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 22-6-2022 και με αριθμ. κατάθ. 12782/1189/2022 αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 21ης -11-2023 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, η συζήτηση της οποίας, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε σε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Εφόσον, όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου,ούτε κατέθεσε την, από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 § 1 ΚΠολΔ),δήλωση και η αναγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση απάντων των διαδίκων(226παρ.4εδ.3και 4,575εδ.β ΚΠολΔ),το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).

Με την προαναφερόμενη από 22-6-2022 με αριθ. κατ. 12782/1189/24-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 6106/23.6.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων,κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το οποίο δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμ. 104/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την (πρωτόδικη) απόφαση έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 26-3-2018 (13357/134/2018)αγωγή του κατά της αρχικής εναγόμενης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία <<Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS AE>> στη δικονομική θέση της οποίας,ήδη, υπεισήλθε η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία ως καθολική διάδοχος αυτής,λόγω διάσπασής της με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της τελευταίας νέας τραπεζικής εταιρίας (άρθρα 16 ν. 2515/1997, 57 παρ. 3 και 59-74 ν. 4601/2019), και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο το ποσό των (5.869,40) ευρώ, εντόκως, ως χρηματική ικανοποίηση, για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από την παράνομη προσβολή των προσωπικών του δεδομένων, εκ μέρους της ως άνω αντιδίκου του.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 495παρ.Ββ,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρα 83 παρ.1 ν. 4790/2021, 25 ν. 4792/2021, 49 παρ. 1 και 2 ν. 4963/2022).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙI. Με το ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την κατάργησή του με το άρθρο 84 του ν. 4624/2019, όπως το άρθρο 84 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 του ν. 5002/2022, πλην των αναφερομένων στο άρθρο αυτό διατάξεων του ν. 2472/1997 που διατηρούνται σε ισχύ] ορίζεται με το άρθρο 1 ότι: "Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής", με το άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων... β)..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ)..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός...., η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ)...", με το άρθρο 4, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006, ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)...", με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 ότι: "1.

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων....

β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών", με το άρθρο 10 παρ.1 ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη.

Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του", με το άρθρο 11 παρ. 1 έως 3 ότι : "1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... 3.

Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς ", με το άρθρο 12 παρ.1 ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", και με το άρθρο 23 παρ.2 ότι: "Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ.

χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων:

α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.

Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων που προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση, δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.

ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων και για την προβολή αντίρρησης στον υπεύθυνο επεξεργασίας, για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν.

Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Πληροί, δε την απαιτούμενη κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997 για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.

Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενεργεί αυτή, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.

Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του τελευταίου, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 73/2023, ΑΠ 958/2022).

Περαιτέρω, στο ν. 3758/2009 "Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 68/05.05.2009) ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: "Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση αρχών συναλλακτικής συμπεριφοράς, κανόνων λειτουργίας και κρατικής εποπτείας των Εταιρειών Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις (εφεξής "Εταιρείες"), η ρύθμιση των σχέσεών τους με τους δανειστές και τους οφειλέτες αυτών, καθώς και η απαγόρευση της εκχώρησης ληξιπρόθεσμων οφειλών σε τρίτους", στο άρθρο 3 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι πιο κάτω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. "Οφειλέτες":

φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όπως δανειολήπτες, εγγυητές πιστώσεων ή καταναλωτές, όπως ορίζονται στον Αστικό Κώδικα και στην κείμενη νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή, 2. "Δανειστές": κάθε πρόσωπο φυσικό ή νομικό που συναλλάσσεται στην αγορά και παρέχει στους πελάτες του πίστωση οποιασδήποτε μορφής, όπως πιστωτικά ιδρύματα, ανώνυμες εταιρίες παροχής πιστώσεων, ασφαλιστικές εταιρίες, εταιρίες κοινής ωφελείας, εταιρίες παροχής σταθερών και κινητών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εταιρίες πώλησης καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. 3. "Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις":

κεφαλαιουχικές εταιρίες που έχουν ως αποκλειστικό καταστατικό σκοπό την εξώδικη ενημέρωση οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους έναντι δανειστών, πριν από τη διενέργεια δικαστικών πράξεων και το στάδιο έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προέρχονται από συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης και νόμιμες εμπορικές συναλλαγές, όπως αγορές αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χορήγηση δανείων, εγγυήσεων και πιστώσεων, χρήση πιστωτικών καρτών, καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των οφειλών, κατ` εντολή και για λογαριασμό των δανειστών, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 4 του παρόντος. 4. "Ληξιπρόθεσμη οφειλή":

το χρηματικό ποσό που οφείλει από νόμιμη αιτία ο οφειλέτης προς τον δανειστή και το οποίο έπρεπε να έχει καταβληθεί σε δήλη ημέρα ή σε ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, εφόσον είχε ταχθεί τέτοια προθεσμία και κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. 5. "Ενημέρωση οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" (εφεξής "Ενημέρωση"):

το σύνολο των εξώδικων ενεργειών στις οποίες προβαίνουν οι Εταιρείες προκειμένου να ενημερώσουν τους οφειλέτες για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών τους έναντι δανειστών, οι οποίες προσδιορίζονται από συμβάσεις και άλλα νόμιμα έγγραφα, όπως δανειστικά συμβόλαια, τιμολόγια, φορτωτικές, δελτία αποστολής, τα οποία διέπουν τη μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη σχέση. 6. "Σταθερό μέσο":

κάθε μέσο που επιτρέπει την αποθήκευση πληροφοριών κατά τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική αναφορά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών", στο άρθρο 4 παρ.4, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 παρ.1 του ν. 4038/2012 (Α 14) και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 144 του Ν. 4938/2022 (Α 19), ότι: "Πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωση του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει.

Η επικοινωνία με τον οφειλέτη πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις αρχές της παραγράφου 1, εντός εύλογου χρόνου και με συχνότητα οχλήσεων όχι πέραν της μίας ανά δεύτερη ημέρα. Η τηλεφωνική επικοινωνία στο χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται, μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας από τον τελευταίο.

Η τηλεφωνική επικοινωνία από την Εταιρεία για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00 έως 20:00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές παρέχουν στις Εταιρείες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών.

Οι Εταιρείες χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται στις Εταιρείες η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους σκοπούς.

Ως τρίτοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρούνται και οι θυγατρικές εταιρείες των Εταιρειών. Πρόσβαση στα δεδομένα έχουν η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων του παρόντος νόμου, άλλες δημόσιες αρχές και οι δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της άσκησης των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων τους.

Οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2472/1997 (Α` 50) για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας εφαρμόζονται αναλόγως στα αρχεία που περιέχουν δεδομένα οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2023, 3/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2022, 3/2022,3/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις 5.6.2009 ο ενάγων και ήδη εκκαλών σύναψε με την εναγοµένη και ήδη εφεσίβλητη την ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, µε τους όρους που περιλαμβάνονται σ' αυτή. Κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, η εναγόµενη τράπεζα συνέλεξε από αυτόν προσωπικά του δεδοµένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της άνω σύμβασης και συγκεκριμένα το ονοματεπώνυμό του, το όνομα πατρός, την οικογενειακή του κατάσταση, την ημερομηνία γέννησής του, την διεύθυνση κατοικίας του, το επάγγελμά του, τα στοιχεία της αστυνομικής του ταυτότητας, το ετήσιο εισόδημά του καθώς και τους αριθμούς τόσο του σταθερού όσο και του κινητού του τηλεφώνου.

Περαιτέρω, η εναγόµενη τράπεζα διαβίβασε στην εταιρία µε την επωνυμία <<ΕΟS ΜΑΤRΙΧ>> (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) τα προσωπικά του δεδοµένα, η οποία τα γνωστοποίησε στους προστηθέντες υπαλλήλους της - κι ενώ ο ενάγων είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή της οφειλής του προς την εναγόµενη τράπεζα από την ως άνω σύμβαση καταναλωτικού δανείου- τα παραπάνω προσωπικά δεδοµένα του, µε το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής του από την ως άνω σύμβαση δανείου, χωρίς προηγουμένως να έχει ενηµερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή.

Η παραπάνω εταιρία κάνοντας χρήση των προσωπικών του δεδοµένων τον κάλεσε, διά των υπαλλήλων της, επανειλημμένως (20.6.2017, 30.6.2017, 6.7.2017, 25.7.2017, 29.8.2017, 15.9.2017, 1.10.2017, 18.10.2017, 23.10.2017, 31.10.2017, 14.11.2017, 28.11.2017, 5.12.2017, 8.1.2018, 11.1.2018, 15.1.2018, 17.1.2018, 24.1.2018, 12.2.2018, 14.2.2018) αναφέροντας ότι η εναγόμενη της ανέθεσε την ενημέρωσή του για την οφειλή του από την προαναφερόµενη σύμβαση (βλ.

το από 6.3.2018 αντίγραφο τηλεφωνικών επικοινωνιών). Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος από την εναγόμενη στην εταιρεία <<ΕΟS MATRIX>> - διαβίβαση που επέτρεψε τις προαναφερθείσες κλήσεις- έγινε χωρίς προηγούμενη ενηµέρωση και συναίνεση του ενάγοντος και ότι η εισπρακτική εταιρία επεξεργάστηκε τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιώντας αυτά δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν για την ληξιπρόθεσµη οφειλή, που προερχόταν από την εν λόγω σύμβαση καταναλωτικού δανείου.

Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται: α) ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης είχε ενημερώσει τον ενάγοντα για την διαβίβαση των προσωπικών του δεδοµένων, την οποία υπέγραψε αποδεχόμενος έτσι τη διαβίβαση. Συγκεκριµένα, στη σχετική παράγραφο της αίτησης, που έχει υπογραφεί από τον ενάγοντα, αναγράφεται "Αποδέκτες των δεδοµένων: 1.

Για όλα τα δεδοµένα: (...). 2. Για τα δεδοµένα που δικαιούται ή υποχρεούται η Τράπεζα να ανακοινώνει βάσει νόµου ή δικαστικής απόφασης ή των οποίων η ανακοίνωση είναι αναγκαία για την προάσπιση των εννόµων συµφερόντων της: οι δημόσιες υπηρεσίες και δικαστικές αρχές, δημόσιοι λειτουργοί και τρίτοι. 3. Για τα δεδοµένα που αφορούν στην είσπραξη των απαιτήσεων της Τράπεζας σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαµβάνονται µε τη σύμβαση χορήγησης δανείου και παροχής εγγυήσεως, οι εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους (...).Από τον ανωτέρω όρο δεν αποδεικνύεται από την εναγόμενη, που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας κατά τα προαναφερόμενα, ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, για τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβαση) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11παρ.1 α, β, γ Ν. 2472/1997.

Η εναγόµενη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, µετά την συλλογή των δεδοµένων και πριν από τη διαβίβασή τους. Επιπρόσθετα, στον ανωτέρω όρο της σύμβασης καταναλωτικού δανείου δεν γίνεται καμία αναφορά σε συγκεκριμένες άλλες εταιρίες ή φυσικά πρόσωπα που θα τηρούν ή στις οποίες θα διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδοµένα της πιστούχου - ενάγουσας.

Για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενηµέρωση του ενάγοντος από την εναγόμενη και την συγκατάθεση της πρώτης για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών του στοιχείων, η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικά για τα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά), µε τα οποία συνεργάζεται στα οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του και οι οποίοι θα τον καλούσαν προς ενηµέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, και παράλληλη επιδίωξη είσπραξής της, αφού αυτή είχε καταγγελθεί, γεγονός που δεν αποδείχτηκε ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.

Άλλωστε, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται µε τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, µε την οποία το υποκείµενο των δεδοµένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείµενο επεξεργασίας τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιηµένοι σχετικοί όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.

Η εν λόγω λοιπόν διαβίβαση των απλών προσωπικών δεδοµένων και του δυσμενούς οικονομικού δεδομένου της οφειλής του ενάγοντος από την εναγόμενη, ήταν παράνομη, διότι κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δανείου που ο ενάγων σύναψε μαζί της δεν αναφέρεται µε σαφή τρόπο, τόσο ο σκοπός της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδοµένων, όσο και τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας ή οι κατηγορίες αποδεκτών των δεδοµένων του (άρθρο 11 παρ. 1β, γ, Ν. 2472/1997), µε αποτέλεσµα, µε την αόριστη διατύπωση του ανωτέρω όρου, τα προσωπικά δεδοµένα του ενάγοντος να κινδυνεύουν να καταστούν αντικείµενο συνεχούς οικονομικής εκμετάλλευσης όχι µόνο για τους σκοπούς μίας και μόνο σύμβασης (της επίδικης) από την εναγόμενη, αλλά για ευρύτερους σκοπούς από άλλα (άγνωστα) νομικά πρόσωπα, προβλέποντας αόριστο και ευρύ κύκλο αποδεκτών, χωρίς να εξασφαλίζεται το απόρρητο και η ασφάλεια επεξεργασίας των προσωπικών του δεδοµένων.

Δηλαδή δεν τηρήθηκε από την εναγόμενη η υποχρέωση ενημέρωσης του ενάγοντος- οφειλέτη της κατά την κατάρτιση της σύμβασης για τη δυνατότητα διαβίβασης των προσωπικών του δεδοµένων κατά την, προεκτεθείσα αναλυτικά, έννοια της διάταξης του άρ.11παρ.1 Ν. 2472/1997. Προσθέτως, δεν τηρήθηκε η διαδικασία ενημέρωσης του άρθρου 11, ούτε σε μεταγενέστερο της συλλογής των προσωπικών του δεδοµένων στάδιο, µε προηγούμενη σαφή ενημέρωσή του για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών του δεδοµένων στην άνω συγκεκριμένη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, µε την οποία συνεργαζόταν η πρώτη εναγόμενη (βλ.

και άρθ. 4 εδ. α Ν. 3758/ 2009), μη αρκούσης της γενικής και αόριστης προδιατυπωμένης ως άνω αναφοράς. Οι προαναφερόμενες παράνοµες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της εναγόµενης προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ’ αυτόν ηθική βλάβη, ενώ τα όργανά της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδοµένων του, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της ηθικής αυτής βλάβης.

Ενόψει δε του είδους του θιγόµενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγόμενης και της κοινωνικής και οικονοµικής κατάστασης των διαδίκων η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο ποσό κατά ν.4038/2012).

Σημειώνεται ότι, ενώ όπως προαναφέρθηκε η υπαιτιότητα της εναγοµένης τράπεζας τεκμαίρεται, η τελευταία δεν απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεµελιωτικά του πταίσματος της πραγµατικά γεγονότα, ώστε να απαλλαγεί από την ευθύνη της...>>. Με τις σκέψεις του αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και έκρινε την αγωγή του ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι υποχρεούται η αρχικώς εναγόμενη στη θέση της οποίας κατά τα προαναφερόμενα έχει υπεισέλθει η αναιρεσείουσα να του καταβάλει,νομιμότοκα, το ποσό των (5.869,40) ευρώ, καθώς και τη δικαστική του δαπάνη.

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) η αρχικώς εναγόμενη κατά την κατάρτιση της, μεταξύ αυτής και του δανειολήπτη- αναιρεσίβλητου, σύμβασης καταναλωτικού δανείου συνέλεξε από τον ίδιο, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, όπως τα στοιχεία του ονόματός του και τον αριθμό τηλεφώνου της οικίας του, καθώς, ακολούθως και της εξέλιξης του ύψους της εκ του δανείου οφειλής, καθόσον το δάνειο δεν είχε ομαλή εξέλιξη, λόγω μη καταβολής από το δανειολήπτη αναιρεσίβλητο οφειλόμενων δόσεων του δανείου, β) η αρχικώς εναγόμενη, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το δανειολήπτη-αναιρεσίβλητο, διαβίβασε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα του τελευταίου, και την επεξεργασία τους, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EOS MATRIX", εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, για να χρησιμοποιήσει αυτά στην ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για την οφειλή του και την υπενθύμιση της υποχρέωσης καταβολής αυτής στην δανείστρια τράπεζα, γ) η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, έγινε χωρίς η δανείστρια τράπεζα, υπεύθυνη επεξεργασίας αυτών, να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο-υποκείμενο των δεδομένων, κατά τη συλλογή τους και πριν τη διαβίβασή τους, ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα είναι αποδέκτης των προσωπικών του δεδομένων, δ) με την υποβληθείσα για τη χορήγηση του δανείου αίτηση, που ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε και υπέγραψε και στη παράγραφο <<Αποδέκτες των δεδομένων στην υπό στοιχ. 3 παράγραφο αναγράφεται, εκτός των άλλων, ότι, η δανείστρια τράπεζα, έχει ενημερώσει τα φυσικά πρόσωπα που υπογράφουν την αίτηση, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που αυτή έχει συλλέξει, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, καθώς και ότι αποδέκτες των προσωπικών τους δεδομένων, είναι μεταξύ άλλων και οι εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων στην κρινόμενη υπόθεση αναιρεσίβλητου, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, αρχικώς εναγόμενη τράπεζα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σχετική αναγραφή στο έντυπο της αίτησης χορήγησης του δανείου, ότι αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου δανειολήπτη, τα οποία αφορούν την είσπραξη των απαιτήσεων της τράπεζας, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τη σύμβαση καταναλωτικού δανείου, είναι, εκτός των άλλων, και οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλών, πληροί την απαιτούμενη, κατά τα γενόμενα δεκτά, ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων που συλλέχθηκαν κατά τη χορήγηση της πίστωσης και συνεπώς η ενέργεια αυτή της εναγόμενης τράπεζας δεν συνιστούσε παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

γ' ν. 2472/1997. Τούτο διότι, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΟS MATRIX", στην οποία διαβιβάστηκαν τα δεδομένα, ως εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, υπάγεται στην ευρύτερη κατηγορία αποδεκτών "εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών " και δεν απαιτούνταν να ενημερωθεί ο ενάγων-αναιρεσίβλητος για την ταυτότητα της εν λόγω εταιρίας,καθώς και για το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση και έκρινε ότι η αρχικώς εναγόμενη τράπεζα, στη θέση της οποίας κατά τα προαναφερόμενα υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η αναιρεσείουσα, όφειλε, εκτός από την πραγματοποιηθείσα κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου, να προβεί σε ενημέρωση αυτού για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων και πριν τη διαβίβαση αυτών στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, καταλήγοντας με το πόρισμά της ότι συνεπεία της παράλειψης αυτής της ενημέρωσης, παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

γ' του Ν. 2472/1997, η οποία (παραβίαση) και εν συνεχεία χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού, προκάλεσε σ' αυτόν ηθική βλάβη και θεμελίωσε την αξίωσή του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, η οποία επιβάλλει την επί της ουσίας εκ νέου έρευνα της διαφοράς στο σύνολό της, καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης.

Κατ` ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που δίκασε ως εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνης, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του KΠολΔ, αν αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης αρκεί κατά την αληθινή έννοιά της η εκούσια εκτέλεση όχι μόνο καταψηφιστικής απόφασης, αλλά και απόφασης απλώς αναγνωριστικής, που αναιρέθηκε κατά τούτο, εφόσον και ο συμμορφούμενος σε μια τέτοια τελεσίδικη απόφαση χωρίς να περιμένει καταψήφιση σε βάρος του, εύλογα πρέπει να δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αν ευδοκιμήσει αναίρεσή του κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 652/2022,1304/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε στις 26-6-2024,κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέως, ήτοι πριν τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην επιστροφή των ποσών που του κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να του καταβάλει ως κεφάλαιο το ποσό των (5.869,40) ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων και συνολικά (7.601,64) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Το αίτημα επαναφοράς κατά τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι μεν νόμιμο (579 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει όμως ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδεικνύεται η καταβολή του εν λόγω ποσού, αφού παρότι γίνεται επίκληση με τις προτάσεις της, εντούτοις δεν προσκομίζεται η σχετική απόδειξη καταβολής του εν λόγω ποσού προς τον αναιρεσίβλητο.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτή για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του απόντος αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας (176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμ. 6106/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο προκατέβαλε, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Απορρίπτει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ