Supreme Court partially allows appeal against seizure of third party's assets regarding rent arrears.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final decision regarding the seizure of assets by a third party. The lower court incorrectly seized the full amount of a third-party debt rather than the rent arrears owed by the appellant. Consequently, the seizure was deemed legal only for the portion corresponding to the rent arrears, while the excess amount was found illegal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30, 32, 33, 34 of the Law on Execution and Enforcement of Judgments and Decisions; The seizure of assets by a third party is legally valid only to the extent of the rent arrears owed by the debtor, not the total debt of the third party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1743 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1743/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αμπελοκήπων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2019 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας.
Εκδόθηκε η 239/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας.
Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/4/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.4.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 51/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την με αριθ. κατάθ. 91/21.7.2021 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 51/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Έδεσσας, το οποίο είχε δεχτεί κατ' ουσίαν την με αριθ. κατάθ. 201/13.12.2019 ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου (άρθρα 30, 32, 34 του ΚΕΔΕ και 986, 990 του ΚΠολΔ), που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος, είχε αναγνωρίσει την ανακρίβεια της ανακοπτόμενης δήλωσης του καθ' ου και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Ι.1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και τις συμπληρωματικά, κατ' επιταγή του άρθρου 89 αυτού, εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλει κατάσχεση εις χείρας τρίτου των ευρισκομένων εις χείρας αυτού χρημάτων και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου, η οποία διενεργείται από τον Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη (άρθρο 30 παρ. 1).
Με την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο επέρχεται εκ του νόμου αυτοδίκαια αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης που κατασχέθηκε στον δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση (άρθρο 30 παρ. 3). Ο τρίτος εις χείρας του οποίου έγινε η κατάσχεση, εντός προθεσμίας 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαν την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.
Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ (Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου) εντός προθεσμίας ενός μήνα από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου και εισάγεται και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 του ΚΠολΔ (άρθρο 34 του ΚΕΔΕ).
Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της - ολικής ή μερικής - ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 674/2025, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 95/2016). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής, είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο.
Η ανακρίβεια δε της αρνητικής δήλωσης κρίνεται αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη αυτού. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος - ανακόπτοντος Δημοσίου και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος - ανακόπτοντος Δημοσίου (ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 319/2021, ΑΠ 1132/2019).
Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).
Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017). Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, η απόφαση υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό (ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016, ΑΠ 96/2016). 2. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 32 του άνω ν.δ./τος 356/1974, "Η γενομένη επί τη κατασχέση του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαίωσιν". 3.
Περαιτέρω και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 356/1974 (ΚΕΔΕ), εδάφ. α' και β', ως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το ν. 4978/2022 (όπως είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρου 67 του ν. 3842/2010 και ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4607/2019 [ΦΕΚ Α'65/24.4.2019]) : "Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από τα άρθρα 30A, 30Β και 32 του παρόντος, καθίσταται οφειλέτης του Δημοσίου για ό,τι οφείλει ή μέλλεται να οφείλει στον καθ' ου η κατάσχεση, εφόσον αυτό προκύπτει από τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της Φορολογικής Διοίκησης, άλλως για το σύνολο της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση.
Σε κάθε περίπτωση ο τρίτος δύναται να αποδείξει και ενώπιον της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσίας ότι δεν οφείλει στον καθ' ου η κατάσχεση ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του κατά περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατ' αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ. 3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1853/2023, ΑΠ 1120/2022).
ΙΙ.1. Kατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/11.9.2024, η οποία (διαμόρφωση) ισχύει από 16.9.2024 κατ' άρθρο 120 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (...)".
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, που είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 2/2011).
Με άλλες λέξεις, ελέγχονται τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε τούτο (δικαστήριο της ουσίας) ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1082/2022).
2. Ενώ η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και ταυτόσημο άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή, αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 (ταυτόσημο άρθρο 560 αριθ. 5) και το ίδιο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (που δεν προβλέπεται αντίστοιχα από το άρθρο 560 για τις επιτρεπόμενες με τις διατάξεις του περιπτώσεις αναίρεσης).
Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής (ήτοι, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου που θεμελιώνει την αγωγή) την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (Ολ ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).
Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος υπό στοιχ. Α, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι δεν εφάρμοσε το νεότερο νόμο και δη τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 1 και 2 και 35 παρ. 1 εδ. β' και γ' του νέου ΚΕΔΕ, ήτοι του ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α' 190/7.10.2020), που ήταν σε ισχύ κατά την συζήτηση της υπόθεσης στις 8.12.2022 και βέβαια κατά την έκδοσης της προσβαλλομένης, στις 3.2.2023, αλλά εφάρμοσε τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974, ενώ είχε ήδη καταργηθεί από τον άνω νεότερο νόμο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον, α) δεν καθορίζεται το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την μη εφαρμογή των επικαλουμένων νεοτέρων διατάξεων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ. ΙΙ.1 και, συνεπώς πάσχει από αοριστία και, εξάλλου, β) όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ ΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7/2011 και 8 /2011, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 837/2015), μόνον αν κρίνει βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης και εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση, οπότε και θα προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος.
Επίσης με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος υπό στοιχ. Γ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου τούτου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ. II.2), ισχυριζόμενος ότι η ένδικη ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσής του ως τρίτου, στα χέρια του οποίου επέβαλε το ανακόπτον κατάσχεση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη του σε βάρος του (καθ' ου η ανακοπή), περιορίστηκε, για την θεμελίωση της κατασχεθείσας απαίτησης από μισθώματα, στην απλή επίκληση της μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ του ίδιου (καθ' ου η ανακοπή) και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη του ανακόπτοντος, χωρίς να αναφέρει ότι ο τελευταίος ήταν συνεκμισθωτής κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/2 του μισθίου, χωρίς να προσδιορίζει σαφώς το περιεχόμενο και τους όρους της εν λόγω μίσθωσης και χωρίς να διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (παραγωγικά αίτια), με την επίκληση συγκεκριμένων επί μέρους όρων της, από τα οποία να προκύπτει σαφώς ορισμένη οφειλή του προς τον καθ' ου η εκτέλεση, καθώς και η δυνατότητα παραγωγής από την εν λόγω μισθωτική σχέση μέλλουσας απαίτησης σε βάρος του και ότι, ως εκ τούτου, η ανακοπή είναι αόριστη και απορριπτέα.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), περιέχονται σ' αυτήν τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ένδικης απαίτησης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ.
Ι.1, ήτοι, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (εκμίσθωση ακινήτου κατά ποσοστό 50%) και τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν και δη η με αριθ. πρωτ. .../αρ. ειδ. Βιβλ. .../2019 κατασχετηρίου αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του καθ' ου, ως τρίτου μισθωτή, για το 50% του μηνιαίου μισθώματος ύψους 200 € και για λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση - οφειλέτη του Δ.
Χ., για όσα αυτός (καθ' ου η ανακοπή τρίτος) οφείλει ή μέλει να οφείλει και μέχρι το συνολικό ληξιπρόθεσμο ποσό των 143.876,64 €, στο οποίο ανερχόταν η οφειλή του καθ' ου η εκτέλεση (εκμισθωτή) στις 15.10.2019 από τη σύμβαση της μίσθωσης, η διάρκεια της οποίας είχε συμφωνηθεί για το χρονικό διάστημα από 01.06.2017 έως 31.05.2020, αλλά και ότι στην με αριθ. ....2017 δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας διαλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ ""Η γενομένη επί τη κατασχέση του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαίωσιν" και ότι έχει προστεθεί (στην εν λόγω δήλωση) η σημείωση ότι "το ενοίκιο για ένα έτος έχει προπληρωθεί από τον μισθωτή", αλλά δεν προβλέπεται κάτι σχετικό για τα επόμενα έτη ισχύος της εν λόγω μίσθωσης.
Περαιτέρω, κατά τα σκέλη του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης υπό στοιχεία Β και Δ, όπως δεόντως εκτιμώνται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 985, 986, 990 ΚΠολΔ, με το να δεχτεί ως νόμιμο το αίτημα της ανακοπής, ότι, δηλαδή, εφόσον η προσβαλλόμενη δήλωσή του (καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος) ήταν αναληθής, όφειλε αυτός να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό των 143.876,64 €, ήτοι ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης του ανακόπτοντος κατά του καθ' ου η εκτέλεση - οφειλέτη του Δ.
Χ., για το οποίο προέβη σε κατάσχεση στα χέρια του, ως τρίτου, μολονότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής του άρθρου 985 ΚΠολΔ είναι το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση - οφειλέτη του ανακόπτοντος Δημοσίου από την σύμβαση μίσθωσης που είχε συνάψει με τον ίδιο (καθ' ου η ανακοπή), το οποίο (οφειλόμενο) ποσό στην προκείμενη περίπτωση αφορούσε, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, μόνο το διάστημα μετά την επιβολή της κατάσχεσης στις 7.11.2019, δηλαδή τους μήνες 12ο του 2019 έως και τον 5ο του 2020, οπότε έληγε η μίσθωση (με συνέπεια, σε κάθε περίπτωση και εφόσον ήθελε θεωρηθεί αναληθής η δήλωσή του, το οφειλόμενο ποσό στο τελευταίο να μην υπερβαίνει τα 600 € [ήτοι, 6 μηνιαία μισθώματα x 200 € x 50 % = 600 €]), εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, υπό τις οποίες δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, ήτοι, η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση του τρίτου και ζητεί, ενόψει των ανωτέρω, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση και να απορριφθεί η υπό κρίση ανακοπή.
Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός και εν μέρει βάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη νομική σκέψη υπό στοιχ. Ι, αντικείμενο της ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου και της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος - ανακόπτοντος Δημοσίου και του τρίτου - καθ' ου η ανακοπή, και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος - ανακόπτοντος Δημοσίου.
Ωστόσο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και δέχθηκε τα ανωτέρω στις νομικές σκέψεις του, όπως και ότι η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 33 του ν.δ/τος 356/1974, κατά την οποία ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, λογίζεται ως οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, μόνον αν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί μεν, αλλά εκπρόσθεσμα ή όχι κατά τον τύπο, που ορίζεται στο άρθρο 32 του ίδιου ν.δ/τος, στη συνέχεια προέβη σε κακή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, δεχόμενο επί λέξει ότι "απορριπτέο είναι και το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος περί μη νομίμου του αιτήματος του ανακόπτοντος περί της εκ μέρους του καθ' ου καταβολής του ποσού των 143.876,64 € για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση, διότι εφόσον γίνει δεκτή η ανακοπή το Δικαστήριο, με την απόφασή του υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλλει το κατασχεμένο ποσό ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ανακόπτοντα, κατ' άρθρο 990 ΚΠολΔ".
Δηλαδή, με την προαναφερθείσα κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε, δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΕΔΕ, οι οποίες είναι ουσιαστικού δικαίου, αφού οι διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης με τις οποίες ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα είναι ουσιαστικής φύσης (ΑΠ 674/2025, ΑΠ 827/2021, ΑΠ 1893/2008), καθόσον αντικείμενο της σχετικής δίκης που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του κατασχόντος (ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017).
Τούτο δε, διότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέλαβε ως νόμιμα κατασχεμένο με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου και δη του αναιρεσείοντος το ποσό της βεβαιωμένης απαίτησης του ανακόπτοντος Δημοσίου κατά του οφειλέτη του Δ. Χ. (ύψους 143.876,64 €) και όχι το ποσό της απαίτησης από μισθώματα του οφειλέτη Δ. Χ. που κατάσχεσε εις χείρας του καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος, και το οποίο, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή, ανέρχεται στο ποσό των 600 €.
Επομένως, ο υπό κρίση λόγος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την ανακοπή ως προς την υποχρέωση του καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος να καταβάλει στο ανακόπτον το συνολικό ποσό των 143.876,64 ευρώ, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, καθόσον είναι νόμιμη μόνο ως προς το ποσό των 600 ευρώ, που αφορά στο διάστημα της μίσθωσης μετά την επιβολή της κατάσχεσης στις 7.11.2019, δηλαδή τους μήνες 12ο του 2019 έως και τον 5ο του 2020, οπότε έληξε η μίσθωση (6 μηνιαία μισθώματα x 200 € x 50 % = 600 €.) Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, προκειμένου να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση κατά το μέρος που κρίνεται νόμιμη η ανακοπή, παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής (αίτησης αναίρεσης) περί έλλειψης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, ο οποίος αφορά στις ουσιαστικές παραδοχές της, εφόσον θα ερευνηθεί εκ νέου κατ' ουσίαν η υπόθεση κατά το νόμιμο μέρος της ανακοπής.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. γ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα ορισθούν δε μειωμένα (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 19 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και του άρθρου 2 της με αριθ. 134423 οικ/08.12.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης [ΦΕΚ 11/Β/20.01.1993], ΑΠ 674/2025, ΑΠ 181/2021), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 51/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπτει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, που θα δικάσει ως Εφετείο και θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης