Legislator Case Law & Legislation
1738/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling court cost allocation is non-reviewable fact evaluation.

Case Number 1738/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the allocation of legal costs. The appellant argued that the awarded cost amount was disproportionate, but the Court held that such determinations constitute a factual evaluation by the lower court. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the Supreme Court cannot review the substantive assessment of costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the allocation of legal costs as it constitutes a non-reviewable factual evaluation by the court of first instance.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility legal cost allocation factual evaluation non-reviewable proportionality principle civil procedure code costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of the Constitution
Law 4194/2013, Code of Lawyers

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1738 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1738/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π&Δ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ιωαννίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Τ.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Μ. του Γ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Σδούκου, που ανακάλεσε την από 4/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12527/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4155/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 3-11-2021 (Γ.Α.Κ. 8627/Ε.Α.Κ. 1069/4-11-2021 Εφετείο Αθηνών), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4155/4-10-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγιναν δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 12527/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε αναγνωρίσει ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ποσό των 57.675,23 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 80.761,61 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27-10-2021, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, η δε αναίρεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 4-11-2021. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διατάξεως του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να δύναται ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Εάν αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος εφέσεως επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης, μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή, τούτο δε επανεκτιμά εξ υπ' αρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 202/2019 ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1213/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 67/2015, Α.Π.902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της εφέσεως (ΑΠ 1443/2023 ΑΠ 740/2020, ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 1465/2018).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 (και όχι από τους αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 118 έως 120 και 522 ΚΠολΔ, διότι δεν απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επανέκρινε με ανύπαρκτο λόγο έφεσης κεφάλαια της απόφασης, έξω από τα όρια του ενδίκου μέσου και μολονότι ορθώς δέχθηκε ότι η υπόθεση, ελλείψει ειδικού λόγου έφεσης, δεν θα ερευνηθεί σε δεύτερο βαθμό, ως προς την κρίση της εκκαλούμενης σχετικά με την απόρριψη ως αορίστου του κονδυλίου του ΦΠΑ και του ορισμού της αφετηρίας έναρξης των τόκων (όχι από την 1-7-2011 αλλά από τη μεταγενέστερη επίδοση της αγωγής), εντούτοις δέχθηκε ότι μπορεί να κρίνει τα λοιπά κονδύλια, παρότι και ως προς αυτά δεν υπήρχε ειδικός λόγος έφεσης.

Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: ".... Α) Η ενάγουσα παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή της και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της.

Σημειώνεται ότι η ενάγουσα, έστω και αν ζητεί με την έφεσή της να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της, δεν διατυπώνει, ωστόσο, στην έφεσή της ειδικό παράπονο για την κρίση της εκκαλούμενης απόφασης, που αφορά την απόρριψη ως αόριστου του κονδυλίου του φ.π.α., ούτε για την κρίση της εκκαλούμενης απόφασης που αφορά την αφετηρία έναρξης των τόκων (όχι από 1-7-2011 αλλά από τη μεταγενέστερη επίδοση της αγωγής) και επομένως ως προς τα ζητήματα αυτά η υπόθεση δεν θα ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο.....

Β) Η εναγομένη παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την μη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης εξαιτίας αοριστίας...καθώς για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ... κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή σε βάρος της ..... και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

Σημειώνεται ότι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία στο εφετήριο ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού...".

Κατόπιν αυτών, κρίθηκε ότι η αιτίαση της εναγομένης ότι η έφεση της ενάγουσας είναι απαράδεκτη εξαιτίας αοριστίας, επειδή στο δικόγραφό της δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά σφάλματα της εκκαλούμενης απόφασης, δεν είναι νομικώς βάσιμη, πέραν του ότι στο δικόγραφο της συγκεκριμένης έφεσης εκτίθενται σαφώς τα φερόμενα σφάλματα της απόφασης.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε παραδεκτή την έφεση της ενάγουσας δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, πλημμέλεια και συνακόλουθα, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995).

Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή, όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά.

Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό, καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα δραστηριοποιείται στην κατασκευή κάθε είδους ιδιωτικών και δημόσιων τεχνικών έργων και η εναγομένη δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη και εκμετάλλευση εμπορικών ακινήτων.

Οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτών, Α. Μ. και Δ. Δ. αντιστοίχως, είχαν κατά το παρελθόν, περίπου από το έτος 2002, φιλικές και επιχειρηματικές σχέσεις, διατηρώντας μάλιστα από κοινού την εταιρεία "ΑΡΧΩΝ ΑΤΕ" η οποία λύθηκε το έτος 2005. Το θέρος του έτους 2010 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης είχε αποφασίσει να υλοποιήσει ένα επιχειρηματικό σχέδιο που περιελάμβανε την κατασκευή, σε μισθωμένο οικόπεδο στο Χαλάνδρι Αττικής, επί της οδού ..., έναντι του εκεί σταθμού του μετρό, ενός συγκροτήματος με αυτοματοποιημένο πλυντήριο αυτοκινήτων, όπου επίσης θα λειτουργούσε παραλλήλως καφετέρια, ταχυφαγείο και χώρος πώλησης ψιλικών.

Την εκτέλεση μέρους της κατασκευής του προαναφερόμενου συγκροτήματος ανέλαβε τότε ως εργολάβος η ενάγουσα, με σχετική σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ των παραπάνω νόμιμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, η οποία (σύμβαση) καταρτίσθηκε προφορικώς στο πλαίσιο των φιλικών και επιχειρηματικών σχέσεων των προσώπων αυτών.

Ειδικότερα, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα και η τελευταία αντιστοίχως ανέλαβε, παραλαμβάνοντας από την πρώτη και αρχιτεκτονικά σχέδια του συγκροτήματος, τις εκσκαφές της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου και της θεμελίωσης των καταστημάτων υποστήριξης, των δεξαμενών και του βορβοσυλλέκτη-ελαιοσυλλέκτη, καθώς και τη σκυροδέτηση της θεμελίωσης των καταστημάτων υποστήριξης (τα οποία στη συνέχεια θα κατασκευάζονταν με μεταλλικό σκελετό), των δεξαμενών και του βορβοσυλλέκτη-ελαιοσυλλέκτη και τέλος τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου με την κατασκευή βάσης από θραυστό υλικό και ασφαλτικής στρώσης.

Το παραπάνω έργο συμφωνήθηκε ότι θα αποπερατωθεί και θα παραδοθεί στην εναγομένη μέχρι το τέλος του Μαΐου του 2011, οπότε και καταβαλόταν στην ενάγουσα και το εργολαβικό αντάλλαγμα αυτής, το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι θα προέκυπτε από τον υπολογισμό και την κοστολόγηση τότε των εκτελεσθεισών εργασιών (συμπεριλαμβανομένων στο κόστος και των δαπανών προμήθειας των σχετικών υλικών) με βάση το Αναλυτικό Τιμολόγιο Οικοδομικών Έργων (Α.Τ.Ο.Ε.) και έργων οδοποιΐας του Δημοσίου, πλέον ποσοστού 18%.

Η ενάγουσα άρχισε την εκτέλεση του έργου περί τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του 2010 και ολοκλήρωσε και παρέδωσε το έργο στην εναγομένη περί τα τέλη Μαΐου του 2011, πλην όμως η τελευταία δεν της κατέβαλε τότε, ούτε στη συνέχεια, το εργολαβικό αντάλλαγμα. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκτέλεσε τις ακόλουθες εργασίες που κοστολογήθηκαν (κατά ποσότητα και τιμή μονάδας) ως εξής:

Α.Εκσκαφές: α) 850,23 κυβικών μέτρων (κ.μ.) στο περιβάλλοντα χώρο, από τις οποίες το 90% ήταν γαιώδεις και το 10% ημιβραχώδεις, ήτοι 850,23 Χ 90% = 765,21 Χ 1,70 = 1.300,86 ευρώ και 850,23 Χ 10% = 85,02 Χ3 = 255,96 ευρώ, β) εκσκαφές 141,15 κ.μ. για τη θεμελίωση των δεξαμενών, από τις οποίες το 80% ήταν ημιβραχώδεις και το 20% βραχώδεις, ήτοι 141,15 Χ 80% = 112,92 Χ 3 = 338,76 ευρώ και 141,15 Χ 20% = 28,23 Χ 6 = 169,38 ευρώ, γ) 68,03 κ.μ.

για τη θεμελίωση του βορβοσυλλέκτη-ελαιοσυλλέκτη, από τις οποίες το 80% ήταν ημιβραχώδεις και το 20% βραχώδεις, ήτοι 68,03 Χ 80% = 54,42 Χ 3 = 163,36 ευρώ και 68,03 Χ 20% = 13,61 Χ 6 = 81,66 ευρώ και δ) 782,48 κ.μ. για τη θεμελίωση των καταστημάτων υποστήριξης, από τις οποίες το 80% ήταν ημιβραχώδεις και το 20% βραχώδεις, ήτοι 782,48 Χ 80% = 625,98 Χ 3 = 1.877,94 ευρώ και 782,48 Χ 20% = 156,50 Χ 6 = 939 ευρώ.

Συνολική κοστολόγηση εκσκαφών 5.125,92 ευρώ. Β. Οπλισμένο σκυρόδεμα θεμελίωσης: α)Για τις δεξαμενές 39,58 κ.μ. Χ 80 = 3.166,40 ευρώ, β)για τον βορβοσυλλέκτη-ελαιοσυλλέκτη 15,38 κ.μ. Χ 80 + 1.230,40 ευρώ και γ) για τα καταστήματα υποστήριξης 339,93 κ.μ. Χ 80 = 27.191,40 ευρώ. Συνολική κοστολόγηση οπλισμένου σκυροδέματος 31.591,20 ευρώ. Γ)Ελαφρό σκυρόδεμα κάθε φύσης:

α)Για τις δεξαμενές 5,56 κ.μ. Χ 36 = 200,16 ευρώ, β) για τον βορβοσυλλέκτη-ελαιοσυλλέκτη 1,42 κ.μ. Χ 36 = 51,12 ευρώ και γ) για τα καταστήματα υποστήριξης 36,18 κ.μ. Χ 36 = 1303,48 ευρώ. Συνολική κοστολόγηση ελαφρού σκυροδέματος 1.553,76 ευρώ. Δ) Διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου: α)Βάση οδοστρωσίας (πάχους 0,10 μ.) 2.429,24 κ.μ. Χ 2,32 = 5.635,84 ευρώ, β) ασφαλτική προεπάλειψη κ.μ. 2.429,24 κ.μ.

Χ 1,24 = 3.012,26 ευρώ και γ) ασφαλτική στρώση κυκλοφορίας 0,05 μ. με χρήση κοινής ασφάλτου 2.429,24 κ.μ. Χ 8,86 = 21.523,07 ευρώ. Συνολική κοστολόγηση διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 30.171,17 ευρώ. Συνολική κοστολόγηση εργασιών (Α+ Β + Γ + Δ) 68.442,05 ευρώ. Με βάση τα προεκτιθέμενα, η ενάγουσα δικαιούται ως εργολαβικό αντάλλαγμα το ποσό των [68.442,05 + (68.442,05 Χ 18%) 12.319,56 =] 80.761,61 ευρώ και συνακολούθως το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο είναι ουσιαστικώς βάσιμο και εσφαλμένως αυτό έγινε εν μέρει δεκτό (για το ποσό των 30.171,17 ευρώ), αντί καθ' ολοκληρίαν, με την εκκαλούμενη απόφαση.

Σημειώνεται ότι η θέση της εναγομένης, ως προς την ύπαρξη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης έργου και περαιτέρω ως προς την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, είναι ασαφής, ενδοιαστική και με αντιφάσεις, αφού: α) Η εναγομένη, με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις της, αρνείται παντελώς τη σύναψη τέτοιας σύμβασης και την εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας ("...Εισαγωγικώς, τονίζουμε ρητώς και κατηγορηματικώς ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ συνήφθη οποιαδήποτε σύμβαση έργου μεταξύ ημών, ΟΥΔΕΠΟΤΕ η αντίδικος εταιρεία παρείχε τις αναφερόμενες υπηρεσίες και εκτέλεσε τις αναφερόμενες εργασίες, ΟΥΔΕΠΟΤΕ υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για εργολαβικό αντάλλαγμα αυτής.....").

Ομοίως και ο μάρτυρας που έδωσε την ένορκη βεβαίωση που η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει, εκθέτει σε αυτήν ότι η ενάγουσα δεν ήταν εργολάβος και ότι όλες οι εργασίες για την κατασκευή του συγκροτήματος έγιναν με αυτεπιστασία της εναγομένης και εργολάβους που η τελευταία χρησιμοποίησε και στους οποίους δεν συμπεριλαμβανόταν η ενάγουσα.

Ωστόσο, ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, κατά την ανώμοτη εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 18-4-2019, δεν επιβεβαίωσε ότι η ενάγουσα δεν παρείχε οποιοδήποτε έργο αλλά παραδέχθηκε έστω ότι η ενάγουσα εκτέλεσε μέρος των εργασιών για την κατασκευή του συγκροτήματος, τις οποίες ο ίδιος προσδιόρισε σε 10-15% του συνόλου των εργασιών και περαιτέρω ότι οι εργασίες αυτές συνίσταντο στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και ότι για τις εν λόγω εργασίες υπήρξαν πληρωμές από την εναγομένη προς την ενάγουσα ("....

Χρησιμοποιήσαμε την ενάγουσα σε ένα μικρό μέρος του έργου. Φανταστείτε ότι αυτό το οποίο μας καλείται είναι περίπου το 10-15% του συνολικού έργου, δεν είναι δηλαδή το σύνολο του έργου..... Αυτό που μπορούσε να μας κάνει είναι αυτό που έκανε όσον αφορά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και όχι τις σκυροδετήσεις.....

Να διαμορφώσει τον τελικό χώρο. Ο χώρος είναι ένας χώρος 5,5 στρεμμάτων, ο οποίος έχει έναν περιβάλλοντα χώρο μεγάλο..... Εμείς πληρώναμε κάθε φορά ανά εβδομάδα, υπήρχε εργοταξιάρχης στο έργο..... Δικός μας, ο οποίος έκανε πληρωμές κάθε εβδομάδα, καθ' υπόδειξη του κου Μαστροκώστα και της Ελληνικής Τεχνικής.

Οι πληρωμές γίνονταν στο αντικείμενο αυτό στο οποίο πραγματικά εκτέλεσε η Ελληνική Τεχνική...."). Αλλά και στο από 15-3-2013 εξώδικο του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης προς εκείνον της ενάγουσας, ο πρώτος και πάλι είχε παραδεχθεί ότι είχαν λάβει χώρα εργασίες εκ μέρους της ενάγουσας για την κατασκευή του συγκροτήματος και μάλιστα είχε υποστηρίξει γενικόλογα ότι η ενάγουσα είχε εξοφληθεί πλήρως για αυτές (".....

ΕΣΕΙΣ παραδώσατε μέσω των εταιρειών σας ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ και ΑΣΦΑΛΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε. στην εταιρεία μας υλικά για τη διενέργεια οικοδομικών εργασιών, για τα οποία παρότι λάβατε ολόκληρο το τίμημα από εμένα δεν εκδώσατε τα σχετικά φορολογικά παραστατικά, αφήνοντας έκθετο το ταμείο της εταιρείας, καθώς δεν έχετε φροντίσει να εκδώσετε ως οφείλεται τα δικαιολογητικά των δαπανών για οικοδομικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο έργο και ακόμη δεν φροντίσατε ώστε να εκδώσουν τα σχετικά παραστατικά για τα υλικά που σας παρέδωσαν τρίτες προς εσάς εταιρείες κατ' εντολή σας, ώστε να αποπερατωθούν οι παραπάνω δαπάνες για λογαριασμό της εταιρείας.....").

Η ενάγουσα δεν έχει όμως απαίτηση και για την αξία των δομικών υλικών, τα οποία, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή, τα αγόρασε στο όνομά της αλλά κατ' εντολή της εναγομένης και τα διέθεσε στην τελευταία προκειμένου τρίτες εταιρείες να εκτελέσουν άλλες επιμέρους εργασίες του όλου έργου. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι τα υλικά αυτά αφορούσαν εργασίες διαφορετικές από εκείνες που είχε αναλάβει να εκτελέσει η ενάγουσα και για τις οποίες (εργασίες της ενάγουσας) η δαπάνη αγοράς των σχετικών υλικών περιλαμβανόταν στο ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος αυτής.

Εξάλλου, το μέγιστο μέρος των υλικών που περιέχονται στα σχετικά τιμολόγια που αναφέρονται στην αγωγή .... είναι αφενός υλικά που χρησιμοποιούνται στη σκυροδέτηση (δομικά πλέγματα, σιδηροαποστάτες, σίδηρος Β500c, σύρματα και συναφή), την οποία (σκυροδέτηση), όπως προεκτέθηκε, είχε αναλάβει η ενάγουσα και αφετέρου υλικά που χρησιμοποιούνται στην επίστρωση (οι κυβόλιθοι και τα κράσπεδα), την οποία (επίστρωση) επίσης είχε αναλάβει η ενάγουσα.

Αλλά και οι ημερομηνίες των παραπάνω τιμολογίων, από 20-11-2020 μέχρι 11-5-2021, εντάσσονται στο χρονικό διάστημα που η ενάγουσα εκτελούσε το επίδικο έργο. Επομένως, το αγωγικό κονδύλιο των 27.504,06 ευρώ είναι ουσιαστικώς αβάσιμο και εσφαλμένως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση. Η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με την έφεσή της, επικουρικώς για την περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι υπαρκτή, τον ισχυρισμό περί εξόφλησης, επικαλούμενη ότι όλοι οι προμηθευτές αυτής (εναγομένης) και οι υποχρεώσεις της έχουν πλήρως εξοφληθεί, με καταβολές σε μετρητά.

Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου με αυτόν δεν γίνεται επίκληση καταβολών προς την ίδια την ενάγουσα (δανείστρια) ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο, ούτε καταβολών που ενέκρινε η ενάγουσα ή ωφελούν αυτήν, ώστε να έχουν αποσβεστικό αποτέλεσμα (άρθρ. 417 ΑΚ) της οφειλής της εναγομένης - και σε κάθε περίπτωση ως αόριστος, δεδομένου η εναγομένη δεν προσδιορίζει τα στοιχεία των φερόμενων καταβολών [βλ.ΑΠ 417/2018 ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1537/2013 ΝοΒ 2014/356].

Η εναγομένη προέβαλε επίσης πρωτοδίκως και επαναφέρει με την έφεσή της, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αγωγής, επικαλούμενη ότι ο πραγματικός λόγος άσκησης της αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας δεν είναι η οφειλή της προς εκείνη αλλά η άσκηση πίεσης σε ενδοεταιρικές διαφορές που έχουν προκληθεί μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου αυτής και εκείνου της ενάγουσας, επίσης ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας είναι και μέτοχος της εναγομένης κατά ποσοστό 36% και ότι έτσι ελλείπει το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκηση της αγωγής και ότι με την αγωγή ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας επιδιώκει να απεμπλακεί από την εναγομένη, εξωθώντας την τελευταία στην απόδοση του κεφαλαίου του.

Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νομικώς αβάσιμος αφού όσα εκθέτει η εναγομένη, πέραν του ότι είναι γενικόλογα και ασαφή, συνιστούν άρνηση της αγωγής και δεν θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της ενάγουσας (άρθρ. 281 ΑΚ)".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), νομιμοτόκως, το ποσό των 80.761,61 ευρώ.

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι στερείται νόμιμης βάσης και για επιμέρους παραδοχές της, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή η αιτιολογία είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Συγκεκριμένα διατείνεται ότι:

α) Δεν παρατίθεται αιτιολόγηση ως προς τι αφορούν οι τιμές που πολλαπλασιάζονται με τα κυβικά μέτρα εκσκαφών, οπλισμένου σκυροδέματος θεμελίωσης, ελαφρού σκυροδέματος και διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου για να διακριβωθεί και επαληθευθεί πως προκύπτουν οι μαθηματικοί υπολογισμοί, που καταλήγουν στο ποσό, που αναγνωρίζεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι υποχρεούται η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αντίδικό της.

β) Με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε τα ποσοτικά στοιχεία των επί μέρους εργασιών, που φέρονται ότι εκτελέσθηκαν από την αναιρεσίβλητη χωρίς να μνημονεύει αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτουν οι αναφερόμενες ποσοτικές εργασίες και η τιμή μονάδας εκάστης εξ αυτών, τα άτομα που απασχολήθηκαν για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, ενώ δεν έγινε επίκληση στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου σχετικά με τη (δήθεν) συμφωνία ως προς το σκέλος της (υποτιθέμενης) αμοιβής.

γ) Η αιτιολογία της απόφασης ότι "η θέση της εναγομένης, ως προς την ύπαρξη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης έργου και περαιτέρω ως προς την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, είναι ασαφής, ενδοιαστική και με αντιφάσεις" είναι εσφαλμένη καθόσον ο ισχυρισμός της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι ότι:

οι επικαλούμενες εργασίες δεν εκτελέσθηκαν από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη αλλά από τρίτα συνεργεία, τα οποία έχουν εξοφληθεί πλήρως από την αναιρεσείουσα με καταβολές χρηματικών ποσών τοις μετρητοίς και χωρίς την έκδοση παραστατικών από την πλευρά τους. δ) Αντιφατικά δέχεται αφενός μεν ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν έχει απαίτηση για την αξία των δομικών υλικών και ότι αυτά τα υλικά αγοράστηκαν στο όνομά της, κατ' εντολή όμως της αναιρεσείουσας για να διατεθούν σε τρίτες εταιρείες για την εκτέλεση άλλων εργασιών αφετέρου όμως, ότι μέγιστο μέρος των υλικών αυτών, που περιέχονται στα επίδικα τιμολόγια, αφορούν την εκτέλεση εργασιών σκυροδέτησης και επίστρωσης, που είχε αναλάβει να εκτελέσει η αναιρεσίβλητη εταιρεία, κρίνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 80.761,61 ευρώ.

ε) Με ανεπαρκείς αιτιολογίες απορρίφθηκε η ένσταση εξόφλησης, ως αλυσιτελής, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι δεν γίνεται επίκληση καταβολών, άλλως ως αόριστη, διότι η εναγομένη δεν προσδιορίζει στοιχεία των φερομένων καταβολών. στ) Με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως νομικά αβάσιμη.

Με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος έτσι, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα: Οι υπό στοιχ. α, β, γ, και δ αιτιάσεις, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, το οποίο με βάση αυτές (αποδείξεις) κατέληξε στο σαφές και με πλήρεις αιτιολογίες αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με τις συμφωνηθείσες και εκτελεσθείσες από την αναιρεσίβλητη εργασίες, δυνάμει της σύμβασης έργου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας, το συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα, που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό και την κοστολόγηση των εργασιών, συμπεριλαμβανομένων στο κόστος και των δαπανών προμήθειας των σχετικών υλικών που αφορούσαν το συγκεκριμένο έργο καθώς και την αποπεράτωση και παράδοση του έργου κατά το χρόνο, που είχε ορισθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι οι εκτελεσθείσες από την ενάγουσα εργασίες κοστολογήθηκαν "κατά ποσότητα και τιμή μονάδας", προσδιορίζονται τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, ανώμοτες καταθέσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, έγγραφα, ένορκη βεβαίωση) και δεν είναι αναγκαία η καθεμία παραδοχή της απόφασης να αιτιολογείται με την αναφορά ειδικότερου αποδεικτικού στοιχείου, ενώ η αιτιολογία της απόφασης σχετικά με τη θέση της εναγομένης-αναιρεσείουσας ως προς την ύπαρξη της επίδικης σύμβασης έργου, την εκτέλεση των εργασιών και την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος -ανεξαρτήτως του εάν αυτή (η θέση) ταυτίζεται ή όχι με τον ισχυρισμό που προέβαλε η ίδια σχετικά με τα προαναφερθέντα- προέκυψε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι στο δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, οι υπό στοιχ. ε' και στ' πλημμέλειες, με τις οποίες η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των προβληθεισών εκ μέρους της ενστάσεων: ι)της εξόφλησης της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης και ιι) της καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματός της, είναι απαράδεκτες, καθόσον το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική κρίση των ως άνω ενστάσεων και απέρριψε την μεν πρώτη ως αλυσιτελή άλλως ως αόριστη, τη δε δεύτερη ως νόμω αβάσιμη (ΑΠ 1309/2020). Σημειώνεται ότι ενώ ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε αποδιδόμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς καμμία αναφορά για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στο τέλος του λόγου αυτού, γίνεται επιγραμματική αναφορά και για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου ο λόγος αυτός αναίρεσης αφορά μόνο την παραβίαση του αριθμού 19, ο οποίος και ερευνήθηκε ανωτέρω και όχι και του αριθμού 1 τοου άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1588/2017). Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 606/2024, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 871/2023, ΑΠ 595/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν εξέτασε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί ανεκκαθάριστης απαίτησης της αναιρεσίβλητης και την απέρριψε σιγή.

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρείδε την ένσταση περί ανεκκαθάριστης απαίτησης αλλά αντιθέτως, την εξέτασε και την απέρριψε στη ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που στοιχειοθετούν τον προβληθέντα ισχυρισμό και κατά συνέπεια, ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.

Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου, που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό.

Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ήτοι, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 50/2024, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 974/2018).

Εξάλλου, για το ορισμένο του άνω λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την εφαρμογή των κανόνων περί αντικειμενικού βάρους απόδειξης (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 385/2017, ΑΠ 275/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ".....η ενάγουσα δικαιούται ως εργολαβικό αντάλλαγμα το ποσό των 80.761,61 ευρώ......

Σημειώνεται ότι η θέση της εναγομένης, ως προς την ύπαρξη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης έργου και περαιτέρω ως προς την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, είναι ασαφής, ενδοιαστική και με αντιφάσεις....", παραβίασε τις διατάξεις του νόμου, περί αποδείξεως (άρθρο 338 ΚΠολΔ) με αντιστροφή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης.

Συγκεκριμένα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντέστρεψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης από την απόδειξη των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ως ενάγουσας, αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής και τα αγωγικά κονδύλια, χρησιμοποιώντας επί της ουσίας ως μέσο απόδειξης τη θέση της αναιρεσείουσας εταιρείας επί της αρνήσεως της αγωγής και τους προβαλλόμενους, εκ μέρους της, ως εναγομένης, ισχυρισμούς.

Ο ως άνω αναιρετικός λόγος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η επίδραση στην έκβαση της δίκης του ισχυρισμού, ως προς τον οποίο, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος αποδείξεως καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, που προκλήθηκε από αυτόν, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο εκτίμησε, στάθμισε και αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν και με βάση, όσα αποδείχθηκαν κατέληξε στην κρίση του και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά παραδοχή των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης-εργολάβου, σχετικά με την κατάρτιση της σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων πλευρών, της εκτέλεσης από αυτήν των εργασιών που είχε συμφωνήσει να εκτελέσει, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας-εργοδότριας και της μη καταβολής από την τελευταία του συμφωνημένου εργολαβικού ανταλλάγματος, στο πόρισμα δε αυτό κατέληξε το Εφετείο, διότι οι αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, η οποία έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης των ως άνω ισχυρισμών της, κρίθηκαν επαρκείς για την απόδειξή τους και με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η τυχόν παραβίασή της ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων. Περαιτέρω, η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους εν όλω ή εν μέρει κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων. Επομένως, ο λόγος που βασίζεται στην αιτίαση, ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 1358/2018).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας- ήδη αναιρεσίβλητης στην εναγομένη-ήδη αναιρεσείουσα ανάλογα προς τη μερική νίκη και ήττα των διαδίκων (άρθρ. 178 παρ. 1, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1α, 68 παρ. 1, 69 παρ. 1 ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων), δηλαδή, επέβαλε στην ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία "...

μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων (5.700) ευρώ". Η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τον πέμπτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας, των διατάξεων του ΚΠολΔ και του Κώδικα Δικηγόρων, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη υπέρμετρα και δυσανάλογα υψηλού ποσού (5.700 ευρώ) δικαστικά έξοδα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας -το οποίο εν προκειμένω, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 του ΚΠολΔ, καταδίκασε την αναιρεσείουσα-εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας των διαδίκων- είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 3-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4155/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4155/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου