Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds, ruling lower court correctly rejected inadmissible consumer claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a consumer contract dispute. The appellant argued the lower court erred in law by refusing jurisdiction, but the court found the claim inadmissible based on the Lugano Convention's rules. Since the lower court ruled on inadmissibility rather than the merits, the appeal arguments regarding evidence and jurisdiction were deemed procedurally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4, 14, 17 of the Lugano Convention; Appeals under Art. 559(8), (10), (19) of the Code of Civil Procedure are inadmissible or unfounded when the lower court rejects a claim as inadmissible without entering the substantive phase or when the appeal relies on false premises regarding evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1738 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1738/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:... κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λυκουρέζο.
Της αναιρεσιβλήτου:Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ARAB BANK (SWITZERLAND) που εδρεύει στη Ζυρίχη Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αντώνιο Χατζηϊωάννου και Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5311/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5861/2006 του Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 4 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, που κυρώθηκε με το Ν. 2460/1997, επί των διαφορών, οι οποίες υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της, δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του Κράτους όπου κατοικεί ο εναγόμενος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 της Συμβάσεως αυτής επιτρέπεται στα μέρη να συμφωνήσουν ότι θα έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία τα δικαστήρια ορισμένου συμβαλλομένου Κράτους να δικάσουν τις διαφορές οι οποίες θα προκύψουν μεταξύ τους από ορισμένη έννομη σχέση.
Κατά το άρθρο 14 της ίδιας Συμβάσεως του Λουγκάνο ειδικώς επί συμβάσεων καταναλωτών η αγωγή του καταναλωτή παραδεκτώς ασκείται και ενώπιον του Δικαστηρίου της χώρας, στην οποία κατοικεί ο ίδιος, τυχόν δε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη. Η Σύμβαση του Λουγκάνο επαναλαμβάνει τις ρυθμίσεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27-9-1968, η οποία καταργήθηκε με τον Κανονισμό 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ίσχυσε για τα Κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απολύτως ταυτοσήμου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 13 σημείο 1 που ορίζει ότι σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού που τις καταρτίζει και που αποκαλείται στη συνέχεια "καταναλωτής" η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος όταν πρόκειται για πώληση ενσώματων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος", σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 14 παρ. 2 της αυτής Συμβάσεως, συμφώνως προς την οποία "η αγωγή του αντισυμβαλλομένου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων του συμβαλλομένου Κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της Συμβάσεως του Λουγκάνο (Ν. 2460/1997), σαφώς συνάγεται ότι το δικαιοδοτικό προνόμιο του άρθρου 14 παρ. 2 (διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους, όπου η κατοικία του εναγομένου καταναλωτή) επιφυλάσσεται μόνο στους αγοραστές, οι οποίοι έχουν ανάγκη προστασίας, διότι η οικονομική τους θέση χαρακτηρίζεται από την αδυναμία τους έναντι των πωλητών, καθώς πρόκειται για τελικούς καταναλωτές με ιδιωτικό χαρακτήρα, οι οποίοι, μέσω της αγοράς του προϊόντος, το οποίον αποκτούν, δεν εμπλέκονται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες.
Η κρίση αυτή συνάδει προς τον σκοπό θεσπίσεως της διατάξεως, με την οποία σκοπήθηκε η προστασία του "μη επαγγελματίου" τελικού χρήστη της υπηρεσίας ή αγοραστή του προϊόντος και όχι των επαγγελματιών, οι οποίοι μεσολαβούντες κερδοσκοπούν επί ή δια του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθ' όσον αυτοί στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας δεν κρίνονται άξιοι προστασίας έναντι της ιδίας αυτών παραιτήσεως από την επιλογή ετέρας διεθνούς δικαιοδοσίας πλην της δικής τους.
Ο επαγγελματικώς δρων μεσολαβητής, ανεξαρτήτως του εάν θα χαρακτηρισθεί ή όχι έμπορος υπό την παρ' ημίν γνωστή έννοια, ως μέρος του δικτύου εκμεταλλεύσεως και μη τελικός χρήστης έχει ευχέρεια να μην εντάξει στην εκμετάλλευσή του το προϊόν ή την υπηρεσία, εάν κρίνει ότι δια της παραιτήσεώς του από την δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Χώρας του, η ενδεχομένη δικαστική εμπλοκή του, θα είναι γι' αυτόν δυσβάστακτη.
Την ευχέρεια αυτή δεν έχει κατά την εκτίμηση των συντακτών των άνω Διεθνών Συμβάσεων ο μη επαγγελματίας, αδαής περί την διακίνηση του προϊόντος ή της υπηρεσίας τελικός χρήστης αυτών, ο οποίος θα ευρεθεί προ του διλήμματος είτε να μην αγοράσει ένα προϊόν ή να μην απολαύσει μία υπηρεσία, των οποίων έχει ανάγκη, οσάκις προέρχονται από ξένη Χώρα, είτε, εάν η ενοχή δεν εξελιχθεί ομαλώς, να διεξαγάγει, δια των κατά κανόνα πενιχρών του οικονομικών μέσων, πολυδάπανο δικαστικό αγώνα μακράν του τόπου κατοικίας του και σε ξένη Χώρα εναντίον ενός οικονομικού κολοσσού, όπως συνήθως είναι οι παραγωγοί προϊόντων ή υπηρεσιών, οι οποίοι, με οργανωμένα δίκτυα διανομής, δύνανται να διαθέτουν προϊόντα ή υπηρεσίες στην αλλοδαπή.
Άλλωστε και οι δύο Συμβάσεις (Βρυξελλών και Λουγκάνο) σκοπούν ακριβώς στην προώθηση των εμπορικών συναλλαγών εντός των οικονομικών ζωνών (Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών) και καθιέρωσαν ενιαίως την άνω ρύθμιση υπέρ των τελικών χρηστών καταναλωτών, ως αντιστάθμισμα στην επιδιωκομένη δι' αυτών ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων, ούτως ώστε οι οικονομικώς ισχυροί παραγωγοί και αν ακόμη επιχειρούν δια της επιβολής υπογραφής ρητρών αποκλειστικής αρμοδιότητος (και συνεπώς δικαιοδοσίας) να εξαναγκάσουν τους τελικούς χρήστες να ενάγουν για ελαττωματικά προϊόντα ή υπηρεσίες στην μακρυνή, σε ξένη Χώρα, έδρα του παραγωγού, να μη δύνανται να εκμηδενίζουν πρακτικώς την δυνατότητα δικαστικής προστασίας του τελικού χρήστη.
Από την προηγηθείσα ανάλυση σαφές καθίσταται ότι οι άνω Συμβάσεις (και εν προκειμένω η Σύμβαση του Λουγκάνο), δεν εξήρτησαν την ιδιότητα του καταναλωτή από το οικονομικό μέγεθος των συμβαλλομένων μερών, ούτε από την in abstracto ιδιότητα του τελικού καταναλωτή, ως εμπόρου ή επαγγελματία αλλά από τον σκοπό προς τον οποίον αποκτήθηκε η συγκεκριμένη υπηρεσία ή το συγκεκριμένο προϊόν.
Εάν αυτά αποκτήθηκαν από κάποιον, καίτοι έμπορο ή επαγγελματία, προς το σκοπό ατομικής απολαύσεως, αυτός είναι κατά την έννοια των άνω Συμβάσεων "καταναλωτής", δικαιούται δε, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της Συμβάσεως του Λουγκάνο, να εναγάγει τον παραγωγό ή τον παροχέα των υπηρεσιών στην ιδίαν αυτού κατοικία και δεν επιτρέπεται να παραιτηθεί της ευχέρειάς του αυτής.
Αντιθέτως ο αυτός αγοράζων το προϊόν ή απολαύων της υπηρεσίας όχι προς ιδίαν αυτού απόλαυση αλλά, δρων ως "επιχειρηματίας", για να τα εντάξει σε σύστημα εκμεταλλεύσεως, το οποίο έχει οργανώσει ή πρόκειται να οργανώσει (ανεξαρτήτως του εάν και ποιό επάγγελμα επισήμως μετέρχεται), δεν είναι υπό την άνω έννοια "καταναλωτής".
Κατ' ακολουθίαν τούτων ο υπό οιανδήποτε νομοτυπική μορφή, δανειζόμενος παρά Τραπέζης χρηματικά ποσά, προκειμένου να αγοράσει συνάλλαγμα όχι προς αποθεματοποίηση αυτού (του συναλλάγματος), ούτε προς διάθεση αυτού στην αλλοδαπή για την ικανοποίηση βιοτικών αναγκών, αλλά προς άμεση πώληση αυτού και, εντεύθεν, κερδοσκοπία επί της διακυμάνσεως των διεθνών τιμών συναλλάγματος, δεν είναι, ως προς την μετά της δανείστριας αυτού Τράπεζας συμβατική σχέση, "καταναλωτής" των υπηρεσιών της Τράπεζας, διότι αυτός τον δανεισμό τον ενέταξε στο παρ' αυτού οργανωθέν σύστημα εκμεταλλεύσεως των αλλοτρίων κεφαλαίων, ήτοι των παρά της Τράπεζας δανεισθέντων και δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια της Συμβάσεως του Λουγκάνο (και των Βρυξελλών).
Το αυτό λεκτέον mutatis mutandis και επί αγοράς χρηματιστηριακών πραγμάτων. Συναφώς, τα αυτά ως άνω, ως κριτήρια, δέχθηκε επί της απολύτως ταυτοσήμου περιεχομένου Συμβάσεως των Βρυξελλών και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), το οποίο, δυνάμει του από 3-6-1971 πρωτοκόλλου, που κυρώθηκε με το Ν. 1814/1988, ορίσθηκε αποκλειστικά αρμόδιο για την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ώστε ο εννοιολογικός προσδιορισμός των διατάξεων αυτής, στον οποίο έχει προβεί το ΔΕΚ "δεσμεύει" υπό τη μορφή της "αυθεντικής ερμηνείας" τα δικαστήρια των κρατών μελών, αφού η ερμηνεία αυτή ενσωματώνεται στο κείμενο των διατάξεων.
Ειδικώτερα το άνω Δικαστήριο επί της υποθέσεως Bertrana/Ott 150/77 (Συλλογή Νομολογίας 1978/1431) δέχθηκε τα εξής: "Το προνόμιο του άρθρου 14 II της Συμβάσεως των Βρυξελλών θα πρέπει να επιφυλαχθεί μόνο για τους αγοραστές που έχουν ανάγκη προστασίας, επειδή η οικονομική τους θέση χαρακτηρίζεται από την αδυναμία τους απέναντι στους πωλητές, καθώς πρόκειται για τελικούς καταναλωτές με ιδιωτικό χαρακτήρα, οι οποίοι, μέσω της αγοράς του αποκτώμενου προϊόντος, δεν εμπλέκονται σε εμπορικές ή, επαγγελματικές δραστηριότητες...", δηλαδή ότι δεν πρέπει να συνάπτεται το προϊόν ή η υπηρεσία προς επαγγελματική δραστηριότητα και ο δικαιολογητικός λόγος της προστασίας είναι η ασθενεστέρα του θέση.
Επί της υποθέσεως Shearson Lehman Hutton Inc./ Treuhandgesellschaft κλπ 0-89/91, (Συλλογή Νομολογίας 1993 1-187), δέχθηκε πέραν του ότι δεν πρέπει να συνάπτεται το προϊόν ή η υπηρεσία προς επαγγελματική δραστηριότητα και του ότι ο δικαιολογητικός λόγος της προστασίας είναι η ασθενέστερη θέση του καταναλωτή και για την ανάγκη στενής ερμηνείας της εννοίας του καταναλωτή όπως αυτή αποτυπούται στην Σύμβαση των Βρυξελλών (ταυτοσήμου περιεχομένου προς την του Λουγκάνο) και τα εξής:
αριθ. 13. "... για την ομοιόμορφη εφαρμογή της Συμβάσεως των Βρυξελλών σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη είναι ανάγκη οι έννοιες που απαντούν σ' αυτή, οι οποίες ενδέχεται να έχουν διαφορετικό περιεχόμενο στο εσωτερικό δίκαιο των συμβαλλομένων κρατών, να ερμηνεύονται αυτοτελώς, αναγόμενες κυρίως στο σύστημα και τους στόχους της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Τούτο επιβάλλεται και για την έννοια "καταναλωτής" των άρθρων 13 επ....", αριθ. 14. "... Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι ... η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλομένου Κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος συνιστά την γενική αρχή", αριθ. 16. "Επομένως οι ... κανόνες που εισάγουν παρέκκλιση από την άνω γενική αρχή δεν μπορεί να οδηγούν σε ερμηνεία της Συμβάσεως, βαίνουσα πέραν των προβλεπομένων σ' αυτή περιπτώσεων...", αριθ. 17. "...
Πέραν των προβλεπομένων περιπτώσεων, η Σύμβαση των Βρυξελλών φαίνεται να είναι σαφώς αντίθετη προς την αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της κατοικίας του ενάγοντος", αριθ. 18. "πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το ειδικό σύστημα που καθιέρωσαν τα άρθρα 13 επ. της Συμβάσεως των Βρυξελλών διαπνέεται από την μέριμνα προστασίας του καταναλωτή λόγω της ιδιότητάς του ως συμβαλλομένου, ο οποίος λογίζεται ως οικονομικώς ασθενέστερος και νομικώς διαθέτων λιγότερη πείρα από τον αντισυμβαλλόμενό του, οπότε δεν πρέπει να αποθαρρύνεται να ασκήσει αγωγή, υποχρεούμενος να το πράξει ενώπιον των Δικαστηρίων του Κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει την έδρα του ο αντισυμβαλλόμενος του", αριθ. 22. "Όπως προκύπτει από τη διατύπωση και την αποστολή που επιτελούν, οι ανωτέρω διατάξεις αφορούν τον τελικό καταναλωτή ως ιδιώτη, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες...".
Στην απόφαση C- 89/91 επί της υποθέσεως Schearson κατά TVB Theuhandgesellschaft (Συλλογή Νομολογίας 1993 1.139 επ.) δέχθηκε και τα εξής: "... Τόσο από το γράμμα όσο και από το σκοπό των διατάξεων των άρθρων 13 επ. της Σύμβασης των Βρυξελλών προκύπτει ότι τα σχετικά δικαιοδοτικά προνόμια αφορούν μόνον τον ιδιώτη τελικό καταναλωτή, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες, είναι συμβαλλόμενος σε μία από τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 13 και είναι διάδικος σε δίκη ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 14.
Η Σύμβαση των Βρυξελλών προστατεύει τον καταναλωτή μόνον όταν είναι ο ίδιος ενάγων ή εναγόμενος σε δίκη. Ο ενάγων, λοιπόν, που ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν είναι δηλαδή ο ίδιος καταναλωτής, όταν είναι συμβαλλόμενος σε μία από τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 13 της Σύμβασης των Βρυξελλών, δεν μπορεί να υπαχθεί στους ευεργετικούς για τους καταναλωτές κανόνες της Σύμβασης των Βρυξελλών...".
Στην απόφαση C- 269/95 επί της υποθέσεως Benincasa κατά Dentalkit (Συλλογή Νομολογίας 1997, 1-3767 δέχθηκε και τα εξής: αριθ. 15. ".... Κατά πάγια νομολογία, όπως προκύπτει από τη διατύπωση και τη λειτουργία που επιτελεί, η διάταξη αυτή (δηλαδή το άρθρο 13 της Συμβάσεως των Βρυξελλών) αφορά μόνον τον τελικό καταναλωτή ως ιδιώτη, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες", αριθ. 16. "Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, προς απόδειξη της ιδιότητας του καταναλωτή, έννοια που πρέπει να ερμηνεύεται στενά, θα πρέπει να λαμβάνεται η θέση του προσώπου σε συγκεκριμένη σύμβαση, σε σχέση με τη φύση και το σκοπό αυτής, και όχι η υποκειμενική κατάσταση του ίδιου αυτού προσώπου...", αριθ. 17. "κατά συνέπεια μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή...".
Συνεπώς προς τα ανωτέρω δεν θεωρείται ως "καταναλωτής", κατά την έννοια των άνω Συμβάσεων, δεν υπάγεται στην ρύθμιση του άρθρου 13 των Συμβάσεων των Βρυξελλών και του Λουγκάνο και συνεπώς δεν ιδρύεται υπέρ αυτού η κατά το άρθρο 14 αυτών βάση δικαιοδοσίας, ο χρήστης υπηρεσίας ή ο αγοραστής προϊόντος οσάκις ο ισχυριζόμενος ότι είναι "καταναλωτής" ασκεί δι' αυτών εμπορική ή εν γένει επαγγελματική δραστηριότητα, οσάκις δηλαδή, δρων ως "επιχειρηματίας", χρησιμοποιεί την υπηρεσία ή το προϊόν προς κερδοσκοπία. Αποκλείεται, δηλαδή, να θεωρηθεί ως σύμβαση "καταναλωτού" και να θεμελιώσει την άνω δικαιοδοσία μία σύμβαση, η οποία δεν αποβλέπει στην κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο.
Συνεπώς δε προς τα ανωτέρω, προστατευόμενος δια των άνω ρυθμίσεων "καταναλωτής" δεν είναι άνευ ετέρου ο τυχόν ασθενέστερος συναλλασσόμενος, αλλά μόνον εκείνος ο οποίος συνάπτει την επίδικη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων, καθ' όσον τα περί ασθενεστέρου ή μη μέρους αποτελούν εκτιμήσεις και επιλογές του συντάκτη της Συμβάσεως του Λουγκάνο.
Για τη διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋποθέσεως δεν έχει σημασία το αν το παρ' αυτού δηλούμενο επάγγελμα είναι άσχετο με τη συγκεκριμένη σύμβαση αλλά κρίσιμο είναι το εάν, κατ' αντικειμενική κρίση, δύναται να θεωρηθεί ο συναλλασσόμενος ως επαγγελματικώς δρων (ως "επιχειρηματίας") εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Αυτή είναι η έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, ότι δηλαδή αφορά μόνον τον τελικό καταναλωτή ως ιδιώτη, ο οποίος δεν εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Προς απόδειξη της ιδιότητας του συναλλασσομένου ως καταναλωτή κατά την έννοια της άνω Συμβάσεως θα ληφθεί υπ' όψη η θέση του στην συγκεκριμένη σύμβαση σε σχέση προς την φύση και τον σκοπό αυτής και όχι η υποκειμενική κατάσταση του ιδίου αυτού προσώπου και συνεπώς σε κάθε σύμβαση, ένα και το αυτό πρόσωπο δύναται να θεωρηθεί ως καταναλωτής στο πλαίσιο ορισμένων συναλλαγών αυτού και ως επαγγελματίας στο πλαίσιο άλλων συναλλαγών του.
Αναγκαίως δε κρίνεται κατά περίπτωση επί τη βάσει των άνω κριτηρίων και με αναγωγή στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης (ad hoc) περιπτώσεως. Εξάλλου, η κατάρτιση τραπεζικής ή επενδυτικής συμβάσεως ουδόλως αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 13 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, πλην τούτο κρίνεται επί τη βάσει των ανωτέρω, κατά περίπτωση.
Σε τραπεζικές αλλά και επενδυτικές συναλλαγές, οι οποίες απευθύνονται στο ευρύ κοινό, όπως τραπεζικές καταθέσεις, αλλά και αμοιβαία κεφάλαια και επενδύσεις σε μετοχές στο χρηματιστήριο, δύναται να προβαίνει και πρόσωπο το οποίο είναι καταναλωτής, δηλαδή πρόσωπο "μη επαγγελματικώς δρων", μη αναγκαίως εξειδικευμένο στο συγκεκριμένο συναλλακτικό τομέα, έστω και εάν, αναγκαίως, από τη συναλλαγή προσδοκά όφελος.
Το κριτήριο της προσδοκίας οφέλους δεν δύναται να του αφαιρέσει την ιδιότητα του καταναλωτή, διότι τούτο ενυπάρχει, ως προσδοκία, σε κάθε οικονομική συναλλαγή, άνευ της οποίας (προσδοκίας οφέλους) το πρόσωπο δεν θα προέβαινε σε αυτή. Διάφορος όμως είναι η περίπτωση όπου ο τελικός χρήστης της υπηρεσίας ή του προϊόντος δεν απολαύει του προϊόντος της τραπεζικής συναλλαγής ως ιδιώτης αλλά χρησιμοποιεί το προϊόν αυτής για τις ανάγκες της κερδοσκοπίας του.
Έτσι ο δανειζόμενος από Τράπεζα για την χρηματοδότηση των εισαγωγών του έμπορος δεν είναι καταναλωτής του δανειζομένου ποσού αν και είναι τελικός χρήστης της υπηρεσίας της Τράπεζας, διότι το ποσόν το χρησιμοποιεί ως μέσο ασκήσεως εμπορίας. Το αυτό ισχύει και για τον επαγγελματία, ο οποίος δανείζεται για την προώθηση των επαγγελματικών του υποθέσεων ή της επαγγελματικής του εγκαταστάσεως.
Αρκεί η οιαδήποτε σύνδεση του προϊόντος ή της υπηρεσίας με την επαγγελματική δραστηριότητα για να αποκλείσει την ιδιότητα του "καταναλωτή" υπό την ανωτέρω έννοια. Όπως σημειώθηκε ο υφ' οιανδήποτε νομοτυπική μορφή, δανειζόμενος από Τράπεζα χρηματικά ποσά, προκειμένου να αγοράσει χρηματιστηριακά πράγματα ή συνάλλαγμα, όχι προς αποθεματοποίηση αυτού ή διάθεση για την ικανοποίηση βιοτικών αναγκών, αλλά προς άμεση πώληση αυτού και, εντεύθεν, κερδοσκοπία επί της διακυμάνσεως των διεθνών τιμών αξιών ή συναλλάγματος, δεν είναι, ως προς την μετά της δανείστριας αυτού Τράπεζας συμβατική σχέση, "καταναλωτής" των υπηρεσιών της Τράπεζας, διότι αυτός, δρων ως "επιχειρηματίας", τον δανεισμό τον ενέταξεν στο παρ' αυτού οργανωθέν σύστημα εκμεταλλεύσεως των αλλοτρίων κεφαλαίων, ήτοι των παρά της Τράπεζας δανεισθέντων και δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια της Συμβάσεως του Λουγκάνο (και των Βρυξελλών).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, όπως εκτίμησε αυτή το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, η ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, που έχει έδρα στη Ζυρίχη της Ελβετίας, κατήρτισε συνδυασμό συμβάσεων πιστώσεως (με δικαίωμα υπεραναλήψεως) και ενεχυριάσεως, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τα ποσά της πιστώσεως για την συστηματική επί μακρόν χρόνο και ποσοτικώς επαναλαμβανομένη κερδοσκοπία μέσω της αγοράς τίτλων στις διεθνείς χρηματαγορές (καθ' όσον στην αγωγή εκτίθεται ότι ο αποκλειστικός σκοπός της χορηγήσεως των δανείων ήταν να προβαίνει σε επενδυτικές πράξεις, ήτοι σε αγορά μετοχών, ομολόγων, πολυτίμων μετάλλων κλπ).
Ο δανεισμός αυτός επί σκοπώ διενεργείας επενδύσεων, είναι διεθνώς γνωστός στην τραπεζική πρακτική υπό τον όρο "leverage" (στην ελληνική αποδίδεται ως "μόχλευσις") και έχει την έννοια ότι τα χρήματα, τα οποία δανείζεται ο επενδυτής, χρησιμοποιούνται ως μοχλός για την μεγιστοποίηση των κερδών του. Η εν λόγω επενδυτική τακτική είναι λίαν επικίνδυνη και εκ του λόγου τούτου, επί ευτυχούς (εκ του αποτελέσματος κρινομένης) διαχειρίσεως είναι εξαιρετικώς κερδοφόρος, διότι σε περίπτωση θετικής πορείας των επενδύσεων του δανειζομένου, χωρίς να εκταμιεύει ίδια κεφάλαια, κερδοσκοπεί, αποκερδαίνων, επί ευτυχούς εκβάσεως της συναλλαγής, την διαφορά μεταξύ της αποδόσεως των χρημάτων τα οποία δανείζεται και του τόκου τον οποίο πληρώνει στην δανείστρια Τράπεζα.
Όμως είναι, εν ταυτώ, λίαν επικίνδυνη, διότι αν ο επενδυτής απωλέσει τμήμα ή το όλον του κεφαλαίου, το οποίο δανείσθηκε για τις επενδύσεις του θα πρέπει να επιστρέψει στην δανείστρια Τράπεζα και το απολεσθέν ποσόν του δανεισθέντος κεφαλαίου αλλά και τον τόκο.
Συνεπώς η "μόχλευση" είναι δανεισμός χρήματος από την Τράπεζαν προς περαιτέρω διάθεσή του, με σκοπό την συστηματική κερδοσκοπία και δεν συνάπτεται προς την επένδυση των προσωπικών αποταμιεύσεων. Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία ο επενδυτής δεν καταρτίσει με την Τράπεζα σύμβαση διαχειρίσεως παρ' αυτής του χαρτοφυλακίου του, το ριψοκίνδυνον της μοχλεύσεως εξαρτάται απολύτως από τις επιλογές του συγκεκριμένου επενδυτή, ο οποίος έχει την απόλυτη πρωτοβουλία κινήσεων προκειμένου να κερδοσκοπήσει, υποκείμενος, όμως, στην διακύμανση τιμών, βάσει γεγονότων τα οποία δεν δύναται να ελέγξει, όπως είναι οι συναρτήσεις του μέλλοντος, στις οποίες, κατά την κοινή λογική, δεν δύναται να διείσδυσει και οι οικονομικές δυνάμεις της αγοράς συναλλάγματος ή αξιών.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή της (σελίδα 5) ότι δεν υπέγραψε με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα και σύμβαση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου και επομένως αποκλειστικώς η ιδία, δια του πληρεξουσίου της, προέβαινε σε πράξεις αγοραπωλησίας τίτλων στα διεθνή χρηματιστήρια δια των χρημάτων, τα οποία ηντλούντο από την εφεσίβλητη Τράπεζα, δυνάμει της άνω συμβάσεως μοχλεύσεως, έχουσα αυτή (ή, όπερ το αυτό, ο άνω πληρεξούσιος αυτής) την απόλυτη πρωτοβουλία και τον έλεγχο των επενδυτικών επιλογών της. Αυτό σημαίνει ότι είχε εντάξει την άνω συναλλαγή στα πλαίσια συστηματικής (επαγγελματικής και μη ιδιωτικής) δραστηριότητας κερδοσκοπίας, ανεξαρτήτως του ότι τυπικώς επαγγέλλεται τα "οικιακά", ανεξαρτήτως και του ότι, οι άνω συναλλαγές καταδεικνύουν εξιδιασμένη γνώση περί των συναλλαγών αυτών και εξειδίκευση, χαρακτηριστικά μη προσιδιάζοντα στην άνω έννοιαν του "καταναλωτή".
Συνεπώς οι ένδικες συμβάσεις πιστώσεως (υπό τη μορφή δικαιώματος υπεραναλήψεων από υφισταμένους τραπεζικούς λογαριασμούς), με τους οποίους χορηγήθηκε στην εκκαλούσα πίστωση 35.000.000 δολλαρίων Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και οι παρεπόμενες συμβάσεις ενεχυριάσεως, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, χρησιμοποιήθηκαν από την εκκαλούσα, ενεργούσα δια του πληρεξουσίου της, όχι στο πλαίσιο των συνήθων βιοτικών της αναγκών, αλλά για συστηματική κερδοσκοπική δραστηριότητα.
Η εκ της πολλαπλότητας των εκτιθεμένων συναλλαγών, του μακρού χρόνου της δραστηριότητας αυτής και του μεγέθους των ποσών συστηματικότητα της εν λόγω δραστηριότητας, άγει στην κρίση ότι η εκκαλούσα έδρασε ως επαγγελματίας ("επιχειρηματίας" κατά την τρέχουσα ορολογία) εν σχέσει προς τις συγκεκριμένες συναλλαγές και οι επίδικες συμβάσεις πιστώσεως καταρτίσθηκαν για την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής της (επιχειρηματικής) αυτής δραστηριότητας.
Αποδεικνύεται συνεπώς πλήρως από τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή ότι η συναλλακτική σχέση των διαδίκων αποτελούσε τμήμα "επαγγελματικής δραστηριότητος" για την εκκαλούσα και ως εκ τούτου δεν είναι κατά τούτο "καταναλωτής", κατά την έννοια του άρθρου 13 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, διότι προδήλως, κατ' αυτούς τούτους τους αγωγικούς ισχυρισμούς και κατ' αντικειμενική κρίση, δεν πρόκειται για τελικό καταναλωτή με ιδιωτικό χαρακτήρα, ο οποίος, μέσω των υπηρεσιών της εφεσίβλητης και με τα χρήματα αυτής να μη εμπλέκεται σε εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες, αλλά, τουναντίον, ότι με αυτά κερδοσκοπεί συστηματικώς, "επαγγελματικώς δρώσα" ως επιχειρηματίας και δη, δια της μοχλεύσεως, επιθετικώς κερδοσκοπούσα.
Οι δε συμβάσεις πιστώσεως μεταξύ εκκαλούσας και εφεσίβλητης, καθώς και οι επί μέρους συμβάσεις ενεχυριάσεως δεν είχαν σκοπό "την κάλυψιν ιδίων καταναλωτικών αναγκών της εκκαλούσης", διότι, όπως συνομολογείται (άρθρ. 261 ΚΠολΔ) τα ποσά αυτά, τα οποία δανείσθηκε η εκκαλούσα, δεν τα χρησιμοποίησε η ίδια για την κάλυψη ιδίων αυτής αναγκών, αλλά τα χρησιμοποίησε ως μέσον συστηματικής ασκήσεως κερδοσκοπίας στην αγορά χρηματοοικονομικών προϊόντων των διεθνών χρηματαγορών και δη άνευ χρήσεως ιδίων αυτής κεφαλαίων, αλλά των κεφαλαίων τα οποία αντλούσε από τραπεζικόν δανεισμό από την εφεσίβλητη.
Η επαύξηση όμως της περιουσίας, και δη με ανάληψη σοβαρών επιχειρηματικών κινδύνων, χωρίς την επένδυση ιδίων κεφαλαίων, δεν συνιστά "καταναλωτική ανάγκη", αφού δεν επιδιώκει την ικανοποίηση φυσικής ή πνευματικής απαιτήσεως του βίου του προσώπου και, συνεπώς, δεν δύναται η εκκαλούσα να θεωρηθεί "καταναλωτής" υπό την έννοια του άρθρου 13 της Συμβάσεως του Λουγκάνο και να επωφεληθεί της ειδικής δικαιοδοτικής βάσεως, την οποία θεσπίζει το άρθρο 14.
Επειδή η έννοια του καταναλωτή στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 2251/1994, με την οποία επιχειρήθηκε η ενσωμάτωση των ουσιαστικών διατάξεων του Κοινοτικού Δικαίου για την προστασία του καταναλωτή είναι διάφορη και ευρύτερη αυτής του άρθρου 13 των Συμβάσεων του Λουγκάνο και των Βρυξελλών. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει όσους αποκτούν αγαθά και πράγματα προκειμένου να τα μεταβιβάσουν αυτούσια ή επεξεργασμένα, ή να παραχωρήσουν τη χρήση τους ή να τα χρησιμοποιήσουν για λογαριασμό τρίτου ή για την oικονομική εξυπηρέτηση τρίτου, ενώ περιλαμβάνει αυτόν ο οποίος αποκτά ως τελικός χρήστης το προϊόν ακόμη και για να το χρησιμοποιήσει για τις επαγγελματικές του ανάγκες, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι τελικός χρήστης.
Όμως κατά τούτο επιχειρήθηκε από τον εθνικό νομοθέτη διεύρυνση της εννοίας του καταναλωτού όπως αυτός νοείται και προστατεύεται με τις αντίστοιχες Οδηγίες και δη τις Οδηγίες 85/577/ΕΕ "Προστασία Καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος", 87/102 ΕΕ, (όπως ετροποποιήθη δια της 90/88/ΕΕ) "Καταναλωτική Πίστη" και 99/44/ΕΚ "Πτυχές της πώλησης καταναλωτικών αγαθών", η οποία ταυτίζεται προς την ανωτέρω έννοια των Συμβάσεων των Βρυξελλών και του Λουγκάνο.
Είναι σαφές ότι ο άνω Νόμος, καθ' ό μέρος επιχειρεί διεύρυνση της εννοίας του καταναλωτή πέραν του ορίου προστασίας της Συμβάσεως των Βρυξελλών (δηλαδή καθ' ο μέρος θεωρεί "καταναλωτή" και τον επαγγελματκώς δρώντα έμπορο ή επαγγελματία τελικό χρήστη κατά την προηγηθείσα ανάλυση), δεν απηχεί παρά μόνον εθνικό δίκαιο και κατά τούτο η υπ' αυτού παρεχομένη προστασία εις τον τοιούτο "καταναλωτή" δεν δύναται να υπερισχύσει, κατ' αρθρο 28 του Συντάγματος, της ρυθμίσεως της Συμβάσεως του Λουγκάνο.
Συνεπώς, κατ' αποτέλεσμα, οσάκις πρόσωπο λογίζεται και προστατεύεται ως "καταναλωτής" υπό του Ν. 2251/1994, χωρίς να εμπίπτει και στο προστατευτικό πεδίο της Συμβάσεως του Λουγκάνο, δεν δύναται να απαιτήσει την προστασία, την οποία του παρέχει το εθνικό δίκαιο εις βάρος της ρυθμίσεως της Συμβάσεως του Λουγκάνο.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, η οποία δεν έχει, όπως προεκτέθηκε, την ιδιότητα του "καταναλωτή" κατά την σύμβαση του Λουγκάνο, ούτε κατά το Κοινοτικό Δίκαιο, ενώ έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά το εσωτερικό δίκαιο, κατ' άρθρο 1 του Ν 2251/1994, δεν δύναται να αποκρούσει την επίμαχη ένσταση της παρεκτάσεως αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας της αναιρεσίβλητης δια της ανωτέρω αντενστάσεως της καταχρηστικότητας και συνεπώς της ακυρότητας της σχετικής συμβάσεως, η οποία θεμελιούται στην διάταξη του άρθρου 2 του άνω Νόμου και επί του ισχυρισμού ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η προς τούτο αναγκαία συνδρομή της προϋποθέσεως ότι δηλαδή οι σχετικές ρήτρες παρεκτάσεως αρμοδιότητας και συνεπώς δικαιοδοσίας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως μεταξύ των διαδίκων αλλά της επιβλήθηκαν μονομερώς ως Γενικοί Όροι των Συναλλαγών, διότι η άνω διάταξη στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι εφαρμοστέα, κατά τα προδιαληφθέντα.
Ζήτημα εφαρμογής της άνω αντενστάσεως θα ήτο δυνατόν να τεθεί μόνον εάν η εκκαλούσα ήταν "καταναλωτής" και κατά το Κοινοτικό Δίκαιο. Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε ότι αλυσιτελώς, περαιτέρω, επλήττετο η εκκαλουμένη, ως προς τις παραδοχές της περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης "ειδικής προσφοράς ή διαφήμισης" και της καταρτίσεως της Συμβάσεως, δηλαδή περί μη συνδρομής της επιπροσθέτου προϋποθέσεως του άρθρου 13 παρ.
Ια της Συμβάσεως Λουγκάνο και περί συνδρομής περιπτώσεως εφαρμογής στο πεδίο του δικονομικού δικαίου των περί καταχρήσεως δικαιώματος διατάξεων του Αστικού Κώδικος (άρθρο 281 ΑΚ), διότι η παραδοχή της εκκαλουμένης ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της εκκαλούσας η ιδιότητα του "καταναλωτή", κατά την έννοια της Συμβάσεως του Λουγκάνο, επιστηρίζει επαρκώς το διατακτικό της εκκαλουμένης και άνευ των άνω παραδοχών.
Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε την άνω ένσταση ελλείψεως αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας ως νόμιμη και βάσιμη και απέρριψε την άνω αντένσταση, περαιτέρω, ότι κατά τούτο αποκλειστικώς αρμόδια για την επίλυση της ένδικης διαφοράς είναι τα δικαστήρια της Ζυρίχης Ελβετίας, και απέρριψε κατά τούτο την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων (άρθρον 4 ΚΠολΔ), μετά από μερική αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, η οποία διέλαβε ορθό διατακτικό, ορθώς έκρινε.
Επειδή, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους, στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, αποτελεί την γενική αρχή (άρθρο 2 της Συμβάσεως του Λουγκάνο), μόνο δε κατά παρέκκλιση, προβλέπει η Σύμβαση, περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εναγόμενος, κατά περίπτωση, δύναται (στις ειδικές δικαιοδοσίες) ή οφείλει (στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες ή στην περίπτωση παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας) να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου Κράτους.
Το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, κατά τις οποίες ο ενάγων δύναται να επιλέξει να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο άλλον από αυτόν της κατοικίας του τελευταίου, για τον λόγο ότι υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου, το οποίο δύναται να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκδικάσεως της υποθέσεως και της οικονομίας της δίκης.
Μία από τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει και ως προς τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία για τις οποίες καθιερούται η ειδική δωσιδικία "του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" (άρθρ. 5 σημ. 3). Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά "διαφορές από σύμβαση" κατά την έννοια του άρθρου 5 σημ. 1 της Συμβάσεως.
Στην έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτουν διάφοροι τύποι αδικημάτων, προσβολή του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας κ.ά., όχι μόνον κατ' αυτού ο οποίος προξένησε τη ζημία, αλλά και εναντίον παντός άλλου αστικώς υπευθύνου για παράνομη πράξη τρίτου. Η έννοια της εκφράσεως "τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός", δεν είναι πάντοτε σαφής.
Τούτο δε είναι εσκεμμένο, διότι κρίθηκε από τους συντάκτες της ότι η Σύμβαση δεν έπρεπε να προσδιορίσει ρητώς αν ο τόπος αυτός είναι ο τόπος, όπου έχει παραχθεί το ζημιογόνο γεγονός ή ο τόπος επελεύσεως της ζημίας. Για τον προσδιορισμό του "τόπου επέλευσης της ζημίας" έχει σημασία ο καθορισμός της "ζημίας", η οποία είναι ληπτέα υπ' όψη.
Ως "ζημία" νοείται η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο όχι δε η έμμεση ή η απώτερη ή εξ αντανακλάσεως ζημία, την οποία υποστηρίζει, ότι υφίσταται ο ενάγων.
Κατά συνέπεια "ο τόπος, στον οποίο επήλθε η ζημία", είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία υπό την προεκτεθείσα έννοια. Συνακολούθως, εάν εκτός από τον τόπο στον οποίον εμφανίσθηκε η ζημία, εμφανίσθηκε άλλη ζημία, η οποία αποτελεί την συνέπεια της αρχικώς επελθούσης ζημίας, σε άλλον τόπο, ο οποίος ανήκει σε έτερο συμβαλλόμενο Κράτος, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού και στερείται επομένως, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς σημασίας, ο τόπος στον οποίο επήλθε μία περαιτέρω ζημία. (ΑΠ 1551/2003).
Το αυτό ισχύει και για την ηθική βλάβη. Ο τόπος όπου ο ενάγων (ακόμη και τυχαίως) πληροφορήθηκε την ζημία και αισθάνθηκε τη θλίψη και στενοχωρίαν στερείται, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς, σημασίας για τον αυτόν λόγο, για τον οποίο στερείται και ο τόπος της περαιτέρω ζημίας. Επειδή, εν προκειμένω, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ως αδικοπρακτική συμπεριφορά την υπαίτια παράλειψη της εφεσίβλητης Τράπεζας να προβεί σε ενέργειες, οι οποίες επιβάλλονταν από τις συμβάσεις, τον νόμο και την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, βρίσκονταν δε σε αιτιώδη συνάφεια με τις επιζήμιες επιπτώσεις, οι οποίες επήλθαν σε αυτήν, περαιτέρω δε ότι η αναιρεσίβλητη, ως Τράπεζα, ώφειλε να τηρήσει την ευλόγως προσδοκωμένη από αυτή ασφάλεια στις συναλλαγές, οι οποίες την αφορούσαν, δια της λήψεως μέτρων προνοίας και δια της μη παραλείψεως ουσιωδών ενεργειών, οι οποίες επιβάλλονται κατά την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών.
Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι η παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της έπληξε την εμπιστοσύνη της, επιτείνουσα την ηθική της βλάβη και ότι οι λογαριασμοί ...και ".." τηρούνταν στην Ελβετία, ενώ στις τέσσαρες συμβάσεις δανείου, οι οποίες αναφέρονται στην αγωγή, συνεφωνήθη εγγράφως μεταξύ των διαδίκων ως τόπος εκτελέσεως της Συμβάσεως και ως τόπος εισπράξεως των οφειλών η Ζυρίχη Ελβετίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτιθεμένων στην αγωγή και εν όψει του ότι εν προκειμένω ενδιαφέρει η ισχυριζόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εν σχέσει με την κατάρτιση των από 4.10.2001 επεκτάσεων συμβάσεων δανείου, των οποίων η αναιρεσείουσα ζητεί την ακύρωση, τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και τόπος επελεύσεως της άμεσης ζημίας της αναιρεσείουσας είναι η Ελβετία, καθ' όσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όλες οι παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις της αναιρεσίβλητης (μή επαρκής και πλήρης ενημέρωσης της αναιρεσείουσας για την πορεία των επενδύσεων του χαρτοφυλακίου της δι' αποστολής καταστάσεων λογαριασμών, οι οποίες δεν έδιδαν την πραγματική εικόνα της αξίας του χαρτοφυλακίου της και των λογαριασμών της κατά τον κρίσιμο χρόνο της συνάψεως των δύο επεκτάσεων συμβάσεων δανείου), οι οποίες οδήγησαν την αναιρεσείουσα να προβεί στην σύναψη των από 4.10.2001 επεκτάσεων συμβάσεων δανείου, συνέβησαν στην Ελβετία, όπου είναι η έδρα της αναιρεσίβλητης, ενώ η οικονομική βλάβη της αναιρεσείουσας εξ αιτίας της ρευστοποιήσεως ενεχυρασθέντων στοιχείων της, προκειμένου να ικανοποιηθούν χρέη της προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, προερχόμενα από τις μεταξύ τους (ένδικες) συμβάσεις, επήλθε στην Ελβετία, διότι εκεί υπήρχαν οι λογαριασμοί της.
Κατ' ακολουθίαν όσων αναπτύχθηκαν αναλυτικώς παραπάνω, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13, 15, 17 και 5 παρ. 3 του Συμβάσεως του Λουγκάνο (Ν. 2460/1997), 2 παρ. 7 και 9 του Ν. 2251/1994 και έκρινε ότι τα ελληνικά δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας, για την κρινόμενη υπόθεση, ότι αποκλειστικώς αρμόδια για την επίλυση της διαφοράς είναι τα δικαστήρια της Ζυρίχης της Ελβετίας και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων (άρθρο 4 ΚΠολΔ), ώστε δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος (κατά τα οικεία μέρη τους) και ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 610/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως απαράδεκτη. Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 1379/1984). Επομένως, ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος, διότι, στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή και μόνον και δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας.
Επειδή, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δ, λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι τα ελληνικά δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση της διαφοράς με βάση : τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής και μόνον αυτά, ως προς την ιδιότητα της ενάγουσας ως "καταναλώτριας", κατά τα προδιαληφθέντα. Δεν επιλήφθηκε της ουσίας της υποθέσεως, ώστε δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ούτε έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ούτε έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ούτε ανύπαρκτη δικαστική ομολογία, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά τα οικεία μέρη του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 189 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-1-2007 αίτηση της..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 5861/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ