Supreme Court dismisses appeal on donation revocation due to ingratitude and failure to support spouse.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to revoke a donation made to his wife. The court found that the appellant's behavior constituted ingratitude under Article 505 of the Civil Code, specifically citing his withdrawal of funds from joint accounts and failure to support his wife and daughter. Consequently, the appeal was rejected as the substantive facts regarding the appellant's fault were not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 505 A.C.; The court's review of an appeal for revocation of a donation due to ingratitude is limited to assessing whether the proven facts meet the legal definition of ingratitude, not to re-evaluate the factual occurrence of the events.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1736 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1736/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Τ. του Δ., κατοίκου ... Λακωνίας. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Α. Κ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ... Λακωνίας. Εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρήγα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-2-2014 και 10-7-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και της ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2018 του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν.
Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και, κατά συνέπεια, δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 655/2014), και πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.
Το ηθικό καθήκον πρέπει να είναι ιδιαίτερο. Δεν αρκεί, δηλαδή, το κοινό ηθικό καθήκον το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνάνθρωπους του, αλλά πρέπει να συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο. Στις δωρεές αυτές εμπίπτει, κατά την έννοια της προηγουμένης διάταξης και η ανταποδοτική δωρεά, δηλαδή αυτή με την οποία ο δωρητής σκοπεί να ανταμείψει υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν από τον δωρεοδόχο, ο οποίος δεν μπορούσε να αξιώσει εκ του νόμου αμοιβή από τον δωρητή για την παροχή τους.
Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτήν από τους συμβαλλόμενους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.
Έτσι μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώριση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν τον χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 85/2020).
Tο άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, ενώ το άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1063/2020, ΑΠ 717/2016, ΑΠ 904/2010).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή, πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 2049/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, αφού εξέθετε σ' αυτή,ότι με το με αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωής της συμβ/φου Βοϊών Λακωνίας Ε. - Π. Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον αναιρεσείοντα, λόγω δωρεάς, το 50% εξ αδιαιρέτου της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία λειτουργούσε επιχείρηση αρτοποιείου που ήδη εκμεταλλεύονταν από κοινού η θυγατέρα της με τον αναιρεσείοντα, γαμβρό της, προκειμένου να τους ενισχύσει οικονομικά και επαγγελματικά στη λειτουργία αυτής, και ότι στις 26-2-2014 ανακάλεσε με την από 20-2-2014 εξώδικη δήλωσή της την ανωτέρω δωρεά, λόγω αχαριστίας, συνιστάμενη σε επίδειξη, από το Σεπτέμβριο του έτους 2012 και μέχρι και τον Μάρτιο 2013 επιθετικής, υβριστικής συμπεριφοράς σε βάρος της θυγατέρας της, Ν.
Κ., και στην μη απόδοση των εκταμιευθέντων από τον αναιρεσείοντα από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς χρημάτων που ανήκαν σ' αυτήν καθώς και αυτών που φύλασσαν στην κατοικία τους και της ανήκαν, ζήτησε να αναγνωριστεί η ανάκληση της ανωτέρω δωρεάς, λόγω αχαριστίας, και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του για αναμεταβίβαση του ακινήτου.
Μ' αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρων 505 και 509 ΑΚ, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης προς ανάκληση της ένδικης δωρεάς, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων.
Με τη διαλαμβανόμενη δε στο δικόγραφο της αγωγής φράση "...η περιγραφόμενη δωρεά έγινε για λόγους ευπρέπειας και δεδομένου πως το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του ιδίου ακινήτου μεταβιβάστηκε με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου την ίδια ημέρα λόγω γονικής παροχής στην θυγατέρα μου και σήμερα εν διαστάσει σύζυγό του, Ν.
Κ., με την οποία από κοινού ήδη εκμεταλλεύονταν την επιχείρηση του αρτοποιείου, ώστε να τους ενισχύσω από κοινού επαγγελματικά και οικονομικά..." και σε συνδυασμό με το όλο προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής, δεν αποδίδεται στην περιγραφόμενη δωρεά ο χαρακτήρας της δωρεάς από ευπρέπεια, αφού αυτή, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστά δωρεά που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ούτε σε απαιτήσεις της κοινής γνώμης ούτε σε κοινωνική υποχρέωση, αλλά ούτε και σε δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ήτοι δεν ανταποκρίνεται σε δωρεά από ηθική επιταγή προς τον επί θυγατρί γαμβρό της ούτε και είναι ανταποδοτική λόγω ευγνωμοσύνης ή ανταμοιβής προς τον δωρεοδόχο.
Έτσι, το Εφετείο με το να κρίνει ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, δεν στηρίχθηκε σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά, που δήθεν θεμελίωναν το προαναφερθέν άρθρο 512 ΑΚ, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται η ανάκληση δωρεών που έγιναν από ιδιαίτερο καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, και, επομένως, ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βοίων Λακωνίας Ε. - Π. Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βοιών Λακωνίας..., η Ε.
Κ. (ήδη αναιρεσίβλητη) παραχώρησε και παρέδωσε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στον γαμπρό της, σύζυγο της θυγατέρας της Ν. Κ., Η. Τ. (ήδη αναιρεσείοντα) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας - καταστήματος (αρτοποιείου), που βρίσκεται σε διώροφη οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο εντός των ορίων οικισμού του δ.δ. ...
Λακωνίας. Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία - κατάστημα (αρτοποιείο) εμφαίνεται στο από Απριλίου 2004 σχεδιάγραμμα..., που έχει προσαρτηθεί στην υπ. αρ. ... πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου και αποτελείται από αναψυκτήριο - πρατήριο ειδών ζαχαροπλαστικής και άρτου (ενιαίο χώρο), κλίβανο, αποδυτήρια, αποθήκη αλεύρων, αποθήκη καυσίμων, δύο WC, και ένα ντους, έχει δε εμβαδόν 149,06 τετραγωνικά μέτρα και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 489/1000.
Το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου μεταβιβάστηκε την ίδια ημέρα λόγω γονικής παροχής στην θυγατέρα της, Ν. Κ., από το πατέρα της τελευταίας και πεθερό του Η. Τ., Α. Κ.. Την 1-3-2013 η Ν. Κ., λόγω οικογενειακών διαφορών με τον ως άνω σύζυγο της έφυγε από την συζυγική οικία μαζί με τα παιδιά αυτών.
Την 26.2.2014, η Ε. Κ., κοινοποίησε στον αντίδικό της την από 20.2.22014 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση ανάκλησης δωρεάς. Με αυτήν, η ανακαλούσα δωρήτρια ισχυρίσθηκε, ότι η εκ μέρους της δωρεά έλαβε χώρα, ώστε να ενισχύσει αυτόν και τη θυγατέρα της Ν. από κοινού επαγγελματικά και οικονομικά. Ότι αυτός φάνηκε αχάριστος με κατ' εξακολούθηση βαρέα παραπτώματα απέναντι στην ίδια και την εν διαστάσει πλέον σύζυγό του, που δικαιολογούσαν την ανάκληση της ως άνω δωρεάς και συγκεκριμένα (μεταφέρεται αυτολεξεί): "...Με αποκορύφωμα, το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2012 και εντεύθεν είχατε απέναντι στην κόρη μου επιθετική και υβριστική συμπεριφορά σε βάρος της και μάλιστα μπροστά στα παιδιά σας και εγγόνια μου.
Τον Σεπτέμβριο του 2012 την χτυπήσατε με τα χέρια και τα πόδια σας. Τον Ιανουάριο του 2013, μετά την γυναικολογική επέμβαση που έκανε και κατά τη διάρκεια της οποίας δεν την στηρίξατε καθόλου ηθικά και ψυχολογικά, δημιουργήσατε κι άλλο επεισόδιο μπροστά στα παιδιά, φωνάζατε και βρίζατε, πετάξατε και σπάσατε το πιάτο που τρώγατε και φύγατε από το σπίτι.
Συνεχώς όλο το χρονικό αυτό διάστημα μέχρι και την 1η Μαρτίου 2013, ημέρα κατά την οποία η κόρη μου μαζί με τα παιδιά σας αποχώρησε από το σπίτι σας, της λέγατε περιφρονητικά και υποτιμητικά να τα μαζέψει και να φύγει, απαξιώντάς την καθημερινά. Αποκορύφωμα της αλαζονικής και αχάριστης συμπεριφοράς σας ήταν το γεγονός πως στις 4-3-2013 και στις 6-3-2013 και αφού είχατε αμέσως φροντίσει να αλλάξετε κλειδαριές στο σπίτι σας και κωδικό στο συναγερμό του αποκλείοντας την πρόσβαση στο σπίτι σας, αφαιρέσατε όλα τα χρήματα που είχατε με την κόρη μου στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς σας, στην Εθνική, Εμπορική και Αγροτική Τράπεζα και σας ανήκουν εξ ημισείας στον καθένα σας.
Την ίδια αχάριστη συμπεριφορά εξακολουθήσατε να επιδεικνύετε και όταν αρνηθήκατε να της καταβάλλετε το ήμισυ των χρημάτων που φυλάσσατε από κοινού στο σπίτι σας και που της ανήκουν επίσης εξ ημισείας αλλά και των χρημάτων που είχατε αφαιρέσει από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και μολονότι σας τα ζήτησε επανειλημμένους προφορικώς αλλά και εγγράφως με την από 20-3- 2013 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή της που σας κοινοποιήθηκε στις 3-4-2013 στερήσατε με τον τρόπο αυτό από την κόρη μου τους κόπους μιας ζωής, αφαιρώντας και παρακρατώντας μόνον για λογαριασμό σας όλα τα χρήματα που μαζί είχατε αποταμιεύσει.
Φανήκατε με τον τρόπο αυτό επίσης αχάριστος απέναντι μου, που εγώ σας δώρισα το μισό κατάστημα για να ωφεληθείτε από κοινού με την κόρη μου που απέκτησε το άλλο μισό κι εσείς αφού το εκμεταλλευτήκατε και συνεχίζετε να το εκμεταλλεύεστε απρόσκοπτα, αρνηθήκατε να αποδώσετε στην κόρη μου αυτά που της ανήκουν".
Σχετικά αποδείχθηκε, ότι κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως των εν διαστάσει πλέον συζύγων και στο πλαίσιο λειτουργίας από κοινού επιχείρησης αρτοποιίας στον …..Μονεμβασίας ανοίχθηκαν σε διάφορες τράπεζες κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, οι οποίοι είχαν ως δικαιούχους αυτών τους ίδιους. Ειδικότερα, στις 1-9-2003 ανοίχθηκε ο κοινός καταθετικός λογαριασμός της Εμπορικής Τράπεζας, με αριθμό ..., με αρχική κατάθεση ποσού 67.500 ευρώ.
Στις 7-2-2007 ανοίχτηκε ο καταθετικός λογαριασμός της Αγροτικής Τράπεζας, με αριθμό ..., με αρχική κατάθεση ποσού 30.000 ευρώ, ο οποίος αρχικώς είχε ήταν απλός με μόνο δικαιούχο τον Η. Τ. εν συνεχεία όμως από 1-6-2008 κατέστη κοινός ... Στις 21-12-2010 ανοίχθηκε ο κοινός καταθετικός λογαριασμός της Αγροτικής Τράπεζας, με αριθμό ..., με κατάθεση ποσού 90.000 ευρώ, ο οποίος εν συνεχεία στις 28-6-2011 κατέστη υπό προθεσμία κοινός καταθετικός λογαριασμός.
Εξάλλου, είχε ανοιχθεί και ο κοινός καταθετικός λογαριασμός της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό .... Στις 21-7-2011 ο εναγόμενος ανέλαβε το συνολικό ποσό της κοινής προθεσμιακής καταθέσεως της Αγροτικής Τράπεζας, με αριθμό ..., η οποία κατά τον χρόνο του κλεισίματος είχε ποσό 90.138,04 ευρώ. Εν συνεχεία ο Η. Τ. σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση της συζύγου του από την συζυγική οικία προέβη σε ανάληψη του συνόλου σχεδόν των χρηματικών ποσών, τα οποία είχαν κατατεθεί στους ανωτέρω κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς.
Ειδικότερα ο τελευταίος στις 4-3-2013 προέβη σε ανάληψη ποσού 16.000 ευρώ και στις 6-3- 2013 ποσού 6.000 ευρώ, συνολικώς δε ποσό 22.000 ευρώ, από τον κοινό καταθετικό λογαριασμό με αριθμό ... της Εμπορικής Τραπέζης, ο οποίος κατά τον χρόνο της πρώτης ανάληψης είχε ποσό 23.063,32 ευρώ. Στις 4-3-2013 ο εναγόμενος προέβη σε ανάληψη χρηματικού ποσού 22.000 ευρώ και στις 6-3-2013 χρηματικού ποσού 6.500 ευρώ, συνολικώς δε ποσό 28.500 ευρώ, από τον κοινό καταθετικό λογαριασμό της Αγροτικής Τράπεζας με αριθμό ... ....
Στις 4-3-2013 ο εναγόμενος προέβη σε ανάληψη χρηματικού ποσού 14.000 ευρώ και στις 6-3-2013 χρηματικού ποσού 4.500 ευρώ, συνολικώς δε ποσό 18.500 ευρώ, από τον κοινό καταθετικό λογαριασμό της Εθνικής Τραπέζης με αριθμό ... .... Η Ν. Κ. προέβη άμεσα σε κοινοποίηση προς τον εν διαστάσει σύζυγο της της από 20.3.2014 εξώδικης διαμαρτυρίας με την οποία τον καλούσε μεταξύ άλλων να της καταβάλει το ήμισυ των χρημάτων που βρίσκονταν εντός της οικογενειακής στέγης και αυτών που είχαν αναληφθεί από τους κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς την 4 και 6 Μαρτίου 2014.
Ο τελευταίος ουδέποτε της απέδωσε τα ποσά αυτά. Επισημαίνεται δε, ότι έναντι της τράπεζας, έκαστος των καταθετών δικαιούται να αναλάβει όλο το ποσό μιας κατάθεσης, αλλά ως προς την εσωτερική σχέση των καταθετών του κοινού λογαριασμού, έκαστος αυτών έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του καταθέτη που ανέλαβε το ποσό κατά το ήμισυ, εκτός αν αποδειχθεί ότι συμφωνήθηκε κάτι άλλο.
Εν προκειμένω, ο Η. Τ. δεν επικαλείται ότι μεταξύ αυτού και της εν διαστάσει συζύγου του συμφωνήθηκε κάτι διαφορετικό και συνεπώς αυτή εξακολουθεί να δικαιούται το ήμισυ των καταθέσεων, ανεξαρτήτως του αν αυτές προήλθαν από τη συμβολή της και το βαθμό της συμβολής αυτής στη λειτουργία της επιχείρησης του αρτοποιείου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων υπήρχαν τριβές και ενστάσεις, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται υβριστική και επιθετική συμπεριφορά εκ μέρους του Η. Τ., αφού οι μαρτυρικές καταθέσεις διίστανται. Το γεγονός όμως, ότι ο Η. Τ. εκταμίευσε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα, ενώ δεν κατέβαλε στην Ν.
Κ. οποιοδήποτε ποσό που φυλασσόταν στην κοινή οικογενειακή στέγη ή αναλήφθηκε ενώ δικαιούντο το ήμισυ, συνιστά, νόμιμο λόγο ανάκλησης της δωρεάς εκ μέρους της Ε. Κ., αφού ο αντίδικος της επέδειξε βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά που συνιστά παράβαση τόσο των κανόνων του δικαίου όσο και των περί ηθικής και ευπρέπειας κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων, οφειλομένη σε υπαιτιότητά του και δυνάμενη να του καταλογισθεί, /προσβάλλουσα αμέσως αγαθά στενού συγγενή της δωρήτριας και συγκεκριμένα της κόρης της Ν.
Κ.. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, ώστε να μην μπορεί ν' ανακληθεί. Η εν λόγω δωρεά έλαβε χώρα στο πλαίσιο και προς εξυπηρέτηση της συνεργασίας και της από κοινού λειτουργίας της επιχείρησης αρτοποιίας της κόρης της δωρήτριας και του γαμπρού της, ενώ δεν διαπιστώνεται ανταποδοτικός χαρακτήρας, αφού με αυτή η δωρήτρια δεν σκοπούσε να ανταμείψει τον δωρεοδόχο για υπηρεσίες που της παρείχε, και για τις οποίες δεν μπορούσε αυτός να αξιώσει εκ του νόμου αμοιβή...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η από 10-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και αναγνωρίστηκε η εγκυρότητα της ανάκλησης της δωρεάς, λόγω αχαριστίας, και η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να αναμεταβιβάσει στην αναιρεσίβλητη ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ενώ απορρίφθηκε η από 11-2-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, τόσο κατά την κύρια βάση αυτής, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της δήλωσης ανάκλησης της δωρεάς, όσο και κατά την επικουρική βάση αυτής, με την οποία, επικαλούμενος ότι πραγματική αιτία της δωρεάς ήτο ότι επρόκειτο για να αγοράσει το μερίδιο της άλλης θυγατέρας της ήδη αναιρεσίβλητης, ζητούσε την αναγνώριση εγκυρότητας της ένδικης δωρεάς.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 496, 505, 509 Α.Κ., καθόσον τα ως άνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ήτοι η αμέσως μετά την αποχώρηση της συζύγου του από την οικογενειακή κατοικία, εκταμίευση από τον αναιρεσείοντα από τους κοινούς καταθετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του μεγαλύτερου μέρους των κατατεθειμένων χρημάτων, τα οποία ανήκαν, κατά το ήμισυ αυτών, στην θυγατέρα της αναιρεσίβλητης, Ν.
Κ. - σύζυγο του αναιρεσείοντος, και η μη απόδοσή τους σ' αυτήν, καθώς και η μη απόδοση σ' αυτήν οποιουδήποτε ποσού από τα χρήματα που φύλασσαν στην κατοικία τους, αν και ανήκε σ' αυτήν το ήμισυ αυτών, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας του αναιρεσείοντος έναντι της θυγατέρας της αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια δικαιολογούν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος, αντικειμενικά κρινόμενη, ενόψει των συνθηκών και του τρόπου που τελέστηκε η παραπάνω εκταμίευση και η μη απόδοση των χρημάτων, συνιστά βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ήτοι παράβαση τόσο των κανόνων του δικαίου όσο και των περί ηθικής και ευπρέπειας κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων, οφειλόμενη σε υπαιτιότητά του και δυνάμενη να του καταλογιστεί, και αχαριστία προς την αναιρεσίβλητη, προσβάλλοντας αμέσως αγαθά της στενούς συγγενούς (θυγατέρας) αυτής, ώστε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η γενομένη από την αναιρεσίβλητη, εντός έτους από την τέλεση του παραπτώματος, ανάκληση της ένδικης δωρεάς.
Επίσης, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 512 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη δωρεά δεν επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ήτοι αντικειμενικά κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις δεν ανταποκρινόταν σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ηθική επιταγή, της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα γαμβρό της, θεμελιούμενη σε κάποια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, αλλά έγινε προς εξυπηρέτηση της συνεργασίας και της από κοινού λειτουργίας της επιχείρησης αρτοποιίας της θυγατέρας της δωρήτριας και του αναιρεσείοντος γαμπρού της, αλλά ούτε και έγινε από λόγους ευπρέπειας, αφού δεν ανταποκρινόταν στις κοινωνικές συνθήκες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή, τη δεδομένη χρονική περίοδο και τοπική περιοχή, σε κοινωνική υποχρέωση, ούτε υπήρξε ανταποδοτική δωρεά προς υποδήλωση από τον αναιρεσίβλητη - δωρήτρια προς τον αναιρεσείοντα - δωρεοδόχο ευγνωμοσύνης ή ανταμοιβής για παροχή προς αυτήν υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης και να μην θεμελιούται, έτσι, η αγωγή του αναιρεσείοντος καθώς και η σχετική επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης ένσταση του αναιρεσείοντος.
Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, την κατάρτιση της σύμβασης δωρεάς και την ανάκλησή της, εντός έτους αφότου η αναιρεσίβλητη πληροφορήθηκε το λόγο που δικαιολογούσε αυτήν, με εξώδικη δήλωση στην οποία αναφερόταν ο παραπάνω διαλαμβανόμενος βάσιμος λόγος του βαρέος παραπτώματος του αναιρεσείοντος και της αχαριστίας αυτού σε βάρος της στενούς συγγενούς της αναιρεσίβλητης - δωρήτριας, τους λόγους για τους οποίους η περιγραφόμενη συμπεριφορά συνιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βαριά αντικοινωνική υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, καταλογιζόμενη σ' αυτόν και δη λόγω εκταμίευσης του μεγαλύτερου μέρους των κατατεθειμένων στους κοινούς λογαριασμούς χρημάτων, που κατά το ήμισυ ανήκαν στη θυγατέρα της αναιρεσίβλητης, και μη απόδοσης στην τελευταία του εν λόγω μεριδίου, όπως και οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που φυλάσσονταν στην οικογενειακή τους στέγη, που επίσης ανήκαν σ' αυτήν κατά το ήμισυ, και περαιτέρω αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους η δωρεά δεν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ούτε από λόγους ευπρέπειας, ούτε ήταν ανταποδοτική δωρεά.
Πέραν αυτών δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται το ύψος των χρηματικών ποσών που φυλάσσονταν στην οικογενειακή τους στέγη. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος ως προς την περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται αν τα χρήματα προέρχονταν από την επιχείρηση του αρτοποιείου, αν η σύζυγός του είχε οποιαδήποτε συμβολή στην επιχείρηση του αρτοποιείου και την προέλευση των χρημάτων, τόσο των αναληφθέντων χρηματικών ποσών από τους κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς όσο και των φυλασσόμενων στην οικογενειακή τους στέγη, και του ιδιοκτήτη τους και ότι εσφαλμένα συνήγαγε το δικαστήριο ουσίας ότι το ήμισυ των χρημάτων ανήκει στη σύζυγό του, είναι απαράδεκτος, διότι το εάν έλαβαν χώρα τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 173/2017), ανεξαρτήτως της αοριστίας κατά το μέρος αυτό του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 674/2021, ΑΠ 1092/2021), υπό την επίφαση δε της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα, ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός της, στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2019 αίτηση του Η. Τ. του Δ. για αναίρεση της 66/2018 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ