Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the case involves torts not solely intellectual property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the Greek Intellectual Property Protection Society against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the case should have been heard by the specialized intellectual property section, while the appellee contended the dispute centered on tortious conduct and personality rights. The court ruled that since the primary issue was a tort committed by the appellant's organs rather than intellectual property, the specialized section lacked jurisdiction, thereby dismissing the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 5 C.Pol.D.; Art. 26 of Law 2479/1997: An appeal is inadmissible when the substantive matter involves tortious conduct and personality rights rather than exclusively intellectual property, precluding jurisdiction of the specialized intellectual property section.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1733 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΝ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΠΙ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Σ. (Σ.) Θ.-Μ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Φιλίππου Δημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2010 αγωγή της ως άνω αποβιωσάσης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1800/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3450/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/11/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 10/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3450/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 3-7-2013 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 1800/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-8-2010 αγωγή της δικαιοπαρόχου του τελευταίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 34/2015). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 84/2014).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η αρχικώς ενάγουσα και θανούσα πριν τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Σ. (Σ.) Μ. - μητέρα του εκκαλούντος, ο οποίος νόμιμα συνέχισε τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, διατηρούσε σχολή κλασικού μπαλέτου από το 1953, στην οποία γινόταν εκτέλεση μουσικών κομματιών κλασικών συνθετών.
Στα πλαίσια λειτουργίας της ως άνω σχολής η πρώτη εναγομένη εταιρία προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας ΑΕΠΙ με το από 14-7-2009 έγγραφό της, το οποίο απέστειλε το νομικό τμήμα της πρώτης εναγομένης στην αρχικώς ενάγουσα, καλούσε την τελευταία να έρθει σε επικοινωνία με τους αρμόδιους υπαλλήλους της, προκειμένου να τακτοποιήσει τις οικονομικές εκκρεμότητες, που είχε απέναντι της, ως φορέα συλλογικής διαχείρισης και προστασίας των δικαιωμάτων των πνευματικών δημιουργών μουσικών έργων (μουσικοσυνθετών και στιχουργών) Ελλήνων και ξένων, καθόσον στην σχολή της γινόταν εκτέλεση μουσικών κομματιών χωρίς την απαιτούμενη άδεια από αυτήν, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.2121/93, αναφέροντας ότι δεν ανταποκρίθηκε μέχρι σήμερα στις νόμιμες υποχρεώσεις της, παρότι αυτή (η πρώτη εναγομένη) επανειλημμένως την προσκάλεσε προφορικά και γραπτά να εφοδιαστεί με την γραπτή άδειά της, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προσέφευγε εναντίον της στα αρμόδια Ποινικά και Πολιτικά Δικαστήρια, προκειμένου να καταγγείλει τις παράνομες πράξεις της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι από το 1994 υπήρχε αμφισβήτηση σχετικά με το εάν οι ανώτερες ιδιωτικές σχολές χορού κλασικού μπαλέτου, όπως η σχολή της ενάγουσας (η οποία έλαβε άδεια ίδρυσης και λειτουργίας στις 29-9-1986, βλ. το ΦΕΚ ...-10-1986), οι οποίες υπάγονταν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών (βλ.
άρθρα 1 και 2 του Ν. 1158/1981 ΦΕΚ 127 Α7 13-5-1981 περί οργανώσεως και διοικήσεως σχολών ανωτέρας καλλιτεχνικής εκπαιδεύσεως κλπ), ήταν υποχρεωμένες να εκδίδουν άδεια από την ΑΕΠΙ ή υπάγονταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 27 του Ν.2121/1993. Σύμφωνα με το τελευταίο "επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η δημόσια παράσταση ή εκτέλεση έργου:
α) σε περίπτωση επίσημων τελετών, στο μέτρο που δικαιολογείται από τη φύση αυτών των τελετών και β) στο πλαίσιο της δραστηριότητας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από το προσωπικό και τους μαθητές ή σπουδαστές του ιδρύματος εφόσον το κοινό απαρτίζεται αποκλειστικά από αυτούς ή από τους γονείς των μαθητών ή σπουδαστών ή όσους έχουν την επιμέλεια αυτών ή όσους συνδέονται άμεσα με τις δραστηριότητες του ιδρύματος".
Κατά την κατ' άρθρο ερμηνεία του Ν.2121/1993 του Λάμπρου Κοτσίρη - Ειρήνης Σταματούδη, επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης επιθυμεί να επιτρέψει με την εισαγωγή του περιορισμού αυτού τη δημόσια παράσταση ή την εκτέλεση του έργου στο πλαίσιο δραστηριότητας ιδρυμάτων, χωρίς να απαιτείται η χρονοβόρος αλλά και δαπανηρή άδεια των δημιουργών.
Η διάταξη αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα σχολεία αλλά αναφέρεται σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η έννοια αυτή είναι ευρεία και περιλαμβάνει όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά, όπως και τις σχολές, εφόσον υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας και Εθνικών Θρησκευμάτων...Σύμφωνα δε με τη με αριθμ. 243/3-5-1999 γνωμοδότηση της Τριμελούς Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού στην εν λόγω διάταξη εμπίπτουν και οι "σχολές χορού", αφού και αυτές ως εκπαιδευτήρια απολαμβάνουν των περιορισμών του άρθρου 27, όταν η χρήση μουσικών έργων γίνεται στα πλαίσια των εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών και όταν πρόκειται για εκτέλεση, που γίνεται στο πλαίσιο της διδασκαλίας του μαθήματος χορού.
Η ως άνω γνωμοδότηση, που εκδόθηκε ύστερα από ερώτημα της τότε Υπουργού Πολιτισμού Ε. Π. έγινε αποδεκτή από αυτήν στις 16-6-1999, όπως προκύπτει από την σχετική υπογραφή της επί του σώματος αυτής, ενώ διαβιβάσθηκε και στον ενάγοντα, με το προσκομιζόμενο από 17-6-1999 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού (τμήμα θεάτρου - χορού).
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, η οποία προφανώς έλαβε γνώση της ως άνω γνωμοδότησης και της συνεπεία αυτής μη υποχρέωσης της σχολής της αρχικώς ενάγουσας να καταβάλει δικαιώματα σ' αυτήν, δεδομένου ότι το θέμα είχε λάβει διαστάσεις, κρίση που ενισχύεται και από το γεγονός ότι επί 11 και πλέον έτη αλλά και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής δεν υπέβαλε έγκληση κατ' αυτής για εκτέλεση μουσικών συνθέσεων χωρίς την άδειά της (παράβαση του άρθρου 66 Ν.2121/1993), με το με αριθ.
πρωτ. .../30-3-2010 έγγραφό της προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ζήτησε να ανακαλέσει την ως άνω γνωμοδότηση του γραφείου του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Πολιτισμού, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 27 του ν.2121/1993 και την εφαρμογή του στις σχολές χορού του Ν. 1158/1981. Απαντώντας το ΝΣΚ με το με αριθμ. πρωτ. .../ 20-4-2010 έγγραφό του γνωστοποιεί ότι δεν είναι δυνατή η ανάκληση της ως άνω γνωμοδότησης από το ΝΣΚ, διότι την έχει αποδεχθεί η Υπουργός Πολιτισμού, με την από 16-6-1999 επισημειωματική, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πράξη της.
Περαιτέρω προσθέτει στην απάντησή του ότι εναπόκειται στη Διοίκηση δια των αρμοδίων οργάνων της να ζητήσει εκ νέου από το Νομικό Συμβούλιο την ερμηνεία της νομοθεσίας, την οποίαν καλείται να εφαρμόσει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, εφόσον βεβαίως υφίσταται προβληματισμός ως προς την ερμηνεία αυτή.
Από την απάντηση αυτή προς την πρώτη εναγομένη, προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η τελευταία έλαβε γνώση από το πλέον αρμόδιο όργανο ότι ισχύει η γνωμοδότηση του Υπ. Πολιτισμού, βάσει της οποίας η ενάγουσα δεν υποχρεούνταν να εκδώσει άδεια από αυτήν για την εκτέλεση κλασικών μουσικών συνθέσεων στο χώρο της σχολής της, αλλά και του γεγονότος ότι η γνωμοδότηση αυτή ίσχυε και δεν ήταν δυνατόν ανακληθεί, παρά μόνο με ενέργειες της Διοίκησης.
Παρόλα αυτά, μετά από ένα μήνα απηύθυνε στην ενάγουσα το με αριθ. πρωτ. .../26-5-2010 έγγραφό της, το οποίο υπογράφει ο εμπορικός διευθυντής δημόσιας εκτέλεσης Γ. Γ., με το οποίο την ενημέρωνε ότι "... η άδεια εκτέλεσης για τη χρήση και εκμετάλλευση του μουσικού ρεπερτορίου ελληνικού και ξένου που εκπροσωπεί η ΑΕΠΙ για το κατάστημά της έχει λήξει από την 10-1-2005, χωρίς να την έχετε ανανεώσει για το τρέχον έτος".
Το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου είναι ψευδές, αφού ποτέ η αρχικώς ενάγουσα δεν είχε λάβει τέτοια άδεια, ώστε να έχει λήξει, όπως ψευδώς η πρώτη εναγομένη αναφέρει και εν γνώσει του ψεύδους του το απηύθυνε σ' αυτήν, με σκοπό να εισπράξει δικαιώματα, που δεν είχε δικαίωμα. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη απηύθυνε το με αριθμ.
πρωτ. …/13-10-2010 νέο έγγραφο, στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, μετά πάροδο 11 ετών από το πρώτο έγγραφο, στο οποίο, αφού εξιστορεί την αντίθεσή της με την παραπάνω γνωμοδότηση καθώς και ότι οι σχολές χορού δεν υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας, όπως άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, με συνέπεια να μην υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 27 του Ν.2121/1993 και ζήτησε να ελεγχθούν πειθαρχικά οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού που εμπλέκονται στην υπόθεση της ως άνω ομόφωνης γνωμοδότησης αλλά και να εκδοθεί γνωμοδότηση του ΝΣΚ.
Ο ενάγων, με την παραπάνω ιδιότητά του και επιθυμώντας να λάβει γνώση της απάντησης του Γενικού Επιθεωρητή, Δημόσιας Διοίκησης Λ. Ρ. υπέβαλε την με αριθμ. πρωτ. …/28-1-2013 αίτηση προς αυτόν, ο τελευταίος δε με το με αριθμ πρωτ. .../31-1-2013 έγγραφό του απάντησε με την συνημμένη αποστολή του ως άνω εγγράφου του ΝΣΚ καθώς και ότι η αναφορά της πρώτης εναγομένης αρχειοθετήθηκε.
Πρέπει να σημειωθεί, αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι, επειδή υπάγονται οι σχολές χορού στο Υπ. Πολιτισμού, δεν ισχύει γι' αυτές η εξαίρεση του άρθρου 27 του ν. 2121/1993, πέραν των προαναφερθέντων ως προς την ισχύ της εξαίρεσης στην προκειμένη περίπτωση της ενάγουσας, δεν ασκεί καμία επιρροή η τυπική αυτή υπαγωγή, δοθέντος ότι μεταγενέστερα άλλαξε η επωνυμία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού σε Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (βλ.
το με αριθμ πρωτ. 68228/1445/1190/16-7-2012 έγγραφο του ως άνω Υπουργείου προς την σχολή της ενάγουσας με θέμα "Ανακοίνωση αποτελεσμάτων διπλωματικών εξετάσεων", στο οποίο αναφέρεται ότι οι τίτλοι σπουδών, που θα χορηγήσει η σχολή πρέπει να εναρμονιστούν με την πρόσφατη αλλαγή ονομασίας του Υπ. Πολιτισμού). Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα στα έγγραφα της πρώτης εναγομένης ήταν ψευδή και συκοφαντικά για το πρόσωπο της αρχικώς ενάγουσας, αφού ουδέποτε αυτή είχε άδεια δημόσιας εκτέλεσης, αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτείται για τις σχολές χορού, οι οποίες έχουν κατά κύριο λόγο εκπαιδευτικό χαρακτήρα.
Τα απηύθυνε δε σ' αυτήν (ενάγουσα), εν γνώσει του ψεύδους τους, ήταν δε πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, καθώς την παρουσίαζαν να παραβιάζει το Ν.2121/1993, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της πρώτης εναγομένης. Από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά της προσβλήθηκε η προσωπικότητα της αρχικώς ενάγουσας καθώς και η ηθική της υπόσταση, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ηθική βλάβη, καθώς έλαβαν γνώση των εγγράφων αυτών οι υπάλληλοι της σχολής, που διαχειρίζονται την αλληλογραφία, οι υπάλληλοι της ΑΕΠΙ.
Για τον προσδιορισμό της, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, που τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό του πταίσματος της προσβάλλουσας πρώτης εναγομένης, το μέγεθος της προσβολής και την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον παραπάνω ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης και με την ιδιότητά του ως κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας, το εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 27 του Ν. 2121/1993, καθώς και εκείνη του άρθρου 28 Γ' του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε, με το άρθρο 81 § 2 Ν. 3057/2002, για την εναρμόνιση εσωτερικής έννομης τάξης με την Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2001.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ταύτα, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ με την ουσιώδη παραδοχή ότι ήταν ψευδής ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η αρχική ενάγουσα είχε πάρει άδεια από την ΑΕΠΙ που είχε λήξει και δεν την είχε ανανεώσει γινόμενος εν και όχι των παραπάνω διατάξεων (ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 2066/2007), τις οποίες απλώς μνημόνευσε, προκειμένου να περιγράψει το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, σχετικά με την υποχρέωση των σχολών χορού για την έκδοση αδείας από την αναιρεσείουσα (ΑΕΠΙ) και τη σχετική αμφισβήτηση που υπήρχε πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης, περί προσβολής του δικαιώματος προσωπικότητας της αρχικώς ενάγουσας και δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, στηρίζουν σαφώς και επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι: α) η αναιρεσείουσα με το από 14-7-2009 έγγραφό της, το οποίο απέστειλε το νομικό της τμήμα στην αρχικώς ενάγουσα, καλούσε την τελευταία να έρθει σε επικοινωνία με τους αρμόδιους υπαλλήλους της, προκειμένου να τακτοποιήσει τις οικονομικές εκκρεμότητες, που είχε απέναντι της, ως φορέα συλλογικής διαχείρισης και προστασίας των δικαιωμάτων των πνευματικών δημιουργών μουσικών έργων (μουσικοσυνθετών και στιχουργών) Ελλήνων και ξένων, καθόσον στην σχολή της γινόταν εκτέλεση μουσικών κομματιών χωρίς την απαιτούμενη άδεια από αυτήν, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.2121/93, αναφέροντας ότι δεν ανταποκρίθηκε μέχρι σήμερα στις νόμιμες υποχρεώσεις της, παρότι αυτή (αναιρεσείουσα) επανειλημμένως την προσκάλεσε προφορικά και γραπτά να εφοδιαστεί με την γραπτή άδειά της, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προσέφευγε εναντίον της στα αρμόδια Ποινικά και Πολιτικά Δικαστήρια, προκειμένου να καταγγείλει τις παράνομες πράξεις της, β) από το 1994 υπήρχε αμφισβήτηση σχετικά με το εάν οι ανώτερες ιδιωτικές σχολές χορού κλασικού μπαλέτου, όπως η σχολή της αρχικώς ενάγουσας, ήταν υποχρεωμένες να εκδίδουν άδεια από την ΑΕΠΙ ή υπάγονταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 27 του Ν.2121/1993, γ) προέκυψε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση από το πλέον αρμόδιο όργανο ότι ισχύει η γνωμοδότηση του Υπ.
Πολιτισμού, βάσει της οποίας η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου δεν υποχρεούνταν να εκδώσει άδεια από αυτήν για την εκτέλεση κλασικών μουσικών συνθέσεων στο χώρο της σχολής της, αλλά και του γεγονότος ότι η γνωμοδότηση αυτή ίσχυε και δεν ήταν δυνατόν ανακληθεί, παρά μόνο με ενέργειες της Διοίκησης, δ) παρόλα αυτά, μετά από ένα μήνα, η αναιρεσείουσα απηύθυνε στην αρχικώς ενάγουσα το με αριθ.
πρωτ .../26-5-2010 έγγραφό της, το οποίο υπογράφει ο εμπορικός διευθυντής δημόσιας εκτέλεσης Γ. Γ., με το οποίο την ενημέρωνε ότι "... η άδεια εκτέλεσης για τη χρήση και εκμετάλλευση του μουσικού ρεπερτορίου ελληνικού και ξένου που εκπροσωπεί η ΑΕΠΙ για το κατάστημά της έχει λήξει από την 10-1-2005, χωρίς να την έχετε ανανεώσει για το τρέχον έτος", ε) το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου είναι ψευδές, αφού ποτέ η αρχικώς ενάγουσα δεν είχε λάβει τέτοια άδεια, ώστε να έχει λήξει, όπως ψευδώς η αναιρεσείουσα ανέφερε και εν γνώσει του ψεύδους του το απηύθυνε σ' αυτήν, με σκοπό να εισπράξει δικαιώματα, που δεν είχε δικαίωμα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση, στ) τα ανωτέρω αναφερόμενα στα έγγραφα της αναιρεσείουσας ήταν ψευδή και συκοφαντικά για το πρόσωπο της αρχικώς ενάγουσας, αφού ουδέποτε αυτή είχε άδεια δημόσιας εκτέλεσης, τα απηύθυνε δε σ' αυτήν (ενάγουσα), εν γνώσει του ψεύδους τους και ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, καθώς την παρουσίαζαν να παραβιάζει το Ν.2121/1993 και ζ) από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προσβλήθηκε η προσωπικότητα της αρχικώς ενάγουσας, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ηθική βλάβη, καθώς έλαβαν γνώση των εγγράφων αυτών οι υπάλληλοί της, καθώς και οι υπάλληλοι της σχολής, που διαχειρίζονται την αλληλογραφία.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ενώ δεν αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων.
Ο προκείμενος λόγος είναι απαράδεκτος, όταν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος. Τέλος, ο λόγος είναι αβάσιμος, εάν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 291/2010). Εξάλλου, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία, κατ' άρθρο 43 § 1 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αλλ' ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται, κατά το άρθρο 47 του ΚΠΔ, η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.
Στη τελευταία μόνον περίπτωση, εφ' όσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠΔ κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια την δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο, που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται, όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεώτερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως.
Αντίθετα, κατά την έννοια του άρθρου 57 § 1 του ΚΠΔ, δεδικασμένο πηγάζει μόνο από αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός στη πράξη (ΑΠ 1053/2013). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατά τον οποίο η υπ' αριθμ. ...
διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα ως νομικά αβάσιμη η με τα στοιχεία ΑΒΜ Β … έγκληση που είχε υποβάλει η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου και μητέρα του, για περιστατικά παρόμοια με αυτά που συγκροτούν τη ιστορική βάση της ένδικης αγωγής. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή του Εισαγγελέα δεν έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δεδικασμένου.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια, με βάση τα περιστατικά αυτά και από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, ικανά να θεμελιώσουν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τη άνω διάταξη.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του Ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ' άρθρο 591 § 1 του ΚΠολΔ) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 925/2011).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). Με τον δεύτερο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων ήτοι "..από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά), που δόθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες σε φωτοαντίγραφα, από την με αριθμ. 243/3-5-1999 γνωμοδότηση της Τριμελούς Επιτροπής του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Πολιτισμού..." και δεν ήταν αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν αρμόδιο καθ' ύλη, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν. 2479/1997, η ένδικη υπόθεση με αντικείμενο πνευματική ιδιοκτησία, έπρεπε να εκδικαστεί από το ειδικό τμήμα (18ο) του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο σύμφωνα με τον Κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας του Εφετείου, υπάγονται τέτοιες υποθέσεις (πνευματικής ιδιοκτησίας).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η αγωγή ως κύριο αντικείμενο έχει την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας και την συνεπεία αυτής προσβολή της προσωπικότητας της αρχικώς ενάγουσας και δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου και δεν αφορά αποκλειστικά ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας, που στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται παρεμπιπτόντως.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 5-11-2015 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2015 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ & νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ