Legislator Case Law & Legislation
1729/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that evidence-based facts are not independent legal 'things' for appeal.

Case Number 1729/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding an insurance dispute. The appellant argued the lower court erred by considering hospital admission details not explicitly stated in the complaint, claiming these were independent legal facts. The court ruled that such facts derived from evidence, rather than the complaint's historical basis, lack the autonomy required to constitute a valid ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 of Law 2496/1997; An appeal based on facts derived from evidence rather than the complaint's historical basis lacks autonomy and cannot constitute a valid ground for appeal.

Keywords

AI generated
independent legal facts autonomy of appeal evidence-based facts insurance contract dispute appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 2496/1997
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1729 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1729/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. του Ι., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ιωάννη Νικολακόπουλο και Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, για τον εαυτό της αλλά και ως καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνέυσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, πρώην "...", πρώην "...", όπως η επωνυμία της τελευταίας μεταβλήθηκε μετά την απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη και την τροποποίηση του καταστατικού της δεύτερης, αλλά και υπό την ιδιότητά της: α) ως καθολικής διαδόχου της ...", η οποία νομίμως απορρόφησε τον κλάδο ασφαλίσεων ζωής της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) ως καθολικής διαδόχου της "...", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμούλη Ευστράτιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η 3η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, με δήλωση του άρθρου 242.παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης δικογράφων 5367/2000, 5363/2000, 5369/2000, 10906/2000, 10905/2000, 11114/2000 και 11115/2000 αγωγές που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8293/2009 μη οριστική, 4753/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2977/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-05-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας" (ΑΠ 336/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.

Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, ο οποίος ήταν εγκαταστημένος στις ΗΠΑ και από τα έτος 1992 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα, κατά το χρονικό διάστημα από 19-7-1994 έως 25-2-1997, συνήψε ένδεκα συμβάσεις ασφάλισης ζωής με ισάριθμες ασφαλιστικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενες, τις οποίες διαδέχθηκαν οι τρεις εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρείες.

Ειδικότερα ο ενάγων κατάρτισε με την εδρεύουσα στην Αθήνα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, διαδοχικές ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής και ατυχημάτων και συγκεκριμένα: 1) Την 01.04.1996 ασφαλιστική σύμβαση, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο με διάρκεια ισχύος ασφάλισης από 01.04.1996 έως 01.04.1997. Με την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση του παρείχοντο και οι εξής ασφαλιστικές καλύψεις: α) ασφάλιση εξαιτίας μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα με ασφαλιζόμενο ποσό 25.000.000 δρχ., β) ασφάλιση εξαιτίας μόνιμης μερικής ανικανότητας από ατύχημα με ασφαλιζόμενο ποσό 25.000.000 δρχ.

και γ) ασφάλιση εξαιτίας πρόσκαιρης ολικής ανικανότητας μηνιαία με ασφαλιζόμενο ποσό 300.000 δρχ., 2) Στις 19.07.1994 ασφαλιστική σύμβαση για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με ημερομηνία έναρξης ασφάλισης τις 19.07.1994 και ημερομηνία λήξης ανάλογη της ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερα με την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση του παρείχοντο και οι εξής ασφαλιστικές καλύψεις:

α) ασφάλιση εξαιτίας μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα με ασφαλιζόμενο ποσό 35.000.000 δρχ. με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2010, β) ασφάλιση εξαιτίας μόνιμης μερικής ανικανότητας από ατύχημα με ποσοστό % επί του ασφαλιζομένου ποσού 35.000.000 δρχ., με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2010, γ) ασφάλιση εξαιτίας πρόσκαιρης ολικής ανικανότητας την εβδομάδα με ασφαλιζόμενο ποσό 100.000 δρχ., με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2010.

δ) στο πλαίσιο επιμέρους ασφάλισης νοσηλείας παροχή ιατροφαρμακευτικών δαπανών με ασφαλιζόμενο ποσό 500.000 δρχ. με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2010, ε) καταβολή ασφαλισμένου κεφαλαίου λόγω μόνιμης ολικής ανικανότητας με ασφαλιζόμενο ποσό 25.000.000 δρχ., με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2005, στ) παροχή νοσοκομειακού επιδόματος με ασφαλιζόμενο ποσό 20.000 δρχ ημερησίως, με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2006, ζ) παροχή μετανοσοκομειακού επιδόματος με ασφαλιζόμενο ποσό 10.000 δρχ., με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 19.07.2005 και η) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας.

Περαιτέρω, ο ενάγων κατήρτισε με την πρώτη καθ' ής η κλήση - εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στις 30.09.1995 ασφαλιστική σύμβαση ζωής και ατυχημάτων με διάρκεια ισχύος από 30.09.1995 ως 30.09.1997 για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμ. 176282 ανανεωτήριο αυτού. Δυνάμει αυτών του παρείχοντο και οι ακόλουθες ασφαλιστικές καλύψεις:

α) ασφάλιση εξαιτίας διαρκούς ανικανότητας ολικής ή μερικής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο συμβόλαιο, με ασφαλιζόμενο ποσό 6.000.000 δρχ. (διπλασιαζόμενο σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος), και β) ασφάλιση κινδύνου πρόσκαιρης ανικανότητας ολικής ή μερικής, με ασφαλιζόμενο ποσό 6.000 δρχ. (διπλασιαζόμενο στο νοσοκομείο).

Έτι περαιτέρω, ο ενάγων κατήρτισε με τη δεύτερη καθ' ής η κλήση-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφάλιση ζωής και ατυχημάτων στις 11.02.1997 για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με διάρκεια ισχύος από 11.02.1997 έως 11.02.2007. Δυνάμει της ανωτέρω ασφαλιστικής σύμβασης του παρείχοντο και οι εξής ασφαλιστικές καλύψεις:

α) κάλυψη απώλειας επαγγελματικής ικανότητας από ατύχημα με καταβολή εφάπαξ ποσού, β) κάλυψη απώλειας επαγγελματικής ικανότητας από ατύχημα με καταβολή περιοδικών παροχών, γ) κάλυψη απώλειας επαγγελματικής ικανότητας από ατύχημα με καταβολή σύνταξης και δ) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας.

Ειδικότερα προβλέφθηκαν : α) βασική ασφάλεια ζωής για ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 4.000.000 δρχ., καταβλητέο μέχρι τις 11.08.2006, β) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω ανικανότητας, γ) κάλυψη απώλειας επαγγελματικής ικανότητας, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 40.000.000 δρχ., καταβλητέο μέχρι 11.08.2005, δ) κάλυψη εισοδήματος λόγω ανικανότητας με μηνιαία καταβολή από την 15η μέρα 800.000 δρχ.

και ε) καταβολή μηνιαίας σύνταξης λόγω ανικανότητας 800.000 δρχ. Επίσης, ο ενάγων στις 02.06.1994 κατήρτισε με την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η τρίτη καθ' ής η κλήση- εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφάλισης ζωής και ατυχημάτων, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, διάρκειας ισχύος ασφάλισης από 02.06.1994 μέχρι τις 17.12.2005. Δυνάμει της ανωτέρω ασφαλιστικής σύμβασης του παρείχοντο και οι εξής ασφαλιστικές καλύψεις: α) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω μόνιμης ολικής ανικανότητας, β) ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια ποσού 15.000.000 δρχ., γ) ασφάλιση μόνιμης ανικανότητας από ατύχημα ποσού 20.000.000 δρχ., δ) παροχή ιατροφαρμακευτικής δαπάνης από ατύχημα ποσού 200.000 δρχ.

κατ' ατύχημα, ε) ασφάλιση πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια ποσού 10.000 δρχ. ημερησίως. Εξάλλου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πρόσθετης πράξης προβλέφθηκαν οι ακόλουθες συμπληρωματικές καλύψεις: α) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων λόγω μόνιμης ολικής ανικανότητας, β) ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια ποσού 20.000.000 δρχ., γ) παροχή ιατροφαρμακευτικών δαπανών από ατύχημα ποσού 200.000 δρχ.

κατ' ατύχημα, δ) ασφάλιση πρόσκαιρης ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια ποσού 10.000 δρχ. ημερησίως και ε) παροχή νοσοκομειακού επιδόματος ποσού 13.000 δρχ. ημερησίως. Περαιτέρω, ο ενάγων κατήρτισε με την τρίτη καθ' ής η κλήση - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (πρώην "...") τις ακόλουθες διαδοχικές συμβάσεις ασφάλισης ζωής και ατυχημάτων : 1) Στις 11.07.1996 σύμβαση ασφάλισης για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο με διάρκεια ισχύος ασφάλισης από 11.07.1996 έως 11.01.1997, το οποίο ανανεώθηκε έως και τις 11.07.1997 δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ανανεωτηρίου συμβολαίου. Δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης ασφάλισης του παρείχετο ασφαλιστική κάλυψη για τον κίνδυνο μερικής ανικανότητας από ατύχημα με ασφαλιζόμενο ποσό 50.000.000 δρχ., 2) Στις 25.09.1996 σύμβαση ασφάλισης για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με ημερομηνία έναρξης ασφάλισης τις 25.09.1996 και ημερομηνία λήξης ανάλογη της ασφαλιστικής κάλυψης. Με την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση του παρείχοντο και οι εξής ασφαλιστικές καλύψεις : α) ασφάλιση εξαιτίας μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα με ασφαλιζόμενο ποσό 50.000.000 δρχ.

με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 25.09.2005, β) ασφάλιση εξαιτίας μόνιμης μερικής ανικανότητας από ατύχημα με ποσοστό % επί του ασφαλιζόμενου ποσού 50.000.000 δρχ. με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 25.09.2005, γ) ασφάλιση απώλειας εισοδήματος από ατύχημα / ασθένειας από την 30η μέρα και μέχρι 2 χρόνια, με ασφαλιζόμενο ποσό 500.000 δρχ., με ημερομηνία λήξης ασφάλισης τις 25.09.2005 και δ) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας με ημερομηνία λήξης.

Και ενώ οι συμβάσεις ήταν ενεργές και ο ενάγων κατέβαλε κανονικά τα ασφάλιστρα, ο ίδιος ισχυρίζεται στις αγωγές του ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, λόγω τροχαίου ατυχήματος που υπέστη στις 23-3-1997 και ώρα 21:10 στο Αιγάλεω Αττικής και επί της Λ. Θηβών αρ. 273, κατά τη στιγμή που, ενώ βάδιζε δίπλα στο συνεργάτη και φίλο του Κων/νο Κανάκη, στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, πλησίον του πεζοδρομίου, με κατεύθυνση προς Πειραιά, ξαφνικά δίκυκλη μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, άγνωστου αριθμού κυκλοφορίας, οδηγούμενη από άγνωστο οδηγό με ομόρροπη κατεύθυνση, προκειμένου να προσπεράσει ένα προπορευόμενο αυτής αυτοκίνητο παράνομα από δεξιά, ξέφυγε της πορείας της και επέπεσε με σφοδρότητα πάνω του, εκτινάσσοντάς τον σε απόσταση πλέον των 10 μέτρων προς τα πεζοδρόμιο, στο οποίο πρόσκρουσε με το κεφάλι, με αποτέλεσμα να υποστεί βαρύτατο τραυματισμό, αιμορραγία από τη μύτη και τα αυτιά και παντελή απώλεια των αισθήσεων του, που, όπως διαγνώσθηκε αργότερα, επρόκειτο για βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που του προκάλεσε σοβαρή εγκεφαλική βλάβη, με συνέπεια να παθαίνει επανειλημμένες κρίσεις απώλειας συνείδησης, επανειλημμένες επιληπτικές κρίσεις, μόνιμη και επίμονη κεφαλαλγία και αδυναμία μετακίνησης χωρίς υποστήριξη και συνοδεία, με αποτέλεσμα να είναι ολικά ανίκανος για εργασία.

Οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες αρνήθηκαν ότι συνέβη το εν λόγω τροχαίο ατύχημα και ότι οι διαγνωσθείσες επιπτώσεις στην υγεία του ενάγοντος συνδέονται αιτιωδώς με αυτό και αρνήθηκαν να του καταβάλουν το συμφωνηθέν από την κάθε μία ασφάλισμα λόγω μη επέλευσης του εκ του ατυχήματος ασφαλιστικού κινδύνου.

Στην αμέσως παραπάνω εκδοχή καταλήγει και το Δικαστήριο τούτο μετά από συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων σε συνδυασμό με τις αντιφάσκουσες επικλήσεις και παραδοχές του ενάγοντος σε διάφορα στάδια της προκείμενης διαδικασίας και των παρεπόμενων ποινικών δικών που ανοίχθηκαν από την ίδια γενεσιουργό αιτία.

Ειδικότερα ως προς τις συνθήκες τέλεσης του επικαλούμενου ατυχήματος, ο ενάγων ισχυρίζεται στις ασκηθείσες αγωγές του ότι από τη σφοδρή ώθηση που δέχθηκε με την πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας πάνω του, εκτινάχθηκε σε απόσταση 10 μέτρων πέφτοντας στο πεζοδρόμιο, ενώ στην απολογία του σε ποινική δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2775/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών αναφέρει ότι κτύπησε επιπλέον στο μέτωπο πέφτοντας πάνω σε κολώνα.

Περαιτέρω, ενώ στις συνεκδικαζόμενες αγωγές του ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχαν άλλα άτομα πλην του ίδιου και του φίλου του Κανάκη κατά την ώρα που συνέβη το ατύχημα, στην από 25-11-1998 αγωγή του κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αναφέρει ότι πλησίον και σε απόσταση πέντε (5) περίπου μέτρων βρισκόταν παρέα πέντε ή έξι ατόμων και πίσω από αυτούς (ενάγοντα και το φίλο του) ακολουθούσαν άλλα άτομα.

Περαιτέρω προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι συνέβη το επικαλούμενο τροχαίο ατύχημα, ο ενάγων αναφέρει στις ένδικες αγωγές του ότι αμέσως μετά το τροχαίο συμβάν, διακομίσθηκε, μετά από κλήση του συνοδού φίλου του, στο εφημερεύον Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "Άγιος Παντελεήμων" της Νίκαιας με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 31-3-1997 με τη διάγνωση ότι είχε υποστεί βαρειάκρανιοεγκεφαλική κάκωση, αιμορραγία, ωτορραγία, θλάση αυχένος, εκδορές θόλου κρανίου.

Και ενώ δεν καταλείπεται ίχνος αμφιβολίας ότι ο ενάγων αρχικά διακομίσθηκε μέσω ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπως τούτο προκύπτει από την από 15- 5-1997 βεβαίωση του ΕΚΑΒ, τη σχετική αναφορά του ιδίου στην από 25-11- 2008 (αρ. κατ. 39805/13015/1998) αγωγή του κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Νικόλαου Καράμπελα που εμπεριέχεται στα παραπάνω πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων στις υπό κρίση αγωγές του αποκρύπτει και δεν αναφέρει το περιστατικό αυτό, ισχυριζόμενος ότι η διακομιδή του από τον τόπο του ατυχήματος έγινε άμεσα με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Νίκαιας.

Όμως, αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι δεν μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο παραπάνω Νοσοκομείο άτομο με τα στοιχεία του ενάγοντος και ο ίδιος, άλλωστε, έχει παραδεχθεί τόσο στην αγωγή του εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, όσο και στην απολογία του ως κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών για το αδίκημα της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση, ότι διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ άμεσα μετά το ατύχημα στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, πλην αρνήθηκε να εισαχθεί σε αυτό για περαιτέρω εξετάσεις, επειδή θα καθυστερούσε η εξέτασή του με αξονικό τομογράφο και με πρωτοβουλία του μετέβη με τη συνοδεία του φίλου του Κανάκη με ταξί την ίδια ημέρα στο Π.Γ.Ν.

Νίκαιας. Η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στις αγωγές του το περιστατικό της μεταφοράς του στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός και μάλιστα ψευδόμενος, λόγω του άνω αναληθούς του ισχυρισμού, (άμεση μεταφορά του στο Π.Γ.Ν. Νίκαιας με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ) οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι ηθελημένα και από πρόθεση ο ενάγων επιχειρεί να αποκρύψει τα ευρήματα των εφημερευόντων ιατρών του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός που τον εξέτασαν, τα οποία είναι σαφώς ελαφρύτερα από αυτά που διαγνώσθηκαν στο Π.Γ.Ν.

Νίκαιας, αφού εμφανίζουν τον ενάγοντα χωρίς εμφανή συμπτώματα, πλην, όμως, επειδή ανέφερε πονοκέφαλο, ίλιγγο, άλγος οσφυϊκής μοίρας και ινιακής χώρας λόγω τροχαίου ατυχήματος (βλ. το ... πιστοποιητικό νοσηλείας του), του συνέστησαν την εισαγωγή του για περαιτέρω εξετάσεις, αλλά αρνήθηκε. Αν οι βαρύτατες κακώσεις που διαγνώσθηκαν στο Γ.Κ.Ν.

Νίκαιας ήταν απότοκες του επικαλούμενου τροχαίου ατυχήματος, τότε κατά την κοινή πείρα και λογική, είναι βέβαιο ότι ο ενάγων, ο οποίος εκσφενδονίστηκε βίαια σε απόσταση 10 μέτρων με πτώση στο οδόστρωμα ή σε κολώνα κατά τους ισχυρισμούς του, θα έφερε εμφανείς κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός του, γεγονός που οδήγησε και τον θεράποντα ιατρό του στο Γ.Κ.Ν.

Νίκαιας Θεόδωρο Μουρουζίδη (βλ. την από 13-1-2003 ένορκη εξέταση του ως μάρτυρα κατά τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση) να καταθέσει ως πιθανότερη εκδοχή την περίπτωση να είχε υποστεί ο ενάγων και άλλον τραυματισμό αφότου έφυγε από το νοσοκομείο Ευαγγελισμός, ενώ θεωρεί αδιανόητη την εκδοχή να διέγνωσαν οι ιατροί του Ευαγγελισμού τη σοβαρότητα της κατάστασης του με εμφανές το τραύμα του θόλου του κρανίου του (άμεσα ορατό κατά τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο Νίκαιας) και να μην επιβάλουν την εισαγωγή του στο νοσοκομείο.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έχουν κλαπεί απ' τις εναγόμενες ουσιώδη έγγραφα των δύο νοσοκομείων από τα οποία αποδεικνύεται το μέγεθος και η βαρύτητα του τραυματισμού του, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ο ενάγων επιχειρεί να υποβαθμίσει την παράλειψή του να αναφέρει στις αγωγές του το γεγονός της διακομιδής του στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, ισχυριζόμενος ότι εκ παραδρομής δεν το ανέφερε, αφού δεν νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο αυτό.

Επικαλείται μάλιστα τις με αριθμούς 2775/2006 και 2276/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, με τις οποίες απαλλάχθηκε από την κατηγορία της απόπειρας κακουργηματικής απάτης με σκεπτικό αντίστοιχο του ισχυρισμού του ως προς το σημείο τούτο. Όμως οι αποφάσεις αυτές, η πρώτη των οποίων επικυρώθηκε με τη με αριθμό 1006/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής της απόφασης (2775/2006) αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές και δεν παράγουν δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση, δεν αναιρούν την παραπάνω περί του αντιθέτου κρίση του Δικαστηρίου επ' αυτού, ότι δηλαδή δεν πρόκειται περί εκ παραδρομής παράλειψη, καθόσον ο ενάγων δεν αρκέσθηκε στην παράλειψη, αλλά επικαλέσθηκε το ψευδές γεγονός που σχετίζεται με το ότι διακομίσθηκε μετά το επικαλούμενο ατύχημα με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Π.Γ.Ν.

Νίκαιας. Επισημαίνεται δε ότι στις σχετικές ποινικές δίκες ο ενάγων είχε προσκομίσει, πλην άλλων, α) το από 16-2-1998 έγγραφο του ΙΚΑ Αμαρουσίου απευθυνόμενο προς την ασφαλιστική εταιρία ΗΕLVΕΤΙΑ (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η τρίτη εφεσίβλητη) και β) το από 12-5-1998 έγγραφο της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας απευθυνόμενο στο Διευθυντή του ΙΚΑ Αμαρουσίου, ως ενισχυτικά των ισχυρισμών του, τα οποία, όμως, όπως διέγνωσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήταν πλαστά και δεν προσβάλλεται κατά τούτο η κρίση του με ειδικό λόγο έφεσης.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ενάγων σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. την από 4-4-1997 υπεύθυνη δήλωση του προς το ΙΚΑ, την αγωγή του κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου) δεν αποκρύπτει τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός και πράττει το αντίθετο μόνο στις υπό κρίση αγωγές του, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν πρόκειται περί εκ παραδρομής απόκρυψη, αλλά περί σκόπιμης ενέργειάς του, συνεκτιμώμενου του γεγονότος ότι τα τρία τελευταία έτη πριν από το επικαλούμενο ατύχημα, ο ενάγων είχε συνάψει με δέκα ασφαλιστικές εταιρίες ισάριθμες ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής, με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επέλευση ολικής ή μερικής ανικανότητάς του λόγω ατυχήματος και δη τροχαίου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληθείς αμέσως μετά το ατύχημα και προσελθών στον τόπο όπου φέρεται ότι αυτό συνέβη αστυνομικός της Άμεσης Δράσης, ο οποίος στάλθηκε στον τόπο του ατυχήματος κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης του Κανάκη, δεν διαπίστωσε ίχνη ατυχήματος, ενώ αν είχε λάβει χώρα το ιστορούμενο ατύχημα, είναι βέβαιο, λόγω της σφοδρότητάς του, ότι η μοτοσυκλέτα θα είχε εκτραπεί της πορείας της, θα είχε υποστεί υλικές ζημίες, θα υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και χαραγές στο οδόστρωμα, ο δε οδηγός της, ενδεχομένως, να είχε τραυματισθεί.

Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίστηκε στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι εξαιτίας των βαρύτατων σωματικών κακώσεων που υπέστη όπως αυτές διαγνώσθηκαν από τους ιατρούς του Π.Γ.Ν. Νίκαιας, εμφάνισε μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις, συνεπεία των οποίων κρίθηκε από τις αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές του ΙΚΑ ολικά ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 67%.

Προσκομίζει δε σωρεία ιατρικών γνωματεύσεων και εγγράφων, στα οποία αιτιολογούνται οι επιληπτικές του κρίσεις ως μετατραυματικές. Όμως οι γνωμοδοτήσεις αυτές είναι μεταγενέστερες του υποτιθέμενου ατυχήματος και έχουν ως γενεσιουργό αίτιο των επιληπτικών κρίσεων την αναφορά του ενάγοντος περί του τραυματισμού του κατά τη λήψη του ιστορικού του.

Οι μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις του ενάγοντα επιβεβαιώνονται και από τον πραγματογνώμονα νευροχειρουργό ιατρό Γεώργιο Μπάρλα, ο οποίος διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 8293/2009 αναβλητική απόφαση και η από 17-9-2010 γνωμάτευσή του στηρίζεται εν πολλοίς στις ως άνω ιατρικές γνωμοδοτήσεις.

Ο δε τεχνικός σύμβουλος ψυχίατρος και καθηγητής στο Παν/μιο Αθηνών Κων/νος Ζαχαράκης, τον οποίο διόρισε ο ενάγων και οι οικείοι του, στην από 15-9-2010 έκθεση ψυχιατρικής γνωμοδότησής του αποφαίνεται ότι ο ενάγων διακατέχεται από μετατραυματικό στρες λόγω του ατυχήματος και των επιληπτικών του κρίσεων. Εκ του αντιθέτου, ο τεχνικός σύμβουλος της τρίτης εναγομένης καθηγητής νευροχειρουργικής Σωτήριος Τσεμεντζής, στην από 15-12-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του καταλήγει με πλήρως τεκμηριωμένη επιστημονική αναφορά, ότι οι επιληπτικές κρίσεις του ενάγοντα ουδέποτε διαπιστώθηκαν κλινικά ή εργαστηριακά, η αρχική αξονική τομογραφία εγκεφάλου στην οποία υποβλήθηκε κατά τη νοσηλεία του στο Π.Γ.Ν.

Νίκαιας, δεν εμφανίζει θλάση εγκεφαλικού παρεγχύματος και παρουσία υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, και σε κάθε περίπτωση το ποσοστό αναπηρίας λόγω επιληψίας κυμαίνεται από 35% έως 50% και δεν καθιστά ανίκανο προς εργασία το επιληπτικό άτομο, το οποίο μπορεί να καλυφθεί με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.

Στο ίδιο επιστημονικό δεδομένο, ότι δηλαδή η επιληψία διαπιστώνεται μόνο με καταγραφή κατά τη διάρκεια των επιληπτικών κρίσεων, αναφέρεται στην έκθεση νευρολογικής γνωμοδότησής της η νευρολόγος με εξειδίκευση στις εγκεφαλικές νόσους Ανδρονίκη Πλωμαρίτου ως τεχνική σύμβουλος διορισθείσα από τον ενάγοντα, η οποία επίσης διαπιστώνει ότι οι αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου του ενάγοντα δεν παρουσιάζουν παθολογικά ευρήματα, δεν αποκλείει, όμως, την πιθανότητα εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας σε ποσοστό 5%.

Λαμβάνοντας πάντα τα ανωτέρω υπόψη δεν αποδεικνύεται, συμβάλλοντος του ενάγοντος σε τούτο λόγω των αντιφατικών του ισχυρισμών, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, ότι έχει συμβεί το επικαλούμενο τροχαίο ατύχημα και οι τραυματικές κακώσεις που διέγνωσαν οι ιατροί του Π.Γ.Ν. Νίκαιας οφείλονται σε άλλο συμβάν.

Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό τούτο ότι δηλαδή έλαβε χώρα το επικαλούμενο από τον ενάγοντα τροχαίο ατύχημα, δεν αποδεικνύεται με πλήρη βεβαιότητα ότι οι επιληπτικές κρίσεις που τυχόν εμφανίζει ο ενάγων, συνδέονται αιτιωδώς με τις κακώσεις εκ του τραυματισμού του από το εν λόγω ατύχημα. Επομένως, με βάση τα στοιχεία αυτά δεν πραγματοποιήθηκε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και συνεπώς δεν ενεργοποιήθηκε η συμβατική υποχρέωση των εναγομένων για απόδοση των αιτούμενων ασφαλιστικών αποζημιώσεωνκαι οι υπό κρίση αγωγές ήταν απορριπτέες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και απέρριψε τις αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 31 παρ. 1 του ν. 2496/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή δεν αποδείχτηκε το επικαλούμενο με την αγωγή τροχαίο ατύχημα και, συνακόλουθα, η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνεται η ένδικη απαίτηση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών προς καταβολή των αιτούμενων ασφαλιστικών αποζημιώσεων, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση ειδικότερες, μεταξύ άλλων, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι ο αναιρεσείων στις 23-3-1997 μετά τον περιγραφόμενο από αυτόν τραυματισμό μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου τα ευρήματα των εφημερευόντων ιατρών στο εν λόγω νοσοκομείο είναι ελαφρύτερα από αυτά, τα οποία διαγνώσθηκαν στο Π.Γ.Ν Νίκαιας, εμφανίζουν δε τον αναιρεσείοντα χωρίς εμφανή συμπτώματα και μόνο επειδή παραπονείται για πονοκέφαλο, ίλιγγο, άλγος οσφυϊκής μοίρας και ινιακής χώρας λόγω τροχαίου ατυχήματος του συνέστησαν να εισαχθεί για περαιτέρω εξετάσεις, β) ότι ο αναιρεσείων δεν έφερε εμφανείς κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός του, μολονότι επικαλείται ότι τον κτύπησε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού και τον εκσφενδόνισε σε απόσταση 10 μέτρων με πτώση στο οδόστρωμα ή πρόσκρουση σε κολώνα, γ) ότι από πρόθεση και όχι από παραδρομή επεχείρησε ο αναιρεσείων να αποκρύψει τα ευρήματα των εφημερευόντων ιατρών του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός που τον εξέτασαν, καθόσον δεν αρκέσθηκε στην παράλειψη αυτή, αλλά επικαλέσθηκε και το ψευδές γεγονός ότι διακομίσθηκε μετά το επικαλούμενο ατύχημα με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Π.Γ.Ν.

Νίκαιας, δ) ότι ο κληθείς αμέσως μετά το ατύχημα και προσελθών στον τόπο όπου φέρεται ότι αυτό συνέβη αστυνομικός της Άμεσης Δράσης, δεν διαπίστωσε ίχνη ατυχήματος, ενώ αν είχε λάβει χώρα το ιστορούμενο ατύχημα, είναι βέβαιο, λόγω της σφοδρότητάς του, ότι η μοτοσυκλέτα θα είχε εκτραπεί της πορείας της, θα είχε υποστεί υλικές ζημίες, θα υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και χαραγές στο οδόστρωμα και ε) δεν αποδεικνύεται ότι έχει συμβεί το επικαλούμενο τροχαίο ατύχημα και οι τραυματικές κακώσεις που διέγνωσαν οι ιατροί του Π.Γ.Ν.

Νίκαιας οφείλονται σε άλλο συμβάν.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, σχετικά με το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι μπορεί να επήλθε δεύτερος τραυματισμός κατά τη μετάβαση με ταξί από τον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ότι οι σοβαρές κακώσεις μπορεί προκλήθηκαν από το δεύτερο ατύχημα, είναι απαράδεκτος, αφού δεν πρόκειται για ουσιαστική παραδοχή που στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα του εφετείου, αλλά για επιχείρημα του δικαστηρίου από τις αποδείξεις, αντλούμενο από τη μαρτυρική κατάθεση του ιατρού του Γ.Π.Ν. Νίκαιας Θεόδωρου Μουρουζίδη, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσης του δικαστηρίου, και, συνεπώς, δεν ιδρύεται η επικαλουμένη παράβαση.

Κατ` άρθρ. 559 αρ. 1βΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336§4ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560§1βΚΠολΔ).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§4 και 339ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2021).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 735/2020, ΑΠ 383/2017, ΑΠ 823/2012).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραπάνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή με δύο επάλληλες αιτιολογίες και δη με την πρώτη και κύρια αιτιολογία, διότι δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα το επικαλούμενο με την αγωγή τροχαίο ατύχημα και με τη δεύτερη και επικουρική αιτιολογία, ότι και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έλαβε χώρα το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, δεν αποδεικνύεται με πλήρη βεβαιότητα ότι οι επιληπτικές κρίσεις που τυχόν εμφανίζει ο ενάγων, συνδέονται αιτιωδώς με τις κακώσεις εκ του τραυματισμού του από το εν λόγω ατύχημα.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με επίκληση των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής το Εφετείο κατέληξε, με την δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία του στην εσφαλμένη κρίση ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ατυχήματος και των βαρύτατων κακώσεων που ο αναιρεσείων έφερε και διαγνώσθηκαν στο Νοσοκομείο της Νίκαιας.

Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται αποτελεσματικά, όπως αναφέρθηκε, η πρώτη και κύρια απ' αυτές, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, που προσβάλει τη δεύτερη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η τυχόν ευδοκίμηση αυτού δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η μη πληττόμενη ως άνω κύρια αιτιολογία της απόφασης.

Ανεξαρτήτως αυτού, ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο δικόγραφο ποια, συγκεκριμένα, διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, στους επικαλουμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται παραβιασθέντες και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προβαλλόμενης αιτίασης.Σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη παραβίαση δεν σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).

Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν ουσιώδη έγγραφα, και ειδικότερα, α) τις υπ' αριθ. 2775 και 2776/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, οι οποίες είχαν καταστεί αμετάκλητες με τις υπ' αριθ. 1066 και 1065/2008, αντίστοιχα, αποφάσεις του Αρείου Πάγου και β) την υπ' αριθ. 601/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη 1) τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα -νευροχειρουργού Γεωργίου Μπάρλα (που ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 8293/2009 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, (γνωμοδότηση το έτος 2010, ήτοι 13 χρόνια μετά το ατύχημα), 2) την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Κωνσταντίνου Ζαχαράκη ότι πάσχει από μετατραυματικό στρες λόγω του ατυχήματος και των επιληπτικών του κρίσεων και 3) την έκθεση της τεχνικής συμβούλου που όρισε ο αναιρεσείων, Ανδρονίκης Πλωμαρίτογλου.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αναφέροντας μάλιστα ρητά τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 2775 και 2776/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όπως επίσης και την υπ' αριθ. 601/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Επίσης, από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα λοιπά φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, ανεξαρτήτως αν κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, με τον πρώτο λόγο, αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα-", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του (ΑΠ 38/2021).Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (ΑΠ 255/2010).Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι στην προσβαλλομένη αναφέρεται ως αποδειχθέν γεγονός ότι αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "Άγιος Παντελεήμων" της Νίκαιας, ενώ αυτός στις αγωγές του δεν περιέλαβε τέτοιον ισχυρισμό, αλλά αντίθετα ανέφερε ότι "Αμέσως μετά το άνω ατύχημα και τον σοβαρό τραυματισμό μου νοσηλεύθηκα στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας "Άγιος Παντελεήμων"...

παρέμεινα νοσηλευόμενος από 23-3-1997 έως και 31-3-1997". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η αναφερόμενη αιτίαση δεν αφορά σε "πράγμα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και τα οποία ως μη έχοντα αυτοτέλεια δεν μπορούν κατά νόμο να οδηγήσουν στη γέννηση ή στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-5-2020 αίτηση του Μ. Δ. του Ι., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2977/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ