Supreme Court dismisses appeal on debt repayment order, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding debt repayment. The appellant argued the lower court misinterpreted a document and incorrectly assigned the burden of proof regarding additional debts. The court found these arguments inadmissible and unfounded, noting the lower court properly weighed all evidence including witness testimonies and documents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 106, 216, 338, 416, 422, 559, 176, 183, 191 K.Pol.D.; The Supreme Court dismisses appeals where the lower court's assessment of evidence is based on a holistic evaluation of all presented proof rather than a specific error in legal interpretation or burden of proof allocation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 954 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 954/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 22 Noεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γρόλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10506/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1991/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 216 παρ.1 εδ.α του ίδιου κώδικα ιστορική βάση της αγωγής είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή ή διάγνωση της επίδικης σχέσεως.
Αν όμως με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση του χρόνου καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως, είναι επιτρεπτή (εκτός αν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής) η συγκεκριμενοποίηση του χρόνου αυτού με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (Α.Π. 329/2007).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν αρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη κατά την καταβολή, ενώ σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β του άρθρου 422 Α.Κ.
Έτσι ενόψει και της ρυθμίσεως του άρθρου 338 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προτείνοντας την ένσταση εξοφλήσεως του επίδικου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί) για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεώς του να αποδείξει μόνο την καταβολή, ο δε ενάγων (δανειστής), ισχυριζόμενος κατ' αντένσταση ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν αφορούσε το επίδικο αλλά άλλο ληξιπρόθεσμο χρέος, φέρει το βάρος αποδείξεως της υπάρξεως του άλλου χρέους.
Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνοντας σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είτε βάσει συμφωνίας των μερών είτε κατόπιν ασκήσεως από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.β Α.Κ.
σειρά (Α.Π.1977/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων, διατηρεί στην περιοχή ... επιχείρηση με αντικείμενο τις μεταλλικές κατασκευές, γερανογέφυρες και εμπορίας των σχετικών υλικών, ο δε εναγόμενος ατομική επιχείρηση κατασκευής λεβήτων και δεξαμενών με έδρα το ....
Για τις ανάγκες της επιχείρησης του τελευταίου, η οποία διαθέτει ειδικά διαμορφωμένο χώρο μηχανουργείου, είναι απαραίτητο, προς προστασία του χώρου να υπάρχουν μεταλλικά στέγαστρα στις ασκεπείς επιφάνειες, συγκεκριμένων τεχνικών προδιαγραφών. Προς τούτο, στις αρχές του έτους 2003 συνήψε με τον ενάγοντα προφορικά, σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να του κατασκευάσει μεταλλικά στέγαστρα στις διαστάσεις που επιθυμούσε ο εναγόμενος, αποτελούμενα από τον πλήρη μεταλλικό σκελετό και τις αναγκαίες λαμαρίνες, υδρορροές και τεγίδες, προς κάλυψη επιφανείας 1.250 τετραγωνικών μέτρων και μίας γερανογέφυρας και να προβεί σε συναρμολόγηση και τοποθέτησή τους, στο οικόπεδο του, πέριξ της επιχείρησης του εναγομένου, περιβάλλοντος χώρου, κειμένου στην περιοχή ..., με υλικά του ενάγοντος, το τίμημα των οποίων θα συμπεριλαμβανόταν στην αμοιβή του.
Η σύμβαση αυτή, με την οποία οι διάδικοι κυρίως απέβλεπαν στο τελικό αποτέλεσμα των ως άνω εργασιών, που ήταν η τοποθέτηση και συναρμολόγηση των υλικών προς δημιουργία των στεγάστρων στον υποδειχθέντα, υπό του εναγομένου, χώρο του εργοστασίου του, φέρει καταφανώς τα στοιχεία της σύμβασης έργου και όχι της πώλησης, όπως ο ενάγων τη χαρακτηρίζει με την αγωγή του.
Η αμοιβή για το εν λόγω έργο συμφωνήθηκε στο ποσό των 64.850 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., η οποία ήταν καταβλητέα σταδιακά αναλόγως της προόδου των εργασιών. Το έργο αποτελείτο από τρία μέρη, δηλαδή τρία συνεχόμενα στέγαστρα συνολικού εμβαδού 1.250 τετραγωνικών μέτρων. Ο ενάγων, σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης άρχισε να κατασκευάζει τα στέγαστρα περί τα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2003 και αποπεράτωσε το όλο έργο στο τέλος Απριλίου 2004, ο δε εναγόμενος του κατέβαλε ως προκαταβολή έναντι της αμοιβής του το ποσό των 11.350 ευρώ με δύο συναλλαγματικές και μία επιταγή που πληρώθηκαν κανονικά, στη συνέχεια, την 1-4-2003, του κατέβαλε 8.000 ευρώ, στις 10-4-2003 15.000 ευρώ, στις 15-4-2003 6.000 ευρώ, στις 28-7-2003 8.200 ευρώ και στις 28-4-2004 του μεταβίβασε με οπισθογράφηση μία επιταγή, που εκδόθηκε σε διαταγή του υπό της πελάτισσάς του, Ε.
Θ. με ημερομηνία 3-7-2004, ποσού 16.100 ευρώ, πληρωτέα στην Τράπεζα Nova Bank, η οποία εξοφλήθηκε ολοσχερώς μετά από έκδοση, με αίτηση του ενάγοντος της υπ' αριθ.23219/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ. και την από 9-11-2004 απόδειξη καταβολής....). Ο ενάγων συνομολογεί όλες τις ως άνω καταβολές, για τις οποίες άλλωστε ο εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει έγγραφες αποδείξεις, πλην όμως ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι αυτές αφορούν προηγούμενο έργο, δηλαδή κατασκευή άλλων στεγάστρων, εμβαδού συνολικού 3.800 τετραγωνικών μέτρων περίπου.
Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος, που.... αποτελεί αντένσταση στην ως άνω ένσταση εξόφλησης του εναγομένου, είναι αόριστος και ως εκ τούτου ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, δεδομένου ότι δεν αναφέρει ο ενάγων το ακριβές περιεχόμενο, το χρόνο κατάρτισης της προηγούμενης σύμβασης, το ύψος της συνολικής αμοιβής, τον τρόπο πληρωμής της, πότε αποπεράτωσε αυτό το έργο και τον συμφωνηθέντα χρόνο εξόφλησης της αμοιβής του, ώστε να έχει τη δυνατότητα το δικαστήριο να εκτιμήσει και να διαγνώσει αν όντως υπήρξε άλλη σύμβαση και αν οι καταβολές που επικαλείται και αποδεικνύει ο εναγόμενος αφορούν αυτή την προγενέστερη σύμβαση και επομένως είναι απορριπτέα.
Πέραν της αοριστίας της, όμως, δεν αποδείχθηκε και κατ' ουσία βάσιμη, καθόσον εκ προσκομισθέντων υπό του ενάγοντος αποδεικτικών μέσων ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπήρξε άλλη σύμβαση και ότι οι καταβολές αφορούν αυτήν.... Επομένως, ενόψει της απόρριψης της ως άνω αντένστασης, οι γενόμενες υπό του εναγομένου, καταβολές θεωρούνται ότι αφορούσαν το επίδικο χρέος και συνακολούθως έλεγχεται ως ουσιαστικά βάσιμη η παραδεκτά προβληθείσα υπό του εναγομένου ένσταση εξόφλησης και απόσβεσης με καταβολή της επίδικης οφειλής".
Μετά από αυτά το εφετείο, αφού έκανε κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου. Έτσι κρίνοντας το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 422 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εξοφλήσεως ή μη του επιδίκου χρέους εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Το γεγονός δε ότι οι καταβολές τις οποίες επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν, έλαβαν χώρα πριν από τον αναφερόμενο στην αγωγή του αναιρεσείοντος χρόνο καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως (3-11-2004) δεν καθιστά τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αντιφατικές ούτε συνεπάγεται ότι δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 422 Α.Κ.
Αυτό γιατί το εφετείο, όπως είχε δικαίωμα κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αληθής χρόνος καταρτίσεως της ένδικης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως κατασκευής από τον αναιρεσείοντα μεταλλικών στεγάστρων στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου ήταν οι αρχές του έτους 2003 και όχι η 3-11-2004, με αποτέλεσμα οι καταβολές τις οποίες επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος και το εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν να μην είναι προγενέστερες της ένδικης συμβάσεως.
Γι' αυτό οι πρώτος και έκτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη ένσταση εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο τελευταίος δεν είχε προβάλει τέτοια ένσταση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των από 24-11-2006 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (σελίδες 7 έως και 11 αυτών) και της από 16-4-2007 εφέσεως του ιδίου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης (σελίδες 16 έως και 18 αυτής) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι κατέβαλε τμηματικά στον αναιρεσείοντα στις 4-3-2003 11.350 ευρώ, την 1-4-2003 8.000 ευρώ, στις 10-4-2003 15.000 ευρώ, στις 15-4-2003 6.000 ευρώ, στις 28-7-2003 8.200 ευρώ και στις 28-4-2004 16.100 ευρώ (με την οπισθογράφηση της αναφερόμενης ισόποσης τραπεζικής επιταγής που είχε εκδοθεί σε διαταγή του και της οποίας το ποσό κατέβαλε στον αναιρεσείοντα) και συνολικά 64.850 ευρώ, για την απόρριψη δε της ενστάσεώς του αυτής παραπονέθηκε με λόγο εφέσεως, επομένως την επανέφερε νομίμως και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Το γεγονός δε ότι οι καταβολές που επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος ήταν προγενέστερες του αναφερόμενου στην αγωγή του αναιρεσείοντος χρόνου καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως (3-11-2004) δεν αίρει το χαρακτήρα του σχετικού ισχυρισμού του ως ενστάσεως, ενόψει του περαιτέρω ισχυρισμού του ιδίου και της αντίστοιχης ανέλεγκτης παραδοχής του εφετείου ότι στην πραγματικότητα η ένδικη σύμβαση δεν καταρτίσθηκε στις 3-11-2004, όπως εκτίθεται στην αγωγή, αλλά στις αρχές του έτους 2003, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, συγκεκριμενοποίηση του χρόνου καταρτίσεως αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το 493/3-11-2004 δελτίο αποστολής του, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, το οποίο υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος και από το οποίο προκύπτει ότι ο τελευταίος στις 3-11-2004 παρέλαβε όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή του πωληθέντα σ' αυτόν πράγματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν ρητή διαβεβαίωση ότι το εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, προέβη στην εκτίμηση και "των νομίμως προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της, προκύπτει αδιστάκτως ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π.828/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-11-2004 αποδείξεως καταβολής του πληρεξουσίου δικηγόρου του και συγκεκριμένα, ενώ σ' αυτήν (την απόδειξη) ρητά αναγράφεται ότι η καταβολή αφορά εξόφληση της από 24-9-2004 επιταγής προς εκτέλεση της 23219/2004 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, όπως αυτό ορίζεται από το περιεχόμενο της αγωγής του, συνιστά παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του. Εν πάση δε περιπτώσει ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί το εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, δηλαδή μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων, ομολογιών των διαδίκων και εγγράφων, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, στο οποίο δεν βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.
Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 5 ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π.485/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και συγκεκριμένα, παρά το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προβάλει νόμιμη ένσταση εξοφλήσεως, το δικαστήριο δέχθηκε εσφαλμένα ότι είχε προβάλει τέτοια ένσταση και συνακόλουθα ότι αυτός (ο αναιρεσείων) είχε το βάρος να αποδείξει ότι οι καταβολές δεν αφορούν το επίδικο χρέος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε στη δεύτερη σκέψη αυτής της αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος είχε προβάλει νόμιμα ένσταση εξοφλήσεως και συνακόλουθα, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσείων είχε το βάρος της αποδείξεως της υπάρξεως άλλου χρέους, για την απόσβεση του οποίου, κατ' αυτόν, έγιναν οι καταβολές που επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2008 αίτηση για αναίρεση της 1991/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ