Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a final judgment regarding inheritance rights. The appellants argued that the lower court misinterpreted a notarial document and abused their rights, but the court found these grounds insufficient. The appeal was rejected because the grounds were too vague to identify specific legal errors and failed to link them to the statutory requirements for admissibility under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and cite the relevant statutory grounds for admissibility, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1726 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1726/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Ε. συζ. Α. Σ., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμος της μητέρας της Θ. χήρας Γ. Ρ., 2) Α. χήρας Θ. Ρ., κατοίκου ..., 3) Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Θ. Ρ., κατοίκου ..., 4) Σ. Θ. Ρ., 2, 5) Α. Θ. Ρ., κατοίκου ..., 6) Ο. συζ. Γ. Τ., το γένος Θ. Ρ., κατοίκου ..., και 7) Ε. συζ. Σ. Α., το γένος Θ. Ρ., κατοίκου ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον σύζυγό της Α. Σ., βάσει του .../15-10-2008 πληρεξούσιου της Συμβολαιογράφου Κορυδαλλού Μαρίας Μαυρουδή, ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Η 2η δεν παραστάθηκε και όπως δήλωσε ο ως άνω δικηγόρος απεβίωσε (και προκύπτει από την με αριθμό .../2011 ληξιαρχική πράξη της ληξιάρχου Δήμου Φιλαδέλφειας Νομού Αττικής). Κληρονομήθηκε από την 3η, η οποία συνέχισε τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκε (ατομικά και ως κληρονόμος της 2ης) με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο 4ος παραστάθηκε ατομικά και ως πληρεξούσιος (βάσει του .../8-3-2013 πληρεξουσίου του Προϊσταμένου του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου της Daytona Beach Φλώριντας ΗΠΑ) του 5ου και διόρισε τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, η 6η δεν παραστάθηκε και η 7η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 2)Φ. - Ε. Ν. του Χ., συζ. Μ. Λ., κατοίκου ... και 3) Σ. Ν. του Χ., συζ. Σ. Ζ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων της Ε. χήρας Χ. Ν., το γένος Σ. Σ., η οποία όπως αναφέρεται στην από 19/11/2010 κλήση απεβίωσε, 2) Μ. χήρας Β. Σ., το γένος Μ. Ν., 3) Σ. Σ. του Β., και 4) Μ. Σ. του Β., συζ. Ν. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Νικολαΐδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/1997 αγωγή της αρχικής διαδίκου Θεανώς Ρούσσου και των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2613/1999 μη οριστική, 1373/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 692/2004, 844/2005 μη οριστικές και 870/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/4/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 29/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 105, 576 παρ.1,2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη αυτή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2, 576 παρ.1, 2 Κ.Πολ.Δ. αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας συζητεί την υπόθεση, ως εάν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Για να συμβεί αυτό όμως ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και στην κλήση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 11/2011).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στο δικηγόρο που υπογράφει αυτήν, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος αυτού για τη σχετική υπόθεση και ως εκ τούτου μπορεί να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται στο διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την ίδια υπόθεση (ΑΠ 301/2011).
Επειδή κατά το άρθρο 63 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα". Κατά δε το άρθρο 64 παρ.1 και 2 εδ.α του ίδιου Κώδικα "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπρόσωπους τους".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, όποιος δε είναι ανίκανος εκπροσωπείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Μόνες περιπτώσεις που επιτρέπεται εκούσια αντιπροσώπευση κατά τη διεξαγωγή της δίκης είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 472 παρ.1 και 665 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν η μεν πρώτη ότι επί μικροδιαφορών, το διάδικο που δεν παρίσταται ο ίδιος, μπορούν να αντιπροσωπεύσουν και ο σύζυγος, οι ανιόντες και οι κατιόντες, οι συγγενείς δευτέρου βαθμού εξ' αίματος ή εξ' αγχιστείας και οι έμμισθοι υπάλληλοί του, η δε δεύτερη ότι επί εργατικών διαφορών οι εργαζόμενοι μπορούν να εκπροσωπηθούν από άλλο εργαζόμενο που ασκεί το ίδιο είδος επαγγέλματος και οι εργοδότες από υπάλληλό τους.
Αλλά, οι ειδικές ρυθμίσεις δεν θα ήταν αναγκαίες, αν ήταν γενικώς επιτρεπτή η διεξαγωγή δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο. Εξάλλου και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αρ.5, 259 παρ.2 και 310 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. ως πρόσωπα που μετέχουν στη δική, κατονομάζουν μόνον τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (επίτροπος, σύνδικος, διαχειριστής πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.
Δεν μπορούν δε να εφαρμοστούν αναλογικώς στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. ΑΚ περί εκουσίας αντιπροσώπευσης στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου ενόψει της κατά τα προαναφερόμενα πρόβλεψης σε ειδικές περιπτώσεις της εκουσίας αντιπροσώπευσης στο πεδίο του δικονομικού δικαίου και των άλλων σκοπών, που υπηρετούν οι παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Εξάλλου η εκουσία αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπόμενη ούτε με επίκληση της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο στο όνομα του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, παρεμβαλλόμενη, μόνον τη διέπουσα κάθε αρχή της οικονομίας πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον.
Συνακόλουθα δε συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο προς αναπλήρωση της ελλειπούσης ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο. Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 45/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από το διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ε. Ν. απεβίωσε την 25/8/2010 δηλαδή μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τα τέκνα της Γ. Ν., Φ. - Ε. Ν. και Σ. Ν.. Ο θάνατος της παραπάνω διαδίκου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το αντίστοιχο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και το πιστοποιητικό του γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης αυτής.
Οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι αυτής, με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά της 870/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς μετά προηγούμενη ματαίωση αυτής, με την από 19/11/2010 κλήση, με την οποία ορίσθηκε αρχικώς δικάσιμος η 8/2/2012 κατά την οποία αναβλήθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων διαδοχικώς για τη δικάσιμο της 7/11/2012, 20/2/2013 και τελικώς για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως με αντίστοιχες επισημειώσεις στο πινάκιο.
Με την προαναφερόμενη κλήση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, η οποία επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις 7260γ/27-4-2011, 7665γ/1-6-2011, 7660γ/1-6-2011, 7915γ/23-6-2011, 7916γ/23-6-2011 και 7664γ/1-6-2011, εκθέσεις επιδόσεων της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., πλην της δεύτερης τούτων, Α. Ρ., η οποία είχε αποβιώσει την 15/2/2011 και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από την τρίτη των αναιρεσειόντων, θυγατέρα της, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και δήλωσαν ότι συνεχίζουν, με την ιδιότητα των εξ' αδιαθέτου κληρονόμων της για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο η προαναφερόμενη τρίτη των αναιρεσειόντων Ε. Γ. με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσης συζητήσεως, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου της δεύτερης τούτων Α. Ρ., μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει για εκείνη τη δίκη που διακόπηκε.
Τόσον ο θάνατος όσον και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το αντίστοιχο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και το πιστοποιητικό του γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της θανούσας διαδίκου.
Περαιτέρω κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε η έκτη των αναιρεσειόντων, Ο. Τ., ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2, 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Από την 7916γ/23-6-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19/11/2010 κλήσης των τελευταίων προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8/2/2012 (μετά την προηγούμενη ματαίωση αυτής) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Μιχαήλ Τζεφεράκο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής.
Περαιτέρω κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά πινακίου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε η πρώτη των αναιρεσειόντων, αλλά εμφανίσθηκε ο Α. Σ., σύζυγος αυτής, ως πληρεξούσιός της, με βάση το .../2008 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κορυδαλλού Μ.
Μαυρουδή και διόρισε το δικηγόρο Π. Ρουμελιώτη για να την εκπροσωπήσει, ο οποίος και παραστάθηκε για λογαριασμό της. Επίσης κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκε ο πέμπτος των αναιρεσειόντων Α. Ρ., αλλά ο τέταρτος τούτων Σ. Ρ. ως πληρεξούσιος αυτού με βάση το .../8-3-2013 πληρεξούσιο του προϊσταμένου του Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται στην Daytona Beach στη Φλόριντα των Η.Π.Α., και διόρισε τον ίδιο παραπάνω δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, ο οποίος και παραστάθηκε για λογαριασμό του.
Πλην όμως σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε οι παραπάνω πρώτη και πέμπτος των αναιρεσειόντων, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει, αφού δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκουσίου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο για την αναπλήρωση της ελλειπούσας ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και συνεπώς θεωρούνται για το λόγο αυτό δικονομικώς απόντες.
Περαιτέρω από τις 7260γ/7-4-2011 και 7915γ/23-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ... τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της από 19/11/2010 κλήσης των τελευταίων προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8/2/2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη και στον πέμπτο των αναιρεσειόντων (για τον τελευταίο η επίδοση έγινε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μ.
Τζεφεράκο, που υπογράφει την αναίρεση). Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως εάν και η πρώτη και ο πέμπτος των αναιρεσειόντων ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον κλητεύθηκαν νομίμως.
Επειδή κατά το άρθρο 338 παρ. 1ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του, Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών περιστατικών.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.
Περαιτέρω η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 897/2009, ΑΠ 674/2006, ΑΠ 140/2006, ΑΠ 692/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, επειδή το εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς την κατανομή του βάρους απόδειξης της αγωγικής αξίωσης για την αναγνώριση της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων-εναγόντων-εκκαλούντων στο επίδικο ακίνητο, η οποία σωρευόταν με αξίωση για την αναγνώριση της ακυρότητας των αναφερομένων στην αγωγή δύο ιδιόγραφων διαθηκών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι η παραπάνω αγωγική αξίωση απορρίφθηκε ως αόριστη με την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία επικυρώθηκε η όμοια περί τούτου κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έτσι δεν τέθηκε θέμα αποδείξεως αυτής και θέμα για το ποιος θα βαρυνθεί με την απόδειξή του.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 προϊσχύσαν δικονομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, όπως και όταν λήφθηκε υπόψη απόδειξη που είχε διαταχθεί για άλλο θέμα, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμά του σε σχέση με την αγωγική αξίωση για την αναγνώριση της ακυρότητας της από 2-1-1926 ιδιόγραφης διαθήκης, ως προσβάλλουσας τη νόμιμη μοίρα των υπό των εναγόντων, εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κληρονομηθέντων νομίμων μεριδούχων του διαθέτη, τους οποίους ολοσχερώς παρέλειψε ο τελευταίος με την ίδια διαθήκη, και άφησε με αυτήν το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο σε ένα από τα τέκνα του, την οποία (αγωγική αξίωση) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς απόδειξη, με την έννοια ότι οδηγήθηκε στην παραδοχή ότι ο τελευταίος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του και άλλο περιουσιακό στοιχείο εκτός από εκείνο που άφησε με την ένδικη διαθήκη στη θυγατέρα του από την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Α.
Σ., που περιλαμβάνεται στην 324/2001 εισηγητική έκθεση του εισηγητή του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία όμως δόθηκε στα πλαίσια της απόδειξης που διατάχθηκε με την προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου σε σχέση με την αγωγική βάση της αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης εξαιτίας της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής από το διαθέτη, δηλαδή ότι το Εφετείο στηρίχθηκε για ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό σε κατάθεση μάρτυρα που διατάχθηκε για άλλα γεγονότα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την 2613/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δίκασε την 1-12-1997 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, διατάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος των διαδίκων σε σχέση με την αγωγική αξίωση της αναγνώρισης της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης του Α.
Ρούσσου εξαιτίας της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της από αυτόν. Ακολούθως μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 1373/2003 απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η παραπάνω αγωγική αξίωση. Με την 629/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος των εναγόντων σε σχέση με την αγωγική αξίωση αναγνώρισης της ακυρότητας της ίδιας ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας των τελευταίων, ως κληρονόμων, των νομίμων μεριδούχων του διαθέτη, τους οποίους ολοσχερώς παρέλειψε με αυτήν, αφήνοντας το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο με τη διαθήκη του σε ένα από τα τέκνα του, την οποία (αγωγική αξίωση) έκρινε ως ορισμένη δεχόμενο κατ' ουσίαν σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο διατυπώνονταν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγική αυτή αξίωση, εξαφανίζοντας κατά το κεφάλαιο τούτο την εκκαλούμενη απόφαση.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση ως προς την αγωγική αξίωση για την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής από τη διαθέτη, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς τη βάση αυτής για την αναγνώριση της ακυρότητας της ίδιας διαθήκης, λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας των κληρονομηθέντων από τους ενάγοντες νομίμων μεριδούχων του διαθέτη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία σχημάτισε το Εφετείο τη δικανική του πεποίθηση, που προαναφέρθηκε, τα οποία συνεκτίμησε ελεύθερα είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα που εξετάσθηκε ενώπιον του Εφετείου και περιλαμβάνεται στα 844/2005 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην 324/2001 εισηγητική έκθεση του εισηγητή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα έγγραφα που προσκόμισαν νομίμως και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο Α. Ρ. κατά το χρόνο του θανάτου του, εκτός από το ακίνητο που κατέλειπε με τη διαθήκη του στην εκ των τέκνων του Μ. Σ., ήταν κύριος και ενός οικοπέδου κειμένου ... το οποίο είχε αποκτήσει με αγορά από τον ... δυνάμει του νομίμως προσκομιζομένου από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους, οι οποίοι και το επικαλούνται υπ' αριθμ. .../8-1-1884 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μυκόνου, νομίμως μεταγραφέντος και στου οποίου οικοπέδου τμήμα είχε ανεγερθεί οικία που υπήρχε ακόμα το 1995 όπως προκύπτει από την περιλαμβανομένη στην εισηγητική έκθεση κατάθεση του ίδιου ως άνω μάρτυρα Α.
Σ.. Έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στην προαναφερόμενη παραδοχή του και να απορρίψει κατ' ουσίαν τη σχετική αγωγική βάση, για την οποία είχε διατάξει αποδείξεις σε βάρος των εναγόντων - εκκαλούντων, δε στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, που δόθηκε για την απόδειξη της άλλης αγωγικής βάσης περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης εξαιτίας της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής από το διαθέτη, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν και βρίσκονται στα πλαίσια του αποδεικτικού θέματος, όπως τούτο ορίσθηκε με την παρεμπίπτουσα απόφασή του.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια με το να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη υπό την προεκτεθείσα έννοια και ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Όλες δε οι λοιπές στον ίδιο αναιρετικό λόγο διαλαμβανόμενες αιτιάσεις περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων και εσφαλμένου κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων αποδεικτικού πορίσματος, ως πλήττουσες υπό την επίκληση του άρθρου 559 παρ. 10 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 παρ. 20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 παρ.
ΚΠολΔ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη συνέχεια δε καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην "έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την αλήθεια ή μη του γεγονότος που αποδείχθηκε.
Για να είναι όμως ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης θα πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ' αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.
Έγγραφα κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 256/2012, 20/2011, 121/2011, 1058/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 20 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../8-1-1894 συμβολαιογραφικού εγγράφου που συντάχθηκε από τον Ειρηνοδίκη Μυκόνου, για να καταλήξει στην παραδοχή ότι ο διαθέτης είχε κατά το θάνατό του και άλλο περιουσιακό στοιχείο και να απορρίψει ακολούθως την αγωγική αξίωση, σύμφωνα με την παραδοχή αυτή, για την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του, που στηριζόταν στην προσβολή της νόμιμης μοίρας των αναιρεσειόντων, ως κληρονόμων των νομίμων μεριδούχων του διαθέτη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του παραπάνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, καθώς και το περιεχόμενο που δέχθηκε τα δικαστήριο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένα το ανέγνωσε το Εφετείο και συνεπεία της εσφαλμένης ανάγνωσης δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει.
Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος καθ' όσον ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ούτε από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει κατ' ουσίαν την προαναφερόμενη αγωγική αξίωση, αλλά από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου αυτού, είναι απαράδεκτος καθ' όσον πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση τούτου, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ στο έγγραφο τη αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 6/2007).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης εκθέτουν οι αναιρεσείοντες ότι τόσον με την αγωγή τους, όσον και με την έφεση και τις προτάσεις τους υπέβαλαν πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την κατάχρηση του δικαιώματος εκ μέρους των αντιδίκων τους, τα οποία ειδικότερα αναφέρουν ότι με τις ενέργειες αυτές των αναιρεσιβλήτων πείσθηκαν ότι όποιο δικαίωμα είχε η δικαιοπάροχός τους και αυτοί από την ένδικη διαθήκη δεν πρόκειται να το ασκήσουν και έτσι επειδή άσκησαν το δικαίωμά τους διεκδικώντας το επίδικο ακίνητο με βάση την ίδια διαθήκη η ενέργειά τους αυτή είναι καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281ΑΚ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον δεν αποδίδεται με αυτόν νομική πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ώστε να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/4/2009 αίτηση των Ε. Σ. κ.λπ. περί αναιρέσεως της 870/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ