Legislator Case Law & Legislation
1725/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative decision due to lack of opposing party participation and inadmissible jurisdictional challenge.

Case Number 1725/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding land reforestation. The opposing party failed to appear or be represented during the hearing, yet the court proceeded as required by law. The State also argued the lower court exceeded its jurisdiction by re-evaluating binding administrative acts, a claim rejected as inadmissible. Consequently, the appeal was rejected without costs being assigned to the appellant due to their absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines jurisdictional challenges and procedural defaults, ruling that appeals must be dismissed if the opposing party is absent and jurisdictional arguments regarding binding administrative acts are inadmissible.

Keywords

AI generated
administrative appeal procedural default jurisdictional challenge binding administrative act absence of party Code of Civil Procedure inadmissible ground

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1725 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ο. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3896/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6422/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη, με επίκληση, από το αναιρεσείον, με αριθμ. 1006/25-02-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π. Π., προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν με αριθμ. 2617/01-02-2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί ορισμού του Γ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και την από 01-02-2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (01-02-2023), με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).

Όμως, κατά την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε ούτε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 12-11-2021 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 6422/21-11- 2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-05-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 3896/2018, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου του άρθρου 19 του ν. 719/1977, ορίζεται ότι "1. Επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των διά πευκοδασών κεκαλυμμένων εκτάσεων, περί ων η υπ` αριθμ. 1151/1872 απόφασις του Εφετείου Αθηνών, αι υπ` αριθ. 116/1868 και 698/1876 αποφάσεις του Εφετείου Ναυπλίου και η υπ` αριθ. 110/1878 απόφασις του Αρείου Πάγου, επί των εξ αυτών κεκαλυμμένων διά πευκοδασών εκτάσεων των κειμένων εντός της περιοχής των διοικητικών ορίων του ήδη Δήμου ...

ως και της αγροτικής κοιλάδος του Θορικού και κατεχομένων προ της 1ης Ιανουαρίου 1967 υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, ουδέν δικαίωμα κυριότητος ή νομής του Ελληνικού Δημοσίου υφίσταται διά τας μέχρις εκατόν (100) στρεμμάτων δι` έκαστον κάτοχον αγροτικάς εκτάσεις, θεωρουμένου δι` αυτάς, ανεξαρτήτως πάσης αντιθέτου διατάξεως, ως εν πάση περιπτώσει συμπληρωθέντος χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας κατ` αυτού. 2.

Εξαιρούνται της διά του παρόντος άρθρου ρυθμίσεως: α) αι εκτάσεις αι καταλαμβανόμεναι υπό του αιγιαλού και της παραλίας και β) αι εκτάσεις αίτινες απεψιλώθησαν των επ` αυτών πρότερον πευκοδασών, ένεκεν πυρκαϊών". Παράλληλα, με το άρθρο 7 Ν. 1160/05-06-1981 (ΦΕΚ Α 147) ορίστηκε : παρ. 39 : "Ως χρονικόν όριον ισχύος της παρ. 2 εδαφ.

β` άρθρ. 19 του ν. 719/1977 ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 1967 και εντεύθεν", παρ. 40 "εξαιρουμένων των κατά την δημοσίευσιν του άνω νόμου αποδεδειγμένως δια πευκοδασών κεκαλυμμένων εκτάσεων, η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται επί πάσης εκτάσεως κειμένης εντός των διοικητικών ορίων Δήμου ... και κοιλάδος Θορικού, ανεξαρτήτως της φύσεως του εδάφους" και με την παρ. 41 " δια την συνδρομήν των εν γένει προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 19 του ν. 719/1977 ως τροποποιείται, αρμόδιος καθίσταται ο οικείος Δασάρχης, όστις, της αιτήσει παντός ενδιαφερόμενου, υποχρεούται να χορηγή αντιστοίχους βεβαιώσεις, επί τη προσαγωγή εις αυτόν και ενόρκων βεβαιώσεων, ως και υπευθύνων δηλώσεων του ν.δ. 105/1969 εν ελλείψει ετέρων στοιχείων".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εφόσον πρόκειται για έκταση μικρότερη από εκατό (100) στρέμματα, που δεν καλύπτεται από πευκοδάσος, βρίσκεται δε μέσα στα όρια του Δήμου ... και της αγροτικής κοιλάδας Θορικού και την κατείχε κάποιος πριν από την 1η Ιανουαρίου 1967, ο κάτοχος αυτής γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, γιατί θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο χρόνος της χρησικτησίας κατά του ελληνικού δημοσίου, εξαιρουμένων των εκτάσεων που καταλαμβάνονται από αιγιαλό και παραλία και εκτάσεις που, από 01-01-1967, αποψιλώθηκαν των επ' αυτών πρότερον πευκοδασών ένεκα πυρκαγιών (ΑΠ 552/1998, ΑΠ 1375/1989).

Η προαναφερομένη ρύθμιση επιβλήθηκε από λόγους κοινωνικής ανάγκης και εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και, ειδικότερα, για την άρση των αμφισβητήσεων, που προέκυψαν μετά την έκδοση των μνημονευόμενων παραπάνω αποφάσεων και δημιούργησαν αβεβαιότητα ως προς τα δικαιώματα αυτών που για πολλά χρόνια κατείχαν τα αγροτικά ακίνητα της περιοχής, των οποίων η εκμετάλλευση από αυτούς είναι προς όφελος της εθνικής οικονομίας.

Δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του αυτού Συντάγματος και στην περίπτωση ακόμη που πράγματι το Δημόσιο ήταν κύριο, εν όλω ή εν μέρει, των εκτάσεων αυτών, γιατί η απόκτηση της κυριότητας μιας τέτοιας έκτασης από τον κάτοχό της είναι αποτέλεσμα της παραίτησης του Δημοσίου με τη θέλησή του από το δικαίωμα της κυριότητάς του, που δεν καταλύθηκε αυτοδικαίως αλλά συνεπεία κατοχής της έκτασης από τον τρίτο, στην οποία έδωσε ο νομοθέτης το πιο πάνω έννομο αποτέλεσμα, καθιερώνοντας με τις προϋποθέσεις που ορίστηκαν τον θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας σε βάρος του Δημοσίου, που έπαυσε να ισχύει από το έτος 1915, άρθρο 21 του Ν.Δ.

της 26.4/16.5.1926 (ΑΠ 1375/1989). Από τις διατάξεις των άρθρων 117 παρ. 3 του Σ. με τις οποίες ορίζεται ότι δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να ανατεθούν για άλλο προορισμό σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 14, 38, 41 του ν. 998/1979 προκύπτει ότι κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη, με απόφαση του οικείου Νομάρχη, που καθορίζει τα όρια της έκτασης, η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδεύεται υποχρεωτικά από σχεδιάγραμμα που δημοσιεύεται σε σμίκρυνση με την απόφαση στην ΕτΚ, προκύπτει ότι η κηρυχθείσα ως αναδασωτέα έκταση υπάγεται αυτομάτως στη δασική νομοθεσία και δεν καταλείπεται έδαφος αμφισβήτησης ως προς το δασικό της χαρακτήρα (ΣτΕ 3624/2014, ΣτΕ 2717/2012, ΣτΕ 4535/2011).

Όμως, η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 19 του ν. ν. 719/197, δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος ούτε του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί ρητώς εξαιρούνται από αυτήν οι δασικές εκτάσεις που καλύπτονται με πεύκα, καθώς και το από 01-01-1967 και εντεύθεν αποψιλωθέν υπάρχον πρότερον πευκοδάσος ένεκα πυρκαγιών, ενώ η ρύθμιση τέθηκε, με τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, από λόγους κοινωνικής ανάγκης και εξυπηρέτηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, προς αγροτική τους εκμετάλλευση για την προαγωγή της εθνικής οικονομίας, όταν μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της περιοχής αποζεί από αυτές (πρβλ ΑΠ 1375/1989). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 571/2022, ΑΠ 1080/2021).

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος αφορά κανόνες ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 34/2023). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο (ΟλΑΠ 447/1984) και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1076/2018).

Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμόδιου δικαστηρίου (ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002). Η παράλειψη του δικαστηρίου να εξετάσει παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης, εάν δηλαδή τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, και ενδεχομένως να μην εφαρμόσει τη διοικητική πράξη, μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν έτσι παραβιάζεται η (ουσιαστικού δικαίου) διάταξη που θεσπίζει τις προϋποθέσεις του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 151/2017, ΑΠ 1627/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων τυγχάνει κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου έκτασης κατά μεν τους τίτλους κτήσης του 2.055 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 1.927,78 τ.μ., εντός του οποίου έχει ανεγερθεί ισόγεια οικοδομή, επιφάνειας 119,42 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της δημοτικής ενότητας ...

του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλης, επί της οδού ... τέρμα και ήδη .... Το ως άνω αγροτεμάχιο εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο από Σεπτεμβρίου 2011 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του δασολόγου - περιβαντολόγου Ε. Σ. και συνορεύει κατ' αυτό ως εξής: βορείως επί πλευράς ΑΒ μέτρων 72,73 με άγνωστη ιδιοκτησία, νοτιοδυτικώς επί πλευράς ΑΖ μέτρων 80 με ιδιοκτησία Ε.

Χ., νοτιοανατολικώς επί προσώπου μέτρων 10,15 με αγροτική οδό και ανατολικώς επί πλευράς ΕΔ μήκους 28 με ιδιοκτησία Ε. Χ. και πλευράς ΒΓ μέτρων 14 με ιδιοκτησία Φ. Σ.. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος: α) κατά ποσοστό 11/20 εξ αδιαιρέτου κατόπιν αγοράς από τους α) Ε. χήρα Δ. Κ., β) Ν. Κ. του Δ.

και γ) Δ. Κ. του Δ., δυνάμει του .../1985 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με α.α. ... και β) κατά ποσοστό 9/20 εξ αδιαιρέτου κατόπιν αγοράς από τους α) Γ. Κ. του Δ., β) Α. Κ. του Δ. και γ) Π. - Α. Κ. του Δ., δυνάμει του .../1986 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

στον τόμο ... και με α.α. .... Στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος την 14.2.1979 Δ. Κ. του Ν., συζύγου της Ε. Κ. και πατέρα των λοιπών πωλητών αντιστοίχως. Την επαχθείσα κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αποδέχθηκαν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δυνάμει των .../1985 και .../1986 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στους τόμους ...

με α.α. ... και ... με α.α ... αντίστοιχα. Στον κληρονομούμενο το ευρύτερο ακίνητο είχε περιέλθει κατόπιν αγοράς από την Α. συζ. Η. Α., δυνάμει του …/1967 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Β. Π., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με α.α….. Στην πωλήτρια το πωληθέν ευρύτερο ακίνητο είχε περιέλθει κατόπιν αγοράς από την Α.

συζ. Β. Π., δυνάμει του .../1966 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Σ. Κ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … με α.α. …., στη δε πωλήτρια το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει ομοίως κατόπιν αγοράς του δυνάμει του .../1962 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου. Ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του, τουλάχιστον από το έτος 1962 κατείχαν, επόπτευαν και ενεργούσαν με καλή πίστη, τους προαναφερθέντες νόμιμους τίτλους και διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο, καθώς και στη φύση αυτού.

Έτσι, η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Α. συζ. Β. Π., και οι μεταγενέστεροι αυτής έμμεσοι και άμεσοι δικαιοπάροχοι του, καλλιεργούσαν σε αυτό δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι κ.α.) και ο ίδιος ο ενάγων φύτευε σ' αυτό ελαιόδενδρα, πορτοκαλιές και λεμονιές. Επιπλέον, από το έτος 1985 υφίσταται εντός του επιδίκου οικοδομή, η οποία έχει υπαχθεί με αίτηση του ενάγοντος, στο άρθρο 24 του ν. 4014/2011.

Πέραν αυτών, η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο, δεν είναι δασική, ούτε καλύπτεται από πευκοδάσος, όπως αποδεικνύεται από αεροφωτογραφίες της Γ.Υ.Σ. ήδη από του έτους 1945 και τη σχετική μελέτη φωτοερμηνείας τους. Αντίθετα περιλαμβάνει εκτάσεις με μόνιμη γεωργική καλλιέργεια και ήπια δόμηση.

Επιπλέον, υφίσταται στην περιοχή αυτή άρτια διαμορφωμένο οδικό δίκτυο, καθώς και δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Κατόπιν τούτων, αφού η επιφάνεια του επιδίκου υπολείπεται των εκατό (100) στρεμμάτων και δεν αποδεικνύεται ότι καλύπτεται από πευκοδάσος με δεδομένο ότι αυτό βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου ...

και το κατείχαν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1967, ο τελευταίος έχει καταστεί, ..., κύριος του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του. Το τελευταίο, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι αυτό είναι κύριο του επιδίκου ακινήτου, εξέδωσε - δια του Δασαρχείου Λαυρίου - την υπ' αριθ. ....1986 βεβαίωση, με την οποία χαρακτήρισε τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 1.624 τ.μ., ως δασικό.

Ακολούθως, εξέδωσε ομοίως - δια του αρμοδίου Δασάρχη Λαυρίου - τα υπ' αριθ. ... και ... πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, με τα οποία απέβαλε τον ενάγοντα και συγκεκριμένα, με το πρώτο, από επιμέρους έκταση του ενιαίου ακινήτου του, επιφάνειας 681 τ.μ., και με το δεύτερο, από έτερο τμήμα του, επιφάνειας 1.120,25 τ.μ., τα οποία χαρακτήρισε ως καταληφθέντα τμήματα πευκοδάσους.

Αμφότερα, ωστόσο, τα ανωτέρω πρωτοκόλλα διοικητικής αποβολής, ακυρώθηκαν με τελεσίδικες αποφάσεις και συγκεκριμένα, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δυνάμει της 185/1992 αμετάκλητης απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δε υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ακυρώθηκε αμετακλήτως δυνάμει της 13901/2013 ανέκκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με τις αποφάσεις αυτές, κρίθηκε ότι το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο στερείται κάθε δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, ο δε ενάγων και ήδη ..., με την 67081/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αθωώθηκε για την αποδοθείσα σ' αυτόν κατηγορία της παράβασης του άρθρου 71 §3 του ν. 998/1979, αφού κρίθηκε ότι οι υλικές πράξεις στις οποίες προέβη επί της επίδικης έκτασης είχαν γίνει σε δική του ιδιοκτησία και όχι σε δημόσια δασική.

Τέλος, ενόψει όσων αποδείχθηκαν, οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ότι το ίδιο είναι κύριο του επιδίκου, διότι αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, η οποία περιήλθε σ' αυτό λόγω διαδοχής του οθωμανικού δημοσίου σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας του έτους 1832 και τα από 06.06.1830 και 07.07.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, καθόσον αυτό ήταν δάσος κατά το έτος 1836 και δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το β.δ.

της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ετήσια ανατρεπτική προθεσμία ή διότι ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος τα έτη 1833-1834, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο "ταπί" που είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι καταλήφθηκε πριν από το έτος 1837, ως αδέσποτο ή διότι κατά το έτος αυτό ήταν αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, που είναι νόμιμοι και συνιστούν ενστάσεις ιδίας κυριότητας και το ενιστάμενο εναγόμενο φέρει το βάρος απόδειξης τους, δεν αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί του ως άνω ακινήτου κτηθείσα παραγώγως με τα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια και σε κάθε περίπτωση πρωτοτύπως (με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία), καθώς και το ότι το εναγόμενο τόσο με την έκδοση από τον Δασάρχη Λαυρίου των προαναφερόμενων πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, όσο και με την υπ' αριθ. ....1986 βεβαίωση του Δασάρχη Λαυρίου, με την οποία χαρακτήρισε τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 1.624 τ.μ., ως δασικό, αλλά και με άλλες υλικές ενέργειες των οργάνων του, αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντας, πρέπει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε : 1. Ότι το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο, έκτασης κατά μεν τους τίτλους κτήσης του 2.055 τ.μ., κατά δε νεότερη καταμέτρηση 1.927,78 τ.μ., με ισόγεια οικοδομή, επιφάνειας 119,42 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της δημοτικής ενότητας ...

του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλης. 2. Ότι το επίδικο ακίνητο :α) από το έτος 1945 ήταν αγροτική έκταση, β) κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 719/1977 και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν ήταν πευκοδάσος, γ) βρίσκεται μέσα στα όρια του Δήμου ..., δ) πριν από την 1η Ιανουαρίου 1967, εποπτεύονταν, κατεχόταν και καλλιεργούνταν με δημητριακά (σιτάρι και κριθάρι κλ.π.), από την απώτερη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Α.

Α., στην οποία είχε περιέλθει, το έτος 1966, λόγω αγοράς, ευρύτερου ακινήτου, και ε) εμπεριέχοντας και ότι από 01-01-1967 δεν είχε αποψιλωθεί, λόγω πυρκαγιάς προηγούμενου πευκοδάσους, 3. Ότι η Α. συζ. Η. Α., κατέστη κυρία, με έκτακτη χρησικτησία, διότι θεωρήθηκε κατά πλάσμα των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 719/1977, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της ο χρόνος της χρησικτησίας κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι δεν ήταν πευκοδάσος, δεν ήταν αιγιαλός και παραλία και ούτε πευκοδάσος που, από 01-01-1967 και εντεύθεν αποψιλώθηκε ένεκα πυρκαγιών. 4.

Ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, με σειρά διαδοχικών μεταβιβάσεων, με τα με αριθμ. .../1985 και .../1986 αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβ/φου Αθηνών Ι. - Κ. Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, από τους πωλητές Ε. χήρα Δ. Κ., Ν. Κ. του Δ., Δ. Κ. του Δ., Γ. Κ. του Δ., Α. Κ. του Δ. και Π. - Α.

Κ. του Δ., στους οποίους είχε περιέλθει με τις με αριθμ. .../1985 και .../1986 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και στον κληρονομούμενο, είχε περιέλθει, με το με αριθμ. ../1967 συμβόλαιο του συμβ/φου ... Β. Π., που είχε μεταγραφεί νόμιμα, λόγω αγοράς από την Α. συζ.

Η. Α., στην οποία είχε περιέλθει ευρύτερο ακίνητο, δυνάμει του .../1966 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου ... Σ. Κ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα, λόγω αγοράς από την Α. Π., πωλήτρια το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει, ομοίως, λόγω αγοράς του δυνάμει του .../1962 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου. 5. Ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, και με πρωτότυπο τρόπο, της έκτακτης χρησικτησίας, διότι από τα έτη 1985 - 1986, ασκεί τις αναφερόμενες παραπάνω εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου (φύτευση ελαιοδένδρων, πορτοκαλιές και λεμονιές, κατασκευή κατοικίας το έτος 1985), και με τους παραπάνω νόμιμους τίτλους, προσμετρώντας και τη νομή διανοία κυρίου της δικαιοπαρόχου του, Α.

Α., οι οποίοι καλλιεργούσαν αυτό, με δημητριακά, (σιτάρι και κριθάρι κλ.π.), και με τους παραπάνω νόμιμους τίτλους, νομίμως μεταγραφέντες. Και 5. Ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέλυσε την παραπάνω κυριότητα του αναιρεσιβλήτου. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 3 του Σ.

και 38 παρ. 1 του ν. 998/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και υπήγαγε το ένδικο ακίνητο στις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 719/1997, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 719/1977, δεν αντιβαίνουν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, εφόσον κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά το επίδικο ακίνητο ούτε τμήμα αυτού ήταν πευκοδάσος ούτε έλαβε χώρα σ' αυτό αποψίλωση, λόγω πυρκαγιάς πευκοδάσους.

Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο, ότι το Εφετείο χωρίς να εξετάσει παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των παρακάτω πράξεων της διοίκησης, ειδικότερα: 1) της με αριθμ.

πρωτ. ...1988 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που αφορά, την εμφαινόμενη στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα κηρυχθείσα ως αναδασωτέα έκταση, εμβαδού 681 τ.μ., για την οποία εκδόθηκε η ...1988 Δασική Απαγορευτική Διάταξη του Δασάρχη Λαυρίου, και 2) της με αριθμ. πρωτ. ...2012 (ΦΕΚ τ. Δ .../2012) απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που αφορά την απεικονιζόμενη στο συνημμένο διάγραμμα κηρυχθείσα ως αναδασωτέα έκταση εμβαδού 1.120 τ.μ., για την οποία εκδόθηκε η με αριθμ. ...2012 Δασική Απαγορευτική Διάταξη του Δασάρχη Λαυρίου, με τις οποίες (διοικητικές πράξεις) είχε κριθεί δεσμευτικά έναντι όλων ο δασικός χαρακτήρας των ως άνω εκτάσεων, διότι δεν έχει εκδοθεί απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, δηλαδή το Εφετείο χωρίς να εξετάσει αν τα όργανα της αντίστοιχης διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της της εξουσίας τους, έκρινε διαφορετικά, ήτοι ότι ήταν αγροτική έκταση, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ότι η αναδάσωση κηρύχθηκε με τις ανωτέρω διοικητικές πράξεις λόγω αποψίλωσης πευκοδάσους (και όχι γενικώς δασικής έκτασης) από πυρκαγιά που έλαβε χώρα μετά την 01-01-1967, ενόψει της ύπαρξης ρητής, με το άρθρο 19 του ν. 719/1977, πρόβλεψης για την απόδοση στους κατόχους τους προς εκμετάλλευση, εκτός αν πρόκειται για πευκοδάσος ή αποψίλωση, από 01-01-1967, λόγω πυρκαγιάς πευκοδάσους, μη αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 3 του Σ.

και του άρθρου και 38 παρ. 1 του ν. 998/1979. Η αιτίαση με τον αυτό, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπάνω λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι "η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο, δεν είναι δασική, ούτε καλύπτεται από πευκοδάσος... Αντίθετα, περιλαμβάνει εκτάσεις με μόνιμη καλλιέργεια και ήπια δόμηση..", προβαίνοντας, έτσι, σε αντίθετη κρίση ως προς το δασικό ή μη χαρακτήρα τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του, που είχε κριθεί δεσμευτικά από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές είναι απαράδεκτη, η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 2 του ΚΠολΔ. [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.

γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ` όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.

Η παράβαση της ως άνω υποχρέωσης ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναίρεσης υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002). Επίσης, ο λόγος αυτός ιδρύεται αν, παρά τη βεβαίωση του Εφετείου από όλο το περιεχόμενο της απόφασής του και το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καθίστανται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, αλλά καταλείπονται, αντίθετα, αμφιβολίες για το αν αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το αποδεικτικό μέσο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε το δικαστήριο οφείλει να το αντικρούσει ειδικά (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 479/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται, πλην άλλων, οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 901/2019) και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1869/2022, ΑΠ 1856/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως, ενώπιον αυτού, προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε προς απόδειξη ότι το τμήμα, έκτασης 1.624 τ.μ.

του επίδικου ακινήτου, ήταν πευκοδάσος, και, ειδικότερα: 1) την επ' αυτού από 06-21-1986 έκθεση φωτοερμηνείας και αυτοψίας του δασολόγου Γ. Ζ., και την επ' αυτού έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1937 (ζεύγη Α/Φ 18021 - 18022), 1939 (ζεύγη Α/Φ 1526 - 1527), 1945 (ζεύγη Α/Φ 074 -075) και 1967 (ζεύγη Α/Φ 21189 - 21190), σύμφωνα με την οποία έκταση με στοιχεία ΑΒΒ'Γ'Δ'Ε'ΖΑ, εμβαδού 1.624 τ.μ., είναι δάσος πεύκης και δασική έκταση, που περιλαμβάνεται στο από Μάιο 1986 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην, επικληθείσα, με αριθμ. ...1986 βεβαίωση του Δασαρχείου Λαυρίου, το κείμενο της οποίας παραπέμπει στο παραπάνω επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα (ως σχετ. 1), 2) αντίγραφο του Κτηματολογικού Πίνακα, από το οποίο προκύπτει ότι τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 1.790 τ.μ., με κωδικό αριθμό (...) συνιστά δημόσιο πευκοδάσος στις αεροφωτογραφίες του έτους λήψης 1978, που επιδικάστηκαν υπέρ του Δημοσίου με τη με αριθμ. 1151/1872 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εξαιρούμενο από τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 719/1977 (ως σχετ. 2), και 3) την από 09-10-1997 αναφορά του δασολόγου Χ.

Α., με τη συνημμένη σ' αυτήν έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας, σύμφωνα με την οποία η αναφερόμενη έκταση 479,00 τ.μ. και 1.145,00 τ.μ., συνολικά 1.624 τ.μ. είναι πευκοδάσος (ως σχετ. 3), 4) τη με αριθμ. πρωτ. ...1998 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που αφορά τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 681 τ.μ., που κηρύχθηκε αναδωτέα (ως σχετ. 4), και 5) τη με ...2012 (ΦΕΚ τ.

Δ .../2012) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που αφορά έτερο τμήμα της επίδικης έκτασης, που κηρύχθηκε αναδασωτέα, εμβαδού 1.120 στρέμματος (ως σχετ. 5), με αποτέλεσμα να κρίνει ότι το όλο ακίνητο έκτασης, κατά τον τίτλο 2.055 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 1.927,78 τ.μ., ήταν αγροτεμάχιο και ότι "..η ευρύτερη περιοχή δεν καλύπτεται από πευκοδάσος, όπως αποδεικνύεται από αεροφωτογραφίες της Γ.Υ.Σ.

ήδη από του έτους 1945 και τη σχετική μελέτη φωτοερμηνείας τους..", μέμφοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, επιπλέον για το ότι παρόλο που γίνεται αναφορά, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στη με αριθμ. ...1986 και, ειδικότερα "...[εννοείται το αναιρεσείον Δημόσιο] υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι αυτό είναι κύριο του επιδίκου ακινήτου, εξέδωσε - δια του Δασαρχείου Λαυρίου - την υπ' αριθ. ....1986 βεβαίωση, με την οποία χαρακτήρισε τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 1.624 τ.μ., ως δασικό ....

ότι το εναγόμενο .... και με την υπ' αριθ. ....1986 βεβαίωση του Δασάρχη Λαυρίου, με την οποία χαρακτήρισε τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 1.624 τ.μ., ως δασικό, ........., αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος", δεν έλαβε υπόψη την από 06-11-1986 φωτοερμηνεία που εμπεριεχόταν στο επισυναπτόμενο στη βεβαίωση τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ αν λάμβανε υπόψη αυτήν και όλα τα επικαλούμενα θα έκρινε ότι η έκταση των 1.624 τ.μ., ότι ήταν πευκοδάσος, και εξαιρείτο το ως άνω τμήμα του επιδίκου της εφαρμογής του άρθρου 19 του ως άνω νόμου, και ότι ειδικά για τα με στοιχεία -4- και -5- έγγραφα η αμφιβολία επιτείνεται για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνεται παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους των διοικητικών αυτών πράξεων, ήτοι αν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα όρια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν την ουσιαστική τους κρίση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, ως προς τα με στοιχεία -4- και -5- έγγραφα διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των εγγράφων, και, ειδικότερα, η ακριβής θέση των τμημάτων που αφορούν τα έγγραφα αυτά, μέσα στην επίδικη έκταση ούτε αν αφορούν διοικητική πράξη αναδάσωσης ένεκα αποψίλωσης, από την 01-01-1967 και εντεύθεν, ένεκα πυρκαγιάς υπάρχοντος πευκοδάσους, ως προς το με στοιχείο -1- έγγραφο δεν προσδιορίζεται το τμήμα του πευκοδάσους και το τμήμα της δασικής έκτασης, ως προς το με στοιχείο - 2 - έγγραφο δεν προσδιορίζεται το τμήμα των 1.790 τ.μ.

σε σχέση με τα επικαλούμενα λοιπά τμήματα 1.624 τ.μ., που αναφέρονται στα με στοιχείο - 1 - και - 3 - έγγραφα. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, βεβαίωση του Εφετείου που περιέχεται στην απόφασή του ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων μνημονεύεται στην απόφαση η με αριθμ. ...1986 βεβαίωση, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, ενώ απ' όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, και αντικρούεται ο επικαλούμενος από το αναιρεσείον ισχυρισμός για την επικαλούμενη δασική μορφή του άνω τμήματος του επιδίκου με τις παραδοχές ότι το επίδικο από το έτος 1945 ήταν και είναι αγροτική έκταση και όχι πευκοδάσος, εμπεριέχοντας και ότι από 01-01-1967 και εντεύθεν δεν έλαβε χώρα πυρκαγιά πευκοδάσους.

Και, τούτο, ανεξαρτήτως ότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1324/2022) Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

[3] Κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σ' αυτά, κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ, ιδιωτικές διαφορές, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοίκησης, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Τα τελευταία περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφομένους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και, τέλος, αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου από τη φύση της, ή υπόθεσης, η οποία κατ' αρχήν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όμως με ρητή διάταξη νόμου έχει εξαιρεθεί από αυτή.

Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ. Περίπτωση, όμως, τέτοιας υπέρβασης δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία του, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2 και 282 ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον, (όταν το δικαστήριο στερείται σχετικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας), οπότε η απόφαση του για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2018, ΑΠ 1244/2022, ΑΠ 2496/2019, ΑΠ 825/2017).

Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την προσφυγή ή την αίτηση ακύρωσης ενώπιον του εκάστοτε αρμόδιου δικαστηρίου (ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλούμενο ότι η προσβαλλόμενη υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, για το λόγο ότι χωρίς να κρίνει παρεμπιπτόντως ως μη νομίμως εκδοθείσες, τις με αριθμ. ...1988 και ...2012 αμετάκλητες αποφάσεις του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, αντίστοιχα, δημοσιευθείσες στο ΦΕΚ, με τις οποίες, αφού είχε κριθεί δεσμευτικώς ο δασικός χαρακτήρας έκτασης 681 τ.μ.

και 1.120,25 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου, κηρύχθηκαν αυτές αναδασωτέες, προέβη με την προσβαλλόμενη σε αντίθετη ουσιαστική κρίση ως προς το μη δασικό χαρακτήρα, ο οποίος είχε δεσμευτικά κριθεί με τις ως άνω διοικητικές πράξεις, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος παραπάνω λόγος αναίρεσης.

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν ορίζονται διότι, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα και δεν υφίσταται σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 6422/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ