Legislator Case Law & Legislation
1725/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's property dispute ruling due to lack of relevant grounds.

Case Number 1725/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment regarding a property dispute between the State and private parties. The State argued procedural errors and failure to consider specific documents, but the Court found these claims baseless. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; An appeal must target specific defendants whose interests are affected by the appealed judgment, and it is inadmissible if the alleged errors do not concern a specific party or if the lower court's evaluation of evidence is not subject to review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific party targeting evaluation of evidence property dispute legal costs civil procedure Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the Ministerial Decision 134423/28.12.1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1725 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1725/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Ν. Α., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Καλαποθαράκο που ανακάλεσε την από 5-1-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Νίκαιας Αγίου Ιωάννη Ρέντη", που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής, επί της οδού Π. Τσαλδάρη, αριθμ. 10, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη-Παναγιώτη Κλαπαδάκη, που ανακάλεσε την από 31-1-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2431/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ'εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη όπου εκδόθηκε αυτή και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας.

Ειδικότερα η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται μόνον εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος από τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αφορούν κάποιοι διάδικο, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται και εναντίον του είναι απαράδεκτη, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη κι αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους αυτούς. (ΑΠ 60/2020, ΑΠ. 913/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, Ε. Α. και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Νίκαιας - Αγίου Ιωάννη Ρέντη" άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 11.6.2015 αγωγή.

Με την αγωγή αυτή η πρώτη ενάγουσα εξέθετε ότι κατέστη κυρία κυρίως με παράγωγο τρόπο του περιγραφομένου σε αυτήν γεωτεμαχίου (οικοπέδου) συνολικής εκτάσεως 234,75 τ.μ., κείμενου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της Νίκαιας Αττικής, το οποίο μεταβιβάσθηκε στην ίδια από τον πατέρα της με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο γονικής παροχής, στον ως άνω δε δικαιοπάροχο της είχε περιέλθει κατά ένα τμήμα του εμβαδού 153,72 τ.μ. εξ αγοράς με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο, από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού και κατά ένα τμήμα εκτάσεως 81,70 τ.μ., με το νόμιμα μεταγραμμένο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τον προηγούμενο αληθή κύριο τούτου, στον οποίο είχε περιέλθει επίσης με παράγωγο τρόπο με βάση το ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, σε κάθε δε περίπτωση και με πρωτότυπο τρόπο και επικουρικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 με τη μνεία ότι τόσο η ίδια από την εγκατάστασή της σε αυτό το έτος 1993, οπότε της μεταβιβάσθηκε το συνολικό ακίνητο από τον πατέρα της, όσο και οι δικαιοπάροχοι της από το έτος 1875 ασκούσαν διανοία κυρίου με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, όλες τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως.

Επίσης, το δεύτερο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. εξέθετε ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 Ν. 1337/1983, είναι πλήρης και αποκλειστικός κύριος του ομοίως κείμενου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Νίκαιας Αττικής γεωτεμαχίου (πρώην κοινόχρηστης οδού) συνολικής εκτάσεως 73,99 τ.μ.. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι μετά την ένταξη του Δήμου Νίκαιας Αττικής στο Εθνικό Κτηματολόγιο και την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας αμφότερα τα ως άνω γεωτεμάχια καταχωρήθηκαν εσφαλμένα ως επί μέρους τμήματα ευρύτερης εδαφικής έκτασης με ΚΑΕΚ ...

ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητα του καθενός από αυτούς επί των ως άνω εδαφικών τμημάτων και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας Αττικής, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από τις εσφαλμένες ως άνω αντίστοιχες αναγραφές των ακινήτων αυτών ως ιδιοκτησιών του Ελληνικού Δημοσίου να καταχωριστούν αντίστοιχα ως ιδιοκτήτες οι ίδιοι.

Με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποστήριξε, ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις περιήλθαν στην κυριότητά του, μεταξύ άλλων, βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αποτελώντας από το έτος 1820 δημόσια δασική έκταση, άλλως με έκτακτη χρησικτησία βάσει των διατάξεων του β.δ.

της 3/15.12.1833, ως αποτελούντα από το έτος 1820 λιβάδι ή βοσκότοπο, για την επικαρπία των οποίων κανείς δεν έχει παρουσιάσει έγγραφο (ταπί), άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1) σε συνδυασμό με το άρθρο 1045 ΑΚ, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 και 972 ΑΚ, ως αδέσποτες εκτάσεις. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η 2431/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, κρίνοντας ότι η πρώτη ενάγουσα απέκτησε το επίδικο γεωτεμάχιο, συνολικού εμβαδού 234,75τμ, με παράγωγο τρόπο, ήτοι με βάση την προπαρατεθείσα διαδοχή τίτλων, αποφαινόμενη περαιτέρω ότι, ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου περί κτήσης κυριότητας επί αυτού με οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους από το ίδιο τρόπους, η κυριότητά του αυτή έχει απολεσθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ.

β' Ν. 3127/2003, σύμφωνα με τα όσα επικαλούνταν η ενάγουσα καθ'υποφορά στην ως άνω αγωγή με την επικουρικότερη βάση της, αλλά και κατ'ένσταση, με τις νόμιμα κατατειθέμενες προτάσεις της, συντρεχουσών των απαιτουμένων από την ως άνω διάταξη προϋποθέσεων της ασκήσεως αυτού των πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με καλή πίστη για συνολικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών.

Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή ως κατ'ουσία, βάσιμη και ως προς το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ., με τις παραδοχές ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 Ν. 1337/1983, είναι πλήρης και αποκλειστικός κύριος του ομοίως κείμενου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Νίκαιας Αττικής γεωτεμαχίου (πρώην κοινόχρηστης οδού) συνολικής εκτάσεως 73,99 τ.μ., με βάση πράξη προσκυρώσεως αυτού.

Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς που την δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ'ουσίαν. Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από το εκκαλούν η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απευθυνόμενη κατά αμφοτέρων των ως άνω αντιδίκων του στη δευτεροβάθμια δίκη.

Πλην όμως, όπως προκύπτει από αυτήν, όλοι οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως αφορούν αποκλειστικά στην πρώτη εφεσίβλητη, χωρίς να αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικές με την παραδοχή της ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Δήμος Νίκαιας-Αγίου Ρέντη", είναι αποκλειστικός κύριος της επίδικης εκτάσεως των 73,99 τ.μ., με βάση τη διάταξη του άρθρου 28 Ν. 1337/1983, καθόσον αυτή αποτελούσε κοινόχρηστη οδό, η οποία προσκυρώθηκε σε αυτόν.

Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτη. Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί).

Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ", ήτοι μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. (ΑΠ 187/2017).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιαταράκτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου 3127/2003 επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου, ή νεμηθέντος, ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος, ή νεμηθείς), ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν κακής πίστεως.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατα κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.

Η έννοια του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημόσιου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημόσιου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. (ΑΠ 585/2021, ΑΠ 1603/2018).

Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19.3.2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ'αυτής. (ΑΠ 807/2019, ΑΠ 225/2017).

Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042ΑΚ ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:

α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν.3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν.3127/2003 καθίσταται σαφές, ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ' αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του. (ΑΠ 525/2020, ΑΠ165/2017) Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Επίσης, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Επί πλέον, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 7/2020 αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Θεοδώρας Μυστακίδου - Δημητρουλάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου..., περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της πρώτης εφεσίβλητης, για την ανωτέρω αιτία, ένα γεωτεμάχιο (οικόπεδο), κείμενο εντός σχεδίου πόλης Νικαίας Αττικής και στην ειδικότερη θέση "Ν.", το οποίο έχει επιφάνεια , σύμφωνα με το από Δεκεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χρήστου Φραδέλου, όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία ..., 234,75 τ.μ.

και το οποίο συνορεύει ...βόρεια με ρυμοτομούμενο τμήμα και πέραν αυτού με οδό ..., ανατολικά με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Κ., δυτικά με ρυμοτομούμενη έκταση, ενώ, το ανωτέρω ακίνητο είχε προηγουμένως περιέλθει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του παρέχοντος Ν.

Σ. του Γ. και Ε., πατέρα της πρώτης εφεσίβλητης, ως δύο επί μέρους εδαφικές εκτάσεις. Ειδικότερα, ο εν λόγω Ν. Σ. ... είχε κατά το χρόνο της ανωτέρω μεταβίβασης καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος, α) αφ'ενός, δυνάμει του ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Βασιλείου Σταματόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου..., με αγορά από την προηγούμενη κυρία Κ.

Λ. του Ν., μίας επιμέρους (του προπεριγραφόμενου ευρύτερου γεωτεμαχίου, επιφανείας 234,75 τ.μ.) εδαφικής έκτασης (αγροτεμαχίου), κατά τον εν λόγω τίτλο κτήσης, ως και εκ του ότι, ως κάτωθι αναφέρεται, η περιοχή, όπου κείται το οικείο γεωτεμάχιο , εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης σε μεταγενέστερο της εν λόγω μεταβίβασης χρόνο, κειμένης στη θέση ...

και στο οικοδομικό τετράγωνο 530 της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Νίκαιας, εμβαδού 153,72 τ.μ., συνορεύουσας δε, σύμφωνα με τον ίδιο ανωτέρω τίτλο κτήσης, ανατολικά με το υπ'αριθμ. … αγροτεμάχιο του αυτού οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με το υπ'αριθμ. … αγροτεμάχιο του αυτού οικοδομικού τετραγώνου, βόρεια με ιδιωτική οδό και νότια με το υπ'αριθμ.

… αγροτεμάχιο του αυτού τετραγώνου, β) αφ'ετέρου, κατόπιν έκδοσης της υπ'αριθμ. ... Πράξης Τακτοποίησης Προσκύρωσης και Αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών του Τμήματος Απαλλοτριώσεων της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Πειραιώς), δυνάμει δε του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Πειραιώς Θεοδώρας Μυστακίδου - Δημητρουλάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου... , με αγορά από τον Κ.

Κ. του Δ., μίας επί μέρους (του προπεριγραφόμενου ευρύτερου γεωτεμαχίου, επιφανείας 234,75 τ.μ.) εδαφικής έκτασης (αγροτεμαχίου, κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης του πωλητή Κ. Κ. και, ήδη, οικοπέδου), εμβαδού , κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης 81,70 τ.μ. και συνορεύουσας... βόρεια με οδό ..., δυτικά με ρυμοτομηθέν τμήμα 19ης οδού, νότια με τμήμα, το οποίο προσκυρούται στην ιδιοκτησία 16 Μπρούντζου, ανατολικά με οικόπεδο 14 ιδιοκτησίας Ν.

Σ. (πατέρα και δικαιοπαρόχου της πρώτης εφεσίβλητης), επισημαινόμενου ότι το εν λόγω εδαφικό τμήμα, επιφανείας 81,70 τ.μ. είχε περιέλθει στον ανωτέρω Κ. Κ., ως μέρος ευρύτερου γεωτεμαχίου, με αγορά από τον Χ. Π., και από την Μ., σύζυγο Χ. Π., δυνάμει δε, του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Γεωργίου Καστάνη, νομίμως μεταγεγραμμένου...

η πρώτη εφεσίβλητη, για τη θεμελίωση της κυριότητάς της, επί τμήματος εμβαδού 81,70 τ.μ. του όλου ακινήτου της (συνολικού εμβαδού 234,75 τ.μ.), το οποίο της μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, ο δικαιοπάροχος πατέρας της, επικαλέσθηκε την αγορά του τμήματος αυτού από όμορο γείτονα, βάσει του προαναφερόμενου συμβολαίου ..., νομίμως μεταγεγραμμένου, το οποίο (συμβόλαιο) ακολούθησε την έκδοση της πιο πάνω πράξης προσκύρωσης.

Περαιτέρω, μνημονεύει στο δικόγραφο της αγωγής πράξεις νομής διανοία κυρίου, τις οποίες άσκησαν οι δικαιοπάροχοι της και η ίδια, κατά το χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των τριάντα ετών), που προηγήθηκε της ισχύος του ν. 3127/2003, περιγράφοντας αυτές ως υλικές πράξεις εποπτείας, οριοθέτησης, επίβλεψης, απαγόρευσης επέμβασης άλλων, δήλωσής του στο έντυπο Ε9 της αρμόδιας οικονομικής εφορίας και πληρωμής των σχετικών φόρων και τελών, καθώς και του ποσού των 13.317,64 ευρώ, για τη συντέλεση της προσκύρωσης...

Ειδικότερα αποδείχθηκε...", συνεχίζει το Εφετείο, "ότι το επίδικο ακίνητο της πρώτης εφεσίβλητης, εμβαδού 320,75 τ.μ. είναι οικόπεδο εντός του σχεδίου πόλεως της Νίκαιας, χωρίς να περιλαμβάνεται σε πάρκο ή άλσος ή αναδασωτέα έκταση και επομένως δεν έχει δασικό χαρακτήρα. Επίσης αποδείχθηκε η αδιατάρακτη νομή του από την πρώτη εφεσίβλητη και από τους πιο πάνω δικαιοπαρόχους της, με καλή πίστη και την πεποίθηση, χωρίς βαρειά αμέλειά τους, ότι απόκτησαν την κυριότητά του, βάσει των πιο πάνω τίτλων, ασκούντες και τις αναφερόμενες...

πράξεις νομής, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών, μέχρι και το χρόνο της πρωτοβάθμιας συζήτησης. Τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το εκκαλούν, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης και ως προς τα δύο σκέλη τους, για ύπαρξη κακής πίστης της πρώτης εφεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της και για ύπαρξη δικής του κυριότητας, βάσει ειδικών νόμων από το 1836, δεν ασκούν καμμία επίδραση στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον και αν ακόμα υπήρξε τέτοια κυριότητα του εκκαλούντος, έχει αποκλεισθεί, βάσει όσων αποδείχθηκαν πιο πάνω, ενόψει της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003, με τον οποίο απλοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις αποδείξεως κυριότητας έναντι του Δημοσίου, για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση της Κτηματογράφησης, όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος έφεσης ως αβάσιμος ως προς την πρώτη εφεσίβλητη , αλλά και ως προς το δεύτερο (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα , απόκτησε την κυριότητα του τεμαχίου των 73,99 τ.μ., τα οποία προηγουμένως ήταν κοινόχρηστη οδός, με την πράξη προσκυρώσεως που προαναφέρθηκε".

Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Πειραιά δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε αναγνωρίσει την πρώτη αναιρεσίβλητη ως κυρία του επιδίκου ακινήτου, διατάσσοντας ταυτόχρονα τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής αυτού στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας Αττικής , ώστε από τη λανθασμένη καταχώρισή του ως τμήμα ευρύτερης έκτασης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, να αναγραφεί ως αυτοτελές γεωτεμάχιο ανήκον στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αφορούν στην υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, αναγνώριση κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως , αφού οι πρεκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται:

α) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης δυνάμει του ... συμβολαίου γονικής παροχής από τον αληθή κύριο αυτού πατέρα της Ν. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά ένα τμήμα του με αγορά με το ... συμβόλαιο , από την προηγούμενη αληθή κυρία τούτου Κ. Λ., και κατά ένα τμήμα του κατόπιν έκδοσης της υπ'αριθμ. ...

Πράξης Τακτοποίησης Προσκύρωσης και Αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών του Τμήματος Απαλλοτριώσεων της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Πειραιώς), δυνάμει δε του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης με αγορά από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού, Κ. Κ. του Δ., στον οποίο είχε επίσης περιέλθει ως μέρος ευρύτερου γεωτεμαχίου, με αγορά από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους αυτού Χ.

Π., και από την Μ., σύζυγο Χ. Π., δυνάμει του ... συμβολαίου πώλησης, β) ότι αποδείχθηκε η αδιατάρακτη νομή του επίδικου συνολικού ακίνητου εμβαδού 320,75 τ.μ., εφόσον επί αυτού, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της Νίκαιας Αττικής, χωρίς να περιλαμβάνεται σε πάρκο, ή άλσος η αναδασωτέα έκτακτη και χωρίς να έχει δασικό χαρακτήρα, οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης και η ίδια κατά το χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των τριάντα ετών), που προηγήθηκε της ισχύος του ν. 3127/2003, μέχρι και το χρόνο της πρωτοβάθμιας συζήτησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλειά τους, ότι απέκτησαν την κυριότητα του, βάσει των πιο πάνω τίτλων ασκούσαν συγκεκριμένες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, μεταξύ των οποίων μνημονεύονται και πράξεις νομής ενώπιον φορέων του Ελληνικού Δημοσίου, όπως δηλώσεις στο έντυπο Ε9 της αρμόδιας οικονομικής εφορίας και πληρωμής των σχετικών φόρων και τελών, καθώς και του ποσού των 13.317,64 ευρώ, για τη συντέλεση της προσκύρωσης.

Επί πλέον το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει, ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτοί εκτέθηκαν παραπάνω στα πλαίσια του περιεχομένου των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περί δικής του κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ως δημόσιας δασικής έκτασης, βάσει ειδικών νόμων του 1836 και περί ύπαρξης κακής πίστης της πρώτης εφεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων κατά την κτήση της νομής του επιδίκου, τους οποίους επανέφερε ενώπιον του με τους λόγους της εφέσεώς του, δεν ασκούν αμφότεροι καμία επίδραση στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον και αν ακόμα υπήρξε τέτοια κυριότητα του εκκαλούντος, έχει αποκλεισθεί, βάσει όσων αποδείχθηκαν πιο πάνω, ενόψει της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003, με τον οποίο απλοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις αποδείξεως κυριότητας έναντι του Δημοσίου, για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση της Κτηματογράφησης, όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003 , αιτιώμενο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία, μεταξύ άλλων, είχε αναγνωρισθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη ως κυρία του επιδίκου ακινήτου και είχε διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής αυτού στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νίκαιας Αττικής, ώστε από τη λανθασμένη καταχώρισή του ως τμήμα ευρύτερης έκτασης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, να αναγραφεί ως αυτοτελές γεωτεμάχιο ανήκον στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, αρκέσθηκε για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνονται από το νόμο, ήτοι αρκέσθηκε στη συνδρομή των προϋποθέσεων της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3127/2003, που αφορούν στην άσκηση πράξεων νομής επί του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της για τριάντα έτη, ευρισκόμενοι σε καλή πίστη κατά το χρόνο της νομής του, χωρίς να ποιεί μνεία για τη συνδρομή και της ετέρας αναγκαίας προϋποθέσεως που θέτει η ίδια διάταξη περί του "αδιατάρακτου" της εν λόγω νομής της πρώτης αναιρεσίβλητης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις του οποίου το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο παράβαση των ως άνω διατάξεων του ν. 3127/2003, διότι δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τούτων, ενώ δεν υφίστατο η απαιτούμενη αθροιστικά με τις λοιπές προϋποθέσεις αδιατάρακτη νομή του επιδίκου ακινήτου από την ίδια και τους δικαιοπαρόχους της, με την επίκληση ότι αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) είχε προβεί εμπράκτως στην αμφισβήτηση της κυριότητάς της καθώς και των δικαιοπαρόχων της επί αυτού, πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, ήτοι πριν από 19-3-2003, εφόσον είχε προβεί σε παρενόχλησή της, με την δήλωση αυτού ως περιλαμβανόμενου στην ιδιοκτησία του διά της με αριθμό πρωτοκόλλου 1832/6.6.2002 Δήλωσης Ιδιοκτησίας από τη Διεύθυνση Δασών Πειραιά, χωρίς σημειωτέον να ποιεί μνεία, ότι η εκ μέρους του δήλωση αυτή περιήλθε σε γνώση της πρώτης εφεσίβλητης, είναι απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκαν οι ως άνω κανόνες δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019), περί της ύπαρξης αδιατάρακτης νομής της πρώτης εφεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της επί του επιδίκου ακινήτου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών.

Επίσης απαράδεκτοι είναι ο τρίτος λόγος αναίρεσης και το σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους, υπό το πρόσχημα της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, διότι, με αυτούς, το αναιρεσείον αιτιάται, ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν οι ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 του ν. 3172/2003, καθόσον δεν υφίσταται στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της η ύπαρξη καλής πίστης, ήτοι της πεποίθησης του νομέα, κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής του επιδίκου ακινήτου, ότι αποκτά την κυριότητά του, προϋπόθεση όμως, η οποία, όπως διαλαμβάνεται, κατά τα προαναφερόμενα, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκε ότι σύνέτρεξε στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της, συνδεόμενη με σειρά μεταβιβάσεων δια νομίμως μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών πράξεων για χρονικό διάστημα πλέον της τριακονταετίας πριν από την εφαρμογή του παραπάνω νόμου.

Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω προβληθέντα ενώπιον του ουσιώδη ισχυρισμό για την έκβαση της δίκης, περί μη ύπαρξης της προϋπόθεσης της καλής πίστης στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της, η οποία απαιτείται από τις εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις του άρθρου 4 του ν.3172/2003 αθροιστικά με τις προαναφερόμενες λοιπές προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας ακινήτου, είναι απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο παραβίαση του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, υποστηρίζοντας ότι αυτό προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη του το παραπάνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης έγγραφο ήτοι την με αριθμό πρωτοκόλλου 1832/6.6.2002 Δήλωση Ιδιοκτησίας από τη Διεύθυνση Δασών Πειραιά, εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύεται το έγγραφο αυτό, το οποίο το ίδιο επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του, και από τις παραδοχές της δεν προκύπτει αναμφιβόλως ότι πράγματι λήφθηκε υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο των αιτιολογιών της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την αδιατάρακτη νομή του επιδίκου ακινήτου για χρονικό διάστημα πλέον των τριάντα ετών πριν από την εφαρμογή του ν. 3172/2003:

από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης και την ίδια, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε ομού με τις υπόλοιπες αποδείξεις το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύσει ειδικά και να αξιολογήσει χωριστά. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης του ως άνω αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου, εκφράζοντας την δική του άποψη για την αποδεικτική αξία του εγγράφου αυτού, με επιχειρήματα ότι από αυτό και μόνο αποδεικνύεται η παρενόχληση της πρώτης εφεσίβλητη και κατά συνέπεια η μη ύπαρξη στο πρόσωπο της και στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της αδιατάρακτης νομής του επιδίκου ακινήτου.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν από κοινού προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικά

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.3.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ