Legislator Case Law & Legislation
60/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first defendant but remands case regarding second defendant due to lack of evidence.

Case Number 60/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant but annulled the lower court's decision regarding the second defendant. The court found that the appellant failed to prove it had the technical knowledge or obligation to inspect the product quality before sale. Consequently, the court ruled that the lower court erred in assuming the appellant knew of the defect, leading to a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Civil Code: The court must independently determine if a party accelerated the appeal hearing; if a party is absent, the court examines whether the remaining parties were properly summoned; the burden of proof regarding knowledge of defects lies with the party claiming ignorance.

Keywords

AI generated
appeal procedure absence of party burden of proof product quality control technical knowledge remand for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Civil Code
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, item e of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 737/2017 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 60/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." (πρώην "... ΑΒΕΕ") τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Β' ΒΙ.ΠΕ Βόλου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λύγουρη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό και κατέθεσε προτάσεις. 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", καθολικής διαδόχου της ατομικής επιχείρησης σιδηροκατασκευών της Α. Μ., που εδρεύει στο …, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2005 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29/3/2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με αγωγή της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2007 μη οριστική και 25/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 515/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 737/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 10-3-2016 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης, δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η συζήτηση της αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 22-5-2017. Τη συζήτηση της αναίρεσης επέσπευσε η αναιρεσείουσα, η οποία επέδωσε στους αντιδίκους της αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη για τον ορισμό δικασίμου και κλήση για να παρασταθούν στο δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Η επίδοση στη δεύτερη αναιρεσίβλητη προκύπτει από την .../9-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Ε. Χ. Κατά τη δικάσιμο εκείνη αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η αναιρεσείουσα, επέδωσε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη βεβαίωση περί της αναβολής της υπόθεσης για την ανωτέρω δικάσιμο μολονότι μάλιστα δεν αιτούνται νέα κλήτευση αυτής, καθόσον αφού είχε κληθεί για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, η αναγραφή από το γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ'αναβολής δικασίμου, ισχύει ως κλήτευση όλων, των διαδίκων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η δεύτερη αναιρεσείουσα κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την παρούσα δικάσιμο. Ενόψει, όμως, του ότι δεν παραστάθηκε στη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ότι ως διάδικοι κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά η αναίρεση νοούνται μόνο οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι δε τυχόν άλλοι διάδικοι που μετείχαν στη δίκη, χωρίς όμως να είναι αντίδικοι του αναιρεσείοντος και συνεπώς, αν η αναίρεση στρέφεται και κατά τέτοιων διαδίκων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1677/2009, ΑΠ 505/2006, ΑΠ 1145/2006).

Η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται μόνον εναντίον εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν, αφού δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες λόγοι (ΑΠ 1001/2014, ΑΠ 239/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος εφεσίβλητος και πρώτος των αναιρεσιβλήτων είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς και σε βάρος της δεύτερης τούτων (εφεσιβλήτων και αναιρεσιβλήτων) την από 1-7-2005 αγωγή αξιώνοντας να υποχρεωθεί η τελευταία να αντικαταστήσει τα panels που είχε τοποθετήσει κατά την κατασκευή των τριών πτηνοτροφικών θαλάμων, την οποία είχε αναλάβει ως εργολάβος με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, λόγω των ουσιωδών ελαττωμάτων που εμφάνιζαν και καθιστούσαν άχρηστο το έργο, άλλως, να επιτραπεί στον ίδιο να προβεί στην αντικατάσταση αυτών και να υποχρεωθεί η εναγόμενη εργολάβος να του καταβάλει το προσδιοριζόμενο ποσό δαπάνης που είναι απαραίτητο για την αντικατάσταση αυτή.

Ακολούθως, η εναγόμενη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, σε βάρος της αναιρεσείουσας, την από 29-3-2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, ενώνοντας παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, με την οποία, επικαλούμενη ότι τα panels που είχε τοποθετήσει στους πτηνοτροφικούς θαλάμους, είχε αγοράσει από εκείνη και ότι αυτά κατά το χρόνο της παράδοσής τους έφεραν αυτά τα ουσιώδη ελαττώματα, της ανακοίνωσε την κατ' αυτής ως άνω δίκη, την προσεπικάλεσε να παρέμβει υπέρ αυτής στη δίκη και τέλος με την αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί η ίδια να πληρώσει στον πρώτο αναιρεσίβλητο εάν γίνει δεκτή η αγωγή εκείνου.

Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν στη δικάσιμο της 21-3-2007, αντιμωλία των διαδίκων, η δε αναιρεσείουσα, χωρίς να παρέμβει στη δίκη, αντέκρουσε την εναντίον της ασκηθείσα αγωγή.

Εκδόθηκε η 73/2007 μη οριστική απόφαση που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διενέργεια αυτής, η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση και συγκεκριμένα η μεν πρώτη αγωγή με την από 11-6-2009 κλήση του πρώτου αναιρεσίβλητου και η δεύτερη αγωγή με την από 23-11-2009 κλήση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καλώντας καθένας τον αντίδικό του για τη συζήτηση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 25/2012 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές κατά τα αιτήματά τους οι αγωγές. Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 9-4-2012 έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την έφεσή της έστρεψε αφενός μεν κατά της αντιδίκου της στον πρώτο βαθμό δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 515/2014 απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η αναιρεσείουσα, ασκεί την ένδικη από 10-3-2016 αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνει κατά αμφοτέρων των εφεσίβλητων στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, ήτοι της δεύτερης αναιρεσίβλητης της οποίας είχε γίνει δεκτή η σε βάρος της αγωγή, αλλά και του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος στη δίκη του πρώτου βαθμού δεν ήταν αντίδικός της, αλλά ούτε και ομόδικος της ίδιας ή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, παρά μόνο αντίδικος της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Η αγωγή που άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας η δεύτερη εφεσίβλητη, έγινε δεκτή. Το Εφετείο δέχθηκε ότι τα πωληθέντα από την αναιρεσείουσα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη panels είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσής τους τα αναφερόμενα ελαττώματα. Δεχόμενη δε η απόφαση ότι η πωλήτρια αναιρεσείουσα γνώριζε την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ότι δόλια απέκρυψε την ελαττωματικότητα των πωληθέντων από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής της αξίωσης, με παραδοχή της προβληθείσας από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, σχετικής από το άρθρο 557 ΑΚ αντένστασης.

Με την αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ως άνω απόφαση με τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενες πλημμέλειες. Οι λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης αφορούν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης , σε σχέση μόνο με το αποδεικτικό της πόρισμα, με το οποίο έγινε δεκτή η κατά της αναιρεσείουσας παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αναφέρονται στην κρίση της περί της συνδρομής της γνώσης και δόλιας απόκρυψης των ελαττωμάτων στα πωληθέντα panels.

Οι λόγοι αναίρεσης, δεν αφορούν τον πρώτο αναιρεσίβλητο, και τυχόν παραδοχή οποιασδήποτε, από τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη, πλημμέλειας, δεν θα έχει αποτέλεσμα την αναίρεση της προσβαλλόμενης ως προς αυτόν. Ως προς το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά την παραδοχή ως βάσιμης της αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, η αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει κανένα λόγο αναίρεσης, ούτε, βέβαια, θα μπορούσε η αναιρεσείουσα, η οποία προσεπικληθείσα στη δίκη στον πρώτο βαθμό από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αρκέστηκε μόνο να αποκρούσει την προσεπίκληση και δεν άσκησε παρέμβαση στη δίκη και έτσι δεν κατέστη διάδικος αυτής (ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 1430/2007) να προσβάλει την απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό.

Κατ' ακολουθία, η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη αυτού, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημά του (άρθρα 183, 176, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 515/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 25/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία έγινε δεκτή η σε βάρος της παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης που άσκησε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ύστερα από παραδοχή, με την ίδια πρωτόδικη απόφαση, της αγωγής που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος σε βάρος της δεύτερης τούτων.

Η αίτηση αναίρεσης, αναφορικά με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 535, 540, 543 εδ.α, 559 εδ.α 561 και 522 Α.Κ. (όπως αυτά ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 παρ.1 ν. 3043/2002 και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 24 Εισ.Ν.

Α.Κ. αφού οι ένδικες συμβάσεις πωλήσεως, για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω, καταρτίσθηκαν κατά τους θερινούς μήνες των ετών 1999 και 2001, δηλαδή πριν από τις 21-8-2002, οπότε άρχισε η ισχύς του πιο πάνω νόμου) προκύπτει ότι επί πωλήσεως πράγματος ορισμένου κατά γένος, ήτοι, σύμφωνα με τα άρθρα 289 και 559 ΑΚ, πράγματος το οποίο, ανεξάρτητα αν είναι αντικαταστατό ή όχι, ως παροχή προσδιορίζεται κατά γενικά και αφηρημένα χαρακτηριστικά, σε τρόπον ώστε οι ατομικές διαφορές διαφόρων πραγμάτων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία να μη λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 1190/2007, ΑΠ 1709/1999, ΑΠ 312/1999), "ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα".

Πραγματικό ελάττωμα νοείται κάθε ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία (ατέλεια) έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος (ΟλΑΠ 29/1990, ΑΠ 1544/2008). Εάν ο πωλητής, δεν τηρήσει την ως άνω υποχρέωσή του και κατά τον χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή τον χρόνο της υλικής παράδοσης του πωληθέντος στον τελευταίο κινητού πράγματος στον ορισμένο τόπο παροχής, με την υλική εγχείριση αυτού ή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 976, 977 και 978 ΑΚ, λείπει η συμφωνηθείσα ιδιότητα από το πράγμα που παραδίδεται ή ο πωλητής απέκρυψε με δόλο το υπάρχον πραγματικό ελάττωμα, που αναιρεί ή μειώνει ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητά του, ο αγοραστής έχει κατά διαζευκτική συρροή το δικαίωμα ν' απαιτήσει, αντί για αναστροφή της πώλησης ή την μείωση του τιμήματος ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο χωρίς ελάττωμα ή με τις συμφωνημένες ιδιότητες, αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης που περιλαμβάνει κατά τα αρ. 297 και 298 ΑΚ την σχετική θετική και αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) που συνδέονται αιτιωδώς με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητος (ΑΠ 1708/2013, ΑΠ 971/1977).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 554 του ΑΚ, η αγωγή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος ή έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας πωληθέντος κινητού πράγματος, παραγράφεται μετά την πάροδο έξι μηνών. Η παραγραφή αρχίζει, κατ' άρθρο 555 παρ.1 και 2 του ΑΚ, από την εγχείρηση του πράγματος στον αγοραστή. Όμως, ο πωλητής δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 557 ΑΚ, να επικαλεστεί την ως άνω παραγραφή των έξι μηνών εάν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας.

Δόλια απόκρυψη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, υφίσταται όταν ο πωλητής, κατά το χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή επί πωλήσεως πράγματος κατά γένος ορισμένου, κατά το χρόνο παραδόσεώς του (άρθρα 561 και 562 του ΑΚ), αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, που αναιρούν ή μειώνουν την αξία ή τη συνήθη ή κατά τη σύμβαση προβλεπόμενη χρησιμότητά τους και επιπλέον, ότι η ανακοίνωση των ελαττωμάτων ή της ελλείψεως της ιδιότητας που συμφωνήθηκε θα απέτρεπε τον αγοραστή που τα αγνοούσε από την αγορά του πράγματος, δεν ανακοινώνει στον αγοραστή το ελάττωμα ή την ως άνω έλλειψη, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από τη συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 177/2012, ΑΠ 292/1999, ΑΠ 777/1997).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Για το ορισμένο του ως άνω λόγου, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρεται το νομικό σφάλμα της απόφασης, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 532/2017).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011).

Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 825/2015, ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι με τις από 17-12-1998 και 14-2-2001 δύο συμβάσεις έργου που καταρτίστηκαν μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου Α.

Ρ. και της Α. Μ., η οποία διατηρούσε ατομική επιχείρηση σιδεροκατασκευών και της οποίας νόμιμη διάδοχος είναι η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με δικά της υλικά σε αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, στο ..., με την μεν την πρώτη εξ αυτών δύο πτηνοτροφικούς θαλάμους, και με τη δεύτερη ένα πτηνοτροφικό θάλαμο, των αναφερόμενων καθένας διαστάσεων και αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος.

Ότι, σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, η επικάλυψη της οροφής των πτηνοτροφικών θαλάμων και η πλαγιοκάλυψή τους θα γινόταν από πάνελ πάχους 30 mm με λαμαρίνα γαλβανιζέ 0,40 mm μόνωση πολυουρεθάνης τουλάχιστον 50 kg/m3. Ότι η εργολάβος, προμηθεύτηκε τα πάνελ των συμφωνηθεισών προδιαγραφών από την αναιρεσείουσα και με αυτά κατασκεύασε και παρέδωσε τους θαλάμους.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, τα ακόλουθα: "Σταδιακά από το Φεβρουάριο του έτους 2002 άρχισε να εμφανίζεται αποκόλληση της λαμαρίνας από την πολυουρεθάνη σε όλα τα πάνελ που είχαν τοποθετηθεί στην οροφή και πλαγιοκάλυψη και των τριών θαλάμων. Ο ενάγων διαπιστώνοντας το πρόβλημα, το οποίο είχε ως συνέπεια να μη είναι δυνατή η διατήρηση σταθερής της θερμοκρασίας εντός των θαλάμων και να προκαλείται θάνατος των νεοσσών, κοινοποίησε στις 4-3-2003 (βλ.

σχετική βεβαίωση επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Σ.) στην εναγομένη την από 26-2-2003 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία διαμαρτυρόταν για την ελαττωματικότητα των χρησιμοποιηθέντων πάνελ και καλούσε αυτήν να προβεί σε αντικατάσταση αυτών.

Η εναγομένη αντίστοιχα του κοινοποίησε στις 11-4-2003 (βλ. την υπ' αριθ. ...11-4-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Κ. Μ.), εξώδικη δήλωσή της, με την οποία αρνείτο ότι τα εμφανισθέντα ελαττώματα του έργου οφείλονταν στην εκ μέρους της πλημμελή εκτέλεση αυτού. Μεταξύ των άλλων ανέφερε τα εξής: "Πέραν των παραπάνω σας υπενθυμίζω ότι αντιπρόσωποι της ...

ήλθαν επί τόπου στην πτηνοτροφική μονάδα σας το 2000-2001 μόλις παρουσιάσθηκαν τα προβλήματα στους δύο πρώτους θαλάμους, έλεγξαν τα panels και αποφάνθηκαν ότι ήταν ελαττωματικά από της παραγωγής των, πράγμα για το οποίο δεν ευθύνομαι ασφαλώς εγώ που απλώς τα τοποθέτησα, διότι όπως παρουσία μας σας εξήγησαν δεν έγινε σωστή απολάδωση της λαμαρίνας, με αποτέλεσμα η γέμιση να αποκολλάται και να δημιουργούνται τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζεται".

Στη συνέχεια η ίδια εναγομένη κοινοποίησε στις 21-4-2003 (βλ. την υπ' αριθ. .../21-4-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ε. Π.) στην παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία την από 29-3-2003 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία καλούσε την τελευταία να αναλάβει τις ευθύνες της για την ελαττωματικότητα των πωληθέντων panels και να τηρήσει την υπόσχεση που είχαν δώσει ήδη οι εκπρόσωποί της ως προς την αντικατάσταση αυτών.

Η παρεμπιπτόντως εναγομένη με την από 13-5-2003 εξώδικη δήλωσή της-απάντηση και διαμαρτυρία απευθυνόμενη προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα και κοινοποιούμενη και στον κυρίως ενάγοντα αρνήθηκε την ελαττωματικότητα των panels, αλλά και την υπόσχεση των υπαλλήλων της περί αντικατάστασης αυτών...... Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η αποκόλληση των χαλυβδόφυλλων των πάνελ δεν οφείλεται σε τροποποιήσεις της εγκεκριμένης μελέτης και των κατασκευαστικών σχεδίων της οικοδομικής άδειας των πτηνοτροφικών θαλάμων, καθόσον η όποια απόκλιση δεν κρίθηκε κατά τα άνω ικανή για να δικαιολογήσει το σοβαρό ελάττωμα της αποκόλλησης των υλικών σε όλη τους την έκταση.

Μάλιστα ο πραγματογνώμονας παρατήρησε ότι υπήρχαν και ελάχιστα τεμάχια πάνελ χωρίς ελάττωμα που τοποθετήθηκαν την ίδια χρονική στιγμή με τα άλλα, πλην όμως είχαν διαφορετικό χρώμα, ήτοι γυάλιζαν, ενώ τα υπόλοιπα φαίνονταν σαν λεκιασμένα. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι ήταν διαφορετικές οι συνθήκες παραγωγής ή επεξεργασίας τους.

Εξάλλου η παρεμπιπτόντως εναγομένη ήταν εφοδιασμένη με πιστοποιητικό διασφάλισης ποιότητας ISO 9002.

Συνεπώς, θα έπρεπε και είχε πρόδηλα την αντίστοιχη τεχνογνωσία να ελέγχει ενδελεχώς την ποιότητα πριν από τη διάθεση οποιουδήποτε προϊόντος της στην αγορά. Ο πραγματογνώμονας βέβαια επισημαίνει ότι στα διάφορα δικαστικά έγγραφά της δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν τον ως άνω έλεγχο μέσα από μια διαδικασία ιχνηλάτησης από την παραγωγή των προϊόντων μέχρι τη φόρτωσή τους και αντίστροφα.....

Συνεπώς, με βάση όσα εκτέθηκαν πιο πάνω η αποκόλληση της λαμαρίνας από την πολυουρεθάνη σε όλα τα πάνελ που είχαν τοποθετηθεί στην οροφή και την πλαγιοκάλυψη και των τριών θαλάμων οφείλεται σε ελάττωμα των πάνελ και στο γεγονός ότι δεν έγινε σωστή "απολάδωση" της λαμαρίνας, με αποτέλεσμα η γέμιση από πολυουρεθάνη να αποκολλάται.

Την αιτία αυτή την αναφέρει πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής η εναγομένη εταιρία "... ΑΕ" στην εξώδικη δήλωσή της που απευθύνει στην παρεμπιπτόντως εναγομένη. Μάλιστα εκεί αναφέρει ότι οι εκπρόσωποι της τελευταίας προσδιόρισαν το ελάττωμα των πάνελ και υποσχέθηκαν να τα αντικαταστήσουν, πλην όμως στη συνέχεια αυτή στην εξώδικη απάντησή της αρνήθηκε την οποιαδήποτε ευθύνη της και την υποχρέωσή της για αντικατάσταση των πάνελ.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω αυτή ήταν εφοδιασμένη με πιστοποιητικό διασφάλισης ποιότητας ISO 9002, είχε δηλαδή την υποχρέωση και την τεχνική δυνατότητα ποιοτικού ελέγχου των παραγομένων από αυτήν πάνελ κατά τη διαδικασία της παραγωγής τους και τη διαπίστωση οποιουδήποτε ελαττώματος αυτών πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά.

Τα συγκεκριμένα δε πάνελ που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των τριών πτηνοτροφικών θαλάμων, παρήχθησαν από την παρεμπιπτόντως εναγομένη και πωλήθηκαν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα από το έτος 1999 έως το 2001, ήτοι σε χρονικό διάστημα δύο ετών περίπου. Καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα η παρεμπιπτόντως εναγομένη διέθετε στην αγορά τα ελαττωματικά αυτά προϊόντα, εν γνώσει της περί της ελαττωματικότητάς τους, την οποία απέκρυψε από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η προβληθείσα από την παρεμπιπτόντως εναγομένη ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, δεκτής γενομένης αντίστοιχα της προβληθείσας από την τελευταία αντένστασης περί της δόλιας απόκρυψης από αυτήν της έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας, καίτοι γνώριζε τούτο και δεν το γνωστοποίησε στην αγνοούσα αυτήν αγοράστρια, παρά την υποχρέωσή της προς τούτο από τη συναλλακτική καλή πίστη".

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν υπήχθησαν ορθά στις αναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 557 και 561 ΑΚ, καθόσον: α) από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά τους χρόνους παράδοσης των πωληθέντων μεταλλικών δομικών στοιχείων, ήταν σε γνώση του αποδιδόμενου ελαττώματος και απέκρυψε τούτο για να παραπλανήσει την αγοράστρια και να παραλάβει αυτή τα πωληθέντα σε εκτέλεση της σύμβασης πώλησης και β) η αναιρεσιβαλλόμενη αυθαίρετα συνήγαγε τη συνδρομή περιπτώσεως δόλιας απόκρυψης ελαττώματος στα πωληθέντα, εκ μόνου του λόγου ότι τα πωληθέντα ήταν ελαττωματικά.

Ακόμη και υπό την εκδοχή ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση του ελαττώματος κατά την παράδοση των πωληθέντων, μόνη αυτή η γνώση δεν αρκεί για τη συνδρομή περιπτώσεως δόλιας απόκρυψης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει που έγκειται το σφάλμα της απόφασης ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των επικαλούμενων ουσιαστικών διατάξεων.

Υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, η αναιρεσείουσα με το λόγο τούτο, προσβάλει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο της ουσιαστικής κρίσης του ως προς τη γνώση αυτής περί της ύπαρξης του αποδιδόμενου ελαττώματος στα πωληθέντα και παραδοθέντα κινητά πράγματα και τη δόλια απόκρυψη της ύπαρξης του ελαττώματος από την αγοράστρια δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων στην τελευταία.

Μάλιστα, επιδιώκοντας να θεμελιώσει το λόγο της αναίρεσης στις επικαλούμενες πλημμέλειες, αντιφατικά υποστηρίζει με την πρώτη ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου για τη γνώση από την ίδια του πραγματικού ελαττώματος και απόκρυψή του από την αγοράστρια, δεύτερη εφεσίβλητη, και με τη δεύτερη ότι το Εφετείο αυθαίρετα συνήγαγε τη συνδρομή δόλιας απόκρυψης του πραγματικού ελαττώματος, από μόνο το λόγο ότι τα πωληθέντα ήταν ελαττωματικά.

Σε κάθε δε περίπτωση, με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 567 και 561 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις παραδοχές ότι η αδυναμία της χρήσης των θαλάμων, οφείλεται σε ελάττωμα των πωληθέντων από την αναιρεσείουσα panels, και συγκεκριμένα συνέβη η αποκόλληση της λαμαρίνας από την πολυουρεθάνη στα panels που είχαν τοποθετηθεί στην οροφή και την πλαγιοκάλυψη των πτηνοτροφικών θαλάμων επειδή δεν είχε πραγματοποιηθεί σωστή "απολάδωση" της λαμαρίνας, με αποτέλεσμα η γέμιση από πολυουρεθάνη να αποκολλάται, και ότι η αναιρεσείουσα εν γνώσει της περί της ελαττωματικότητας των προϊόντων της (panels), διέθετε αυτά στην αγορά και πώλησε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη αποκρύπτοντας από αυτήν την ελαττωματικότητά τους.

Με τις παραδοχές δε αυτές, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αντένσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και με βάση αυτή απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξάμηνης παραγραφής της διωκόμενης καταβολής αποζημίωσης, για την αποκατάσταση της εκ του πραγματικού ελαττώματος των πωληθέντων panels προκληθείσας ζημίας.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, καθόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά, πράγματι η αντένσταση περί δόλιας απόκρυψης του ελαττώματος παρίσταται βάσιμη κατ' ουσίαν και ανατρέπει την εξάμηνη παραγραφή της ένδικης αξίωσης για καταβολή αποζημίωσης προς αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ειδικότερα ζητήματα που εκτίθενται.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, κρίνεται βάσιμος. Τούτο διότι, το Εφετείο, κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, περιέλαβε στην απόφασή του, ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον αναφέρονται ασαφώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για το ζήτημα της γνώσης από την αναιρεσείουσα περί της ύπαρξης του διαπιστωθέντος στα πωληθέντα κινητά πράγματα, ήτοι τα panels, ελαττώματος και της δόλιας απόκρυψης αυτού από την αγοράστρια δεύτερη των εφεσίβλητων.

Λόγω της πλημμέλειας αυτής, καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος στη συγκεκριμένη περίπτωση για το εάν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 561 ΑΚ που εφαρμόστηκε. Έτσι,, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο, για να στηρίξει την κρίση του περί της συνδρομής των απαιτούμενων για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης στοιχείων, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ήταν εφοδιασμένη με πιστοποιητικό διασφάλισης ποιότητας ISO 9002, και ότι είχε, συνεπώς, την υποχρέωση, την τεχνική δυνατότητα και την τεχνογνωσία να ελέγχει ενδελεχώς την ποιότητα των παραγομένων από αυτήν panels κατά τη διαδικασία της παραγωγής τους και τη διαπίστωση οποιουδήποτε ελαττώματος αυτών πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά.

Όμως, η υποχρέωση πραγματοποίησης ελέγχου ποιότητας του παρασκευαζόμενου προϊόντος, η τεχνογνωσία, καθώς και η τεχνική δυνατότητα πραγματοποίησης αυτού του ποιοτικού ελέγχου, δεν πληρούν την έννοια της γνώσης περί της παραγωγής panels τα οποία είχαν το προαναφερόμενο ελάττωμα και περί του ότι δεν είχε γίνει η σωστή "απολάδωση" της λαμαρίνας με αποτέλεσμα να αποκολλάται η λαμαρίνα από την πολυουρεθάνη.

Με την παραδοχή αυτή, και μόνο, προκαλείται ασάφεια ως προς τη γνώση της αναιρεσείουσας περί της ύπαρξης του ως άνω ελαττώματος, εντεύθεν δε και της απόκρυψής του από την αγοράστρια δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενόψει μάλιστα και όσων γίνονται δεκτά από την προσβαλλόμενη, ότι ο πραγματογνώμονας επισημαίνει στην έκθεσή του, ότι στα διάφορα δικαστικά έγγραφά της δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν τον ως άνω έλεγχο μέσα από μια διαδικασία ιχνηλάτησης από την παραγωγή των προϊόντων μέχρι τη φόρτωσή τους και αντίστροφα.

Επομένως, πρέπει, με παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε? ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 183, 176, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2016 αίτηση αναίρεσης της υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... A.E." ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

Αναιρεί την 515/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ