Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific factual assumptions regarding property seizure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding property seizure. The State argued that the property was inalienable due to the status of its Albanian owners, but the appeal was rejected for being vague and lacking specific factual assumptions. The court held that an appeal must explicitly state the critical facts accepted by the lower court to demonstrate a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1a of the Code of Civil Procedure; An appeal for inadmissibility must specify the critical factual assumptions of the challenged decision to demonstrate a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1724 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-5-2019 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 245/2022 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη, κατ` άρθρο 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η, από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, συζήτηση, συνέχεια και ενιαία της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 3/2023, ΑΠ 337/2021, ΑΠ 936/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 03-05-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Σ. Γ. του Δ. για αναίρεση της 71/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 26-05-2021, που ορίστηκε με πράξη της Προέδρου του Γ' πολιτικού τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου, επέσπευσε το αναιρεσείον, το οποίο επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά την ανωτέρω συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το τελευταίο ...-2021 έκθεση επίδοση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Θ.
Ι. Σ. Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου, η οποία ορίστηκε, προς τούτο, με το με αριθμ. ...-2021 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Σ. Γ. Στη συνέχεια, εξαιτίας της παραίτησης από την Υπηρεσία της Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία είχε προεδρεύσει η ίδια, και της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για ανασυζήτηση και ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (01-03-2023) με την 245/2022 πράξη του Προέδρου του Γ' πολιτικού τμήματος Γεωργίου Χριστοδούλου.
Ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από 19-07-2022 αποδεικτικό επίδοσης της Προϊσταμένης Διεύθυνσης Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λάρισας. Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση ως συνέχεια και ενιαία με αυτήν της από 26-05-2021 δικασίμου, και να συζητηθεί η υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΟλΑΠ 15/2001).
Καθιερώνεται, δηλαδή, η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1842/2022, ΑΠ 1727/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 18-02-2019, ενώ από τη με αριθμ. ...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Π.
Π., προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο αναιρεσείον, στις 05-04-2019. Επομένως, από την επομένη ημέρα, δηλαδή από 6-4-2019, άρχισε να τρέχει η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον ανωτέρω ερημοδικασθέντα διάδικο (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία συμπληρώθηκε στις 22-04-2019, διότι η τελευταία ημέρα της 20-04-2019 καθώς και της 21-4-2019, δεν υπολογίζονται καθώς συμπίπτει με την εξαιρετέα ημέρα του Σαββάτου και η επόμενη της Κυριακής, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και από 23-04-2019 άρχισε να τρέχει η 30νθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 564 αρ. 1 και 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 06-05-2019 και, συνεπώς, είναι εμπρόθεσμη.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ.).
ΙΙΙ. [1] Στο άρθρο 1 του αν "Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών" ορίζεται ότι "Εχθροί υπό την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρούνται α) τα Κράτη άτινα δια Β. Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως, του Υπουργού των Εξωτερικών και του Υπουργού των Οικονομικών ορίζονται εκάστοτε ως εχθρικά υπό την έννοιαν του παρόντος Νόμου .........
β) Τα φυσικά πρόσωπα, άτινα κέκτηνται την ιθαγένειαν των κατά την περίπτωσιν εχθρικών Κρατών ή έχουσι κατοικίαν ή μόνιμον διαμονήν εν αυτοίς γ .......". Στο άρθρο 6 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Αι εν Ελλάδι εχθρικαί περιουσίαι τίθενται υπό μεσεγγύησιν από της θέσεως εν εφαρμογή του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται δε και είναι άκυρος πάσα διάθεσις των περιουσιών τούτων παρά του εχθρού δικαιούχου ή παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου".
Στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Διαχειρισταί των υπό μεσεγγύησιν εχθρικών περιουσιών είναι εκ του Νόμου οι Οικονομικοί Έφοροι της περιφερείας εν η κείται έκαστον περιουσιακόν στοιχείον. 2. Όπου εδρεύουσι πλείονες Οικονομικοί Έφοροι ο διαχειριστής ορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών μεταξύ αυτών. 3.
Δι' αποφάσεως του αυτού Υπουργού επιτρέπεται να ορίζονται διαχειρισταί αντί του Οικονομικού Εφόρου άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται, εάν η υπό του Οικονομικού Εφόρου άσκησις της διαχειρίσεως είναι δυσχερής". Τέλος, στο άρθρο 13 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "1. Οι διαχειρισταί έχουσι καθήκον την ανεύρεσιν, καταγραφήν, συντήρησιν και την κατά τον συνήθη προορισμόν εκμετάλλευσιν των μεσεγγυηθεισών περιουσιών, λαμβάνοντες τα προς τούτο αναγκαία παντός είδους μέτρα, την επιδίωξιν της ικανοποιήσεως των μεσεγγυημένων απαιτήσεων, ως και την ικανοποίησιν των κατά του κυρίου της μεσεγγυηθείσης περιουσίας δικαιωμάτων τρίτων.
Οι διαχειρισταί επιλαμβάνονται άμα τη θέσει εν εφαρμογή του παρόντος Νόμου ή άμα τω διορισμώ των της κατοχής της υπό μεσεγγύησιν εχθρικής περιουσίας. 2. Οι διαχειρισταί εκπροσωπούσι πλήρως, δικαστικώς και εξωδίκως, τον κύριον της υπό μεσεγγύησιν περιουσίας εντός των ορίων των κατά την παρ. 1 καθηκόντων των, προς τούτους δε και μόνους κοινοποιούνται υποχρεωτικώς πάντα τα την περιουσίαν του κυρίου αφορώντα δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα πάσης φύσεως. 3.
Τα της διαχειρίσεως των υπό μεσεγγύησιν περιουσιών, ο τρόπος της τηρήσεως των σχετικών βιβλίων και η λογοδοσία των διαχειριστών κανονίζονται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως". Με το ΒΔ της 10/10.11.1940, που ίσχυσε αναδρομικώς από της 28.10.1940, ορίστηκε ότι μεταξύ των προσώπων που χαρακτηρίζονται ως "εχθρός" κατά τις διατάξεις του παραπάνω α.ν.
περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα που έχουν ιθαγένεια αλβανική ή έχουν την κατοικία τους ή τη μόνιμη η διαμονή τους στην Αλβανία. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 4506/1966 "Περί απαγορεύσεως άνευ ειδικής αδείας, δικαιοπραξιών αφορωσών τας εν Ελλάδι περιουσίας των εν Αλβανία Ελλήνων το γένος" ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η σύναψις συμβάσεων εχουσών ως αντικείμενον την σύστασιν, μετάθεσιν, αλλοίωσιν ή κατάργησιν εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κειμένων εν Ελλάδι και ανηκόντων εις Έλληνας το γένος Αλβανούς υπηκόους διαμένοντας εν Αλβανία ή προσυμφώνων δι' ων αναλαμβάνεται υποχρέωσις προς σύναψιν των ανωτέρω συμβάσεων" (ΟλΑΠ 5/3006).
Κατ` εξαίρεσιν επιτρέπεται η κατάρτισις των, περί ων ανωτέρω, συμβάσεων και πράξεων, τη αιτήσει των ενδιαφερομνένων, κατόπιν αδείας του Υπουργείου Εξωτερικών εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνώμην το Υπουργείου Εσωτερικών". Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ήτοι στην παρεμπόδιση της κατάρτισης συμβάσεων αφορωσών σε ακίνητα κείμενα στην Ελλάδα και ανήκοντα σε ομογενείς από την Αλβανία, οι οποίες συνάπτονται στην Αλβανία υπό το κράτος, ενδεχομένως, πιέσεων, διαγράφουν δε ειδική διοικητική διαδικασία για την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εξωτερικών, με την οποία παρέχεται άδεια για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων (ΣτΕ 1219/2011), προκειμένου να μη αποξενωθούν τα πρόσωπα αυτά από την ακίνητη ιδιοκτησία τους, σε οποιοδήποτε μέρος της ημεδαπής, και αποκοπούν από την Ελλάδα (ΑΠ 357/1998), που δεν εξικνείται, όμως, μέχρι τη νομική απολίθωση της νομικής μεταβολής των εχθρικών ακινήτων, με τη θέση αυτών ως ακινήτων ανεπίδεκτων χρησικτησίας, που δεν μπορεί να στηριχθεί αντικειμενικώς ούτε ως παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 108 παρ. 1 του Σ., με τις οποίες ορίζεται ότι το κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα, στον οποίο, κατά την τελολογική ερμηνεία περιλαμβάνονται και οι Έλληνες το γένος, ανεξαρτήτως ιθαγένειας. [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1045 ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο ακίνητο για μία δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος με τακτική χρησικτησία, ενώ εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μία εικοσαετία, γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία.
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι "εχθρικές" περιουσίες που έχουν τεθεί υπό μεσεγγύηση αυτοδικαίως από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 2636/1940 δηλαδή χωρίς να απαιτείται η έκδοση διοικητικής ή δικαστικής πράξης, απαγορεύεται να διατεθούν από τον "εχθρό" δικαιούχο (άρθρο 6 του νόμου αυτού). Δεν καθίστανται, όμως, ανεπίδεκτες χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, κατά τη διάρκεια της μεσεγγύησής τους, εκ μέρους τρίτων μη εχθρών.
Τούτο δε διότι ανεπίδεκτα χρησικτησίας είναι, κατά το άρθρο 1054 ΑΚ, μόνο τα εκτός συναλλαγής πράγματα, ενώ αντιθέτως τα πράγματα των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση (άρθρο 175 ΑΚ), μεταξύ των οποίων και οι "εχθρικές περιουσίες" από τον "εχθρό" δικαιούχο δεν είναι καταρχήν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός αν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα το αντίθετο από τη διάταξη που θεσπίζει την απαγόρευση διάθεσης.
Όμως, από καμιά διάταξη του ως άνω α.ν. 2636/1940 αλλά και των μεταγενεστέρων, που τροποποίησαν και συμπλήρωσαν αυτήν, δεν προκύπτει ότι η θέση υπό μεσεγγύηση "εχθρικής περιουσίας" συνεπάγεται απολίθωση της νομικής κατάστασής της στο χρόνο έναρξης της μεσεγγύησης ούτε καθιστά τα δικαιώματα του "εχθρού" επί των στοιχείων της "εχθρικής περιουσίας" απαράγραπτα και τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν κινητά ή ακίνητα πράγματα οιονεί εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΟλΑΠ 5/2006, ΑΠ 1105/2019). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1444/2022, ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 1274/2020).
[4] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 108 παρ. 1 και 1 παρ. 3 του Σ., από τις οποίες συνάγεται ότι οι εχθρικές περιουσίες, ως η επίδικη, ανήκουσα σε Έλληνες το γένος Αλβανούς υπηκόους, διαμένοντες εις Αλβανία δεν υπόκειται στις συνήθεις νομικές μεταβολές μέχρι την άρση της μεσεγγύησης, και, συνεπώς, είναι ανεπίδεκτες χρησικτησίας από τρίτους, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες έστω και συνοπτικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ δεν αρκεί μόνο το καταληκτικό πόρισμα, απόρριψης της σχετικής ένστασης του αναιρεσείοντος, ότι το ακίνητο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, και της μετά ταύτα αποδοχής της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης, με το αιτιολογικό ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του αναφερόμενου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.
IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-05-2019 αίτηση αναίρεσης της Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμ. 71/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ