Legislator Case Law & Legislation
1724/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding inheritance will validity under Greek law.

Case Number 1724/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Ródope. The appellant challenged a lower court decision that upheld a public will leaving her husband's estate to her, arguing it violated specific inheritance laws. The court ruled that the lower court correctly applied the principle of res judicata, binding it to the established facts and legal conclusions from the final appeal judgment. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant's costs were allocated to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 528, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds courts to final judgments, preventing re-examination of established facts and legal conclusions unless the judgment is formally annulled.

Keywords

AI generated
res judicata principle final judgment binding inheritance will validity public will annulment code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Paragraph 3, Section e of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1724 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη- Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. χήρας Μ. Σ., το γένος Τ. Μ. Ο. Χ. και Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Αποστολίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. συζύγου Σ. Σ., το γένος Μ. Σ. Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αϊχάν Σιακήρ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Α. συζύγου Α. Μ. Ν., το γένος Μ. Σ. Χ., κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ερτζάν Αμέτ του Αχμέτ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18/12/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 281/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφασή του αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δεχθηκε τυπικά και κατ'ουσία, κατ'άρθρο 528 ΚΠολΔ, την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ. χήρας Μ. Σ., εξαφάνισε την αριθμ. 114/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, και ακολούθως δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, Γ. Σ. και Ν. Α. και το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ όσες οριστικές αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Δεδικασμένο παράγεται και όταν η τελεσίδικη δικαστική απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, ανατρέπεται δε μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης μετά από επιτυχή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή αναψηλαφήσεως.

Αδιάφορο είναι, αν στη δεύτερη δίκη, που διεξάγεται το δεδικασμένο επιτελεί στη δίκη προδικαστική λειτουργία (Ολ.ΑΠ20/2005, ΑΠ818/2008). 2.Κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ,που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ει μή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας(ΑΠ473/2015). 3.Σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε εκ νέου από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εσωτερικού δικαίου, με αυξημένη, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, νομοθετική ισχύ, τα κράτη που έχουν προσχωρήσει σ' αυτήν, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι.

Ενόψει τούτων, γίνεται δεκτό ότι αυτή η "υποχρέωση συμμόρφωσης" του κράτους διαδίκου προς την οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ ταυτίζεται εννοιολογικά με την έννομη συνέπεια του δεδικασμένου. Η απόφαση δηλαδή παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων ως προς το αντικείμενο της προσφυγής, επί του οποίου αποφάνθηκε το ΕΔΔΑ.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη φύση και το είδος της πολιτειακής πράξης που αποτέλεσε το γενεσιουργό αίτιο της παραβίασης της Σύμβασης η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν έχει καθεαυτή την ικανότητα να διεισδύσει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της παραπάνω πράξης ούτε αποτελεί λόγο αναψηλάφησης της απόφασης στην πολιτική δίκη ή επανάληψης της διαδικασίας κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 51 παρ.5 του ν. 345/1976.

Το ίδιο το Δικαστήριο δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μια υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη, ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο (ΑΠ281/2012, ΑΠ 353/2012,ΑΠ2071/2006). Επίσης, ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα σε αστικής φύσεως διαφορά να ζητήσει από το ΕΔΔΑ "δίκαιη ικανοποίηση" και, εναλλακτικά, να ζητήσει από τα εθνικά δικαστήρια αποζημίωση, στην περίπτωση αναγνωριστικής μόνο απόφασης του ΕΔΔΑ.

Β. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου( ΑΠ 534/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(Ολ ΑΠ1/2016, Ολ ΑΠ2/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης(ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 (αρχή της ισότητας), 5. (ελευθερία της προσωπικότητας και η προστασία της ζωής, της τιμής της ελευθερίας χωρίς διακρίσεις), 13 παρ.1 (ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης), 17 (προστασία της ιδιοκτησίας) και 28 του Συντάγματος, 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (απαγόρευση των διακρίσεων) και άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας φυσικού ή νομικού προσώπου).

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ.1α' ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι για την πλημμέλεια του αριθμού19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο ο αριθμός της πλημμέλειας, που δεν αρκεί για το ορισμένο αυτού (ΑΠ 563/2019), η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 (υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου), 32παρ.1 (δικαιοδοσία του δικαστηρίου), 37παρ.1 εδ.2 (διαγραφή της υπόθεσης από το πινάκιο όταν η διαφορά διευθετήθηκε), 46 παρ.1 (υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις διαφορές που είναι διάδικοι) και 52 (εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και αρχών), της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως οι διατάξεις αυτές κυρώθηκαν και μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη ως διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, διότι δεν συμμορφώθηκε προς την από 19/12/2018 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της στην κατ' έφεση δίκη, απόφαση που έκρινε ότι η εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου σε όλα τα μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας Θράκης εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, αφαιρεί δε το δικαίωμα διάθεσης της περιουσίας μετά θάνατο (άρθρο14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), η οποία (απόφαση) εκδόθηκε επί προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά της Ελλάδας, προσφυγή που βασιζόταν στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το προδικαστικό αντικείμενο της παρούσας δίκης ήτοι την ακυρότητα της δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος συζύγου της Μ.

Σ., ενόψει του ότι τα κληρονομιαία ακίνητα ανήκουν στην κατηγορία της καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) και η προσβληθείσα δημόσια διαθήκη του θεωρείται ανίσχυρη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα, αφού το εφαρμοστέο εν προκειμένω Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομούμενου αδελφού και συζύγου των διαδίκων, δεν αναγνωρίζει αντίστοιχο θεσμό.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που στηρίζουν τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, μεταξύ άλλων, δέχθηκε τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα - εναγομένη ισχυρίζεται ότι την 19η Δεκεμβρίου 2018 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου δυνάμει της από 19-12-2018 απόφασης του, δέχθηκε την με αριθμό 20452/2014 προσφυγή της ιδίας κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία υποβλήθηκε στο ΕΔΔΑ δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στις 5 Μαρτίου 2014 και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, και ειδικότερα για την υποχρεωτική εφαρμογή του ισλαμικού νόμου (Σαρία) στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γνήσια βούληση των μερών, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων υπηκόων της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη [Μ.

Σ. κατά Ελλάδος (M. S. c. Grece [GC] - 20452/14 απόφαση 19.12.2018 [GC])]. Ενόψει αυτής της εξέλιξης η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση που αναγνώρισε και διέταξε τα παραπάνω αναφερόμενα, με βάση το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, δεδομένου ότι το, κατά τα ως άνω, ρυθμιζόμενο δια της εκκαλουμένης απόφασης δικαίωμα συγκυριότητας των διαδίκων επί των επίδικων ακινήτων, αντίκειται στις ρυθμίσεις της ΕΔΣΑ, παραβίαση που αναγνωρίστηκε από την παραπάνω απόφαση του ΕΔΔΑ και επομένως (κατά τον ισχυρισμό) πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά η διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ, που προβλέπει τη δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά την έκδοση οριστικής απόφασης Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου της υπό αριθμ. 183/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και τις υπ' αριθμ. 556/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που έκρινε την αναίρεση κατ' αυτής, προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 183/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ' αριθμ. .../7-2-2003 δημόσιας διαθήκης που έχει συνταχθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής, Δ.

Π. - Μ., δημοσιευθείσας δυνάμει της υπ'αρ. 119/ΔΔ119/2008 απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, του αποβιώσαντος την 1-03-2008, Μ. Σ. Μ. του Χ. και Φ., κατοίκου εν ζωή …, μουσουλμάνου στο θρήσκευμα, ανήκοντος στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, με την οποία κατέλειπε μοναδική κληρονόμο του, την σύζυγο του - εναγομένη, σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, με την αιτιολογία ότι εφαρμοστέο δίκαιο για την ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομουμένου, αδελφού και συζύγου των διαδίκων, είναι το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, το οποίο αποκλείει την εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή κατά τον Αστικό Κώδικα για τα καθαρά ακίνητα (μούλκια).

Εναντίον της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από την ηττηθείσα διάδικο της δίκης εκείνης και ήδη εναγομένης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος με την υπ'αρ. 556/2017 απόφαση του, απέρριψε την αναίρεση, καθιστώντας έτσι την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, αμετάκλητη. Επομένως από την ως άνω αμετάκλητη υπ' αρ. 183/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων, με την υπό κρίση υπόθεση διαδίκων, υφίσταται πλέον δεδικασμένο, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο αφενός ως προς το προδικαστικό εν προκειμένω ζήτημα της ακυρότητας της παραπάνω διαθήκης αφετέρου ως προς το ότι εφαρμοστέο δίκαιο για την ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομουμένου Μ.

Σ. Μ. του Χ. και Φ., είναι το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου (Σαρία), σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή και αναγνωρίζεται μόνο η εξ αδιαθέτου. Επομένως μετά την με δύναμη δεδικασμένου αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω δημόσιας διαθήκης του Έλληνα μουσουλμάνου Μ.

Σ. Μ., το παρόν Δικαστήριο καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο ως προς το αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας των εναγουσών επί των κληρονομιαίων ακινήτων με βάση το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου. Περαιτέρω προαποδεικνύεται ότι πράγματι όπως επικαλείται και η εναγομένη, την 19 Δεκεμβρίου 2018 δημοσιεύθηκε η από 19-12-2018 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου, με την οποία δέχθηκε την με αριθμό 20452/2014 προσφυγή της εναγομένης κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση από την Ελλάδα του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, λόγω της υποχρεωτικής εφαρμογής του ισλαμικού νόμου (Σαρία) στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γνήσια βούληση των μερών, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων υπηκόων της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη [Μ.

Σ. κατά Ελλάδος (M. S. c. Grece [GC]-20452/14 απόφαση 19.12.2018 [GC])]. Η ως άνω όμως απόφαση του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, ουδόλως δεσμεύει τους διαδίκους της προσφυγής, πολύ δε περισσότερο τις ενάγουσες οι οποίες δεν ήταν διάδικες στην εν λόγω δίκη, καθόσον αυτή σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, δεν έχει καθεαυτή την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της πράξης που επιφέρει την παραβίαση, καθότι η ίδια η διάταξη του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ αναφέρει το εσωτερικό-εθνικό δίκαιο μόνο ως κώλυμα εξάλειψης των συνεπειών της παραβίασης, αναφορά που θα στερούνταν νοήματος εάν η απόφαση του ΕΔΔΑ είχε την παραπάνω αυτόθροη καταργητική ισχύ.

Επομένως από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ απορρέει μόνο υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος - παραβάτη, ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται στο τελευταίο, ώστε να αρθεί η σχετική παραβίαση".

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο, με την άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συμμορφούμενο, προς την αριθμ. 183/2015 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που έκρινε την ακυρότητα της ένδικης δημόσιας διαθήκης του Μ. Σ., συζύγου και αδελφού, αντίστοιχα, των διαδίκων στην παρούσα δίκη, έλληνα υπηκόου και μουσουλμάνου στο θρήσκευμα, ανήκων στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, με την οποία ο θανών κατέλιπε το σύνολο της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας του, ανήκουσα στην κατηγορία της καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σύζυγό του, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες υπερνομοθετικής ισχύος ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, καθόσον στήριξε την απορριπτική κρίση του στην υπάρχουσα, από την άνω 183/2015 αμετάκλητη απόφαση, δέσμευση του δεδικασμένου, το οποίο, με βάση τα όσα εκτέθηκαν στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, δεν μπορεί να ανατραπεί (ΑΠ 818/2008), διέλαβε δε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για το κρίσιμο ως άνω προδικαστικό ζήτημα της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης και του εφαρμοστέου, εν προκειμένω για τους Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου, για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομουμένου αδελφού και συζύγου, αντίστοιχα, των διαδίκων στην ένδικη αγωγή.

Επομένως, οι ανωτέρω, 1ος και 2ος, αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα, μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των εφαρμοσθεισών διατάξεων ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/12/2019 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.281/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ