Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding final compensation determination in expropriation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision on expropriation compensation. The appellants argued the lower court erred in rejecting their claim for special compensation and lacked jurisdiction over interest claims already settled. The court ruled that the prior final judgment on compensation and interest created a binding res judicata effect, making the new request procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 325 of the Code of Civil Procedure; A final judgment on expropriation compensation creates res judicata that acts as a negative procedural prerequisite, rendering any subsequent request for compensation determination inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 818/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Αλέξανδρο Ροϊλό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2005 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση: 256/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/4/2007 αίτησή τους και τους από 2/1/2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 6/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ όσες οριστικές αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Δεδικασμένο παράγεται και όταν η τελεσίδικη δικαστική απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, ανατρέπεται δε μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης μετά από επιτυχή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή αναψηλαφήσεως.
Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της σχετικής δίκης, το οποίο δεδικασμένο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η υποβαλλόμενη από κάποιον από τους διαδίκους νέα αίτηση οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η μεταβολή της νομολογίας δεν επιδρά στο δεδικασμένο, είτε πρόκειται για κύριο ζήτημα, είτε πρόκειται για ζήτημα που κρίθηκε παρεμπιπτόντως. Αδιάφορο είναι, επίσης, αν η δεύτερη δίκη, που διεξάγεται μετά τη μεταβολή της νομολογίας, έχει το ίδιο αντικείμενο με το δεδικασμένο ή το δεδικασμένο επιτελεί στη δίκη αυτή προδικαστική λειτουργία.
Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Έτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή είναι ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ήδη άρθρο 20 του Ν. 2882/2001) ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (Ολ.
ΑΠ 10/2004, 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, καθώς και κάθε άλλο συναφές με την απαλλοτρίωση ζήτημα και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.
ΑΠ 10/2004 και 11/2004). Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις περί εκκρεμοδικίας ή και δεδικασμένου που ισχύουν για το κράτος μέλος.
Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ "Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών, στις οποίες είναι διάδικοι".
Ενόψει τούτων, γίνεται δεκτό ότι αυτή η "υποχρέωση συμμόρφωσης" του κράτους - διαδίκου προς την οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ ταυτίζεται εννοιολογικού με την έννομη συνέπεια του δεδικασμένου. Η απόφαση, δηλαδή, παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων ως προς το αντικείμενο της προσφυγής επί του οποίου αποφάνθηκε το ΕΔΔΑ.
Έτσι, αν η προσφυγή έγινε δεκτή (εν όλω, ή εν μέρει) ο προσφεύγων μπορεί να επικαλείται την απόφαση ενώπιον κάθε δικαστηρίου του αντιδίκου κράτους και των τυχόν παρεμβάντων στη δίκη κρατών ή άλλων προσώπων και να αξιώνει την εφαρμογή της. Βέβαια, το ΕΔΔΑ δεν είναι αναθεωρητικό ή ακυρωτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία να ακυρώσει ή να αναιρέσει την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου, με την οποία πραγματώθηκε η προσβολή του δικαιώματος του προσφεύγοντος ή κρίθηκε εσφαλμένα, ότι δεν προσβλήθηκε ατομικό δικαίωμά του (ενώ, όπως αποφάνθηκε το ΕΔΔΑ, είχε προσβληθεί).
Συνέπεια αυτών είναι, ότι το δεδικασμένο της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου δεν ανατρέπεται με την απόφαση του ΕΔΔΑ για προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσφεύγοντος. Αν όμως εξακολουθεί η νομική κατάσταση, η οποία κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ως αντίθετη προς τη Σύμβαση, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος του προσφεύγοντος είναι διαρκής, τότε οφείλει ο ημεδαπός δικαστής, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του προσφεύγοντος, να καταργήσει για το μέλλον την ισχύ της ημεδαπής απόφασης
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη και αν προβληθεί τέτοιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Δικονομικές είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) κατ το μέρος που επιτάσσουν να γίνεται κατά τρόπο ενιαίο ο προσδιορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου που απομένει, ήτοι με την απόφαση καθορισμού αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο τμήμα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνον για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται από προκληθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερομένου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.
ΑΠ 15/1998).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με την από 8.12.2005 αίτηση (προσφυγή - αγωγή) που άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκαν τα εξής: ότι με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το καθού και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να καθορισθεί προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης μεταξύ άλλων και για την αριθ. .....
ιδιοκτησία τους που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και, ειδικότερα, για τη διάνοιξη της Δυτικής Εισόδου Θεσσαλονίκης και τη Νέα ενδιάμεση Λεωφόρο του αυτοκινητοδρόμου Θεσσαλονίκης-Κατερίνης. Ότι επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η αριθ. 7321/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας του εδάφους και ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας για δύο εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα της ιδιοκτησίας τους, μετά των επ' αυτών κτισμάτων.
Ότι στη συνέχεια με την από 18.4.1997 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας τους, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα αυτής, η οποία προήλθε από την απαλλοτρίωση, αλλά και συνεπεία εκτελέσεως του έργου της.
Ότι επί της αιτήσεως εκδόθηκε η αριθ. 1435/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα τμήματα, προσδιόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων μόνο με βάση τη μείωση της αξίας που προήλθε από την απαλλοτρίωση και απέρριψε την ιδιαίτερη αποζημίωση την οφειλόμενη στη μείωση της αξίας από την εκτέλεση του έργου.
Ότι κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος σε ολομέλεια με την αριθμ. 8/1999 απόφασή του δεν ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου ως προς το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης συνεπεία της εκτελέσεως του έργου, δηλαδή απέρριψε το σχετικό λόγο αναίρεσης ως αβάσιμο. Ότι μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την από 30.6.1999 ατομική προσφυγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η από 19.9.2002 απόφαση, η οποία έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, ως προς την ιδιαίτερη αποζημίωση, γιατί δεν υπολογίσθηκε η μείωση της αξίας από την εκτέλεση του έργου, πλην όμως δεν τους επεδίκασε δίκαιη αποζημίωση για το λόγο αυτό, διότι πλανήθηκε και έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου ότι δήθεν εκκρεμούσε ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων αγωγή, με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης για το λόγο αυτό, δηλαδή την μείωση της αξίας από την εκτέλεση του έργου.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες ότι, κατόπιν της από 15.1.2002 αγωγής τους, εκδόθηκε η 34081/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την αριθμ. 362/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια έγινε αμετάκλητη με την οποία επιδικάσθηκε σ' αυτούς το ποσό των 457.345 ευρώ, νομιμοτόκως από 24.5.1999, ως αποζημίωση της αυτοαποζημιούμενης λωρίδας της ιδιοκτησίας τους, ότι το καθού παρακατάθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 24.1.2005, την ως άνω αποζημίωση και για τόκους της απαίτησής τους το ποσό των 178.366, 65 ευρώ, υπολογίζοντας το επιτόκιο σε ποσοστό 6% ετησίως, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 4§1, 5§1 και 20§1 του Συντάγματος, το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, έπρεπε να υπολογισθεί, σύμφωνα με το εκάστοτε ποσοστό του κοινού τόκου υπερημερίας, ότι επιπλέον κατά την πληρωμή των τόκων παρακρατήθηκε φόρος υπέρ του Δημοσίου, ύψους 35.673, 33 ευρώ, καθώς και φόρος χαρτοσήμου 6.922 ευρώ, κατά παράβαση του άρθρου 17§4 εδ.
τελ. του Συντάγματος, που καθιστά την αποζημίωση μη πλήρη. Για όλους τους παραπάνω λόγους ζήτησαν: 1) να καθορισθεί η αξία του εδάφους των δύο ως άνω εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων της ιδιοκτησίας τους σε 450 ευρώ κατά τ.μ. και η αξία της επικείμενης κατοικίας σε 350 ευρώ κατά κυβικό μέτρο, 2) να καθορισθεί η ιδιαίτερη αποζημίωση η οφειλόμενη στη μείωση της αξίας των ακινήτων αυτών από την εκτέλεση του έργου, σε ποσοστό επί της αξίας 60% για το πρώτο, 45% για το δεύτερο και 35% για την οικία και να υποχρεωθεί το καθού να τους καταβάλει την ιδιαίτερη αποζημίωση που θα τους καθορισθεί, με τον νόμιμο κοινό τόκο υπερημερίας, 3) να αναγνωρισθεί ότι ο οφειλόμενος τόκος υπερημερίας επί της αποζημίωσης που τους επιδικάστηκε με την 34081/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι ο εκάστοτε κοινός τόκος υπερημερίας και όχι ποσοστό 6% ετησίως και να υποχρεωθεί το καθού να τους καταβάλει τη διαφορά των 201.653, 83 ευρώ, νομιμοτόκως, με το κοινό τόκο υπερημερίας, 4) να αναγνωρισθεί ότι οι τόκοι της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε παρακράτηση και να καταδικασθεί το καθού να τους καταβάλει το ποσό του τοκόσημου εκ 35.673, 33 ευρώ και του φόρου χαρτοσήμου των 6.422 ευρώ, με το νόμιμο τόκο με τον κοινό τόκο υπερημερίας και 5) να καταδικασθεί ο καθού στη δικαστική τους δαπάνη.
Κρίνοντας την ως άνω αίτηση (αγωγή - Προσφυγή) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα κρίσιμα : "Με τέτοιο περιεχόμενο η αίτηση, κατά το μέρος που ζητείται ο προσδιορισμός τιμής μονάδας ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω εκτελέσεως του έργου, καθώς και η καταψήφιση της αποζημίωσης αυτής, είναι απαράδεκτη, προσκρούουσα στο δεδικασμένο της αριθμ. 1435/1998 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, αφού η άνω αναγνωριστική απόφαση του ΕυρΔΔΑ δεν διεισδύει στην εσωτερική έννομη τάξη η και δεν αίρει την παραβίαση, ούτε ανακαλεί ή ακυρώνει την ως άνω με αριθ. 8/1999 απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε διαφορετικά.
Το γεγονός ότι κρίθηκε αναγνωριστικά από το ΕυρΔΔΑ ότι υπήρξε παραβίαση της Συμβάσεως δεν σημαίνει ότι το σχετικό ζήτημα μπορεί να κριθεί εκ νέου από τα Εθνικά Δικαστήρια, διότι τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται από το Εθνικό Δίκαιο, ως μορφή επανάληψης διαδικασίας. Η μόνη δυνατότητα που έχουν οι αιτούντες, είναι να ζητήσουν δίκαιη ικανοποίηση από τα εθνικά δικαστήρια ή εφόσον θεωρούν ότι από την παραβίαση των ως άνω δικαιωμάτων τους υπήρξε ζημία, για την οποία ευθύνεται το Δημόσιο, να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατ' αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 ΕισΝΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση του ΕυρΔΔΑ αποτελεί ουσιαστικό δεδικασμένο, που έχει θετική επέμβαση για το προδικαστικό ζήτημα κατά πόσο η πράξη ήταν παράνομη ή όχι. Ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 1435/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι το αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω εκτελέσεως του έργου απερρίφθη ως απαράδεκτο είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο.
Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής διαφοράς τόκων υπερημερίας, επιστροφής παρακρατηθέντος τοκόσημου και φόρου χαρτοσήμου, αυτό κατά τα προαναφερόμενα μπορεί να ερευνηθεί και να κριθεί κατά τη διαδικασία αυτή και από το παρόν Δικαστήριο ενιαίως στα πλαίσια του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως.
Εφόσον, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται στάδιο προσδιορισμού αποζημιώσεως, αφού η αίτηση κατά το μέρος που ζητείται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι, κατά τα άνω μη νόμιμη, αναρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Μετά από αυτά, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της .........".
Οι αναιρεσείοντες, με όλους τους λόγους αναιρέσεως και το μοναδικό πρόσθετο λόγο, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις νομικές πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι: α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321-322 του ΚΠολΔ και τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 και άρθρου 20 ν. 2882/2001 και β) προέβη σε ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 2, 4, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος του ν.δ. 53/1974, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Οι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται στο Εφετείο πλημμέλειες από τα εδάφια 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο σωστά δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την προγενέστερη 1435/1998 απόφασή του, η οποία είχε εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και, ως εκ τούτου, η νέα ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων για καθορισμό αποζημίωσης ήταν απαράδεκτη.
Περαιτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως, από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι κατά το μέρος που αφορούν την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 321-322 ΚΠολΔ και των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 4 και 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 και άρθρο 20 ν. 2882/2001, διότι οι ως άνω διατάξεις κατά το μέρος που επιβάλλουν τον ενιαίο καθορισμό της αποζημίωσης είναι δικονομικές και η παραβίασή της δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 και 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 17 παρ. 1, 2, 4, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος και παραγνώρισε ότι οι διατάξεις αυτές, όπως αυτόνομα ερμηνεύονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως υπερνομοθετικές, κατισχύουν των κοινών διατάξεων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παρέβλεψε τις πιο πάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ούτε απέκλεισε το δικαίωμα των αναιρεσειόντων ν' αξιώσουν από τα αρμόδια δικαστήρια "δίκαιη ικανοποίηση" κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1α του Πρ.
Πρ. Πρ. της ΕΣΔΑ, ή αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 ΕισΝΑΚ, αλλά στήριξε την απορριπτική κρίση του στην υπάρχουσα δέσμευση του δεδικασμένου, το οποίο, με βάση τα όσα εκτέθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να ανατραπεί. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως αποδίδουν, επιπλέον, στο Εφετείο αιτιάσεις από τα εδάφια 5 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι:
α) δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι η προεκδοθείσα 1435/1998 απόφασή του είχε απορρίψει το αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω της μείωσης της αξίας του ακινήτου τους εξ αιτίας της εκτελέσεως του έργου ως απαράδεκτο και όχι ως αβάσιμο και β) εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αναρμόδιο για την εκδίκαση των αυτοτελών και συναφών με την απαλλοτρίωση αιτημάτων τους για τους τόκους, τοκόσημο και χαρτόσημο που αφορούν τα ποσά που τους έχουν επιδικασθεί με την τελεσίδικη 34081/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που απορρέει από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό τον οποίο και απέρριψε ως αβάσιμο δεχθέν ότι το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και εξαιτίας της εκτελέσεως του έργου έχει απορριφθεί αμετάκλητα ως μη νόμιμο και όχι ως απαράδεκτο.
Επίσης, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το εδάφιο 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ενώπιον του Εφετείου δεν υπήρχε στάδιο προσδιορισμού αποζημίωσης, καθόσον η σχετική διαδικασία είχε ολοκληρωθεί με την προεκδοθείσα και έχουσα ισχύ δεδικασμένου 1435/1998 απόφασή του, καθώς και με την έχουσα επίσης, ισχύ δεδικασμένου 362/2004 απόφασή του.
Μάλιστα, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην αίτηση (προσφυγή), αλλά και δέχεται το Εφετείο (επαναλαμβάνονται δε στο αναιρετήριο) το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 362/2004 απόφασή του, που έγινε αμετάκλητη, επιδίκασε το ποσό των 457.345 ευρώ νομιμότοκα από 24-5-1999. Με τη λέξη "νομιμότοκα" το Εφετείο εννοεί σαφώς προς 6% ετησίεως, διότι οφειλέτης είναι το Δημόσιο (άρθρ. 7§2 ν.δ. 496/1974) και, μάλιστα, δεν ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι ζήτησαν μεγαλύτερο ποσοστό τόκου.
Κατά συνέπεια, εφόσον το ποσοστό 6% έχει κριθεί αμετάκλητα, έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί. Αν οι προσφεύγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) είχαν αντίρρηση ως προς το ποσοστό 6% του τόκου έπρεπε ν' ασκήσουν αναίρεση κατά της ως άνω 362/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τέλος, σημειώνεται ότι η διαφορά για το χαρτόσημο επί των τόκων επιδικίας, ανεξάρτητα ότι μπορούσε να υποβληθεί ενώπιον του Εφετείου στη δίκη για την καταψήφιση της αποζημίωσης που όρισε και τους τόκους, με μορφή αναγνωριστική, τώρα, μετά την παρακράτησή του, ως αίτημα καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ υπάγεται (ως διάφορα επιστροφής παρανόμως παρακρατηθέντος χαρτοσήμου) στο αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που θα έχει την δικαιοδοσία και όχι στο Εφετείο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό με βάση το ν.δ. 797/1971 ή το ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αφού δεν υπάρχει σχετικό εκκρεμές στάδιο δίκης για την αποζημίωση ενώπιον του Εφετείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2007 αίτηση και του από 2-1-2008 πρόσθετου λόγου των Χ1 κλπ για αναίρεση της 256/2007 αποφάσεως του Εφετείου ΘΕσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ