Supreme Court dismisses appeal on contract breach grounds due to insufficient causal link between architect's errors and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that the architect's false statements and lack of actual site work caused financial losses, but the court found these claims were merely arguments rather than proven facts. Consequently, the court ruled that the appellant failed to establish a causal link between the alleged misconduct and the claimed damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 197, 198 of the Civil Code; Articles 297, 298, 919 of the Civil Code: Liability for breach of good faith in contract negotiations requires proof of actual damage and a direct causal link between the breach and the loss, excluding mere speculative arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1721 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1721/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κιουπή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζαφείρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4011/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3655/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη?
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 Α.Κ., συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 919 ΑΚ, συνάγονται τα εξής:
Η καθιερούμενη με τις διατάξεις αυτές ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαιώσεως της συμβάσεως, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπολείπεται παρά η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας έχουν δοθεί σαφείς βεβαιώσεις, ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιη.
Εκείνος ο οποίος, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ματαίωσε τη σύναψη της συμβάσεως, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το άλλο μέρος, για τη ζημία η οποία προέρχεται από το γεγονός, ότι αυτός πίστευε ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν. Ως ζημία, δηλαδή, νοείται το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον, ήτοι κάθε ζημία, θετική ή και διαφυγόν κέρδος, το οποίο συναρτάται προς το ότι το ζημιωθέν μέρος υποβλήθηκε σε δαπάνες ή ματαίωσε άλλη ευκαιρία εξ αιτίας της πεποιθήσεώς του ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν, όχι δε το διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως, δηλαδή ζημία θετική ή αποθετική η οποία οφείλεται στο ότι δεν εκπληρώθηκε η σύμβαση, αφού τέτοιο διαφέρον προϋποθέτει ότι η σύμβαση έχει συναφθεί (Α.Π. 878/2011, Α.Π. 1734/2009).
Τα προβλεπόμενα από το άρθρο 919 Α.Κ. χρηστά ήθη είναι έννοια νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο και κατά την γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου ανθρώπου, σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και χρησιμοποιηθέντων μέσων.
Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου-"θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (Α.Π. 900/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 932 περ. α' ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υποχρέου, του είδους και της εκτάσεως της ζημίας, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε σε αυτόν ηθική βλάβη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, το οποίο θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.
Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσόν για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Επίσης, με την πιο πάνω διάταξη ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και επομένως δεν ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από της διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι (ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Τον Ιανουάριο 2005, ο ενάγων, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους εναγομένους, για την αγορά οικοπέδου, έκτασης 345,15τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο Δήμο Ζωγράφου και ανήκε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους εφεσίβλητους-εναγομένους.
Στις 21.1.2005, στο γραφείο του δικηγόρου των εφεσιβλήτων-εναγομένων, συμφώνησαν οι διάδικοι την πώληση του ανωτέρω οικοπέδου, αντί του τιμήματος των 880.410 ευρώ. Επιπλέον, συμφώνησαν ότι το οριστικό συμβόλαιο πώλησης θα υπογραφόταν μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, δηλαδή έως 21.2.2005, αφού προηγούμενα και συγκεκριμένα, εντός προθεσμίας δέκα πέντε ημερών από τις 21.1.2005, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι είχαν προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την άρση των υφιστάμενων στο εν λόγω ακίνητο βαρών (αγωγή διανομής και κατάσχεση).
Παράλληλα δε, δόθηκαν στον εκκαλούντα-ενάγοντα οι τίτλοι ιδιοκτησίας και τα τοπογραφικά διαγράμματα του οικοπέδου για το σχετικό έλεγχο. Ακολούθως, ο εκκαλών-ενάγων...εξέδωσε, σε διαταγή του...επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία έκδοσης 21.1.2005, ποσού 2.500 ευρώ η καθεμία, τις οποίες, στη συνέχεια, τις οπισθογράφησε και παρέδωσε στους εφεσίβλητους-εναγόμενους, ως προκαταβολή.
Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι τα ανωτέρω ποσά θα συμψηφιστούν στο παραπάνω τίμημα κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ενώ σε περίπτωση ματαίωσης της πώλησης, λόγω πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων του πωλούμενου, θα επιστραφούν αμέσως... Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 17.2.2005, παρόλο που οι διαπραγματεύσεις με τον εκκαλούντα-ενάγοντα είχαν φθάσει στο τελικό στάδιο και είχαν ολοκληρωθεί όλες οι αναγκαίες διαδικασίες και απέμεινε μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, με το .../17.2.2005 συμβόλαιο...που νόμιμα μεταγράφηκε, πώλησαν και μεταβίβασαν το εν λόγω οικόπεδο σε τρίτο...
Μάλιστα δε δεν ειδοποιήθηκε έγκαιρα ο εκκαλών-ενάγων για την αλλαγή των προθέσεων και τη σύναψη τελικά της σύμβασης πώλησης με τρίτο, αλλά μόλις στις 24.2.2005 του κοινοποίησαν οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, την από 23.2.2005 εξώδικη δήλωσή τους, στην οποία εκθέτουν ότι ματαιώθηκε η πώληση του οικοπέδου στον εκκαλούντα-ενάγοντα και πρόσφεραν τις επιταγές που είχαν δοθεί ως προκαταβολή, που τελικά παρέλαβε ο τελευταίος.
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ενήργησαν αντίθετα τόσο στην καλή πίστη, στην επιβαλλόμενη, δηλαδή, στον χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο συναλλακτική ευθύτητα όσο και στα συναλλακτικά ήθη, στους ειθισμένους, δηλαδή, στις συναλλαγές τρόπους ενέργειας.
Οι τελευταίοι με πρόθεση ενεργώντας (ΑΚ 330), δημιούργησαν με τις διαβεβαιώσεις τους την πεποίθηση στον εκκαλούντα-ενάγοντα ότι θα καταρτιστεί τελικά η σύμβαση πώλησης του οικοπέδου με τον ίδιο, παράλληλα δε δεν ενημέρωσαν τον εκκαλούντα-ενάγοντα για την επικείμενη με τρίτον κατάρτιση της σύμβασης πώλησης του οικοπέδου ούτε δε και όταν αυτή καταρτίστηκε, με αποτέλεσμα να παραβιάσουν την υποχρέωση προστασίας της περιουσίας του εκκαλούντα-ενάγοντα.
Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι με πρόθεση ζημίωσαν τον εκκαλούντα-ενάγοντα κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, στις αντιλήψεις, δηλαδή, του μέσου κατά γενική αντίληψη χρηστά και λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Ειδικά, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι αρχικά υποσχέθηκαν την πώληση του οικοπέδου τους στον εκκαλούντα-ενάγοντα, μάλιστα δε τον διαβεβαίωσαν ότι θα καταρτιστεί η σύμβαση πώλησης με αυτόν (εκκαλούντα-ενάγοντα), με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πεισθεί για το ειλικρινές των προθέσεων των εφεσίβλητων-εναγόμενων και να προβεί σε σχετικές δαπάνες.
Παράλληλα, όμως, οι τελευταίοι διαπραγματεύονταν και με τρίτους την πώληση του ίδιου ανωτέρω οικοπέδου και τελικά μεταβίβασαν αυτό σε τρίτον, όπως ειδικά ανωτέρω αναφέρεται, χωρίς επιπλέον να ειδοποιήσουν τον εκκαλούντα-ενάγοντα. Μάλιστα δε μετά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης του οικοπέδου σε τρίτον, γνωστοποίησαν ότι ματαιώνονται οι διαπραγματεύσεις και δεν πρόκειται να καταρτιστεί η σύμβαση που υποσχέθηκαν με τον εκκαλούντα-ενάγοντα.
Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι ενήργησαν με τον παραπάνω αντίθετο στα χρηστά ήθη τρόπο, με πρόθεση και ειδικά ενώ είχαν διαβλέψει ότι θα προκαλέσουν ζημία στον εκκαλούντα-ενάγοντα, ο οποίος ήταν εργολάβος οικοδομών, ιδιότητα γνωστή σ' αυτούς και είχε προβεί σε σχετικές δαπάνες, παρόλα αυτά προχώρησαν στην παραπάνω αναφερόμενη αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-ενάγων ανέθεσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ζαφείρη την εντολή για να προβεί ο τελευταίος στην εξέλεγξη των τίτλων ιδιοκτησίας του οικοπέδου των εφεσίβλητων-εναγομένων, που επρόκειτο να αγοράσει. Ο ανωτέρω δικηγόρος προέβη στον έλεγχο τίτλων και συνέταξε σχετική έκθεση.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 160 του ν.δ. 3026/1954 "κώδικα περί δικηγόρων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του εκκαλούντος-ενάγοντος ανέρχεται στο 1 και 1/2% επί του ποσού της αξίας του ακινήτου, αξία που από τους διαδίκους προσδιορίστηκε στο ποσό των 880.410 ευρώ. Ως εκ τούτου το ποσό που οφείλει στον εν λόγω δικηγόρο ο εκκαλών-ενάγων ανέρχεται στις 13.206,15 ευρώ (880.410χ1,5%).
Η δαπάνη δε αυτή, που αποτελεί ζημία του εκκαλούντος-ενάγοντος βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια τόσο με την αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά των εφεσιβλήτων-εναγομένων, που αυτοί, όπως πιο πάνω αναφέρεται, επέδειξαν κατά τις διαπραγματεύσεις, όσο, επίσης και στην ενάντια προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά των τελευταίων.
Επομένως, το ανωτέρω κονδύλιο είναι αφενός μεν νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις ΑΚ 197, 198, 919, 297, 298 και 330, αφετέρου δε και ουσιαστικά βάσιμο, καθόσον, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αποδείχθηκε η ζημία αυτή που υπέστη ο εκκαλών. Επίσης και το κονδύλιο των 1.200 ευρώ που αναφέρεται στην εμβαδομέτρηση του οικοπέδου και στη σύνταξη του τοπογραφικού από τον αρχιτέκτονα-μηχανικό Χ.
Φ., είναι σύμφωνα με τις ίδιες αμέσως πιο πάνω διατάξεις νόμιμο, επιπλέον δε είναι και ουσιαστικά βάσιμο, καθόσον προσκομίζεται με επίκληση το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που ο εν λόγω αρχιτέκτονας -μηχανικός εκπόνησε, με εντολή του εκκαλούντος-ενάγοντος... Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και την έκταση της ζημίας, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε η άδικη πράξη, τη βαρύτητα του πταίσματος και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, πρέπει να επιδικαστεί στον τελευταίο εύλογη χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με τις ΑΚ 919, 932, 299, λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 5.000 ευρώ...".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά τις ανωτέρω δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγων-αναιρεσίβλητος για τις αμοιβές του δικηγόρου και του αρχιτέκτονος μηχανικού εξ αιτίας της πεποιθήσεώς του ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και οι οποίες αποτελούν ζημία, η οποία εντάσσεται στο αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον.
Επίσης, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τις οποίες έλαβε υπόψη για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς να ήταν απαραίτητο να εξειδικευτεί περαιτέρω καθένα από τα επί μέρους προσδιοριστικά στοιχεία. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ., 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδαφ. α'και β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδ.
β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ διαδικασία (Α.Π. 1707/2009, Α.Π. 1757/2011). Επομένως, ο πρώτος, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ, 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ, επειδή το δικαστήριο έλαβε υπόψη α) την με ημερομηνία 7-2-2005 έκθεση ελέγχου τίτλων του δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου και β) το τοπογραφικό, για το ακίνητο, διάγραμμα του ορισθέντος από τον αναιρεσίβλητο αρχιτέκτονος μηχανικού, τα οποία δεν έφεραν βεβαίωση από δημόσια Αρχή για τον χρόνο της υπογραφής των, είναι (ο λόγος) απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμά του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και όλα τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα. Από την βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, στην οποία μάλιστα αναφέρεται ιδιαιτέρως, ότι: "...Τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, εκτός των άλλων και από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος-ενάγοντος, ο οποίος καταθέτει...", προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και την φερόμενη ως αγνοηθείσα κατάθεση του μάρτυρος.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ'Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτά προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο ή δύνανται να στηρίξουν, αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λ.π.), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ειδικότερα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους εξής προβληθέντες ισχυρισμούς του: 1) "δεν υπήρξε κανένας απολύτως έλεγχος τίτλων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, καθότι γνώριζε από εμάς την ύπαρξη των δύο τυπικών βαρών και προσδιόρισε αρχικώς την ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου για την διενέργεια του ελέγχου τίτλων.
Ο αντίδικος όμως υπαναχώρησε από τους ανωτέρω αναφερθέντες λόγους, δεν υπεγράφη ποτέ συμβόλαιο αγοραπωλησίας και φυσικά δεν τέθηκε ποτέ θέμα ελέγχου τίτλων και βαρών από το δικηγόρο του... Δεν υπήρξαν ποτέ τέτοιου είδους σχέδια καθόσον μάλιστα δεν είχε ανατεθεί καν σε συμβολαιογράφο η υπογραφή των υποτιθέμενων συμβολαίων.
Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι στην αγωγή του ο ενάγων δεν επικαλείται κανένα όνομα συμβολαιογράφου, αλλά αρκείται στην απλή αναφορά περί συμβολαιογράφου. Ούτε εμείς αλλά ούτε και οι δικηγόροι μας δεν αντικρίσαμε ποτέ σχέδιο συμβολαίου, αφού στην πραγματικότητα ο αγοραστής είχε ήδη υπαναχωρήσει από την αγορά του προβληματικού για αυτόν ακινήτου.
Όσο αφορά την σύνταξη σχεδίου συμβολαίου αγοραπωλησίας από τον δικηγόρο του χωρίς προηγουμένως να έχει εμφανισθεί έστω και τηλεφωνικώς ο οιοσδήποτε συμβολαιογράφος και χωρίς καν να έχουν εμφανισθεί προς υπογραφή δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως, αφήνουμε το Δικαστήριό Σας να κρίνει με αντικειμενικό τρόπο την σοβαρότητα των προβαλλομένων απαιτήσεων του αντιδίκου.
Για όλες τις εργασίες του δικηγόρου του και του αρχιτέκτονος μηχανικού του ο ενάγων πρέπει να προσκομίσει έγγραφα βεβαίας χρονολογίας από δημόσια αρχή, διαφορετικά τα έγγραφα αυτά θα έχουν κατασκευασθεί σκοπίμως και εκ των υστέρων για την παρούσα δίκη". 2) "...Άλλωστε και ο ίδιος ο μάρτυράς του επ' ακροατηρίω αμφισβήτησε τη διενέργεια υποτιθέμενου ελέγχου τίτλων, ενώ δεν προσκομίστηκε φυσικά ούτε σχετική έγγραφη έκθεση με υπογραφή βεβαίας χρονολογίας, ούτε απόδειξη παροχής υπηρεσιών του εν λόγω δικηγόρου". 3)"...Την 21-1-2005 υπεγράφη το συμφωνητικό προκαταβολής με καθορισμό υπογραφής οριστικού συμβολαίου μετά από τριάντα ημέρες προκειμένου να έχουν εξαλειφθεί μέχρι τότε τα δύο βάρη του ακινήτου.
Ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι ο δικηγόρος του Κωνσταντίνος Ζαρείφης πραγματοποίησε έλεγχο τίτλων του ακινήτου στις 7/02/2005 και ότι την ίδια μέρα συνέταξε εγγράφως έκθεση ελέγχου τίτλων. Όμως, όταν στο συμφωνητικό προκαταβολής είχε καθορισθεί η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μετά από 30 μέρες λόγω της υπάρξεως των δύο βαρών με ποια λογική θα είχε διενεργηθεί ο έλεγχος τίτλων την 07/02/2005, σε τόσο πρόωρο χρονικό σημείο, όταν δηλαδή δεν είχαν εξαλειφθεί τα δύο βάρη, τα οποία εξαλείφθηκαν 10/02/2005.
Επίσης το σχέδιο συμβολαίου που εμφάνισε ο αναιρεσίβλητος, ενώ δεν φέρει καμιά ημερομηνία συντάξεώς του (καθώς ουδέποτε εμφανίστηκε σε εμένα και κατασκευάστηκε εκ των υστέρων) φέρει στο τέλος μια χειρόγραφη ημερομηνία, 09/02/2005, (εν αντιθέσει με το υπόλοιπο κείμενο που είναι γραμμένο σε Η/Υ) και χωρίς να αναφέρονται αριθμοί πρωτοκόλλου των υποτιθέμενων πιστοποιητικών που απαιτούντο για την υπογραφή του, τα οποία και φυσικά ουδέποτε είχαν εκδοθεί...". 4) "...δεν υπήρξε ποτέ εμβαδομέτρηση του οικοπέδου και σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος από τον αρχιτέκτονα μηχανικό του, καθόσον καθ' ομολογίαν του (2η σελίδα αγωγής) την 21-01-2005 παρεδόθησαν σε εκείνον τα υπάρχοντα τοπογραφικά διαγράμματα του οικοπέδου, τα οποία ήταν απολύτως πλήρη και επαρκή για την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας.
Όλως καταχρηστικώς και με προκλητικό τρόπο ο αντίδικος προέβαλε και απαιτήσεις για σύνταξη προϋπολογισμού, διαγράμματος καλύψεως, σχεδιαγράμματος κατόψεως τριών υπογείων, πυλωτής και οκτώ ορόφων από τον αρχιτέκτονα μηχανικό του, ενώ εκείνος δεν είχε προβεί καν στην αγορά οικοπέδου. Όπως όλοι γνωρίζουμε η σχετική εργασία του οιουδήποτε αρχιτέκτονα μηχανικού πραγματοποιείται από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, από αυτόν δηλαδή στον οποίο ανήκει η κυριότητά του και όχι από έναν απλό υποψήφιο αγοραστή, ο οποίος μάλιστα είχε προβάλει εξαρχής τόσο σοβαρές ενστάσεις για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου...". 5) "...ο αρχιτέκτων μηχανικός-μάρτυρας του αναιρεσίβλητου κατέθεσε ισχυρισμούς που αποδεικνύουν ξεκάθαρα ότι δεν πραγματοποίησε καμία απολύτως εργασία στο οικόπεδό μας. "Ξέχασε" ότι στο οικόπεδο αυτό υπήρχε ρυμοτομούμενο τμήμα επιφανείας 41,92 τ.μ., "ξέχασε" τον πραγματικό συντελεστή δομήσεως του οικοπέδου που ήταν 3% και όχι 3,6%, "ξέχασε" το μέγιστο ύψος οικοδομής του οικοπέδου που ήταν 20,70 τ.μ.
και όχι 28 τ.μ. με αποτέλεσμα να ισχυριστεί ψευδώς ότι θα κτίζονταν οκτώ όροφοι ως μελλοντική πολυκατοικία αντί για έξι. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αρχιτέκτων-μηχανικός Χ. Φ. ουδέποτε πραγματοποίησε εργασίες εμβαδομέτρησης και τοπογραφικού οικοπέδου, καθώς αυτά προϋπήρχαν και δεν ήταν αναγκαία νεότερη εργασία, ενώ τα λανθασμένα στοιχεία που ο ίδιος κατέθεσε για το οικόπεδο ενώπιον ακροατηρίου αποδεικνύουν ότι ουδέποτε ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα και ότι οι εργασίες του είναι κατασκευασμένες από τον αναιρεσίβλητο εκ των υστέρων".
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα, τα οποία αποβλέπουν στην υποστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-11-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3655/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ