Supreme Court partially allows appeal against tax evasion sentence due to missing statutory sentencing criteria justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final conviction for tax evasion, specifically regarding the sentencing portion. The defendants argued the lower court failed to provide specific reasoning for the sentence under Article 66 of Law 4174/2013, which mandates considering the amount concealed and duration of evasion. The court ruled that while general sentencing criteria are within the trial court's discretion, the specific statutory requirements of the tax evasion law were not met in this instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 66(6) of Law 4174/2013; Article 79 of the Criminal Code: The sentencing court must explicitly consider the amount concealed and duration of evasion under tax evasion laws, and failure to do so constitutes grounds for partial annulment of the sentence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1718 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1718/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 2)Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανούση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 369/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ.11786/2017 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 78/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η υπό κρίση. υπ' αρ. πρωτ. 11786/ 2017, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 369/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη από δόσης φόρου προστιθέμενης αξίας και καταδικάσθηκαν ο καθένας σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
II. Ο νόμος 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17). β) τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19) (ΑΠ 358/2016 ).
Ειδικότερα, στο άρθρο 18 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 2 παρ. 2 ν. 3943/2011 και πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 66 ν. 4174/2013 και 8 ν. 4347/2015 ορίζεται ότι: "1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατουμένων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται:
α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κυρίου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α.
που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό τον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) "με κάθειρξη" εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ...". Ήδη, με το άρθρο 8 του νόμου 4337/2015 (Φ.Ε.Κ.
Α 129/17-10-2015), η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 17-10-2015, οι παραπάνω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με τις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρου 66 που προστέθηκε στο ν.4174 2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κ.λ.π.", με το οποίο προβλέπονται τα εξής: "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:
α)... β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά την Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ)... 2... 3.
Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα, στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: (α)...., ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίσθηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:
αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε, άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγουμένης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε, κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς".
Από τις ανωτέρω νέες διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει, σε σχέση με το αδίκημα της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του Φ.Π.Α.
ότι ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν το προς απόδοση ποσό Φ.Π.Α. υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη, αν το προς απόδοση ποσό Φ.II.Α. υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
όταν δε το προς απόδοση ποσό Φ.Π.Α. δεν υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος. αλλά είναι μικρότερο αυτού, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη (AΠ 1559/2016, AΠ 240/2017). Οι προπαρατεθείσες νέες διατάξεις είναι επιεικέστερες κατά τούτο (για οφειλόμενα ποσά Φ.Π.Α. κλπ μικρότερα των 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος) από τις προηγούμενες, αφού για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος δεν αρκεί πλέον η μη απόδοση του Φ.Π.Α.
κλπ αλλ' απαιτείται προσθέτως το προς απόδοση ποσό αυτού να υπερβαίνει (για τη θεμελίωση του εγκλήματος σε βαθμό πλημμελήματος) τουλάχιστον το ποσό των 50.000 ευρώ και, επομένως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ., εφαρμόζονται και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τις 17-10-2015. οπότε άρχισε η ισχύς του ανωτέρω νόμου (ΑΠ 1559/2016).
III. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται. Τα στοιχεία της πράξης, πρέπει να είναι τόσα. ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται, για να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του.
Ακριβής δε είναι ο καθορισμός, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς, όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται (ΑΠ 63/2017).
Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της.
μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ ".... έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι".
Αν δεν καλυφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ η σχετική αυτή ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ. 1), ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ (ΑΠ 63/2017, AΠ 1296 2016, AΠ 1027/2016, AΠ 496/2016, AΠ 914/2017) Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις. ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, η εάν η έκδοσή των αφίεται στη διακριτική ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Έτσι η απορριπτική της ένστασης ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με αναφορά των περιστατικών και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, εφόσον βεβαίως η υποβολή ένστασης αυτής έγινε σαφώς και ορισμένως (ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 918/2014) .
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια με αριθμό 4041/2015 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, ως και τα πρακτικά αυτής, αλλά και από την ασκηθείσα έφεση των αναιρεσειόντων κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του προβαλλόμενου συναφούς λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν εγκύρως στον πρώτο βαθμό ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, προβάλλοντας ότι σε αυτό δεν καθορίζεται η πράξη, για την οποία αυτοί πράγματι καταδικάσθηκαν.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση και οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την παρά το νόμο απόρριψη της παραδεκτούς κατά την έναρξη της διαδικασίας προβληθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει ότι η αποδοθείσα στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες πράξη συνίσταται στο ότι αυτοί : "Στη ...
την 1.1.2013, ενώ ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι ως διαχειριστές και ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρίας με την επωνυμία "....ΟΕ", με αντικείμενο την παροχή γευμάτων - εστιατορίου, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν υπέβαλαν περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 μέχρι και την 30.6.2012 και έτσι για τη φορολογική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι ...
δεν απέδωσαν στο δημόσιο το ποσό των 51.598,54 ευρώ που υπερβαίνει το ποσό των ....ετησίως..".
Το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή με την κάτωθι αιτιολογία "Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία προκύπτει ότι τούτο διέλαβε στο περιεχόμενο του όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις... είναι προφανές ότι στο κλητήριο θέσπισμα περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, εφόσον σ' αυτό καθορίζεται επακριβώς το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά που το συνιστούν και τα κατά τον νόμο συστατικά αυτού στοιχεία, προκειμένου αυτός να λάβει γνώση της αποδιδόμενης κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπιση του." Υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα, το κλητήριο θέσπισμα σαφώς καθόριζε την πράξη για την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν εισαχθεί σε δίκη, που είναι η πράξη της φοροδιαφυγής που τελέσθηκε με τη μη απόδοση στο Δημόσιο του αναφερόμενου φόρου προστιθέμενης και τους παρεχόταν έτσι, η δυνατότητα να προετοιμάσουν την υπεράσπισή του. Εκτίθενται δε σ' αυτό τα απαιτούμενα, στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης αυτής πράξης, που είναι αυτή για την οποία καταδικάσθηκαν. Το δε Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β ΚΠΔ προβαλλόμενος 3ος λόγος αναίρεσης περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, αναφορικά με την εισαχθείσα με το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα, κατηγορία, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος καθώς και από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ 4ος λόγος για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Το περιεχόμενο του έγγραφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για τα ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΙ ΙΔ).
Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα (AΠ 648/2017) .
Από τις διατάζεις των άρθρων 140 εδ.γ και 141 παρ 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά (AΠ 3/2017). Η αποδεικτική ισχύς των πρακτικών αναφέρεται όχι μόνο στη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων που βεβαιώνονται αλλά και στη μη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων, τα οποία δεν βεβαιώνονται, όπως η μη προβολή αυτοτελών ισχυρισμών. Κατά του περιεχομένου των πρακτικών δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών (ΑΠ 21/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι δεν προσδιορίσθηκε η ταυτότητα συγκεκριμένων αναγνωσθέντων στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εγγράφων, τα οποία περιέχονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. και έτσι στερήθηκαν του δικαιώματος τους να προβούν σε παρατηρήσεις κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Η αιτίαση αυτή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης, που δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα, πλην των αναφερόμενων σε αυτά, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως μη προσδιοριζόμενα ως προς την ταυτότητά τους έγγραφα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ 2ος λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος .
V. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικοί στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία, αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικό τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνον κατ' επιλογήν...., όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ΟΛ.ΑΠ 1/2005). Αρκεί δε ο κατ'είδος προσδιορισμός τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.. Δεν αποτελεί, όμως. λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 592/2017).
VI. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
VII. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 369/2017 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στη ...
την 1.1.2013. οι κατηγορούμενοι, ενώ ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι ως διαχειριστές και ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", με αντικείμενο την παροχή γευμάτων -εστιατορίου, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν υπέβαλαν περιοδικές δηλώσεις ΦΙ Ι Α για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 μέχρι και την 30.6.2012 και έτσι για τη φορολογική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι και την 30.6.2012 δεν απέδωσαν στο δημόσιο το ποσό των 51.598.54 ευρώ που υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ ετησίως..".
Στη συνέχεια κήρυξε ένοχους του κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες του ότι :"Στη ... την 1.1.2013, ενώ ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι ως διαχειριστές και ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρίας με την επωνυμία ".... ΟΕ", με αντικείμενο την παροχή γευμάτων - εστιατορίου, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, δεν υπέβαλαν περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 μέχρι και την 30.6.2012 και έτσι για τη φορολογική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι και την 30.6.2012 δεν απέδωσαν στο δημόσιο το ποσό των 51.598.54 ευρώ που υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ ετησίως".
VI. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία συντίθεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α. 27 παρ.2 ΠΚ. και τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1β . 20 και 21 ν 2523/1997 (όπως ίσχυε, μετά την αντικατάστασή του με, το ν 3943/2011) και 66 παρ. 1 β .παρ 3 β περ. ββ του ν. 4174/2013, 8 του ν. 4337/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης .
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Ειδικότερα: Α) (5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος λόγοι αναίρεσης) προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι, είναι αυτή της μη απόδοσης του οφειλόμενου ΦΠΑ, προσδιορίζονται όλα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση αυτού του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως προς το δόλο γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή του ΦΠΑ (AΠ 1233/2015) και επίσης προσδιορίζεται η ιδιότητά τους ως ομόρρυθμων εταίρων και ως εκ τούτου αυτουργών κατά το άρθρο 20 παρ. 1β ν. 2523/1997 . Β) (1ος λόγος) το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα κατ' επιλογή, ειδικώς δε ως προς τα έγγραφα έλαβε υπόψη του όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, που, όπως προκύπτει από τα μη προσβληθέντα για πλαστότητα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης. είναι μόνο τα αναφερόμενα σ'αυτά και δεν προσκομίσθηκαν πλην αυτών από τους αναιρεσείοντες άλλα και δη οι επικαλούμενες περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ. Οι λοιπές αιτιάσεις, απαραδέκτως πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Η' λόγοι αναίρεσης .
VII. Η, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς (ΑΠ 323/2017) και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει και του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία (ΑΠ 213/2015, ΑΠ 1317/2012).
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους (ΑΠ 323/2017, AΠ 515/2015, ΑΠ 1206/2015, ΑΠ 613/2013). Π απόρριψη ενός, παραδεκτώς προβαλλόμενου, αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1030/2016), διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.
ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά, το άρθρο 1 70 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, από την οποία ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ (ΑΠ 323/2017, AΠ 166/2013). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο δ' . ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (ΑΠ 53/2017, AΠ 130/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση της συνδρομής του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 δ 11Κ με το εξής περιεχόμενο ο μεν πρώτος: "Επειδή, με ειλικρίνεια και αόκνως προσπάθησα και εγώ, όλο το διάστημα της ανυπαίτιας οικονομικής μου αδυναμίας να καταβάλω από το υστέρημα μου τα οφειλόμενα όσα δε τελικώς δεν κατέβαλα, είναι όχι διότι δεν ήθελα, αλλά διότι πραγματικά δεν μπορούσα. Πρόκειται δηλαδή εδώ κατά κυριολεξία για καθαρή περίπτωση του μη φευκτού της αιτιότητας μου. Συνεπεία δε των ανωτέρω, έχω περιέλθει και σήμερα σε απολύτως οικτρή οικονομική κατάσταση. Παρ' όλα αυτά δεν έχω εγκαταλείψει τις προσπάθειες μου.... Επειδή, ... συνεχώς επιδιώκω να άρω ή να μειώσω τις συνέπειες των πράξεων μου." η δε δεύτερη "Επειδή, με, ειλικρίνεια και αόκνως προσπάθησα και εγώ, όλο το διάστημα της ανυπαίτιας οικονομικής μου αδυναμίας να καταβάλω από το υστέρημα μου τα οφειλόμενα όσα δε τελικώς δεν κατέβαλα, είναι όχι διότι δεν ήθελα, αλλά διότι πραγματικά δεν μπορούσα. Πρόκειται δηλαδή εδώ κατά κυριολεξία για καθαρή περίπτωση του μη φευκτού της αιτιότητας μου. Συνεπεία δε των ανωτέρω, έχω περιέλθει και σήμερα σε απολύτως οικτρή οικονομική κατάσταση...
Επειδή,.. συνεχώς επιδιώκω να άρω ή να μειώσω τις συνέπειες των πράξεων μου.". Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους αυτό διαλαμβάνοντας ότι "...πρέπει να απορριφθεί, καθόσον προεβλήθη αορίστως, ήτοι χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν το αντίστοιχο αίτημά τους". Ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να καταδεικνύουν ότι οι κατηγορούμενοι επιζήτησαν ειλικρινά να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης τους και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται καμία συγκεκριμένη καταβολή εκ μέρους τους.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας..
VIII. Στην παρ. 4 του άρθρου 79 του Μ.Κ. ορίζεται ότι " στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε." Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:
τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του.
χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία (AΠ 1568/2016, ΑΠ 611/ 2015), εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου (ΑΠ 1514/2001), όπως είναι η ειδική για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 του Ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρ. 8 Ν.4337/2015, με την οποία ορίζεται ότι "για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης ..." Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ναι μεν σε αυτή διαλαμβάνεται, στο περί ποινής τμήμα της, αιτιολογία σχετικά με τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ.
δεν διατυπώνεται όμως οποιαδήποτε σκέψη και αιτιολογία αναφορικά με τη συνεκτίμηση και των κριτηρίων που ορίζονται στη διάταξη της παρ. 6 του ανωτέρω άρθρου 66 του ν. 4174/2013, η οποία διάταξη δεν μνημονεύεται καθόλου .
Επομένως, κατά παραδοχή του τελευταίου, από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, και απορριπτομένων των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της, και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 369/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και δη μόνον ως προς την περί ποινής διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνον που δίκασαν προηγούμενος.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αρ. πρωτ. 11786/2017 αίτηση - δήλωση για αναίρεση της άνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ