Legislator Case Law & Legislation
1711/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to defendant's failure to appear and lack of legal notice. Appeal rejected on procedural grounds.

Case Number 1711/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment by the Single Member Court of Athens. The defendant bank failed to appear or submit a declaration, violating procedural requirements for participation. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the return of the appeal bond to the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate according to legal requirements, the appeal is inadmissible if the opposing party did not legally summon them.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to appear legal summons procedural defect return of bond code of civil procedure supreme court

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section e' of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6 of Law 3869/2010
Article 1, paragraph 2 of the third article of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1711 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1711/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. - Β. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούρμπο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6614/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11117/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023,ΑΠ 1191/2023).

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021).

Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-9-2024), σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, από τη σειρά της στο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Ξ., που προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την προκείμενη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη, από 7-2-2023 και με γεν. αριθμ. καταθ. 16917/13-2-2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 11117/20-10-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε".

Για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω εφεσίβλητη, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022,ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ11/1998, ΑΠ2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της ανωτέρω εφεσίβλητης, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 10-6-2022 ενώπιον, του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και η απολιπόμενη διάδικος παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Επομένως, ως προς την ως άνω απολιπόμενη διάδικο (εφόσον είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ, εφόσον δε, περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των κατ`ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 11117/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσείουσα με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 20-6-2012 και με αρ.

καταθ. 3035/29-6-2012 αίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης στην αίτηση κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με τη με αριθμ. 6614/2018 απόφασή του, αφού δίκασε την αίτηση αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 28-6-2019 (αριθμ. καταθ. 56712/2434/2-7-2019) έφεσή της μετά των προσθέτων λόγων αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.11117/2022 απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην της εφερσίβλητης, δέχτηκε τυπικά την έφεση και αφού έκρινε ότι η προβληθείσα, από την καθ'ής η αίτηση - πιστώτρια τράπεζα, ένσταση περί δόλου της αιτούσας - αναιρεσείουσας, την οποία (ένσταση) επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε την ένσταση αυτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, απέρριψε την έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει εν προκειμένω (ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως της ένδικης αίτησης, στις 12-12-2014, πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 υποπαρ.

Α 4 άρθρ. 2 παρ. 5 αυτού, από τη δημοσίευσή του, στις 14-8-2015) ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου δεν εντάσσεται η "ενσυνείδητη αμέλεια", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται, όχι ελπίδα, αλλά πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα (A.Π. 1497/2022, Α.Π. 599/2020). Περαιτέρω, με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 - 870 του Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή ενός τρίτου προσώπου (πρωτοφειλέτη), την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή.

Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (Α.Π. 1497/2022, Α.Π. 1432/2022, Α.Π. 1438/2019).

Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 1446/2018).

Στην περίπτωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010, η προσδοκία του εγγυητή ότι ο πρωτοφειλέτης θα καταβάλει το χρέος στο δανειστή, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποκλεισμό του δόλου ως προς την αδυναμία πληρωμής, διότι η ως άνω προσδοκία περί πληρωμής από τον φερέγγυο πρωτοφειλέτη αφορά τη συμπεριφορά τρίτου προσώπου, η οποία δύναται ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο να μεταβληθεί και επομένως μια τέτοια προσδοκία εμπεριέχει τη γνώση περί ενδεχόμενης μη αποπληρωμής από τον πρωτοφειλέτη και ως εκ τούτου και τη γνώση περί ενδεχόμενης περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών.

Επομένως, ο εγγυητής, προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση του δόλου που προβάλλεται από πιστωτή, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι με βάση τα δικά του εισοδήματα και όχι εκείνα του πρωτοφειλέτη πίστευε ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος (ΑΠ 1497/2023, 604/2023). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα)

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 1446/2018).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020), δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).

Ακολούθως, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.

β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το Δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 40/2020).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 35/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11117/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "........Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτών της κρινόμενης έφεσης η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του εσφαλμένα δέχθηκε ως ορισμένη και ακολούθως ως νόμιμη, την προταθείσα από την παρισταμένη πρωτοδίκως καθ' ης η αίτηση πιστώτρια τράπεζα, ένσταση περί δόλιας περιέλευσής της σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, την οποία θα έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας δεδομένου ότι η καθ' ης η αίτηση για να στηρίξει τον ανωτέρω ισχυρισμό της ανέφερε στις προτάσεις της, ότι η ίδια (αιτούσα) είχε λάβει υπέρογκα ποσά μέσω δανείων χωρίς να διαθέτει εισοδήματα ή να επικαλείται ότι διέθετε εισοδήματα κατά την χορήγηση των δανείων, γεγονός που δείχνει ότι προέβη στη λήψη αυτών, γνωρίζοντας ότι δεν είναι σε θέση να τα αποπληρώσει με σκοπό να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών και να βλάψει τους πιστωτές της, χωρίς να αναφέρει, παράλληλα, τα τραπεζικά προϊόντα που συμφώνησε να αναλάβει, το αρχικό και το τελικό τους ύψος, το χρόνο που τα συμφώνησε, τις οικονομικές της δυνατότητες κατά το χρόνο δημιουργίας των χρεών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές δυνατότητες με βάση τις οποίες προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι παρά ταύτα αποδέχτηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του ανακριτικού συστήματος που εισάγει η διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ στις υποθέσεις της-εκούσιας δικαιοδοσίας το οποίο δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την εξακρίβωση ακόμη και μη προταθέντων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1446/2018 ΤΝΠ Νόμος), αρκούσε η αναφορά από την καθ' ης η αίτηση συνοπτικά και όχι αναλυτικά, του υπερδανεισμού της αιτούσας χωρίς να διαθέτει τα ανάλογα εισοδήματα, με βάση τα διαθέσιμα σε αυτήν (καθ' ης) στοιχεία, δεδομένου ότι ο πιστωτής συνήθως δεν έχει πρόσβαση σε όλα τα οικονομικά στοιχεία του οφειλέτη (εισοδήματα κατ' έτος περιουσιακή κατάσταση), ενώ δεν απαιτούταν η αναφορά σε άλλα τραπεζικά προϊόντα αφού η καθ' ης ήταν η μοναδική πιστώτρια της αιτούσας.

Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι ενόψει του ότι και ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να εκθέτει τα ανωτέρω στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αίτησής του για ρύθμιση των χρεών του, θα επιρριπτόταν στον πιστωτή δυσανάλογο δικονομικό βάρος στο οποίο δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί, ενώ όσα στοιχεία δεν έχει στη διάθεσή του ο πιστωτής, ώστε να θεμελιωθεί η ένστασή του, μπορούν να προκύψουν και από τις αποδείξεις .............

Με βάση επομένως τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ορισμένη την ένσταση περί δόλου της αιτούσας την οποία πρόβαλε πρωτοδίκως η μοναδική της πιστώτρια, δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού πρώτου πρόσθετου λόγου της εφέσεως....... Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα γεννήθηκε στις 24-6-1981 και είναι άγαμη.

Από τον Ιανουάριο του έτους 2010 ήταν εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, καθώς έλαβε πτυχίο νομικής στη Μεγάλη Βρετανία, το οποίο αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα το έτος 2010 και μέχρι τις 27-1-2015 εργαζόταν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό στη Γενική Γραμματεία Πρόνοιας λαμβάνοντας μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.818 ευρώ.

Κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η αιτούσα δεν εργαζόταν και είχε μηδενικά εισοδήματα, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2020 άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία UBS στη Μεγάλη Βρετανία, ως ειδικός συμμόρφωσης επιχειρηματικού κινδύνου και διαχείρισης περιουσίας και για τις ανάγκες της εργασίας της αυτής διαμένει σε μισθωμένη κατοικία στο Λονδίνο, στο Δήμο Σάουθγουαρκ.

Από την ανωτέρω εργασία της η αιτούσα λαμβάνει το ποσό των 70.000 λιρών Αγγλίας ετησίως και κατόπιν της αφαίρεσης φόρων και κρατήσεων, το καθαρό ποσό που λαμβάνει μηνιαίως διαμορφώνεται στο ποσό των 4.000 λιρών Αγγλίας. Η αιτούσα είναι αποκλειστική κυρία ενός διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου σε πολυκατοικία επί της οδού ..., στην Αθήνα, επιφάνειας 172,15 ευρώ, που χρησιμεύει για κύρια κατοικία της, το οποίο περιήλθε στην αιτούσα δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Κ. - Κ., αντικειμενικής αξίας 202.687,51 ευρώ. Στο ανωτέρω διαμέρισμα ανήκει η αποκλειστική χρήση του δώματος (ταράτσας) επιφάνειας 98,73 τ.μ., η αποκλειστική χρήση μίας θέσης στάθμευσης στην πυλωτή επιφάνειας 11,00 τ.μ. και η αποκλειστική χρήση μίας θέσης στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας.

Επίσης, η αιτούσα είναι αποκλειστική κυρία μίας υπόγειας αποθήκης επιφανείας 19,62 τ.μ. και μίας υπόγειας αποθήκης επιφάνειας 23,07 τ.μ., στην ίδια ως άνω πολυκατοικία καθώς και μίας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου επιφάνειας 8,80 τ.μ. σε πολυκατοικία επί της οδού ... στην Αθήνα. Το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε για το οικονομικό έτος 2011 στο ποσό των 23.339,68 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 23.043,93 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2016 στο ποσό των 12,44 ευρώ.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει προς την καθ' ης πιστώτρια και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." συνολική οφειλή ποσού 313.069,48 ευρώ, που απορρέει: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με υπόλοιπο οφειλής ποσού 312.975,84 ευρώ, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, β) από έξοδα της ανωτέρω δανειακής σύμβασης με υπόλοιπο οφειλής ποσού 38,13 ευρώ και γ) από την υπ' αριθμ.

λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας με υπόλοιπο οφειλής 55,51 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη με ημερομηνία 26-11-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της αιτούσας από την καθ' ης τράπεζα). Η υπό στοιχείο (α) απαίτηση της καθ' ης είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω διαμερίσματος της αιτούσας η οποία εγγράφηκε στις 8-2-2008, για το ποσό των 390.000 ευρώ.

Τα εν λόγω χρέη αναλήφθηκαν από την αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, τα οποία θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης πλην του ανωτέρω εμπραγμάτως ασφαλισμένου, του οποίου ο εκτοκισμός συνεχίστηκε με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι της εκδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης.

Η δε, σύμβαση πίστωσης και ο εξυπηρετών αυτήν λογαριασμός καταθέσεων όψεως καταγγέλθηκαν από την καθ' ης στις 11-3-2011, λόγω της μη κανονικής εξυπηρέτησης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα, προς εξυπηρέτηση της ως άνω δανειακής της υποχρέωσης προς την καθ' ης υποχρεούταν στην καταβολή μηνιαίας δόσης ποσού της τάξεως των 3.130 ευρώ περίπου (βλ.

τον συνημμένο στην ανωτέρω αναλυτική κατάσταση οφειλών, με ημερομηνία 26-11-2013 πίνακα επιτοκίου και ποσού 10% της ενήμερης δόσης). Εξάλλου, το ποσό που απαιτούταν μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας ήτοι για διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας δαπάνες εστίασης κλπ., ανερχόταν, κατά την συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο ύψος των 800 ευρώ.

Ενώ σήμερα λόγω της επιβάρυνσης της αιτούσας με δαπάνη ενοικίου στο εξωτερικό ποσού 2.200 λιρών Αγγλίας μηνιαίως και λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης στη Μεγάλη Βρετανία, οι βιοτικές της ανάγκες ανέρχονται στο ποσό των 3.260 λιρών Αγγλίας, ήτοι περί τα 3.700 ευρώ, με αποτέλεσμα να της απομένει από τις αποδοχές της το ποσό των 870 ευρώ περίπου μηνιαίως.

Επομένως τα μηνιαία έσοδα της αιτούσας σε συνδυασμό με το προαναφερθέν ποσό που απαιτείται κατ' ελάχιστο για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, δεν επαρκούν για την πληρωμή της οφειλής της προς την καθ' ης πιστώτριά της ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική της κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα-εκκαλούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Επίσης αποδείχθηκε ότι η αιτούσα συμβλήθηκε ως συνεγγυήτρια στην ανωτέρω σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία και αποτελεί τον κύριο όγκο του χρέους της στις 29-11-2007, με πιστούχο την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "BEST OFFICE SOLUTIONS Ε.Π.Ε.", της οποίας διαχειριστές ήταν ο αδελφός της Δ.

Π. και η Α. Η., οι οποίοι επίσης συμβλήθηκαν ως εγγυητές (βλ. προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό). Όπως δε, αποδείχθηκε η αιτούσα συμμετείχε και η ίδια στην ανωτέρω εταιρεία (βλ. ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα της αιτούσας Δ.

Π., ο οποίος είναι αδελφός της), με την επισήμανση, ωστόσο, ότι η συμμετοχή αυτή δεν προσδίδει στην αιτούσα εμπορική ιδιότητα, όπως επίσης και η παροχή από αυτήν της παραπάνω εγγυήσεως η οποία είναι μεμονωμένη, καθώς η ίδια δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια και άλλων προσώπων, με εκμετάλλευση της πίστης που παρείχε το όνομά της και η οικονομική της επιφάνεια στις συναλλαγές ......................................

Πλην, όμως αποδείχθηκε ότι. τα εισοδήματα της αιτούσας δεν επαρκούσαν σε κανένα χρονικό σημείο, τόσο κατά την λήψη της παραπάνω δανειακής της υποχρέωσης όσο και μεταγενέστερα, για την εξυπηρέτησή της. Ειδικότερα, όταν η αιτούσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια κατά τον παραπάνω χρόνο, τα μηνιαία έσοδά της δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 500 ευρώ, όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο ο ανωτέρω μάρτυρας της διότι τότε η αιτούσα μόλις είχε επιστρέφει από τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο εξωτερικό και ήταν ασκούμενη δικηγόρος.

Ωστόσο, και μεταγενέστερα το έτος 2010 και μέχρι τις 7-1-2015, οπότε εργαζόταν πλέον με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στη Γενική Γραμματεία Πρόνοιας, οι μηνιαίες αποδοχές της, οι οποίες είχαν ανέλθει στο ποσό των 1.818 ευρώ, δεν της επέτρεπαν και πάλι, καθώς τα έξοδα διαβίωσής της ήταν αυξημένα, να είναι συνεπής στις δανειακές της υποχρεώσεις.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, μετά τη λήξη της παραπάνω εργασιακής της σχέσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2020, οπότε βρήκε την σημερινή της εργασία στο εξωτερικό, η αιτούσα παρέμεινε άνεργη για αρκετό διάστημα (πενταετία), ενώ και οι σημερινές απολαβές της δεν επαρκούν για την κανονική εξυπηρέτηση της οφειλής της όπως αυτή διαμορφώθηκε λόγω της υπερημερίας στην εξόφλησή της.

Επομένως η αιτούσα-εκκαλούσα ήδη κατά την ανάληψη του χρέους γνώριζε ότι, ενόψει των εισοδημάτων της και των εν γένει αναγκών της, δεν μπορούσε να το εξυπηρετήσει, γεγονός το οποίο αποδέχτηκε, ενεργώντας έτσι, με ενδεχόμενο δόλο. Η αιτούσα-εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της ισχυρίζεται ότι η καθ' ης πιστώτρια τράπεζα παρέλειψε την υποχρέωσή της να προβεί σε υπεύθυνο δανεισμό, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 8 της Κ.Υ.Α.

Ζ1-699/ΦΕΚ Β7917/2010, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, καθόσον αν το πιστωτικό ίδρυμα παραμελήσει την έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη, φέρει την ευθύνη για την επισφάλεια αυτή και αναλαμβάνει εν γνώσει του, τον σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο, σε κάθε δε, περίπτωση ισχυρίζεται ότι η καθ' ης είχε πλήρη γνώση της οικονομικής της κατάστασης ενώ περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ουδόλως αποδείχθηκε ούτε και η καθ' ης επικαλέστηκε ότι η ίδια (αιτούσα) εξαπάτησε τους υπαλλήλους της καθ' ης αναφορικά με τα εισοδήματά της.

Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς, όπως ήδη προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από την συμπεριφορά ετέρου προσώπου και δη της πιστώτριας τράπεζας, αλλά από την συμπεριφορά του ίδιου του καταναλωτή.

Επομένως δεν αίρεται, από την όποια συμπεριφορά της τράπεζας που ως γνωστόν στοχεύει πάντοτε στην εξασφάλιση των συμφερόντων της ο δόλος του καταναλωτή , ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και, σταθμίζοντας τις συνθήκες, επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία.........

Συνεπώς, εν προκειμένω, η αιτούσα-εκκαλούσα ήταν εκείνη που είχε την επιλογή να προβεί ή όχι στην παροχή εγγύησης, η οποία δόθηκε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας συμφερόντων της οικογένειας της, δεδομένου ότι και η ίδια, όπως κατέθεσε ο αδελφός της (βλ. σελ. 6 των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών) είχε συμμετοχή σε αυτήν, εξυπηρετώντας, έτσι, και δικά της συμφέροντα, σταθμίζοντας όλες τις συνθήκες.

Ενώ, επισημαίνεται ότι μόνη η βούληση της αιτούσας να ενισχύσει την πιστοληπτική ικανότητα της εταιρείας, με την παροχή εγγυήσεως υπέρ της τελευταίας της οποίας διαχειριστής ήταν ο αδελφός της αναλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό και εις γνώσιν της μία σαφώς υπέρογκη, για τα εισοδήματα και τις οικονομικές της δυνατότητες δανειακή υποχρέωση, δεν αποτελεί αναπόφευκτη και επιτακτική ανάγκη για προσφυγή σε δανεισμό και δη τέτοιου ύψους.

Ως εκ τούτου, η δημιουργία του παραπάνω υπέρογκου χρέους οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο της αιτούσας η οποία, κατά το χρόνο της σύμβασης αν και γνώριζε ότι δεν είχε επαρκές εισόδημα για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της καθ' ης η αίτηση πιστώτριας εντούτοις προέβη σε εγγύηση υψηλότατου δανεισμού, χωρίς να επιδείξει την επιμέλεια και πρόνοια του μέσου συνετού καταναλωτή, αναλαμβάνοντας έτσι, και παρά τα συγκεκριμένα εισοδήματά της χρέος του οποίου η εξυπηρέτηση, ήδη από την ανάληψή του, ήταν αμφίβολη για την ίδια και αποδεχόμενη το γεγονός αυτό.

Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι η αιτούσα, κατά το χρόνο ανάληψης της σχετικής πιστωτικής σύμβασης ήλπιζε σε πλέον αυξημένα εισοδήματα στο άμεσο μέλλον, τέτοια που να καλύπτουν εκτός από τα έξοδα διαβίωσής της και την κανονική εξυπηρέτηση της υπέρογκης δανειακής υποχρέωσης που ανέλαβε ως εγγυήτρια, λαμβανομένων υπόψη, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας της πληθώρας νέων δικηγόρων και της ως γνωστόν, δυσκολίας που αντιμετωπίζουν στην επαγγελματική τους αποκατάσταση.

Περαιτέρω, η αιτούσα-εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της ισχυρίζεται ότι συμβλήθηκε στην ανωτέρω σύμβαση πίστωσης ως εγγυήτρια, αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση συγγενικού της προσώπου και δη του αδελφού της πιστεύοντας ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία (στην οποία ο αδελφός της ήταν διαχειριστής), θα εξυπηρετούσε την σύμβαση πίστωσης καθώς ήταν μία εύρωστη εταιρεία και δεν θα ενεργοποιούταν στο μέλλον η εγγυητική της ευθύνη, ενώ η ίδια δεν είχε αναλάβει καμία άλλη προσωπική δανειακή υποχρέωση.

Εν προκειμένω, επισημαίνεται, ότι η αιτούσα εγγυήθηκε την ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως της παραπάνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης παραιτούμενη της ένστασης διζήσεως με αποτέλεσμα η εγγύηση αυτή να μην έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, ώστε η καθ' ης πιστώτρια τράπεζα να έχει τη δυνατότητα να στραφεί απευθείας σε βάρος της ενώ με το προϊόν του δανείου χρηματοδοτήθηκε η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, συμφερόντων της οικογένειας της.

Ωστόσο, η αιτούσα ουδόλως ισχυρίζεται ότι, κατά την υπογραφή της σχετικής δανειακής σύμβασης δεν γνώριζε ότι καθίστατο με τον τρόπο αυτό υπέγγυα και η ίδια, για την πληρωμή της ευρισκόμενη σε πλάνη κατά την ανάληψη της υποχρέωσης από την εγγύηση, ότι είχε δηλαδή εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησής της πραγματικής κατάστασης, αλλά μόνο ότι θεωρούσε ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρεία θα προβαίνει στην εξυπηρέτηση της αναληφθείσας υποχρέωσης γεγονός όμως που δεν αίρει τη δική της ευθύνη, εκ της ανωτέρω δανειακής σύμβασης.

Ενώ, τυγχάνει απορριπτέος και ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι ήταν νέα και άπειρη στις τραπεζικές συναλλαγές και ότι η καθ' ης ενήργησε κατά τρόπο καταχρηστικό και αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, υποχρεώνοντάς την σε εγγύηση για την εξυπηρέτηση συγγενικού της προσώπου. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, η επιλογή για την παροχή, εν προκειμένω, συνεγγύησης ανήκε στην ίδια την αιτούσα-εκκαλούσα, όπως δε, κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ.

σελ. 12 πρακτικών), τόσο ο ίδιος όσο και η συνδιαχειρίστρια της πρωτοφειλέτριας εταιρείας οι οποίοι επίσης ήταν εγγυητές της ίδιας πιστωτικής σύμβασης διέθεταν περιουσία. Ενώ, κατά την σύναψη της επίδικης σύμβασης η αιτούσα ήταν ήδη ασκούμενη δικηγόρος επομένως είχε εισέλθει στην αγορά εργασίας και λόγω της ιδιότητάς της και των σπουδών της είχε, σαφέστατα, γνώση των νομικών συνεπειών για την ίδια της σύμβασης στην οποία συμβλήθηκε.

Εξάλλου, αναφορικά με την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν οικονομικά εύρωστη, όπως ισχυρίζεται η απούσα, καθώς εάν ίσχυε κάτι τέτοιο δεν είχε λόγο να προβεί στη λήψη πιστώσεως και δη τέτοιου ύψους ενώ, όπως κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας της αιτούσας και διαχειριστής της ανωτέρω εταιρείας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ.

σελ. 6 των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης), η εταιρεία αυτή, η οποία ξεκίνησε το έτος 2000, δεν είχε συνεχόμενη κερδοφορία αλλά "σκαμπανεβάσματα", από το έτος δε 2006 και έπειτα δεν παρουσίαζε πλέον κερδοφορία. Βάσει όλων των εκτεθέντων, η ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας σε αδυναμία πληρωμής των χρεών της την οποία προέβαλε, πρωτοδίκως η εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, ομοίως και απέρριψε την αίτηση της απούσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της εν λόγω ένστασης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις έστω και με συνοπτική αιτιολογία, που συμπληρώνεται από αυτήν της παρούσας απόφασης απορριπτομένων, συνακόλουθα, ως ουσιαστικά αβάσιμων των περί του αντιθέτου συναφών πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης και των τέταρτου και πέμπτου πρόσθετων λόγων της έφεσης.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την με αριθμό 6614/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αίτησή της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα-αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε η καθ'ής η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι η ένσταση του δόλου, που πρότεινε η αναιρεσίβλητη είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα συμφώνησε με την αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα εγγυηθείσα επιχειρηματικό δάνειο-σύμβαση παροχής πίστωσης από αλληλόχρεο λογαριασμό συνολικού ύψους 313.069,48 ευρώ υπέρ της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "BEST SOLUTIONS Ε.Π.Ε", αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της αυτός, ενόψει αφενός των οικονομικών της δυνατοτήτων και αφετέρου των βιοτικών αναγκών της και των μηνιαίων δόσεων του δανείου, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β και αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, και παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την κρίση του περί δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό της δόλο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων από δικό της δόλο.

Οι αιτιολογίες, δε, αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια:

α) όλα τα τραπεζικά προϊόντα, που έλαβε η αναιρεσείουσα, από την αναιρεσίβλητη - πιστώτρια τράπεζα και τα οποία οφείλει με την ιδιότητα είτε της πρωτοφειλέτριας, είτε της εγγυήτριας, β) ο χρόνος, κατά τον οποίο, τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματα της αναιρεσείουσας αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη από το 2007 έως και το 2016, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της δημιουργίας των οφειλών, δ) οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλει, ε) η μη επάρκεια των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, στ) η αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ζ) η περιέλευσή της στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών της, από δικό της δόλο, διότι συμφώνησε με την καθ'ής πιστώτρια τράπεζα κυρίως αναφορικά με την κύρια και μεγαλύτερη οφειλή της ως εγγυήτριας ποσού ύψους 323.069, 48 ευρώ δυσανάλογου ποσού προς τα εισοδήματά της, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και η) συμπερασματικά, ότι η περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα οφείλεται σε δόλο της τελευταίας, καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης του επίδικου δανείου, αυτή γνώριζε και πάντως είχε τη δυνατότητα να προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε στο μέλλον να τα εξυπηρετήσει.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου από τον αριθμό 1 εδ β του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας. Διότι δεν αναφέρονται ι) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας και ιι) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς την παράβαση του αριθμού 5 περίπτ. β του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, και συγκεκριμένα διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί ενσυνείδητης αμέλειας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθώς ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της ένστασης δόλου και επομένως δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ.

ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2023 και με γεν. αριθμ. καταθ. 16917/13-2-2023 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 11117/20-10-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ