Legislator Case Law & Legislation
1711/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting contradictory reasoning claim as inadmissible.

Case Number 1711/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final judgment in a credit title dispute. The appellants argued the lower court contained contradictory reasoning regarding consumer status and the admissibility of their objection. The court rejected this claim because the lower court had already ruled the objection inadmissible without examining the merits, making the appeal's premise legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) C.Pol.D.; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory reasoning is inadmissible when the lower court rejected the contested claim as inadmissible or vague without substantive examination.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning inadmissible appeal credit title dispute procedural admissibility consumer status objection rejection costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) C.Pol.D.
Art. 495(3) C.Pol.D.
Art. 106 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183(1) C.Pol.D.
Art. 192(2) C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1711 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1711/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Π. του Β., κατοίκου ..., τελούντος σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ε. Χ. του Α., συζύγου Α. Π., 3) Μ. Π. του Α., 4) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλεία Παπαδοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Λίζα Μικέλλη - Γαλλή της με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 8/3/2021 πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ως άνω αναιρεσιβλήτου και κατά της από 12/2/2019 κρινόμενης αίτησης και των από 9/2/2022 προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της 1580/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11952/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1580/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/2/2019 αίτησή τους και τους από 9/2/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-2-2019 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 482/2019, ΕΑΚ 51/2019, Αριθ. Δικ. 2179/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, 1580/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 17-2-2017 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 11952/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 12-9-2014 ανακοπή τους και τους από 2-12-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Εξάλλου, παραδεκτοί είναι και οι από 9-2-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 9-2-2022 (Αριθ.

Έκθ. Καταθ. 22/9-2-2022) και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν (βλ. την 658Γ έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή Δημητρίου Καράμπελα), ήτοι τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 εδαφ. α και β, όπως η παρ. 2 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες, όπως η παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912.2022.

Κατ' ακολουθία, οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, που έχει ασκηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ ΑΠ 20/1999).

Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από την πρόσθετη παρέμβαση µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2012, ΑΠ 580/2019).

Στην προκείµενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", επικαλούμενη έννομο συμφέρον, άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 8-3-2021 (Αριθ. ΠΠ7/10-3-2021), εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, Θωμάς Καναβέλης, νομίμως διορισθείς δυνάμει του ...

πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, ο οποίος με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της κρινόμενης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πριν από τη συζήτηση αυτής. Η ως άνω παραίτηση είναι νόμιμη και, συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδαφ. 1 ΚΠολΔ, η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει ως προς αυτή η δίκη να κηρυχθεί καταργηµένη, να μην επιδικασθούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας κατ' άρθρο 180 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελλείψει σχετικού αιτήματος των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται η εκ πλαγίου παραβίαση μόνο διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ, αντιθέτως, η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Τέτοιες δικονομικές διατάξεις είναι και οι διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την αρχή της έγγραφης προδικασίας (ΑΠ 180/2016), 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει τα απαιτούμενα στοιχεία του δικογράφου της έφεσης (ΑΠ 1039/2020), 522 ΚΠολΔ, που ορίζει περί του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (ΑΠ 1299/2021, ΑΠ 299/2020, ΑΠ 603/2016, ΑΠ 1659/2012) και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο ρυθμίζεται η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης μετά την παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης ως βάσιμου (ΑΠ 2313/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος του υπό στοιχείο Α, οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της ανακοπής τους, με τον οποίο επικαλέστηκαν ακυρότητα της επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης στην πρώτη αναιρεσείουσα ΟΕ και στον δεύτερο αναιρεσείοντα, πέραν της αοριστίας του είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, παραβίασε την αρχή τήρησης της προδικασίας (άρθρο 111 παρ. 2 ΚΠολΔ), που επιτάσσει ο έλεγχος του παραδεκτού να προηγείται του ελέγχου του βασίμου, διαλαμβάνοντας αντιφατική αιτιολογία, αφού, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι ο άνω λόγος ανακοπής είναι αόριστος και, επομένως, απαράδεκτος, στη συνέχεια τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επίσης, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος του υπό στοιχείο Β, όπως συμπληρώνεται με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης υπό στοιχείο Γ, οι αναιρεσείοντες προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι στην έννοια του καταναλωτή υπάγονται τόσο η πρωτοφειλέτρια ΟΕ (πρώτη αναιρεσείουσα), όσο και οι εγγυητές (λοιποί αναιρεσείοντες) και, συνεπώς, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αντιθέτως, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Ν. 2251/1994, όπως παραπονούνταν με τον δεύτερο λόγο έφεσής τους, αντί να ακυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, όπως όφειλε, στη συνέχεια, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 535 παρ. 1 και 522 του ΚΠολΔ, με αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσής τους, δεχόμενο ότι το σφάλμα αυτό δεν ασκεί επίδραση στην ορθότητα της απόφασης, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο, ανεξάρτητα από την εφαρμογή του ανωτέρω ν. 2251/1994, τον δεύτερο λόγο ανακοπής τους, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλη του, με τον οποίο αυτοί (αναιρεσείοντες) ζήτησαν την ακύρωση της επίμαχης διαταγής πληρωμής επικαλούμενοι ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί οι με αριθμούς 10, 15.3, 4.2 και 15.1 όροι της επίδικης σύμβασης πίστωσης, ως αντιβαίνοντες στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 στοιχ.

κζ, κη και ε του ανωτέρω νόμου. Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, οι παραπάνω διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 520 παρ. 1, 535 παρ. 1 και 522) , που κατά τους αναιρεσείοντες παραβίασε εκ πλαγίου η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούν κανόνες δικονομικού δικαίου και, συνεπώς, η παραβίασή τους δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή εμφανίζεται αβεβαιότητα ως διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Πρέπει, δηλαδή, για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος, να προκαλείται αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 158/2019).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 β` ΚΠολΔ, ΑΠ 38/2020). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης υπό στοιχείο Γ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι αν και δέχθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι η πρωτόδικη απόφαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Ν. 2251/1994, κρίνοντας ότι δεν υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή οι αναιρεσείοντες, εντούτοις απέρριψε ως μη νόμιμο τον δεύτερο λόγο ανακοπής τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη αντίφαση δεν αναφέρεται σε διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλομένης, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) διατυπώνεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η εκτέλεσή της. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΣΤ.

Προμήθειες Χορηγήσεων της ... Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) (ΦΕΚ Α' 277/18-11-2002), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 92 παρ. 1 του ν. 3601/2007) και, συνεπώς, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 368/2019) και η οποία (... ΠΔ/ΤΕ) ισχύει από 1-1-2003, από την έναρξη ισχύος της δε καταργήθηκε η προγενέστερη ομοίου περιεχομένου ...

ΠΔ/ΤΕ, "Δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η είσπραξη: i) προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων, ii) προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησής τους.

Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων (πχ συμβολαιογραφικά, έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτων, εγγραφής υποθήκης κλπ). Επομένως, τα ανωτέρω έξοδα, τα οποία δεν εμπίπτουν στην έννοια των προμηθειών, νομίμως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση πίστωσης, ότι θα βαρύνουν τον πιστούχο, ο οποίος θα υποχρεούται να τα εξοφλήσει εντόκως από την πληρωμή της από την Τράπεζα, η οποία θα δικαιούται να τα φέρει σε χρέωση του λογαριασμού του (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1331/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον δεύτερο αναιρετικό λόγο μέρος του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, κατά το τρίτο σκέλος του, οι ανακόπτοντες ζητούν να ακυρωθεί η επίδικη διαταγή πληρωμής, διότι, όπως υποστηρίζουν, η καθής τράπεζα παράνομα χρέωσε το λογαριασμό, που τηρήθηκε από αυτήν προς εξυπηρέτηση της επίμαχης πιστωτικής σύμβασης, με ποσά, τα οποία συνιστούν προμήθεια της καθής, η είσπραξη της οποίας είναι μη νόμιμη, κατά το άρθρο 1 της ΠΔΤΕ ....

Αναφορικά με το λόγο αυτό, λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με την πράξη ... του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία άρχισε να ισχύει από 1-1-2003 και κατάργησε την προγενέστερη αυτής υπ' αριθμ. ... όμοια... δεν επιτρέπεται η είσπραξη προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών δεν περιλαμβάνονται οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι, από την προαναφερόμενη πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν απαγορεύεται η επιβολή δαπανών, η οποία δεν δύναται να θεωρηθεί ως απαγορευμένη προμήθεια, κατά τα ανωτέρω, εφόσον παρέχεται επαρκής ενημέρωση στον πιστούχο, ο σχετικός όρος μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση και κατά τρόπο κεκαλυμμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της σύμβασης, έγκυρα συμφωνήθηκε, με τον όρο 11.1 αυτής, μεταξύ της καθής τράπεζας, ως πιστώτριας και του πρώτου ανακόπτοντος, ως πιστούχου, κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, ότι τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στον πιο πάνω όρο έξοδα, δαπάνες κλπ, βαρύνουν τον πιστούχο και είναι καταβλητέα από αυτόν έντοκα από την ημερομηνία πληρωμής τους από την τράπεζα, η οποία και "έχει το δικαίωμα να τα φέρει σε χρέωση του λογαριασμού αυτού".

Η καθής, επομένως, επαρκώς ενημέρωσε την πιστούχο ανακόπτουσα για την αιτία της σχετικής δαπάνης, που τη βαρύνει, αυτή δε, κατόπιν τούτου, αποφάσισε να προχωρήσει στη σύναψη της σύμβασης. Με βάση τον όρο αυτό, η τράπεζα νόμιμα χρέωσε το λογαριασμό, που τηρούσε, με ποσά εξόδων, δαπανών κλπ, τα οποία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες, δεν συνιστούν προμήθεια, η είσπραξη της οποίας απαγορεύεται πράγματι με την ΠΔΤΕ ...

και τη νεότερη αυτής ΠΔΤΕ ..., που αντικατέστησε την πρώτη, αλλά διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα και εισπράχθηκαν, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών. Με βάση αυτά που εκτέθηκαν, ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ανακοπής και, κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της υπό κρίσης έφεσης".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της με αριθμό ... Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), καθόσον, αφού κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι τα συγκεκριμένα κονδύλια (που, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, ήταν έξοδα διαχείρισης απαιτήσεων ειδικού χαρακτήρα, αμοιβή δικαστικών επιμελητών, έξοδα ενημέρωσης πελάτη για κινήσεις λογαριασμού, έξοδα εκτίμησης ακινήτου, έξοδα ελέγχου πιστοληπτικής ικανότητας πελάτη, έξοδα δικηγόρων και έξοδα Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας) αποτελούσαν έξοδα και δαπάνες (ήτοι διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα), τα οποία σύμφωνα με συμβατικό όρο (11.1) βάρυναν την πρώτη αναιρεσείουσα - πιστούχο, η οποία συμφώνησε να τα καταβάλει εντόκως από την ημέρα της πληρωμής τους από την Τράπεζα και ότι η τελευταία νόμιμα, κατά συμβατικό όρο (11.2), χρέωσε με αυτά τον οικείο λογαριασμό της πιστούχου, ορθώς έκρινε απορριπτέο τον δεύτερο λόγο ανακοπής.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, διότι χρέωσε τον επίδικο λογαριασμό με τα ανωτέρω έξοδα, τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούν προμήθειες, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο Α), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της ανακοπής τους, που επαναφέρθηκαν με τον πρώτο λόγο έφεσης, ισχυρισμούς τους, (α) περί έλλειψης έγγραφης απόδειξης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, διότι δεν προσκόμισε, με την αίτησή της για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αναλυτική κίνηση του λογαριασμού από την ημερομηνία σύναψης της επίδικης σύμβασης δανείου μέχρι το κλείσιμο αυτού, αλλά από την αναγνώριση που έλαβε χώρα στις 29-3-2012, μέχρι το κλείσιμο και (β) περί του ότι ο συμβατικός όρος (21.3) περί δέσμευσης και των εγγυητών από την αναγνώριση του υπόλοιπου του λογαριασμού εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας, είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατ' άρθρο 2 παρ. 7 περ.

κζ και κη Ν. 2251/1994. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος του, τα ακόλουθα: "... Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσβάλλουν την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, για το λόγο ότι η καθής δεν προσκόμισε με την αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής την αναλυτική κίνηση του λογαριασμού από την ημερομηνία σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης μέχρι το οριστικό κλείσιμό του, παρά μόνον από την αναγνώριση του καταλοίπου από αυτούς, που έλαβε χώρα την 30-3-2012, μέχρι το κλείσιμο.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος και ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι, όπως αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίστηκε από τον οφειλέτη (δεσμευτικά και ως προς τους εγγυητές, σύμφωνα με τους υπ' αριθμ. 21.2 και 21.3 όρους της σύμβασης) το προσωρινό κατάλοιπο, που προέκυψε από αυτό, όπως συνέβη εν προκειμένω, καθώς, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση, η πιστούχος αναγνώρισε την 30-3-2012 το υφιστάμενο υπόλοιπο του λογαριασμού, που ανερχόταν τότε σε 160.520,85 ευρώ, με σχετική επιστολή προς την καθής τράπεζα, την οποία προσκόμισε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν απαιτείται παράθεση στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ζητούσαν οι ανακόπτοντες την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι δεν επισυναπτόταν στην αίτηση αναλυτική κίνηση του λογαριασμού από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι το οριστικό κλείσιμό του".

Όπως, προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς (λόγους ανακοπής) των αναιρεσειόντων, και τον μεν πρώτο τον απέρριψε ρητά, δεχόμενο ότι η αναγνώριση του προσωρινού κατάλοιπου κατά το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού από την πρωτοφειλέτρια ήταν δεσμευτική και για τους εγγυητές δυνάμει των με αριθμούς 21.2 και 21.3 συμβατικών όρων, ενώ τον δεύτερο (περί καταχρηστικότητας των προαναφερόμενων συμβατικών όρων) τον απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή ότι το προσωρινό κατάλοιπο αναγνωρίστηκε από την πρωτοφειλέτρια, δεσμευτικά και ως προς τους εγγυητές, σύμφωνα με τους ανωτέρω συμβατικούς όρους.

Συνεπώς, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης υπό στοιχείο Β, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς ενώ δέχεται ότι η πρωτόδικη απόφαση έσφαλε στην κρίση της ότι δεν τυγχάνουν καταναλωτές, στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμο τον σχετικό λόγο της ανακοπής τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβολή του ανωτέρω αναιρετικού λόγου προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή ως αόριστο, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, που το Εφετείο απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 583/2018).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 192 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ καταργημένη τη δίκη επί της από 8-3-2021 (Αριθ. Κατάθ. ΠΠ7/2021) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...".

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-2-2019 (ΓΑΚ 482/2019, ΕΑΚ 51/2019, Αριθ. Δικ. 2179/2019) αίτηση και τους από 9-2-2022 (Αριθ. Κατάθ. 22/2022) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 1580/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει (συνολικά) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ