Legislator Case Law & Legislation
583/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, upholding lower court's finding of adverse possession. The court rejects the claim that the appellate court ignored evidence of non-use.

Case Number 583/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by M. R. and G. R. against the First Instance Court of Athens regarding a property dispute. The appellants argued the appellate court erred by failing to consider specific photographs and declarations proving the respondent did not exercise ownership rights over the disputed land. The court ruled that the appellate court had duly considered all evidence, including expert reports and witness testimonies, without needing to explicitly list every item in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094 of the Civil Code and 216 of the Code of Civil Procedure; The appellant's claim that the appellate court ignored specific evidence regarding the lack of exercise of ownership rights is unfounded if the appellate decision indicates that all relevant evidence was considered and evaluated in conjunction with other proof.

Keywords

AI generated
adverse possession appellate review evidence evaluation property ownership legal costs appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 1094 of the Civil Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 letter g of the Code of Civil Procedure
Articles 339, 340 paragraph 1 letter a and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 583/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Ρ. του Π., 2.Γ. Ρ. του Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Γιαμπουράνη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Δεμερούκα.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, η δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι υπάρχει πράξη εφαρμογής από το 1990, που τακτοποιεί το επίδικο ακίνητο, η οποία βρίσκεται σε στάδιο τροποποίησης, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται στο αίτημα αναβολής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, έλαβε το λόγο και δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4693/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 2604/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι, μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, παράγωγη ή πρωτότυπη, και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, ήταν κύριος του ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Η ακριβής περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Αν η αγωγή έχει ως βάση και την έκτακτη χρησικτησία, για την πληρότητα του δικογράφου, ως προς τη βάση αυτή, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, να αναφέρει τις για μία εικοσαετία πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, τέτοιες δε πράξεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και επίκληση του τρόπου με τον οποίο αυτός που επικαλείται τη χρησικτησία έγινε νομέας εκείνου.

Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την τελευταία διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχικώς πρώτη ενάγουσα Β. Μ. και η δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Τ. με την ένδικη από 12-1-2010 αγωγή τους, την οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ισχυρίστηκαν ότι έχουν γίνει η μεν πρώτη απ' αυτές κυρία, νομέας και κάτοχος ενός τμήματος αγρού συνολικής εκτάσεως 334 τ.μ., τμήματος μεγαλύτερου αγρού εκτάσεως 600 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." περιφέρειας … του ομώνυμου Δήμου τέως Δήμου Φυλής δυνάμει του υπ' αριθ. .../ 27.12.1956 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Λ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Φυλής (τόμ. … και αρ. …). Ότι σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης η άνω έκταση συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μέτρων 25,30 με το απομένον υπόλοιπο του αγρού, δυτικά επί πλευράς μέτρων 30 με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ., βόρεια με οδό ιδιωτική επί πλευράς μέτρων 12 δώδεκα και νότια με Δ.

Χ. επί πλευράς μέτρων 12. Ότι η ίδια, δυνάμει του από 20.4.1958 ιδιωτικού συμφωνητικού αγόρασε από την Ε. συζ. Σ. Γ., ένα οικόπεδο εκτάσεως 45 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, συνορευόμενο ανατολικώς με ιδιοκτησία δική της, δυτικώς με ιδιοκτησία Ε. Γ., βορείως με δρόμο και νοτίως με Δ. Χ.. Ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ.

…/18.2.1958 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Τευθίδος Κ. Δ., πώλησε αυτή προς την Ε. θυγ. Π. Ρ., τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 170,50 τ.μ., προς το βόρειο και δυτικό μέρος του όλου περιγραφόμενου ως ανωτέρω αγρού, το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς. Ότι η ανωτέρω Ε. Ρ. πώλησε το ανωτέρω τμήμα ακινήτου εκτάσεως 170,50 τ.μ., προς τον α' εναγόμενο Μ.

Ρ., δυνάμει του υπ' αριθ. …/27.7.1962 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Τευθίδος Α. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως. Ότι σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, ο α' εναγόμενος αγόρασε "έναν αγρό συνολικής εκτάσεως 170,50 τ.μ., στη θέση ... περιφερείας Ασπροπύργου Αττικής του ομώνυμου Δήμου τέως Δήμου Φυλής, περιελθόντα σ' αυτήν εξ αγοραπωλησίας δυνάμει του υπ' αριθ.

…/1958 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Τευθίδος Κ. Ν., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, συνορευομένου γύρωθεν ως εξής : ανατολικώς με τμήμα στενής λωρίδας αγρού της Β. συζύγου Α. Μ., το γένος Π. Ρ., δυτικώς επί πλευράς μέτρων15,50 με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ., βορείως με οδό ιδιωτική επί πλευράς ένδεκα (11) μέτρων και νοτίως με αγρό της Β.

συζ. Α. Μ.. Ότι ο ανωτέρω πωλητής Μ. Ρ. στη συνέχεια, προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, επί της διώροφης οικοδομής, που κτίστηκε εν τω μεταξύ επί του ανωτέρω οικοπέδου, που αγόρασε από την Ε. Ρ., δυνάμει της υπ' αριθ. .../1999 σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Μ. και σε γονική παροχή, με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, δυνάμει της οποίας μεταβίβασε στη β' εναγομένη μία οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου επιφανείας 84 τ.μ.

επί του ανωτέρω οικοπέδου, το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς στο ανωτέρω συμβόλαιο. Ότι το ως άνω υπ' αριθ. .../99 συμβόλαιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, το οικόπεδο αυτό περιγράφεται ως εξής: "...ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης Ασπροπύργου του ομώνυμου Δήμου στην … Ασπροπύργου, μέσα στο υπ' αριθ.

… οικοδομικό τετράγωνο και επί εγκεκριμένου δρόμου που κατά δήλωσή τους - των συμβαλλομένων εναγομένων - ονομάζεται ..., έκτασης σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, που έγινε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Κ. Λ., 166 τ.μ. Ότι το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΑ στο από Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της άνω μηχανικού, που προσαρτάται νόμιμα χαρτοσημασμένο και υπογεγραμμένο στο παρόν και σύμφωνα με αυτό συνορεύει:

βόρεια με πλευρά ΑΕ μήκους μέτρων 10,84 με ιδιοκτησία Μ. Α., νότια με πλευρά ΔΓ μήκους μέτρων 14,30 με ιδιοκτησία Β. Μ. και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Δ. και Κ. Β. , ανατολικά με πλευρά Ε-Δ μήκους μέτρων 12,60 με ιδιοκτησία Β. Μ. και δυτικά με τεθλασμένη πλευρά ΑΒΓ συνολικού μήκους 13,41 όπου πλευρά ΑΒ μήκους μέτρων 11,11 συν πλευρά Β-Γ μήκους μέτρων 2,30 με τον εγκεκριμένο δρόμο πλάτους 10 μ.

που κατά δήλωση των συμβαλλομένων ονομάζεται .... Ότι δυνάμει του υπ' αριθ. .../20.11.1991 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μ. Α. Ε., νομίμως μεταγραφέντος, η α' ενάγουσα μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά ψιλή μόνο κυριότητα προς τη β' ενάγουσα, την υπόλοιπη έκταση που της είχε απομείνει μετά την πώληση προς την Ε.

Ρ. τμήματος εκτάσεως 170,50 τ.μ., ήτοι οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) εκτάσεως 210,80 τ.μ., μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας και της εδαφικής λωρίδας εκτάσεως 28,40 τ.μ., η οποία βρίσκεται στα ανατολικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων. Ότι η μεν α' ενάγουσα έχει την επικαρπία, η δε β' ενάγουσα την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω οικοπέδου και της εδαφικής λωρίδας, που βρίσκεται στα ανατολικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων, η οποία έχει έκταση 28,40 τ.μ.

και εμφαίνεται με τα στοιχεία 2-Γ-Δ-Κ-2 και συγκεκριμένα πλευρά 2Γ μήκους μέτρων 2,70 μ., πλευρά ΓΔ μήκους μέτρων 10,56, πλευρά ΚΔ μήκους μέτρων 2,60 και πλευρά Κ2 μήκους μέτρων 12 και συνορεύει δυτικά με την ιδιοκτησία των εναγομένων. Ότι επικουρικά απέκτησαν την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο με τακτική χρησικτησία, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι νέμονταν το επίδικο με καλή πίστη αδιαλείπτως από το 1956 αφού νέμονται αυτό με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων, με βάση τους ως άνω νόμιμους τίτλους και με καλή πίστη, ανεπίληπτα, αδιατάρακτα και συνεχώς ασκώντας σε αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, έχουν δε προβεί σε εμβαδομέτρηση και σε καθορισμό αυτού, έχουν υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας στην Πολεοδομία Δυτικής Αττικής, στα πλαίσια της ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλης, σχεδιασμού και οριστικοποίησης της υπ' αριθ.

…/90 πράξης εφαρμογής, που συμπεριλαμβάνει την ανωτέρω εδαφική λωρίδα, χωρίς ποτέ κανείς να εναντιωθεί, και τη συμπεριλαμβάνουν στις φορολογικές τους δηλώσεις, μέχρι την 1 Φεβρουαρίου 2009, που οι εναγόμενοι, αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβαν και κατέχουν μέχρι την άσκηση της αγωγής την επίδικη εδαφική λωρίδα, και απέκλεισαν την είσοδό τους σ' αυτήν με την τοποθέτηση ALFA BLOCK και κατασκευή χτιστού φούρνου και πέργκολας στο ανωτέρω τμήμα ακινήτου, αποκλείοντας αυτές από την άσκηση επ' αυτής των ως άνω δικαιωμάτων τους και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους αρνούνται να την αποδώσουν.

Ζήτησαν δε με την αγωγή τους αυτή να αναγνωριστούν τα δικαιώματα επικαρπίας και ψιλής κυριότητας που έχουν αποκτήσει στην ως άνω επίδικη εδαφική λωρίδα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους την αποδώσουν. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1041, 1042, 1045, 1051, 1094 και 1192 Α.Κ., περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, διότι σαφώς προσδιορίζεται σ' αυτήν η ταυτότητα του επίδικου τμήματος, που απέκτησαν οι ενάγουσες με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, γίνεται ακριβής περιγραφή του από το ενσωματωμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνεται με προσδιορισμό της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο που βρίσκεται, καθώς και των ορίων του και γίνεται πλήρης περιγραφή του μεγαλύτερου ακινήτου κατά θέση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενώ επίσης αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά για τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο καθώς και της απόκτησης της κυριότητάς του με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν (αγωγή) οι προσήκουσες πράξεις νομής, που διενεργήθηκαν σ' αυτό από τις ενάγουσες (αναιρεσίβλητη και άμεση δικαιοπάροχό της), με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κυρίες, κατά τα εκτιθέμενα, τουλάχιστον από το έτος 1956 μέχρι την άσκηση της αγωγής τον Ιανουάριο του έτους 2010, αφού νέμονταν συνεχώς το επίδικο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών αναδρομικά από τότε, με την προσμέτρηση όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στον ίδιο χρόνο νομής της και του χρόνου νομής της ως άνω δικαιοπαρόχου της, δεν είναι δε αναγκαία η παράθεση των λοιπών στοιχείων που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και ως προς τα στοιχεία της ιστορικής βάσης αυτής κατά το μέρος που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, αλλά και τον πρωτότυπο και συγκεκριμένα ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση, δηλαδή αυτή που αφορά την κτήση κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο με το να θεωρήσει επαρκή τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και απορρίπτοντας τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό, τον οποίο είχαν παραδεκτά προβάλλει οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση αυτής (αγωγής) και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, και δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.-

Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π.24/1992).

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Με το πωλητήριο συμβόλαιο .../27.12.1956 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Λ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών και Φυλής, στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής …, η αρχικώς πρώτη ενάγουσα, Β. συζ. Α. Μ., το γένος Π. Ρ., αγόρασε από τον Γ. Λ. του Ε., κατά πλήρη κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 334 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής.

Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελούσε τμήμα ενός μεγαλύτερου αγρού, συνολικής εκτάσεως 600 τετρ. μέτρων, ο οποίος είχε περιέλθει στον πωλητή Γ. Λ., από αδιατίμητη προίκα, με το προικοσύμφωνο συμβόλαιο .../8-8-1908 του άλλοτε συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Χ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Φυλής, στον τόμο …, και υπ' αύξοντα αριθμό …, και συνόρευε ολόγυρα ανατολικά, επί πλευράς μήκους 25,30 μέτρων, με το απομένον υπόλοιπο τμήμα του αγρού του πωλητή, δυτικά, επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ., βόρεια, επί πλευράς μήκους 12 μέτρων με ιδιωτική οδό και νότια, επί πλευράς μήκους 12 μέτρων, με ιδιοκτησία Δ.

Χ.. Από το αγροτεμάχιο αυτό των 334 τετρ. μέτρων η αρχικώς πρώτη ενάγουσα Β. συζ. Α. Μ., το γένος Π. Ρ., πούλησε και μεταβίβασε στην αδελφή της Ε. θυγ. Π. Ρ., με το πωλητήριο συμβόλαιο …/18.2.1958 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Κ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών και Φυλής, κατά πλήρη κυριότητα, ένα τμήμα, το οποίο είχε εμβαδόν 170,50 τετρ.

μέτρων, βρισκόταν στο βόρειο και δυτικό μέρος του όλου αγροτεμαχίου των 334 τετρ. μέτρων και συνόρευε ολόγυρα ανατολικά με τμήμα στενής λωρίδας αγρού ιδιοκτησίας της πωλήτριας Β. Μ., δυτικά, επί πλευράς μήκους 15,50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ., βόρεια, επί πλευράς μήκους 11 μέτρων με ιδιωτική οδό και νότια με αγρό της πωλήτριας Β.

Μ.. Δύο μήνες μετά, στις 20.4.1958, η αρχικώς ενάγουσα Β. συζ. Α. Μ., το γένος Π. Ρ., αγόρασε από την Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Κ. Τ., με το από 20.4.1958 ιδιωτικό συμφωνητικό, ένα οικοπεδοτεμάχιο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, εκτάσεως 45 τετρ. μέτρων, το οποίο συνόρευε ολόγυρα ανατολικά με το αγροτεμάχιο της αγοράστριας Β.

Μ., δυτικά με ιδιοκτησία της πωλήτριας, βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Χ.. Την 27.7.1962, η Ε. θυγ. Π. Ρ. το πιο πάνω αγροτεμάχιο, εκτάσεως 170,50 τετρ. μέτρων, που είχε αποκτήσει από την αδελφή της Β. Μ. με το προαναφερθέν 642/1958 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Κ. Δ., το πούλησε και το μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο, αδελφό της, Μ.

Ρ. του Π., με το πωλητήριο συμβόλαιο …/27.7.1962 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Α. Τ., που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Δήμου Αχαρνών και Φυλής στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό … . Στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο το αγροτεμάχιο που η Ε. Ρ. πούλησε στον πρώτο εναγόμενο περιγράφεται, ως προς τη θέση, την έκταση και τα όρια, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που περιγράφεται και στο συμβόλαιο με το οποίο το είχε αποκτήσει από την αδελφή της Β.

Μ., δηλαδή ως αγρός εκτάσεως 170,50 τετρ. μέτρων, οριζόμενος γύρωθεν ανατολικά με τμήμα στενής λωρίδας αγρού ιδιοκτησίας της Β. Μ., δυτικά, επί πλευράς μήκους 15,50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ., βόρεια, επί πλευράς μήκους 11 μέτρων με ιδιωτική οδό και νότια με αγρό της Β. Μ.. Το ίδιο αγροτεμάχιο δηλαδή που η Ε.

Ρ. είχε αγοράσει από την αδελφή της Β. Μ. το έτος 1958 με το πωλητήριο συμβόλαιο 642/1958 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Κ. Δ. τέσσερα χρόνια αργότερα το πούλησε και το μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο αδελφό της Μ. Ρ. με το πωλητήριο συμβόλαιο …/27.7.1962 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Α.

Τ.. Την 20.11.1991 η αρχικώς πρώτη ενάγουσα Β. συζ. Α. Μ., το γένος Π. Ρ., πούλησε και μεταβίβασε στην δεύτερη ενάγουσα ανεψιά της Α. Τ. του Β., θυγατέρα της αδελφής της Ε. Ρ., με το συμβόλαιο .../20.11.1991 του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μ. Ε., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής 200, την ψιλή κυριότητα του υπολοίπου από το όλο αγροτεμάχιο που της είχε απομείνει μετά την πώληση προς την αδελφή της Ε.

Ρ. του προαναφερόμενου τμήματος αυτού και την προσθήκη του οικοπεδοτεμαχίου των 45 τετρ. μέτρων, που αγόρασε από την Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Κ. Τ., με το από 20.4.1958 ιδιωτικό συμφωνητικό, και παρακράτησε την επικαρπία του εφ' όρου ζωής της. Στο πιο πάνω συμβόλαιο το ακίνητο αυτό, το οποίο εν τω μεταξύ είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως και για το οποίο είχε εκδοθεί η Πράξη Εφαρμογής …/1990 της Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, περιγράφεται ως οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του Ασπροπύργου Αττικής, στην ...

Ασπροπύργου, στη θέση "...", είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει έκταση 210,80 τετρ. μέτρων, εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από μηνός Νοεμβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Β., το οποίο προσαρτάται στο εν λόγω συμβόλαιο, και συνορεύει ολόγυρα ανατολικά, επί πλευράς Α-Β μήκους 13,60 μέτρων, με ιδιοκτησία Α., δυτικά, επί πλευράς Γ-Δ μήκους 15,10 μέτρων, με ιδιοκτησία Χ., βόρεια, επί πλευράς Β-.Γ μήκους 14 μέτρων, με ιδιοκτησία Μ.

Ρ. (ήτοι πρώτου εναγομένου) και νότια επί πλευράς τεθλασμένης Α-Ζ-Ε-Δ, συνολικού μήκους 16,95 μέτρων με ιδιοκτησία Χ.. Την 29.10.1999 ο πρώτος εναγόμενος Μ. Ρ. με το συμβόλαιο .../29.10.1999 της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πρώην Δήμου Αχαρνών και Φυλής στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής …, το ακίνητο που, σύμφωνα με τα παραπάνω, είχε αγοράσει το έτος 1962 από την αδελφή του Ε.

Ρ. και επί του οποίου εν τω μεταξύ είχε ανεγείρει διώροφη οικοδομή, το υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και συγχρόνως, εκ των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που συνέστησε, μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα του, Γ. Ρ. του Μ., κατά πλήρη κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, την οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του ισογείου, ο ίδιος δε παρακράτησε για τον εαυτό του εκείνη του πρώτου ορόφου.

Στο τελευταίο συμβόλαιο το αγροτεμάχιο το οποίο ο πρώτος εναγόμενος είχε αγοράσει από την αδελφή του Ε. Ρ. και υπήγαγε με αυτό στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας περιγράφεται ως οικόπεδο, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Ασπροπύργου στο ... Ο.Τ αυτού, στην ... Ασπροπύργου, και επί της οδού ..., έχει έκταση, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση που έγινε από την αρχιτέκτονα μηχανικό Κ.

Λ., 166 τ.μ., εμφαίνεται περιμετρικά υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από μηνός Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της ως άνω μηχανικού που προσαρτάται στο συμβόλαιο και συνορεύει ολόγυρα βόρεια, επί τεθλασμένης πλευράς ΑΒΓ συνολικού μήκους 13,41 μέτρων με τη δημοτική οδό ..., νότια, επί πλευράς ΔΕ μήκους 12,60 μέτρων, με ιδιοκτησία Β.

Μ., ανατολικά, επί πλευράς ΑΕ μήκους 10,84 μέτρων, με ιδιοκτησία Μ. Α. και δυτικά, επί πλευράς ΓΔ μήκους 14,30 μέτρων, με ιδιοκτησία Β. Μ. και στη συνέχεια με ιδιοκτησία Δ. και Κ. Β.. Η επίδικη εδαφική λωρίδα απεικονίζεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς 47 - 36 - 26 - 44 - 28 - 37 - 45 - 47 στο Σχέδιο 7 του πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού, Γ.

Λ., το οποίο συνοδεύει την από 20.1.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού, έχει εμβαδόν 25,02 τετρ. μέτρων και ορίζεται βόρεια επί πλευράς 47 - 44 μήκους 2,59 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς 28 - 44 μήκους 9,87 μέτρων με ιδιοκτησία Α., νότια επί πλευράς 45 - 28 μήκους 2,42 μέτρων με ιδιοκτησία Β. Μ. και δυτικά επί πλευράς 45 - 47 μήκους 10,96 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων.

Σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης από την επίδικη εδαφική λωρίδα: α) το τμήμα το οποίο στο Σχέδιο 7 απεικονίζεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς 47 - 36 - 26 - 37 - 45 - 47, έχει εμβαδόν 12,67 τετρ. μέτρων και ορίζεται βόρεια επί πλευράς 47 - 36 - 26 μήκους 0,99 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς 26 - 37 μήκους 10,55 μέτρων με υπόλοιπη έκταση της επίδικης εδαφικής λωρίδας και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Α., νότια επί πλευράς 45 - 37 μήκους 1,46 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία Β.

Μ. και ήδη της ενάγουσας και δυτικά επί πλευράς 45 - 47 μήκους 10,96 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγομένων, εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγομένων και συγκεκριμένα στο ακίνητο που η Ε. Ρ. αγόρασε από την αδελφή της Β. Μ. με το πωλητήριο συμβόλαιο …/18.2.1958 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Κ.

Δ. και στη συνέχεια μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο αδελφό της Μ. Ρ. με το πωλητήριο συμβόλαιο …/1962 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Τευθίδος Α. Τ. και β) το τμήμα το οποίο στο ίδιο Σχέδιο απεικονίζεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς 26 - 48 - 44 - 28 - 37 - 26, έχει εμβαδόν 12,35 τετρ. μέτρων και ορίζεται βόρεια επί πλευράς 26 - 48 - 44 μήκους 1,6 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς 44 - 28 μήκους 9,87 μέτρων με ιδιοκτησία Α., νότια επί πλευράς 28 - 37 μήκους 0,97 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία Β.

Μ. και ήδη της ενάγουσας και δυτικά επί πλευράς 37 - 26 μήκους 10,55 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγομένων εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας Β. Μ., όχι όμως και σε εκείνον της ενάγουσας - ανεψιάς της Α. Τ., δηλαδή στο πωλητήριο συμβόλαιο .../1991 του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μ. Ε., αφού στο συμβόλαιο αυτό το ακίνητο που η Β.

Μ. μεταβιβάζει κατά ψιλή κυριότητα στην ενάγουσα, όσο της έχει απομείνει μετά την πώληση του προαναφερόμενου τμήματος αυτού στην αδελφή της Ε. Ρ. και την προσθήκη του οικοπεδοτεμαχίου των 45 τετρ. μέτρων, που αγόρασε από την Ε. συζ. Σ. Γ., προς βορρά, επί πλευράς Β - Γ μήκους 14 μέτρων, συνορεύει με την ιδιοκτησία του εναγομένου, με συνέπεια ολόκληρη η επίδικη εδαφική λωρίδα να παραμείνει εκτός του τίτλου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η κοινή απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων Β. Μ. από το αρχικό ακίνητό της δεν μεταβίβασε στην αδελφή της Ε. Ρ. ολόκληρο το προς βορρά τμήμα του αλλά, όπως αναγράφεται στο πωλητήριο …/1958 συμβόλαιο, ένα τμήμα του εμβαδού 170,50 τετρ. μέτρων, κείμενο προς το βόρειο και δυτικό μέρος αυτού, το οποίο συνορεύει ανατολικά με τμήμα στενής λωρίδας αγρού της πωλήτριας.

Κράτησε, δηλαδή, η Β. Μ. από το βορειοανατολικό μέρος του αρχικού ακινήτου της, για τον εαυτό της, μία στενή λωρίδα αγρού, κείμενη μεταξύ της ιδιοκτησίας πρώην Τ. και ήδη Α. και του τμήματος που μεταβίβασε στην αδελφή της Ε. Ρ., ώστε το υπόλοιπο προς νότο ακίνητο που της απέμεινε να επικοινωνεί με την βορείως αυτού διερχόμενη πρώην ιδιωτική και μετέπειτα δημοτική οδό ..., διότι άλλως αυτό θα γινόταν περίκλειστο.

Τούτο, άλλωστε, γίνεται φανερό από το γεγονός ότι, ενώ στον τίτλο κτήσεως της Β. Μ. δηλαδή στο πωλητήριο συμβόλαιο .../1956, το μήκος της βόρειας πλευράς του αγρού που εφάπτεται με την πιο πάνω οδό προσδιορίζεται σε 12 μέτρα, στο πωλητήριο συμβόλαιο …/1958 το μήκος της ίδιας πλευράς του τμήματος που η Β. Μ. μεταβιβάζει στην Ε.

Ρ. προσδιορίζεται σε 11 μέτρα, δηλαδή κατά 1 μέτρο λιγότερο, το οποίο αντιστοιχεί στο πλάτος της εδαφικής λωρίδας που η Β. Μ. παρακράτησε από το βορειοανατολικό τμήμα του αρχικού ακινήτου της για να επικοινωνεί από το υπόλοιπο τμήμα του που της απέμεινε προς νότο με την βορείως αυτού διερχόμενη οδό. Το ίδιο αυτό τμήμα, η Ε.

Ρ., όπως το είχε αποκτήσει από την Β. Μ. με το προαναφερόμενο …/1958 συμβόλαιο, δηλαδή οριζόμενο ανατολικά με τμήμα στενής λωρίδας αγρού ιδιοκτησίας Β. Μ. και βόρεια επί πλευράς μήκους 11 μέτρων με ιδιωτική οδό, το μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο Μ. Ρ. με το προαναφερόμενο …/1962 πωλητήριο συμβόλαιο. Στο αμέσως επόμενο συμβόλαιο .../29.10.1999 της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α.

Μ., με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος συνέστησε στο πιο πάνω οικόπεδό του οριζόντια ιδιοκτησία και μεταβίβασε τον ισόγειο όροφο στη δεύτερη εναγόμενη θυγατέρα του με γονική παροχή, οριοθέτησε το οικόπεδό του ανατολικά με την ιδιοκτησία της Μ. Α. και έτσι ενσωμάτωσε σε αυτό "το τμήμα στενής λωρίδας αγρού ιδιοκτησίας Β.

Μ.", με το οποίο αυτό, σύμφωνα με τον πιο πάνω τίτλο κτήσεώς του (…/1962 πωλητήριο συμβόλαιο), συνόρευε ανατολικά. Περιέγραψε, δηλαδή, το οικόπεδό του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλάβει σε αυτό και "το τμήμα στενής λωρίδας αγρού" που η Β. Μ. είχε κρατήσει για τον εαυτό της από το βορειοανατολικό μέρος του αρχικού οικοπέδου της για να διασφαλίσει την επικοινωνία του υπολοίπου προς νότο μέρους που της απέμεινε με την βορείως διερχόμενη δημοτική οδό.

Το τμήμα δε αυτό είναι το εμφαινόμενο στο Σχέδιο 7 του πραγματογνώμονα, τοπογράφου - μηχανικού Γ. Λ., που συνοδεύει τη σχετική από 20.1.2014 έκθεσή του, περιμετρικά υπό τους αριθμούς 26 - 48 - 44 - 28 - 37 - 26, εμβαδού 12,35 τετρ. μέτρων, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, και είναι το ήμισυ περίπου προς ανατολάς της επίδικης εδαφικής λωρίδας, συνολικού εμβαδού 25,02 τετρ.

μέτρων. Του τμήματος αυτού, όμως, ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα ούτε παραγώγως, διότι η άμεση δικαιοπάροχός του δεν του το είχε ποτέ μεταβιβάσει, ούτε πρωτοτύπως, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, πρώτα η Β. Μ., από το 1957, και ύστερα ο πρώτος εναγόμενος Μ. Ρ., από το 1974, ανοικοδόμησαν τα πιο πάνω όμορα οικόπεδά τους, κατασκευάζοντας σε αυτά ισόγειες κατοικίες.

Η Β. Μ. περιέφραξε αρχικά ολόκληρο το οικόπεδο της στο ανατολικό όριό του με την ιδιοκτησία Α.. Μετά τις διαδοχικές μεταβιβάσεις του βορειοδυτικού τμήματος αυτού πρώτα στην αδελφή της Ε. Ρ. και ύστερα από εκείνη στον πρώτο εναγόμενο, όμως, δεν περιέφραξε την πιο πάνω εδαφική λωρίδα της, την οποίαν είχε παρακρατήσει, στο δυτικό όριό της με το οικόπεδο του πρώτου εναγομένου, κατασκεύασε όμως στην απόληξή της προς νότο τρίφυλλη μεταλλική θύρα εισόδου στην αυλή της ισόγειας οικίας της.

Η μεταλλική αυτή θύρα υπάρχει και σήμερα και φέρει ανάγλυφα τα αρχικά γράμματα (Α.Μ) του ονοματεπωνύμου του συζύγου της Α. Μ.. Ο πρώτος εναγόμενος, κατά την ανέγερση της ισόγειας οικίας του στο δικό του οικόπεδο, κατασκεύασε την κύρια είσοδό της στον ανατολικό τοίχο της, ο οποίος έχει πρόσοψη στην επίδικη εδαφική λωρίδα και δη στο νοτιοανατολικό άκρο αυτού, στον ίδιο δε αυτό τοίχο κατασκεύασε και παράθυρα, χωρίς ούτε αυτός, όμως, να περιφράξει το οικόπεδό του στο ανατολικό όριό του με την ιδιοκτησία της Β.

Μ., όπως, βάσει του τίτλου κτήσεώς του, είχε δικαίωμα. Εξάλλου, ούτε αυτός ούτε η Β. Μ. έως τον Φεβρουάριο του 2009 είχαν κατασκευάσει στη βορεινή πλευρά της επίδικης εδαφικής λωρίδας, η οποία εφάπτεται της δημοτικής οδού ..., μεταλλική συρόμενη ή ανοιγόμενη πόρτα, αλλά είχαν αφήσει ελεύθερες την είσοδο από την οδό ...

σε αυτήν και αντιστρόφως την έξοδο από αυτήν σε εκείνη, όπως προκύπτει ιδίως από τις διαχρονικά ληφθείσες και εκατέρωθεν προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου. Έτσι, τόσον η Β. Μ., ως πλήρης κυρία του ακινήτου της, από το έτος 1956 έως το έτος 1991, και στη συνέχεια ως επικαρπώτρια αυτού έως τον Φεβρουάριο του 2009, όσο και η ενάγουσα ανεψιά της Α.

Τ. από το έτος 1991, ως ειδική διάδοχός της στην ψιλή κυριότητα αυτού, έως τον Φεβρουάριο του 2009, ασκούσαν την νομή του τμήματος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 12,35 τετρ. μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο Σχέδιο 7 του πραγματογνώμονα, τοπογράφου- μηχανικού Γ. Λ., που συνοδεύει τη σχετική από 20.1.2014 έκθεσή του, περιμετρικά υπό τους αριθμούς 26 - 48 - 44 - 28 - 37 - 26 και είναι το ήμισυ περίπου προς ανατολάς της επίδικης εδαφικής λωρίδας, συνολικού εμβαδού 25,02 τετρ.

μέτρων, επικοινωνώντας μέσω αυτού από τη δημοτική οδό ... με την νοτίως αυτής κείμενη οικία τους. Αντιστοίχως, ο πρώτος εναγόμενος ως πλήρης κύριος του ακινήτου του από το έτος 1962 έως το έτος 1999 και στη συνέχεια ως συγκύριος αυτού έως τον Φεβρουάριο του 2009 και η δεύτερη εναγομένη ως συγκυρία αυτού από το έτος 1999 έως τον Φεβρουάριο του 2009 ασκούσαν τη νομή του τμήματος της επίδικης εδαφικής λωρίδας το οποίο στο ίδιο πιο πάνω σχέδιο απεικονίζεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς 47 - 36 - 26 - 37 - 45 - 47 και έχει εμβαδόν 12,67 τετρ.

μέτρων, επικοινωνώντας μέσω αυτού από τη δημοτική οδό ... με την οικία τους, η κύρια είσοδος της οποίας είχε διανοιχθεί στον ανατολικό της τοίχο, και χρησιμοποιώντας το ως αυλή της οικίας τους αυτής. Με άλλα λόγια οι διάδικοι χρησιμοποιούσαν, έκαστος το προαναφερόμενο τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, για να μπαίνουν στις οικίες τους και να βγαίνουν από αυτές, δεδομένου ότι οι κύριες είσοδοί τους είχαν πρόσοψη σε εκείνη, οι δε εναγόμενοι και ως αυλή.

Βέβαια τα δύο αυτά τμήματα δεν τα είχαν οριοθετήσει μεταξύ τους, με συνέπεια εξωτερικά να δίνουν την εντύπωση μιας ενιαίας έκτασης, τούτο όμως οφείλεται στις καλές σχέσεις που διατηρούσαν μεταξύ τους, ως αμφιθαλείς αδελφοί, καθώς και στο ότι η έλλειψη διαχωριστικού κατασκευάσματος τους διευκόλυνε να κινούνται σε αυτήν με μεγαλύτερη άνεση.

Έτσι, τυχόν εκατέρωθεν, κατά τη χρήση τους, υπερβάσεις των μεταξύ τους ορίων δεν προσεπόρισαν σε κανέναν τους νομή πάνω στο τμήμα του άλλου, διότι δεν γίνονταν με διάνοια κυρίου αλλά με την ανοχή του άλλου, και συνεπώς κανείς τους δεν απέκτησε με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, δικαίωμα κυριότητας πάνω στο τμήμα του άλλου.

Εξάλλου, ναι μεν εφαπτομένως του δυτικού τοίχου των ακινήτων των διαδίκων υπήρχε μικρή δίοδος - σοκάκι, άγουσα από τη δημοτική οδό ... προς την νοτίως αυτής κείμενη ιδιοκτησία της Α. Χ., αλλά η δίοδος αυτή ανήκε στην κυριότητα της τελευταίας και όχι σε εκείνη της Β. Μ., και το δικό της μόνο ακίνητο εξυπηρετούσε, με την πράξη δε εφαρμογής …/Ί990 της Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, όπως διορθώθηκε με την απόφαση .../1997 της ίδιας υπηρεσίας, περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Ασπροπύργου για να χρησιμεύσει σαν μελλοντική τράπεζα γης.

Έως τον Φεβρουάριο του 2009 οι ενάγουσες δεν είχαν ανοίξει πόρτα προς τη δίοδο αυτή, δεδομένου ότι η κύρια είσοδος της οικίας τους χρησιμοποιούσαν για να επικοινωνούν με το ακίνητό τους, όπως αβάσιμα οι εναγόμενοι υποστηρίζουν για να καταδείξουν ότι αυτές δεν ασκούσαν τη νομή του επιδίκου, το πρώτον δε μετά τον Φεβρουάριο του 2009, ότε οι εναγόμενοι τις απέβαλαν από την επίδικη εδαφική λωρίδα, αναγκάστηκαν να κατασκευάσουν σιδερένια πόρτα στη δυτική πλευρά του ακινήτου τους για να αποκαταστήσουν, μέσω αυτής πλέον της διόδου, την επικοινωνία του ακινήτου τους με τη δημοτική οδό ....

Συνεπώς, τον Φεβρουάριο του 2009, του ανατολικού τμήματος της επίδικης εδαφικής λωρίδας εμβαδού 12,35 τετρ. μέτρων, το οποίο στο πιο πάνω Σχέδιο 7 του πραγματογνώμονα μηχανικού Γ. Λ. εμφαίνεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς 26 - 48 - 44 - 28 - 37 - 26 είχαν γίνει: α) επικαρπώτρια μεν η αρχικώς ενάγουσα Β. Μ., κατά παράγωγο τρόπο δυνάμει των παραπάνω τίτλων, στους οποίους αυτό εμπίπτει, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, διότι άσκησε αρχικά από το 1956 έως το 1991 τη νομή του και έκτοτε συνεχώς έως τον Φεβρουάριο του 2009 την οιονεί νομή επικαρπίας του με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας, και β) ψιλή κυρία δε η ενάγουσα ανεψιά της Α.

Τ., όχι βεβαίως κατά παράγωγο τρόπο, αφού αυτό, έστω και εκ παραδρομής, δεν συμπεριελήφθη στον τίτλο κτήσεώς της, αλλά πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού το έτος 1991 παρέλαβε τη οιονεί νομή της ψιλής κυριότητας αυτού από την ειδική δικαιοπάροχό της Β. Μ. δυνάμει του προαναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου .../1991 και την άσκησε έκτοτε συνεχώς έως τον Φεβρουάριο του 2009, επομένως δε επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προστιθέμενου στο δικό της χρόνο νομής και εκείνου της ειδικής δικαιοπαρόχου της από το έτος 1956.

Αντιθέτως δεν είχαν αποκτήσει τα ίδια δικαιώματα (επικαρπίας και ψιλής κυριότητας αντιστοίχως) και στο δυτικό τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας εμβαδού 12,67 τετρ. μέτρων, το οποίο στο πιο πάνω Σχέδιο 7 του πραγματογνώμονα μηχανικού Γ. Λ. εμφαίνεται περιμετρικά υπό τους αριθμούς 47 - 36 - 26 - 37 - 45 - 47, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν στην αγωγή τους, διότι αυτό εμπίπτει στους τίτλους κτήσεως κυριότητας των εναγομένων (συμβόλαια …/1962 και .../1999), όπως βασίμως αυτοί κατ' ένσταση προβάλλουν.

Την 1.2.2009 οι εναγόμενοι κατασκεύασαν: α) συρόμενη καγκελόπορτα καθ' όλο το μήκος της βορεινής, υπό τους αριθμούς 47 - 36 - 26 - 48 - 44, πλευράς της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που έχει πρόσοψη στην οδό ..., β) τοιχίο από aiphablock καθ' όλο το μήκος της νότιας υπό τους αριθμούς 45 - 37 - 28 πλευράς της επίδικης εδαφικής λωρίδας, όπου η σιδερένια κύρια είσοδος στην ιδιοκτησία των εναγουσών και γ) επιπλέον καθ' όλο το πλάτος της επίδικης εδαφικής λωρίδας πέργκολα και χτιστό φούρνο (μπάρμπεκιου), και κατ' αυτόν τον τρόπο κατέλαβαν το προαναφερόμενο ανατολικό τμήμα αυτής το εμφαινόμενο στο πιο πάνω σχέδιο περιμετρικά υπό τους αριθμούς 26 - 48 - 44 - 28 - 37 - 26 εμβαδού 12,35 τετρ.

μέτρων, του οποίου επικαρπώτρια ήταν η αρχικώς πρώτη ενάγουσα Β. Μ. και ψιλή κυρία η αρχικώς δεύτερη (και ήδη πλέον μόνη, μετά το θάνατο εκείνης) ενάγουσα ανεψιά της Α. Τ., και έκτοτε το νέμονται παράνομα απέναντί τους". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη κυρία του ανατολικού τμήματος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 12,235 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το νεμόταν, προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας της αρχικώς πρώτης ενάγουσας - άμεσης δικαιοπαρόχου της - Β.

Μ., συνεχώς με διάνοια κυρίου από το έτος 1956 μέχρι την 1-2-2009, χωρίς μέχρι τότε το δικαίωμα κυριότητάς τους να αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους. Κατόπιν αυτών, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσία, δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, για το ως άνω ανατολικό τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 12,35 τ.μ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα παραγωγικά, με έκτακτη χρησικτησία, περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του ως άνω τμήματος της επίδικης έκτασης, τα οποία πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα της νομής των εναγουσών και της κτήσης της κυριότητας από τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές δέχθηκε ότι την 1 - 2 - 2009 είχαν γίνει : α) επικαρπώτρια μεν η αρχικώς πρώτη ενάγουσα Β. Μ., κατά παράγωγο τρόπο δυνάμει των παραπάνω τίτλων, στους οποίους το επίδικο εδαφικό τμήμα εμπίπτει, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η άσκηση νομής χρησικτησίας από την τελευταία άρχισε από το έτος 1956 έως το 1991 και έκτοτε συνεχίστηκε από την ίδια, έως το χρόνο κατάληψης, η άσκηση της οιονεί νομή επικαρπίας του με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη και β) ψιλή κυρία δε η δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, όχι κατά παράγωγο τρόπο, αφού αυτό εκ παραδρομής δεν συμπεριελήφθη στον τίτλο κτήσης της, αλλά πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού το έτος 1991 παρέλαβε την οιονεί νομή της ψιλής κυριότητας αυτού από την άμεση δικαιοπάροχό της δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1991 πωλητηρίου συμβολαίου και την άσκησε έκτοτε συνεχώς έως τον πιο πάνω χρόνο που οι αναιρεσείοντες το κατέλαβαν παράνομα, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προστιθεμένου στο δικό της χρόνο νομής και του ως άνω χρόνου της εν λόγω δικαιοπαρόχου της, εκθέτοντας λεπτομερώς τις παραπάνω πράξεις νομής καθώς και την εποπτεία του, που προσιδιάζουν στη φύση του, τις οποίες η αναιρεσίβλητη και η άμεση δικαιοπάροχός της ασκούσαν επ' αυτής, με τη βούληση να το εξουσιάζουν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους η καθεμία, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και ιδίως των άρθρων 974 επ., 1045 και 1051 του Α.Κ., χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα αυτών (αιτιολογιών) να εκτίθεται σ' αυτήν ''γιατί η επίδικη λωρίδα δεν περιλαμβάνεται στον κτητικό τίτλο των αναιρεσειόντων'', διότι εν προκειμένω δεν ασκεί έννομη επιρροή, ενόψει της παραδοχής ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επίδικου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, αφού με την ως άνω δικαιοπάροχό της νέμονται αυτό συνεχώς από το 1956 μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2009, δηλαδή για μια εικοσαετία και πλέον, τις οποίες (διατάξεις) εφάρμοσε το Εφετείο, υπάγοντας σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν στο Δικαστήριο και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας από την αναιρεσίβλητη και την άμεση δικαιοπάροχό της, που συναρτάται με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, τη θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ως προς την οποία και έγινε εν μέρει κατ' ουσία δεκτή η αγωγή, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, καθώς και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί απόκτησης της κυριότητας του επίδικου εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία και στη στήριξη των απόψεών τους ότι δεν απώλεσαν τη νομή επ' αυτού, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). –

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 422 παρ.1 και 423 παρ.2 ΚΠολΔ., όπως ήδη ισχύουν, μετά την εισαγωγή τους στον ΚΠολΔ με το άρθρο 2 παρ.3 του ν. 4335/2015, από 1-1-2016 (άρθρο 9 παρ.4 του ίδιου νόμου), ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 421 ΚΠολΔ., επιδίδει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα (άρθρο 422 παρ.1), ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το Δικαστήριο (άρθρο 423 παρ.1).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη : α) τις μαρτυρίες τρίτων που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων και β) τις υπ' αριθμ..../21-9-2016, .../22-9-2016 και .../26-9-2016 ένορκες βεβαιώσεις, των σ' αυτές αναφερόμενων προσώπων, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά.

Π., που επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε σ' αυτό η αναιρεσίβλητη μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για να τις χρησιμοποιήσει στην έκκλητη δίκη, οι οποίες όμως δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη γιατί αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν τηρήθηκαν οι όροι του νόμου (άρθρο 422 παρ.1 ΚΠολΔ., όπως ήδη ισχύει), που απαιτούν την αναφορά στην κοινοποιούμενη κλήση του ονοματεπώνυμου, επαγγέλματος και διεύθυνσης κατοικίας του μάρτυρα, ενώ από την επισκόπηση της οικείας κλήσης προκύπτει ότι δεν αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων που πρόκειται να εξετασθούν.

Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ληφθέντα αυτά υπόψη από το Εφετείο έγγραφα, που περιέχουν τις μαρτυρίες τρίτων που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του ΚΠολΔ για την εξέταση των μαρτύρων και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο γιατί αποτελούν αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των επίμαχων ένορκων βεβαιώσεων στο προοίμιο αυτών δεν προτάθηκε κατά το χρόνο της λήψης τους και δεν καταχωρίστηκε, όπως έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 423 παρ.2 ΚΠολΔ., που αναφέρεται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ένσταση περί μη εγκυρότητας αυτών εκ της μη αναγραφής στην κοινοποιηθείσα κλήση του ονοματεπώνυμου και λοιπών στοιχείων των μαρτύρων που επρόκειτο να εξετασθούν.-

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της βασιμότητας της ένδικης αγωγής, σειρά φωτογραφιών των ετών 1975 έως και το έτος 2016 και τη δήλωση της Β.

Μ., που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους ότι η αναιρεσίβλητη και η δικαιοπάροχός της Β. Μ. δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, δηλαδή ζήτημα το οποίο τείνει στη θεμελίωση του συμπεράσματος περί μη κτήσεως κυριότητας της αναιρεσίβλητης σ' αυτό με έκτακτη χρησικτησία.

Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η από 20-1-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Γ.

Λ., οι νομοτύπως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, οι φωτογραφικές απεικονίσεις του επιδίκου και τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα (φωτογραφίες και δήλωση Β.

Μ.), τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 339, 340 εδ. α' και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα προς απόδειξη, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Επομένως, ο πιο πάνω ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2017 αίτηση των Μ. Π. Ρ. και Γ. Μ. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.2604/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ